Akil Koul Aghasi ν. Νίκου Ζαβού, Αριθμός Αγωγής: 5104/2009, 19/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός Αγωγής: 5104/2009 Μεταξύ: Akil Koul Aghasi, από τη Συρία Ενάγοντα και Νίκου Ζαβού, από τη Λεμεσό Εναγόμενου --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.2.2014 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Πούλλος (για ν' ακούσει απόφαση κ. Γιορδαμλής) Για εναγόμενο: κα Ευθυμίου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Μπενάκης) ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών: Ο ενάγοντας που είναι από την Συρία στον ουσιώδη χρόνο ήταν 34 ετών και εργαζόταν ως γεωργικός εργάτης σε αγρόκτημα που διατηρούσε και διατηρεί ακόμη ο εναγόμενος στο χωριό Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού. Εργοδοτήθηκε από τον εναγόμενο για τη συγκεκριμένη εργασία στις 15.10.2005 και εξακολουθεί να προσφέρει σ' αυτόν τις ίδιες υπηρεσίες μέχρι σήμερα. Στις 11.7.2009 ενώ βρισκόταν πάνω σε μια πορτοκαλιά στο παραπάνω αγρόκτημα και την κλάδευε με τη χρήση ενός τσεκουριού το οποίο κρατούσε με το δεξί του χέρι, κάποια στιγμή, του ξέφυγε το τσεκούρι το οποίο χτύπησε στο αριστερό του χέρι προκαλώντας του τραυματισμό. Ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι το παραπάνω συμβάν (στο εξής «το επίδικο εργατικό ατύχημα») οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων του εναγόμενου - εργοδότη του και/ή των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων του και/ή στην παράβαση των όρων εργοδότησής του από τον εναγόμενο. Σχετικές λεπτομέρειες παρατίθενται στην παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης. Με την αγωγή του αξιώνει εναντίον του εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνεπεία του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Η ουσία της υπεράσπισης του εναγόμενου, ο οποίος θα πρέπει να σημειωθεί πως δέχεται ως γεγονός το επίδικο εργατικό ατύχημα, έγκειται στον ισχυρισμό του ότι αυτό καθώς και οι σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη ο ενάγοντας συνεπεία αυτού οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου, λεπτομέρειες των οποίων δίδονται στην παράγραφο 9 της υπεράσπισης. Η ευθύνη για την πρόκληση το επίδικου εργατικού ατυχήματος και ο προσδιορισμός του ύψους των γενικών αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν προς όφελος του ενάγοντα - εννοείται σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ο εναγόμενος φέρει ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος - αποτελούν τα δύο βασικά επίδικα θέματα της υπόθεση που καλούμαι να επιλύσω. Οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγοντας εξαιτίας του επίδικου εργατικού ατυχήματος έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών. Ομοίως και το συνολικό ποσό που συνθέτει τις ειδικές ζημιές του, το οποίο θα του επιδικαστεί υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων και σε ποσοστό, ανάλογο της ευθύνης του εναγόμενου σε περίπτωση που αυτός κριθεί υπαίτιος για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Ο ενάγοντας Akil Koul Aghasi, ο Μωυσής Παπαδόπουλος και ο Ιάκωβος Παυλίδης ήταν οι τρεις μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για την υπόθεση του πρώτου (Μ.Ε.1 μέχρι 3 αντίστοιχα). Από την άλλη, εκτός από τον εναγόμενο Νίκο Ζαβό, ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεσή του, μαρτυρία υπέρ του δόθηκε και από το Γιάννη Κακουλλή. Ο ενάγοντας, για σκοπούς κυρίως εξετασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο σχετικής γραπτής κατάθεσης που ετοίμασε (τεκμήριο 1). Οι βασικές θέσεις που απορρέουν από αυτή για ό, τι αφορά τις ανάγκες επίλυσης των επίδικων θεμάτων της υπόθεσης είναι οι εξής: Κατά ή περί τις 11.7.2009, ο προϊστάμενός του, δηλαδή ο εναγόμενος, του έδωσε οδηγίες να κλαδέψει τις πορτοκαλιές στο αγρόκτημά του στο Τραχώνι. Μέχρι τότε δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με το κλάδεμα δέντρων και αυτό το γνώριζε ο εναγόμενος. Του ζήτησε να τον εφοδιάσει με τα αναγκαία κοπτικά μηχανήματα και αυτός του έδωσε ένα κουβά και του είπε: «με ό, τι βρεις μέσα στη σύκλα άρχισε να κόβεις.» Υπήρχαν διάφορα εργαλεία μέσα στον κουβά, πήρε το τσεκούρι και άρχισε να κόβει τους κλώνους, όπως ήταν οι οδηγίες του εναγόμενου. Ενώ έκοβε τους κλώνους της πορτοκαλιάς κρατώντας το τσεκούρι με το δεξί του χέρι, αυτό γλίστρησε και κτύπησε το αριστερό του χέρι, τραυματίζοντάς το σοβαρά. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περίθαλψη. Μετά από εξετάσεις διαπιστώθηκε ότι έφερε τραύμα στο αριστερό του χέρι το οποίο του έραψαν. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο ιδιωτικό νοσοκομείο «Αχίλλειο» όπου υποβλήθηκε σε εγχείριση. Ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας και/ή οι υπάλληλοί και/ή υπηρέτες και/ή αντιπρόσωποί του παρέλειψαν να τον εφοδιάσουν με τα κατάλληλα μηχανικά μέσα κλαδέματος δέντρων. Περαιτέρω, ότι, ενώ ο εναγόμενος γνώριζε το βαθμό δυσκολίας κλαδέματος δέντρων με τσεκούρι, εντούτοις, δεν του πρόσφερε εναλλακτική λύση και ούτε έλαβε τα ενδεικνυόμενα μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί σοβαρά. Αντεξεταζόμενος, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε και τα εξής: Έχει συμβόλαιο με τον εναγόμενο, ως γενικός εργάτης. Στον ουσιώδη χρόνο ήταν ο μοναδικός εργάτης στο αγρόκτημα του εναγόμενου. Προηγουμένως εργαζόταν ο πατέρας της συζύγου του εκεί με άδεια εργασίας για 8 μήνες και έφυγε. Κατά τη διάρκεια των 4 χρόνων που εργαζόταν στο αγρόκτημα του εναγόμενου δεν κλάδεψε ποτέ δέντρα. Ούτε και γνώριζε πως γίνεται το κλάδεμα των δέντρων. Όταν ήρθε στο αγρόκτημα ασχολείτο ο πατέρας της συζύγου του με τη συγκεκριμένη εργασία, ο οποίος δούλεψε στο αγρόκτημα για 8 μήνες από τότε που ήρθε ο ίδιος. Ο εναγόμενος του έδειξε ποιο μηχάνημα να χρησιμοποιήσει για να κλαδέψει. Στη σύκλα με τα εργαλεία που του είχε δώσει, εκτός από το τσεκούρι υπήρχε ψαλίδι, πριόνι και δεντροκοπτική. Ο εναγόμενος του είπε: «αυτά είναι τα εργαλεία σου, αυτά θα χρειαστείς για να κλαδέψεις τα δέντρα.» Του είπε ακόμη ότι για τα πιο μεγάλα κλωνιά θα χρειαζόταν το τσεκούρι. Η μέρα του επίδικου εργατικού ατυχήματος ήταν και η πρώτη που έκανε τη συγκεκριμένη εργασία. Καθώς κλάδευε, κρατώντας το τσεκούρι με το δεξί του χέρι και με το αριστερό του χέρι το κλαδί για να μην πέσει από το δέντρο, όταν ύψωσε το τσεκούρι για να κτυπήσει στο κλαδί, αυτό κάπου σκάλωσε και χτύπησε το αριστερό του χέρι. Κλαδεύει και σήμερα δέντρα στο αγρόκτημα του εναγόμενου, χρησιμοποιώντας και το τσεκούρι για το σκοπό αυτό. Κατά πόσο θα τραυματιζόταν σε περίπτωση που το τσεκούρι που χρησιμοποιούσε στον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν παλιό, μόνο ο θεός γνωρίζει. Είναι σύνηθες για ένα άνθρωπο που κλαδεύει δέντρα να χρησιμοποιεί τσεκούρι, ωστόσο, στον ουσιώδη χρόνο ο ίδιος ήταν καινούργιος και δεν είχε την πείρα για το κλάδεμα. Εκείνη τη μέρα είχε χρησιμοποιήσει και τα άλλα εργαλεία, όμως τραυματίστηκε με το τσεκούρι. Υπήρχε εναλλακτική λύση για να κλαδέψει, αλλά αυτό ήθελε ο θεός. Ο εναγόμενος δε θα μπορούσε να κάνει τίποτε για να μην τραυματιστεί. Ούτε ο ίδιος μπορούσε να κάνει κάτι. Η ευθύνη του εργοδότη του είναι ότι δεν τον εκπαίδευσε κατάλληλα ώστε να μη γίνει το ατύχημα Δεν ερχόταν συχνά στο αγρόκτημα για να τον εκπαιδεύσει. Του έδωσε αυτά τα μη κατάλληλα εργαλεία και δεν τον εκπαίδευσε πώς να κάνει τη συγκεκριμένη δουλειά με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Ερωτηθείς πώς είναι σήμερα το χέρι του ισχυρίστηκε ότι το χειμώνα κυρίως νιώθει πολλή πόνο στο χέρι του σε δύο δάκτυλα και δεν μπορεί να μεταφέρει βάρος παραπάνω από 15 με 20 κιλά. Επίσης, αν χρειαστεί να χρησιμοποιήσει το ψαλίδι για πάνω από μισή ώρα, όλη τη νύχτα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όταν πονά λόγω του κρύου βάζει γάντι για να μείνει ζεστό το χέρι του οπότε ο πόνος είναι λιγότερος. Ο Μωυσής Παπαδόπουλος (Μ.Ε.2) είναι γεωπόνος για 42 χρόνια. Λόγω της εργασίας του γνωρίζει τον ενάγοντα. Του τηλεφώνησε και επισκέφθηκε το αγρόκτημα στο οποίο έγινε το επίδικο εργατικό ατύχημα, στις 23.10.
- Είδε τα δέντρα και είχε γνώση των γεγονότων και ετοίμασε σχετική έκθεση (τεκμήριο 15). Στην εν λόγω έκθεση, την οποία υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Με βάση τις γνώσεις που κατέχει εργαλεία κλαδέματος τα οποία αναφέρονται και στη σχετική βιβλιογραφία είναι τα ακόλουθα:
- Κλαδευτικό ψαλίδι (τώρα υπάρχουν και με μπαταρία ή αέρα)
- Ειδικό μαχαιρίδιο κοπής και εμβολιασμού
- Κλαδευτικό πριόνι (μικρό)
- Κλαδευτικό πριόνι (μεγάλο)
- Αλυσοπρίονο (μηχανικό)
- Κλάδεμα με τρακτέρ
- Κλαδευτικό ψαλίδι μεγάλο Από την πείρα που διαθέτει, για το κλάδεμα των δέντρων στα μεγάλα αγροκτήματα, χρησιμοποιούνται μηχανικά μέσα κλαδέματος ή ψαλίδια και πριόνια, αλλά ποτέ τσεκούρια. Όλα τα δέντρα δέχονται κλάδεμα, ιδίως τα οπωροφόρα αλλά και τα αειθαλή εσπεριδοειδή. Το επίδικο αγρόκτημα έχει εσπεριδοειδή διαφόρων ποικιλιών, μεγάλα σε ηλικία και μέγεθος. Απ' ό, τι γνωρίζει δε δίνονται ποτέ τσεκούρια για κλάδεμα. Αντεξεταζόμενος ανάφερε και τα εξής: Όταν πήγε στο αγρόκτημα δεν είδε τα εργαλεία που είχε ο ενάγοντας στην κατοχή του, ωστόσο, αυτός του είπε στο τηλέφωνο πως έγινε το ατύχημα. Συγκεκριμένα, του ανάφερε ότι χρησιμοποίησε τσεκούρι, κοινώς κουνιά για να κλαδέψει και έπαθε το ατύχημα. Συμφώνησε με την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου ότι με εξαίρεση το τσεκούρι, τα υπόλοιπα εργαλεία που είχε στη διάθεσή του ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο ήταν κατάλληλα για το κλάδεμα που έκανε. Είπε στο ενάγοντα ότι με τσεκούρι ποτέ δεν κλαδεύουμε, τονίζοντάς του ότι αυτό δεν είναι κατάλληλο εργαλείο για κλάδεμα. Ο Ιάκωβος Παυλίδης (Μ.Ε.3) ήταν και ο τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση του ενάγοντα. Στην κυρίως εξέταση ανάφερε τα εξής: Σήμερα είναι συνταξιούχος. Προηγουμένως ήταν προϊστάμενος του Επαρχιακού Γραφείου Επιθεώρησης Εργασίας Λευκωσίας. Τα καθήκοντά του ήταν η ομαλή διεξαγωγή δραστηριοτήτων του γραφείου όσον αφορά τα ατυχήματα, στη διερεύνηση σοβαρών ατυχημάτων και τις διάφορες δραστηριότητες, όπως ο συντονισμός επιθεωρητών. Είναι μηχανολόγος μηχανικός, απόφοιτος πανεπιστημίου. Τώρα είναι σύμβουλος ασφάλειας και υγείας και παρέχει συμβουλές σε εργοδότες σε θέματα ασφάλειας. Είναι εγκεκριμένος από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας (βλ. τεκμήριο 17 η σχετική βεβαίωση). Έχει πείρα 32 χρόνων σε θέματα ασφάλειας που περιλαμβάνει και τους γεωργικούς χώρους. Για να είναι ασφαλής ο τρόπος διεξαγωγής της εργασίας κλαδέματος εσπεριδοειδών απαιτούνται τα κατάλληλα μέσα εργασίας, επίβλεψη, εκπαίδευση και κατάρτιση. Τα εργαλεία που πρέπει να χρησιμοποιούνται για κλάδεμα είναι πριόνι, κοπτικά εργαλεία, σίγουρα όμως, όχι το τσεκούρι, το οποίος σύμφωνα με τη βιβλιογραφία δεν προσφέρεται για κλάδεμα δέντρων, αλλά για κοπή δέντρων ή σχίσιμο ξύλων. Είναι ένα επικίνδυνο εργαλείο το τσεκούρι, που σίγουρα έπρεπε να προβλεφθεί από τον εργοδότη, διότι, βάσει της νομοθεσίας, οτιδήποτε το επικίνδυνο πρέπει να αντικατασταθεί με ένα μη επικίνδυνο ή λιγότερο επικίνδυνο, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλεια του εργοδοτούμενου. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Η σχετική νομοθεσία καθορίζει τις ελάχιστες προδιαγραφές για τη χρησιμοποίηση του χειρισμού της εργασίας από τους εργοδοτούμενους. Σύμφωνα με αυτές, οτιδήποτε εξοπλισμός εργασίας τίθεται στη διάθεση του εργοδοτούμενου πρέπει να είναι κατάλληλος ή κατάλληλα προσαρμοσμένος. Επίσης, κατά την επιλογή του εξοπλισμού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες, τα χαρακτηριστικά της εργασίας, οι κίνδυνοι που υπάρχουν, αλλά και οι κίνδυνοι που πιθανόν να υπάρξουν κατά τη διάρκεια της εργασίας με τσεκούρι. Αυτές είναι οι βασικές αρχές που πρέπει να τηρούνται και διέπουν τις υποχρεώσεις που έχει ο εργοδότης έναντι του εργοδοτούμενου, βάσει της σχετικής νομοθεσίας. Όσον αφορά το κλάδεμα των εσπεριδοειδών, τουλάχιστον η πείρα του τού λέει ότι υπάρχουν πολύ πιο μη επικίνδυνα εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν απ' ό, τι το τσεκούρι. Αυτό είναι εργαλείο που εμπερικλείει κινδύνους, τόσο στο ίδιο το κλάδεμα, αλλά και από πτώσεις ή οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορεί κάποιος να κόβει ένα κλαδί τη στιγμή που βρίσκεται πάνω στο δέντρο. Έχουμε επιπρόσθετους κινδύνους, πέραν των υφιστάμενων που μπορεί να προβλέψουμε. Η λογική του, η πείρα του και από ατυχήματα που έχει δει μέχρι τώρα, του λένε ότι σε γεωργικές εργασίες το τσεκούρι είναι ένα επικίνδυνο εργαλείο. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που υπήρχαν διάφορα εργαλεία, ο εργοδότης έπρεπε να κάνει επιλογή του λιγότερο επικίνδυνου εργαλείου. Αυτό το λέει σαφώς η νομοθεσία. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ήταν η κατάλληλη, με αποτέλεσμα το επίδικο ατύχημα. Αν ο ενάγοντας κατά τη διεξαγωγή της εργασίας του είχε επίβλεψη σίγουρα θα συμβουλευόταν να μη χρησιμοποιήσει το ακατάλληλο εργαλείο για το κλάδεμα. Αν χρησιμοποιούσε άλλο εργαλείο δε θα έκοβε το χέρι του γιατί το εργαλείο που χρησιμοποίησε είναι το πλέον επικίνδυνο για το κλάδεμα. Ο εργοδότης έχει ευθύνη να εκτιμήσει τους κινδύνους πριν πράξει οτιδήποτε. Εάν αυτοί δεν μπορούν να προβλεφθούν πρέπει να κάνει ένα σύστημα διαχείρισης ασφάλειας και υγείας στο οποίο να φαίνονται τα προληπτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Οποιοσδήποτε είναι εισερχόμενος σε χώρο εργασίας πρέπει να τύχει εκπαίδευσης. Ο εναγόμενος που κατάθεσε πρώτος για την υπόθεσή του, στην κυρίως εξέταση, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Πριν από τον ενάγοντα εργοδοτούσε τον πεθερό του στο αγρόκτημα για 8 περίπου χρόνια, ο οποίος, όταν θα έφευγε του ζήτησε να απασχολήσει τον γαμπρό του. Προτού το φέρει στην Κύπρο ζήτησε να μάθει αν έχει πείρα σε γεωργικές εργασίες. Ο πεθερός του, το διαβεβαίωσε ότι είχε μεγαλώσει σε αγροτική οικογένεια, ότι είχαν κτήματα στα οποία καλλιεργούσαν διάφορα είδη και είχαν και ορισμένα φυλλοβόλα δέντρα. Το διαβεβαίωσε ακόμη ότι ο ενάγοντας είχε αρκετή πείρα για εργασίες στο αγρόκτημά του και έτσι αποφάσισε να το φέρει στην Κύπρο. Αποφάσισε ακόμη να κρατήσει το πεθερό του ακόμη 8 μήνες για να μπορέσει να διδάξει τον ενάγοντα ορισμένα πράγματα για την εργασία που θα έκανε. Ανάμεσα σ' αυτά ήταν και να για να αποκτήσει εμπειρία στο κλάδεμα εσπεριδοειδών δέντρων. Αυτός ήταν ο λόγος που συνέχισε να κρατά τον πεθερό του στο αγρόκτημα. Από τη μέρα που άρχισε να δουλεύει μόνος του στο αγρόκτημα ο ενάγοντας δεν του ζήτησε ποτέ να του δείξει κάτι άλλο για τις εργασίες. Είχε αποκτήσει τέτοια πείρα που δε χρειαζόταν καμιά βοήθεια. Ερωτηθείς ποιος είχε προμηθεύσει στον ενάγοντα τα εργαλεία για το κλάδεμα, «Είχε εις χρήση του όλα τα εργαλεία του αγροκτήματος από την πρώτη μέρα που ήρθε.» ήταν η απάντησή του. Στη σύκλα που ανάφερε ο ενάγοντας υπήρχαν ψαλίδια και σβανάδες διαφόρων μεγεθών που χρησιμοποιούνται για εσπεριδοειδή και τα εργαλεία που χρειαζόταν ο ενάγοντας και μια μικρή κουνιά - τσεκούρι. Αυτά είναι εργαλεία που κατά την κρίση του ενάγοντα χρησιμοποιούνται όταν κλαδεύει. Όταν επισκέπτεται το αγρόκτημα για να δει τις εργασίες δεν παρακολουθεί πως εργάζεται ο ενάγοντας, επειδή του έχει απόλυτη εμπιστοσύνη ότι κάνει σωστά τη δουλειά του. Οπωσδήποτε υπεύθυνος για τη συντήρηση και αντικατάσταση των εργαλείων και μηχανημάτων στο αγρόκτημα είναι ο ίδιος. Όταν ο ενάγοντας που τα χρησιμοποιεί τον πληροφορεί σχετικά προβαίνει στις σχετικές ενέργειες για αντικατάσταση των εργαλείων. Ο τελευταίος ουδέποτε του ζήτησε να αντικαταστήσει εργαλεία και αρνήθηκε, ως επίσης ουδέποτε του έκανε μνεία ότι το τσεκούρι για κλάδεμα ήταν παλιό ή δεν ήταν καλό. Μετά το ατύχημα, ο ενάγοντας δεν του είπε ότι υπάρχει κάποια εργασία που λόγω του τραυματισμού του δεν μπορεί να εκτελέσει. Μετά τις 93 περίπου μέρες που ήταν η άδειά του επανάρχισε να εργάζεται όπως και προηγουμένως στο αγρόκτημά του. Αντεξεταζόμενος ανάφερε και τα εξής: Κατά τη γνώμη του, ο πεθερός του ενάγοντα οπωσδήποτε ήταν το αρμόδιο πρόσωπο για να τον εκπαιδεύσει επειδή εργαζόταν για 8 συνεχή χρόνια στο αγρόκτημα και είχε μάθει όλες τις εργασίες λεπτομερέστατα. Ουδέποτε είπε σε υπάλληλό του με ποιο εργαλείο να κλαδεύει. Η επιλογή του εργαλείου αφορά τον ίδιο, ο οποίος χρησιμοποιεί τη δεδομένη στιγμή το καταλληλότερο. Όταν κλαδεύει ο ενάγοντας, συνήθως τον επισκέπτεται για να δει αν είναι ικανοποιητικό το κλάδεμα και τίποτε περισσότερο. Τέλος, στη υποβολή ότι πρόσφερε στον ενάγοντα ακατάλληλα εργαλεία για κλάδεμα «Είναι ψέματα» ήταν η απάντησή του. Ο δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση του εναγόμενου ήταν ο Γιάννης Κακουλλής (Μ.Υ.2). Ο μάρτυρας, που όπως και ο Μ.Ε.3 είναι σύμβουλος ασφάλειας και υγείας, εγκεκριμένος από το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε κι αυτός ως μέρος της, το περιεχόμενο σχετικής έκθεσης που ετοίμασε συναφώς και για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης. Σύμφωνα με αυτή (τεκμήριο 18) ενημερώθηκε για τον τραυματισμό του ενάγοντα κατά το επίδικο εργατικό ατύχημα, βασικά διαβάζοντας μέρος της δοθείσας μαρτυρίας. Κάτω από τον τίτλο «ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ» μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Δεδομένου ότι το τσεκούρι που χρησιμοποίησε ο ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε βλάβη ή ελάττωμα ήταν κατάλληλο για χρήση. Είναι όμως γεγονός ότι μερικές φορές αποφεύγεται στο κλάδεμα, όχι επειδή δεν κόβει ή επειδή δεν είναι κατάλληλο, αλλά, επειδή το αποτέλεσμα της κοπής με αυτό δεν είναι ιδανικό, λόγω της ανομοιόμορφης επιφάνειας που δημιουργείται και αυτό, ενδεχομένως έχει συνέπειες στην περαιτέρω ανάπτυξη και καρποφορία του δέντρου. Είναι επίσης γεγονός ότι η εκπαίδευση των εργοδοτούμενων εμπίπτει μέσα στις ευθύνες του εργοδότη σύμφωνα με τον περί Ασφάλειας και Υγείας Νόμο 89
(1)του 1996. Η ανάγκη για εκπαίδευση κρίνεται από πολλούς παράγοντες, όπως η φύση της εργασίας, η επικινδυνότητά της, το εργασιακό περιβάλλον, αλλά και οι γνώσεις, εμπειρίες και ικανότητες του εργοδοτούμενου. Εκπαίδευση παρέχεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν κρυφοί κίνδυνοι, ύπουλοι κίνδυνοι ή κίνδυνοι που δεν αναμένεται να είναι σε γνώση του εργοδοτούμενου καθώς και όταν απαιτούνται ιδιαίτερες δεξιότητες από το εργοδοτούμενο. Το τσεκούρι εμπίπτει στην κατηγορία των συνήθων εργαλείων κοινής χρήσης, τα οποία είναι μεν επικίνδυνα, αλλά οι κίνδυνοι είναι εμφανείς και ο εργοδοτούμενος μπορεί να τους αποφύγει με προσοχή και κοινή λογική, εφόσον μάλιστα βλέπει το τσεκούρι μπροστά του και γνωρίζει ότι αν δεν το προσέξει θα τραυματιστεί. Συνεπώς εναπόκειται σε μεγάλο βαθμό και στον ίδιο να αποφύγει τον κίνδυνο, εφόσον μάλιστα είναι ο ίδιος που χειρίζεται το εργαλείο και ελέγχει από μόνος του την κατάσταση. Κατά τη γνώμη του, εάν ένας δε διαθέτει κοινή λογική ή είναι απρόσεκτος ή επιπόλαιος, όση εκπαίδευση κι αν λάβει για τη χρήση συνήθων εργαλείων, όπως το τσεκούρι, η πιθανότητα να προκαλέσει ατύχημα στον εαυτό του ή σε άλλους παραμένει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, ναι μεν είχε υποχρέωση βάσει του νόμου να υποδείξει στον ενάγοντα του κινδύνους που εμπεριέχονται στην εργασία, όμως, η υποχρέωση αυτή μειώνεται σημαντικά, από το προφανές του κινδύνου και από την ανάγκη για επίδειξη της δέουσας προσοχής και την εξάσκηση της κοινής λογικής εκ μέρους του ενάγοντα. Επειδή οι κίνδυνοι που εμπεριέχονται στην εργασία που έκανε ο ενάγοντας είναι γνωστοί και εμφανείς, η υποχρέωση του εναγόμενου όσον αφορά την εκπαίδευση περιορίζεται σε στοιχειώδεις οδηγίες και παροτρύνσεις, όπως «να είσαι προσεκτικός» και «να μη βιάζεσαι». Από τη άλλη, βάσει της σχετικής νομοθεσίας φέρει και ο ενάγοντας ευθύνη για τη δική του ασφάλεια, ο οποίος, στην προκειμένη περίπτωση μπορούσε να λάβει περισσότερη φροντίδα, όσον αφορά την επιλογή του κατάλληλου εργαλείου καθώς και την επίδειξη της απαιτούμενης προσοχής στη χρήση του εργαλείου που επέλεξε. Απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις που του υπόβαλε η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου ανάφερε και τα εξής: Όλα τα εργαλεία, σε κάποιο βαθμό είναι επικίνδυνα και μπορεί να προκαλέσουν ατύχημα. Εξαρτάται από τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα που λαμβάνει ο εργοδότης, αλλά και από τη χρήση που κάνει ο εργοδοτούμενος και κατά πόσο αυτός συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του εργοδότη. Ο τελευταίος έχει ευθύνη να επιβλέπει ότι ακολουθούνται οι οδηγίες του, σε περίπτωση που υποδείξει στον εργοδοτούμενό του την επικινδυνότητα ενός εργαλείου και του ζητήσει να μην το χρησιμοποιεί και παρόλα αυτά, αυτός συνεχίζει να το χρησιμοποιεί. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος. Αν ο εργοδότης πιστεύει ότι υπάρχει άλλο πρόσωπο στην επιχείρησή του, πεπειραμένο για θέματα ασφάλειας και υγείας μπορεί κάλλιστα να του ζητήσει να καθοδηγήσει άλλο εργοδοτούμενο συναφώς με αυτά τα θέματα. Αποτελεί ευθύνη του εργοδότη να προμηθεύει κάποιο υπάλληλό του με τα κατάλληλα εργαλεία και τον κατάλληλο εξοπλισμό, για σκοπούς διεκπεραίωσης συγκεκριμένης εργασίας με ασφαλή τρόπο. Αν ένα εργαλείο είναι ακατάλληλο ή επικίνδυνο για κάποια εργασία, ο εργοδότης, σαφώς έχει υποχρέωση, είτε να μην τα δώσει στον εργοδοτούμενό του ή αν έχει κάποια βλάβη το εργαλείο να του το πει. Δεν είναι γεωπόνος μα ούτε και ειδικός στο θέμα του κλαδέματος. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους του μάρτυρες (περιλαμβανομένων των διαδίκων) ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στη υπόθεση. Επειδή, με εξαίρεση τους διαδίκους οι οποίοι κατάθεσαν για τα γεγονότα, πρόκειται για εμπειρογνώμονες οι άλλοι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν στην υπόθεση θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω τη σταθερή θέση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία και τούτο, όπως επεξηγείται, επειδή οι κανόνες αξιολόγησης είναι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες. Αποτελεί επίσης νομολογιακή αρχή ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας, με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία, από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και του λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). O ενάγοντας, σε γενικές γραμμές μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του είτε δεν έχει αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου είτε ακόμη αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών, είτε τέλος επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων ή άλλης, αξιόπιστης μαρτυρίας. Μολονότι υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις, εντούτοις, αυτές, κατά τη γνώμη μου αφορούν σε επουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, σε βαθμό που, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του επί της ουσίας όσων ανάφερε, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι ο ενάγοντας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με πρόθεση να πει την αλήθεια και ότι κατάθεσε αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του, επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του Μωυσή Παπαδόπουλου (Μ.Ε.2) είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας, που κατά βάση κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας στην υπόθεση με έχει εφοδιάσει με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα μου επιτρέψουν να καταλήξω σε δικαστική κρίση για ό, τι αποτελεί το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση, που είναι η καταλληλότητα ή μη του τσεκουριού για το κλάδεμα των δέντρων και ειδικότερα των εσπεριδοειδών. Για λόγους που ανάφερε ο μάρτυρας, οι οποίοι τεκμηριώνονται τόσο επιστημονικά όσο και από την πείρα του ως γεωπόνου για 42 χρόνια, δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι το τσεκούρι, καταρχήν είναι ακατάλληλο για το κλάδεμα δέντρων και ιδιαίτερα των εσπεριδοειδών. Η μαρτυρία του επί του προκειμένου, έστω έμμεσα ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία τόσο του επόμενου μάρτυρα όσο και του Μ.Υ.2 που επίσης κατάθεσαν ως εμπειρογνώμονες για το ίδιο θέμα. Τολμώ να πω ότι αποτελεί και θέμα κοινής λογικής ότι δεν προσφέρεται το τσεκούρι για το κλάδεμα των δέντρων. Στο βαθμό που αμφισβητήθηκε ο μάρτυρας, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι το τσεκούρι δεν είναι κατάλληλο εργαλείο για κλάδεμα, εκτός του ότι παρέμεινε σταθερός στη θέση του γύρω από θέμα, την οποία, για να επαναλάβω τεκμηρίωσε και επιστημονικά είναι και το γεγονός, ότι, η περί αντιθέτου θέση που του υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο του εναγόμενου παρέμεινε έωλη, υπό την έννοια ότι, το σύγγραμμα που επικαλέστηκε για να την τεκμηριώσει ουδέποτε τέθηκε ενώπιόν μου, ενώ, το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, που τείνει να υποστηρίξει τη θέση που υποβλήθηκε στο μάρτυρα, για λόγους που θα αναφέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας, δεν γίνεται αποδεκτό. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.2 γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Εξαιρετική είναι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας καθώς και την αξιοπιστία και του επόμενου μάρτυρα, Ιάκωβου Παυλίδη (Μ.Ε.3), ο οποίος, επίσης κατάθεσε για την υπόθεση του ενάγοντα, καθαρά ως εμπειρογνώμονας. Όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας, έτσι κι αυτός, με έχει εφοδιάσει με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα επί των οποίων μπορώ να βασιστώ και να καταλήξω με ασφάλεια στα δικά μου συμπεράσματα σε σχέση με το λόγο για τον οποίο κλήθηκε να καταθέσει και κατάθεσε ο μάρτυρας στην υπόθεση. Έτσι, για όλους τους λόγους που με καθ' όλα πειστικό, αξιόπιστο και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο ανάφερε ο μάρτυρας δέχομαι τον ισχυρισμό του, ότι το τσεκούρι, εκτός από ακατάλληλο είναι και επικίνδυνο εργαλείο για το κλάδεμα δέντρων και δη των εσπεριδοειδών που μας αφορούν στην προκειμένη περίπτωση και περεταίρω ότι το συγκεκριμένο εργαλείο προσφέρεται για την κοπή ή το σχίσιμο ξύλων. Η θέση αυτή του μάρτυρα, η οποία καθώς έχει αναφέρει βασίζεται τόσο στην πείρα του όσο και σε βιβλιογραφία, σε ό,τι αφορά στο πρώτο σκέλος (την ακαταλληλότητα) επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 που είναι γεωπόνος. Έμμεσα, επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 που έχει ακριβώς το ίδιο αντικείμενο εμπειρογνωμοσύνης με αυτό του μάρτυρα (και οι δύο είναι εγκεκριμένοι σύμβουλοι ασφάλειας και υγείας στην εργασία), ο οποίος, όπως αναφέρει στην έκθεσή του (τεκμήριο 18) το τσεκούρι, μερικές φορές αποφεύγεται στο κλάδεμα, επειδή το αποτέλεσμα της κοπής με αυτό δεν είναι ιδανικό, λόγω της ανομοιόμορφης επιφάνειας που δημιουργείται και αυτό ενδεχομένως έχει συνέπειες στην περεταίρω ανάπτυξη και καρποφορία του δέντρου. Και για να μη θεωρηθεί ότι παραβλέπω και το άλλο που λέει μαζί με τα προηγούμενα ο Μ.Υ.2, η εν λόγω θέση του, που και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής είναι ορθή, για τον ίδιο λόγο, δηλαδή ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, δε συνάδει με τη θέση του, ότι ο λόγος που μερικές φορές το τσεκούρι αποφεύγεται για το κλάδεμα των δέντρων δεν είναι επειδή δεν είναι κατάλληλο. Διερωτώμαι πόσο λογικό είναι ένα εργαλείο να θεωρείται κατάλληλο για το κλάδεμα των δέντρων, τη στιγμή που για το λόγο που ανάφερε ο μάρτυρας και αποδέχομαι, η χρήση του εν λόγω εργαλείου, ενδεχομένως έστω, θα έχει συνέπειες στην περαιτέρω ανάπτυξη και καρποφορία του δέντρου. Απ' εκεί κα πέρα, η μαρτυρία του Μ.Ε.3 συνάδει απόλυτα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας καθώς και με τη διαμορφωθείσα στη βάση της νομολογία, γεγονός που αποτελεί ακόμη ένα λόγο για τον οποίο θεωρώ το μάρτυρα και πραγματογνώμονα για ό, τι ανάφερε, αλλά και αξιόπιστο. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και αυτού, στο σύνολό της γίνεται αποδεκτή. Ο εναγόμενος δεν μου άφησε ιδιαίτερα καλή εντύπωση ενώ κατάθετε ως μάρτυρας, για να μην πω ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα είναι αρνητική. Προέβαλε ισχυρισμούς που δεν υποβλήθηκαν στον ενάγοντα, αν μη τι άλλο, για να του δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσει, είτε ακόμη που στερούνταν λογικής και πειστικότητας είτε τέλος που δε συνάδουν με το νόμο και τη σχετική νομολογία. Στην προσπάθειά του δε να αποστεί της ευθύνης του για το επίδικο εργατικό ατύχημα υπήρξε αντιφατικός ενώ ήρθε σε σύγκρουση ακόμη και με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 που αποτελεί δικό του μάρτυρα. Για όλους αυτούς τους λόγους, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι, η μαρτυρία του, με εξαίρεση εκείνο μόνο το μέρος που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας, το οποίο και αποδέχομαι κατά τα λοιπά απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του απορρίπτονται με μόνο λόγο ότι δεν υποβλήθηκαν στον ενάγοντα για να του δοθεί η ευκαιρία, είτε να σχολιάσει είτε να διατυπώσει τη δική του εκδοχή συναφώς με αυτούς, είτε τέλος, επειδή οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντα παρέμειναν αναντίλεκτοι. Ειδικότερα: Προτού φέρει τον ενάγοντα στην Κύπρο, ζήτησε από τον πεθερό του να μάθει αν ο γαμπρός του έχει πείρα σε γεωργικές εργασίες και αυτός το διαβεβαίωσε ότι έχει μεγαλώσει σε αγροτική οικογένεια, ότι είχαν δικά τους κτήματα στα οποία καλλιεργούσαν και ορισμένα φυλλοβόλα, ως επίσης και ότι είχε αρκετή πείρα για να εργαστεί στο αγρόκτημά του και έτσι αποφάσισε να το φέρει στην Κύπρο. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι στη χώρα του και συγκεκριμένα στο χωριό όπου διέμενε δεν ασχολείτο με κοπές ή κλαδέματα δέντρων, επειδή δεν υπήρχαν δέντρα παρέμεινε αναντίλεκτος. Είχε αποφασίσει να κρατήσει τον πεθερό του ακόμη 8 μήνες για να μπορέσει να το διδάξει ορισμένα πράγματα για την εργασία που θα έκανε και ανάμεσα σ' αυτά ήταν να αποκτήσει και κάποια εμπειρία στο κλάδεμα εσπεριδοειδών δέντρων. Εκτός του ότι ούτε και αυτό υποβλήθηκε στον ενάγοντα διερωτώμαι και πώς συνάδει με τον προηγούμενο ισχυρισμό του ότι αποφάσισε να το φέρει στη Κύπρο για να εργαστεί στο αγρόκτημά του, στη βάση των διαβεβαιώσεων του πεθερού του ότι είχε αρκετή πείρα για να εργαστεί στο αγρόκτημα και γι αυτό αποφάσισε να το φέρει στην Κύπρο. Τα ίδια ισχύουν και για τον ισχυρισμό του ότι ο λόγος που συνέχισε να απασχολεί τον πεθερό του ενάγοντα ήταν ακριβώς για μάθει ο τελευταίος όλες τις εργασίες που αφορούν ένα αγρόκτημα, μη εξαιρουμένου και του κλαδέματος εσπεριδοειδών. Φυσικά και να αποτελούσε αυτό γεγονός, δεν ισχυρίστηκε οποτεδήποτε ο εναγόμενος ότι ο ενάγοντας έμαθε να κλαδεύει ή και σε τέτοια περίπτωση, πώς το γνωρίζει ο ίδιος, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι μέχρι και τη μέρα του επίδικου εργατικού ατυχήματος δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με κλάδεμα πορτοκαλιών ή άλλων δέντρων και αυτό το γνώριζε ο προϊστάμενός του, δηλαδή ο εναγόμενος, παρέμεινε αναντίλεκτος. Ο ισχυρισμός του ότι από την πρώτη μέρα που ανέλαβε εργασία ο ενάγοντας είχε στη διάθεσή του τον κουβά με όλα τα εργαλεία που χρειαζόταν για το κλάδεμα των δέντρων μέσα στο αγρόκτημα - τα οποία ανάφερε - ανάμεσά τους και το τσεκούρι, ως επίσης και ότι αυτά είναι εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τον ενάγοντα κατά την κρίση του όταν κλαδεύει αποδεικνύει πόσο αντιφατικός υπήρξε στην προσπάθειά του να με πείσει πως δε φέρει καθόλου ευθύνη ίδιος για την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι ποιος άλλος, εκτός από τον ίδιο έθεσε τα συγκεκριμένα εργαλεία στη διάθεση του ενάγοντα; Και το δεύτερο, γιατί του τα έθεσε από την πρώτη μέρα που ανέλαβε εργασία, αφού, υποτίθεται ότι πρώτα εκπαιδεύτηκε από τον πεθερό του και μετά άρχισε να κλαδεύει μόνος του τα δέντρα στο αγρόκτημα; Ο ισχυρισμός του ότι όταν επισκεπτόταν το αγρόκτημα δεν παρακολουθούσε τον ενάγοντα που εργαζόταν, επειδή όπως ανάφερε του έχει απόλυτη εμπιστοσύνη ότι κάνει του δουλειά του σωστά αποτελεί επιβεβαίωση του δικογραφημένου ισχυρισμού του ενάγοντα ότι στον ουσιώδη χρόνο παρέλειψε να ασκήσει την απαιτούμενη ή οιανδήποτε επίβλεψη εργασίας και/ή για σκοπούς ασφάλειας (παράγραφος 6 (δ) της έκθεσης απαίτησης). Αντεξεταζόμενος, ερωτηθείς εάν ως εργοδότης του ενάγοντα, από τα εργαλεία που του προμηθεύει για την εργασία του γνωρίζει τα κατάλληλα για τα κλάδεμα, «Όλα τα εργαλεία ήταν υπό την ευθύνη και την ασφάλεια των εργοδοτουμένων μου» ήταν η απάντησή του. Ευθύς αμέσως, ερωτηθείς εάν γνωρίζει τα κατάλληλα, έδωσε την ίδια απάντηση, με την προσθήκη ότι ο υπάλληλος έχει ευθύνη να ενημερώσει αν υπάρχει κάποιο ακατάλληλο εργαλείο, πράγμα που ουδέποτε έκανε ο ενάγοντας. Η προσπάθεια του με υπεκφυγές να αποστεί της ευθύνης του για το επίδικο εργατικό ατύχημα είναι ολοφάνερη. Σ' αυτά τα πλαίσια εντάσσονται και όσα είπε απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις που του υπόβαλε στη συνέχεια ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα. Ένα τέτοιο, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η απάντηση που έδωσε στην υποβολή ότι ουδέποτε υπέδειξε στον ενάγοντα να μην κλαδεύει με το τσεκούρι γιατί δεν κατάλληλο εργαλείο για τη συγκεκριμένη εργασία. Ακολουθεί η απάντησή του: «Ουδέποτε είπα σε υπάλληλό μου με ποιο εργαλείο να κλαδεύει. Η επιλογή του εργαλείου αφορά τον ίδιο, ο οποίος χρησιμοποιεί τη δεδομένη στιγμή το καταλληλότερο.» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο Γιάννης Κακουλλής (Μ.Υ.2) ενώ είναι άριστος γνώστης του αντικειμένου για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει και κατάθεσε, δυστυχώς, σε κάποιο βαθμό, θα έλεγα ότι απέστη του καθήκοντός του που ήταν να θέσει ενώπιόν μου τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που θα με βοηθήσουν να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα. Σ' αυτά τα πλαίσια εντάσσεται η προσπάθειά του να με πείσει ότι το τσεκούρι είναι κατάλληλο εργαλείο για κλάδεμα δέντρων, τη στιγμή που για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί κρίθηκε ακατάλληλο, ως επίσης και ότι όλα τα εργαλεία, σε κάποιο βαθμό είναι επικίνδυνα και μπορεί να προκαλέσουν ατυχήματα και περεταίρω ότι αυτό εξαρτάται από τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνει ο εργοδότης, αλλά και από τη χρήση που κάνει ο εργοδοτούμενος και κατά πόσο αυτός συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του εργοδότη. Χωρίς να διαφωνώ με την τελευταία από τις παραπάνω θέσεις του, εκείνο που σίγουρα δεν μπορώ να κατανοήσω είναι την παράληψή του να συμπεριλάβει ανάμεσά στους σχετικούς παράγοντες που καθιστούν ένα εργαλείο επικίνδυνο και αιτία πρόκλησης κάποιου ατυχήματος, το είδος, τις δυνατότητες και τη φύση του εργαλείου. Για παράδειγμα θεωρώ πως δε χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να μπορεί να αντιληφθεί ότι ένα κλαδευτικό ψαλίδι, όπως αυτό που εμφαίνεται στον πίνακα που επισυνάπτεται στην έκθεση του Μ.Ε.2 (τεκμήριο 15) που είναι κατάλληλο για κλάδεμα δέντρων δεν έχει την ίδια φύση μα ούτε και χρησιμοποιείται κατά τον ίδιο τρόπο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα τσεκούρι, ακόμη και για το κλάδεμα των πορτοκαλιών, για το οποίο είναι ακατάλληλο και τέλος, ειδικά στην περίπτωσή μας, που ο ενάγοντας κλάδευε ενώ βρισκόταν πάνω στο δέντρο κρατώντας με το ένα χέρι το τσεκούρι με το οποίο κτυπούσε πάνω στα κλαδιά για να τα κόψει και με το άλλο κρατούσε κάποιο κλαδί, βασικά για να μη χάσει την ισορροπία του και να πέσει κάτω, ότι ο κίνδυνος να συμβεί αυτό ή αυτό που τελικά του συνέβη είναι διαφορετικός και πιο αυξημένος απ' ό, τι αν κλάδευε με το ψαλίδι. Οι παραπάνω διαπιστώσεις μου, ασφαλώς, σε καμιά περίπτωση καθιστούν τη μαρτυρία του υπό αναφορά στο σύνολό της μη αποδεκτή ή τον ίδιο, γενικά αναξιόπιστο ως μάρτυρα. Αρκετές από τις θέσεις του που αφορούν στο αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του είναι ορθές και τούτο, επειδή συνάδουν με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας καθώς και με τη διαμορφωθείσα στη βάση της νομολογία. Περεταίρω, επειδή βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με τις αντίστοιχες θέσεις του συναδέλφου του Μ.Ε.3. Σ' αυτά τα πλαίσια εντάσσονται και οι ακόλουθες, μεταξύ άλλων, θέσεις του, τις οποίες, και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής αποδέχομαι, φυσικά, όπου απαιτείται με τις αναγκαίες διευκρινήσεις. Ειδικότερα: Το τσεκούρι εμπίπτει στην κατηγορία των συνήθων εργαλείων κοινής χρήσης τα οποία είναι μεν επικίνδυνα, αλλά, οι κίνδυνοί τους είναι εμφανείς και ο εργοδοτούμενος μπορεί να τους αποφύγει με προσοχή και με κοινή λογική, εφόσον μάλιστα βλέπει το τσεκούρι μπροστά του και γνωρίζει ότι αν δεν προσέξει θα τραυματιστεί ο ίδιος. Συνεπώς εναπόκειται σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο να αποφύγει τον κίνδυνο, εφόσον μάλιστα είναι ο ίδιος που χειρίζεται το εργαλείο και ελέγχει από μόνος του την κατάσταση (παράγραφος 11 της έκθεσής του - τεκμήριο 18 -). Στην προκειμένη περίπτωση, ο εργοδότης (δηλαδή ο εναγόμενος) ναι μεν είχε υποχρέωση βάσει του νόμου να υποδείξει στον εργοδοτούμενο (δηλαδή στον ενάγοντα) τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην εργασία (δηλαδή στο κλάδεμα πορτοκαλιών), όμως, αυτή η υποχρέωση μειώνεται σημαντικά από το προφανές του κινδύνου και από την ανάγκη για επίδειξη της δέουσας προσοχής και την εξάσκηση κοινής λογικής εκ μέρους του εργοδοτούμενου (παράγραφος 12 της έκθεσή του). Είναι σωστές οι παραπάνω θέσεις του μάρτυρα, ωστόσο, χάριν πληρότητάς τους, εάν αυτός ήθελε να ήταν απόλυτα ορθός και κυρίως αντικειμενικός θεωρώ πως όφειλε να προσθέσει και τα εξής, με αναφορά στις υποχρεώσεις του εργοδότη: δεδομένης, όχι μόνο της επικινδυνότητας του τσεκουριού για το κλάδεμα των δέντρων, αλλά και της ακαταλληλότητάς του, ο εναγόμενος όφειλε να μην εφοδιάσει τον ενάγοντα με το συγκεκριμένο εργαλείο για να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία, είτε ακόμη, εάν αυτός το πήρε με δική του πρωτοβουλία για να κλαδέψει όφειλε, είτε να το αφαιρέσει από τα υπόλοιπα εργαλεία που του είχε μέσα στον κουβά είτε τέλος, σε περίπτωση που το είχε βάλει μέσα στον κουβά μαζί με υπόλοιπα εργαλεία, επειδή ήταν κατάλληλο για κάποια άλλη εργασία στο αγρόκτημα όφειλε να ζητήσει από τον ενάγοντα να μην το χρησιμοποιήσει για το κλάδεμα των πορτοκαλιών. Θεωρώ πως, όχι τυχαία ο μάρτυρας απέφυγε να διατυπώσει τις παραπάνω θέσεις. Η παράλειψή του επί του προκειμένου εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθειά του να με πείσει ότι ο εναγόμενος, είτε δε φέρει καθόλου ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος είτε ακόμη, σε περίπτωση που φέρει ευθύνη, αυτή είναι ήσσονος σοβαρότητας από την ευθύνη που φέρει ο ίδιος ο ενάγοντας. Αυτός είναι και ο λόγος που δε δέχομαι τη θέση του μάρτυρα που περιέχεται στην παράγραφο 12 της έκθεσής του, σύμφωνα με την οποία, λόγω του ότι οι κίνδυνοι που εμπεριέχονται στη συγκεκριμένη εργασία είναι γνωστοί και εμφανείς, η υποχρέωση του εργοδότη όσον αφορά την εκπαίδευση περιορίζεται σε οδηγίες και παροτρύνσεις, όπως «να προσέχεις», «μη βιάζεσαι» κ.λ.π. Η ακόλουθη θέση του μάρτυρα αποδεικνύει και κάτι άλλο, που με όλο το σεβασμό θεωρώ ότι τον εκθέτει. Όπως αναφέρει στην παράγραφο 13 της έκθεσής του, ο ενάγοντας, σε εφαρμογή της υποχρέωσής του να λαμβάνει εύλογη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια - δυνάμει του άρθρου 15
(1)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89
(1)/96 - θα μπορούσε να λάβει περισσότερη φροντίδα όσον αφορά: «(α) την επιλογή του πιο κατάλληλου εργαλείου». Ενώ είναι ορθή η παραπάνω θέση του μάρτυρα, την οποία προφανώς διατυπώνει στην προσπάθειά του να χρεώσει ευθύνη στον ενάγοντα για ό,τι του συνέβη στον ουσιώδη χρόνο έρχεται σε αντίθεση με όσα αναφέρει στην παράγραφο 9 της έκθεσής του, βασικά, στην προσπάθειά του να με πείσει ότι ο εναγόμενος δε φέρει ευθύνη για το επίδικο εργατικό ατύχημα. Αναφέρομαι στη θέση του ότι το τσεκούρι και τα άλλα εργαλεία που ήταν μέσα στον κουβά είναι τα κατάλληλα - χωρίς να προβαίνει σε διαβάθμιση της καταλληλότητας ενός εκάστου αυτών - και τα συνήθη εργαλεία που χρησιμοποιούνται από τους αγρότες και στο κλάδεμα των δέντρων, διευκρινίζοντας μάλιστα, ότι ο λόγος που μερικές φορές το τσεκούρι αποφεύγεται στο κλάδεμα δεν είναι γιατί δεν είναι κατάλληλο. Με όλο το σεβασμό προς το μάρτυρα δεν μπορεί για ό, τι αφορά τον ενάγοντα και την ευθύνη που αυτός φέρει για τον τραυματισμό που υπέστη κατά το επίδικο εργατικό ατύχημα, το τσεκούρι που χρησιμοποίησε κατά το κλάδεμα να μην είναι το πλέον κατάλληλο εργαλείο που επέλεξε, αλλά, για ό,τι αφορά τον εναγόμενο που του ανάθεσε τη συγκεκριμένη εργασία, ο οποίος τον εφοδίασε και με το τσεκούρι για να την εκτελέσει, αυτό να είναι εξίσου κατάλληλο, όπως και τα υπόλοιπα εργαλεία που του είχε δώσει για να κλαδέψει. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Η θέση του μάρτυρα ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να προμηθεύει κάποιο υπάλληλό του με τα κατάλληλα μέσα και τον κατάλληλο εξοπλισμό για να διεκπεραιώνεται με ασφαλή τρόπο η εργασία είναι απόλυτα ορθή. Ομοίως και η θέση του ότι αν ένα εργαλείο είναι ακατάλληλο από πλευράς ασφάλειας, δηλαδή αν είναι επικίνδυνο, ο εργοδότης έχει υποχρέωση, είτε να μην το δώσει στον εργοδοτούμενο ή αν έχει κάποια βλάβη αυτό, να του το πει. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Ο ενάγοντας, από τις 15.10.2005 μέχρι σήμερα εργάζεται ως γεωργικός εργάτης σε αγρόκτημα του εναγόμενου που βρίσκεται στο Τραχώνι Λεμεσού. Ο τελευταίος, που είναι και ο εργοδότης του ενάγοντα, στις 11.7.2009 τού έδωσε οδηγίες να κλαδέψει τις πορτοκαλιές στο παραπάνω αγρόκτημα. Για το σκοπό αυτό του έδωσε ένα κουβά στον οποίο υπήρχε ένα ψαλίδι, ένα πριόνι, μία δεντροκοπτική και ένα τσεκούρι, αναφέροντάς του ότι με αυτά τα εργαλεία θα κλάδευε. Επισημαίνεται ότι ο ενάγοντας δεν είχε ασχοληθεί ποτέ μέχρι τότε με την εργασία κλαδέματος οποιουδήποτε δέντρου μα ούτε και γνώριζε πως διεξάγεται η εν λόγω εργασία. Ενώ ήταν σκαρφαλωμένος σε μια πορτοκαλιά ο ενάγοντας και έκοβε τους κλώνους της με το τσεκούρι το οποίο κρατούσε με το δεξί του χέρι, όταν κάποια στιγμή, έχοντας υψωμένο το τσεκούρι επιχείρησε να χτυπήσει ένα κλαδί για να το κόψει, το τσεκούρι κάπου σκάλωσε πάνω στο δέντρο - προφανώς σε κάποιο κλαδί - και χτύπησε στο αριστερό του χέρι, τραυματίζοντάς το σοβαρά. Ακολούθως μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περίθαλψη. Το είδος, η έκταση και η σοβαρότητα των τραυματισμών του έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των πλευρών, επομένως, θα ασχοληθώ με αυτά αργότερα και συγκεκριμένα στο στάδιο προσδιορισμού του ύψους του ποσού των γενικών αποζημιώσεων. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Το άρθρο 13 του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89
(1)/96 διαλαμβάνει τις γενικές υποχρεώσεις των εργοδοτών, οι οποίες διασφαλίζουν την ασφάλεια, υγεία και ευημερία στην εργασία όλων των εργοδοτουμένων τους, ενώ το άρθρο 15 του ίδιου νόμου, μεταξύ άλλων προνοεί και για την υποχρέωση των εργοδοτουμένων να λαμβάνουν εύλογη φροντίδα για τη δική τους ασφάλεια και υγεία όταν βρίσκονται στην εργασία. Σύμφωνα με τη Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ 1989 1 (Ε) Α.Α.Δ.453: «Βασικό χαρακτηριστικό της αµέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και µπορούσε στις δοσµένες περιστάσεις να καταβάλει για να µην προκαλέσει ζηµιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του "µέσου συνετού ανθρώπου" και του "πλησίον" διαγράφουν τα όρια της επιµέλειας της οποίας όφειλε να καταβάλει ο εναγόµενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμελείας ολοκληρώνεται µε το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιµέλειας πράξη µπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το καθήκον της προσήκουσας προσοχής περιλαµβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να µην τους εκθέτει σε περιττούς κινδύνους. Τα δύο αυτά στοιχεία της προσήκουσας προσοχής συνιστούν και τα κριτήριά τους. Συστατικός όρος της έννοιας του µη αναγκαίου ή περιττού κινδύνου (unnecessary risk) είναι η έλλειψη πρόβλεψης ή ακόµα σωστής πρόβλεψης για το ζηµιογόνο αποτέλεσµα που όφειλε ή µπορούσε ο εργοδότης µε τη χρήση σωστών µέσων που είχε στη διάθεσή του, να αποφύγει. Χωρίς φυσικά να παραγνωρίζει κανείς ότι ο υπάλληλος δεν έχει ουσιαστικό λόγο στις διευθετήσεις του εργοδότη στο υπό συζήτηση θέµα. Το καθήκον του εργοδότη στο ζήτηµα αυτό έχει οριοθετήσει ο Λόρδος Wright µε την εξής παρατήρηση στην υπόθεση Nicholls v. Austin Leyton Ltd. [1946] 2 All E.R. 92. "That the common law duty exists in proper cases in unquestionable. But it is limited to reasonable exercise of care and skill to guard against danger which as reasonable people, the employers ought to have anticipated."» Καθόλα σχετικές με το θέμα είναι και οι ακόλουθες επισημάνσεις από την υπόθεση Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ.423: Ο εργοδότης έχει καθήκον προς εκείνους που εργοδοτεί να λάβει λογικά μέτρα και φροντίδα για την ασφάλειά τους που υπαγορεύουν οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σ' αυτά τα πλαίσια οφείλει να λαμβάνει υπόψη και την ανάγκη αποφυγής προβλεπτών κινδύνων. Τι ακριβώς απαιτεί η λογική φροντίδα που πρέπει να επιδείξει ο εργοδότης σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και όχι νομικό. Το Δικαστήριο για να απαντήσει στο σχετικό ερώτημα μπορεί να λάβει υπόψη οποιαδήποτε εισήγηση που θα κρίνει με το κριτήριο της κοινής λογικής ότι συνάδει με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Μέρος του γενικότερου καθήκοντος του εργοδότη αποτελεί και η υποχρέωσή του να παράσχει και διατηρεί το χώρο εργασίας ασφαλή. Ένα άλλο μέρος του ευρύτερου καθήκοντος που έχει είναι να εφαρμόσει ασφαλές σύστημα διεξαγωγής της εργασίας. Εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα γίνεται και στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Θ. Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 506 από την οποία και τα αποσπάσματα που ακολουθούν: «Για την έννοια των όρων "σύστηµα εργασίας" ("system of work") και "καθήκο υπόδειξης ασφαλούς συστήµατος εργασίας" ("duty to prescribe a safe system of work") παραπέµπουµε στις παραγ. 10 - 59 και 10 - 60 των Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση: ....................... ........................ Σε ελληνική µετάφραση: "Έννοια του συστήµατος εργασίας. Ένα σύστηµα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (
- i)της οργάνωσης της εργασίας, (
- ii)του τρόπου µε τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (
- iv)της σειράς των γεγονότων, (ν) της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποιά στάδια, (
- vi)του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουµένους, (viii) και της στιγµής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Καθήκο υπόδειξης ασφαλούς συστήµατος εργασίας. Αποτελεί ζήτηµα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστηµα εργασίας κάτω από οποιεσδήποτε δοσµένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτηµα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή µπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν µε τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστηµα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και µόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας."» Και λίγο παρακάτω αντλώντας καθοδήγηση από τη θεμελιακή όπως αποκαλείται υπόθεση General Cleaning Contractors Ltd ν. Christmas [1952] 2 All E.R. 1110, 1114: «Σε ελληνική µετάφραση: "Είναι, νοµίζω, καλά γνωστό στους εργοδότες, και υπάρχει µαρτυρία στην παρούσα υπόθεση, ότι είναι καλά γνωστό στους εφεσείοντες ότι οι εργάτες πολύ συχνά, αν όχι συστηµατικά, δεν λαµβάνουν υπόψη τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται η εργασία τους. Είναι δε γι' αυτό το λόγο που το κοινοδίκαιο απαιτεί ότι οι εργοδότες πρέπει να καταβάλλουν λογική φροντίδα να καθορίζουν ένα λογικά ασφαλές σύστηµα εργασίας. Οι εργοδότες δεν εξαιρούνται από αυτό το καθήκο από το γεγονός ότι οι εργάτες τους είναι έµπειροι και θα µπορούσαν, αν ήταν στη θέση των εργοδοτών, να εφαρµόσουν οι ίδιοι ένα λογικά ασφαλές σύστηµα εργασίας. Οι εργάτες δεν βρίσκονται στη θέση των εργοδοτών. Τα καθήκοντα τους δεν εκτελούνται µέσα στην ήρεµη ατµόσφαιρα του γραφείου µε τις συµβουλές των ειδικών. Πρέπει να παίρνουν τις αποφάσεις τους πάνω σε στενές βάσεις παραθύρων και άλλους τόπους κινδύνων και κάτω από περιστάσεις όπου οι κίνδυνοι σκιάζονται από την επανάληψη."» Στην Αλεξάνδρου και πάλι υιοθετείται από την υπόθεση General Cleaning Contractors Ltd (ανωτέρω) και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Σε ελληνική µετάφραση: 'To εγειρόµενο ζήτηµα είναι κατά πόσο οι εργοδότες υπέχουν καθήκον να δώσουν οδηγίες στους υπαλλήλους των ως προς τις προφυλάξεις που πρέπει να λαµβάνουν και να λαµβάνουν λογικά µέτρα για να διαπιστώνουν ότι εκτελούνται εκείνες οι οδηγίες. Πάνω σ' αυτό το ζήτηµα οι εργοδότες λέγουν ότι οι εργοδοτούµενοι τους είναι έµπειροι και είναι καλά ενήµεροι των συνεπαγόµενων κινδύνων και το ίδιο ικανοί όπως οι εργοδότες να σχεδιάσουν και λάβουν όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις. Αυτό µπορεί να είναι έτσι αλλά, κατά την γνώµη µου, δεν αποτελεί ικανοποιητική απάντηση. Οσάκις το πρόβληµα διαφέρει από εργασία σε εργασία θα ήταν λογικό να αφεθεί ένα µεγάλο µέρος στον επί τόπου υπεύθυνο αλλά ο κίνδυνος σε αυτή την περίπτωση είναι τέτοιος που εµφανίζεται συνεχώς και καθίσταται αναγκαία η εγκαθίδρυση συστήµατος για αντιµετώπιση του. Οσάκις η πρακτική να αγνοείται ένας εµφανής κίνδυνος έχει µεγαλώσει δεν νοµίζω ότι είναι λογικό να αναµένεται από τον εργοδοτούµενο να πάρει την πρωτοβουλία επινόησης και χρησιμοποίησης προφυλάξεων. Είναι καθήκο του εργοδότη να εξετάσει την κατάσταση, να επινοήσει ένα κατάλληλο σύστηµα, να δώσει οδηγίες στους εργοδοτούµενους του ως προς το τί πρέπει να κάµουν, και να τους προμηθεύσει µε οποιαδήποτε εργαλεία που θα χρειαστούν - στην παρούσα περίπτωση αντικείµενα για να τεθούν στο κινητό πλαίσιο του παραθύρου για να το αποτρέψουν από του να κλείσει. ∆εν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εργοδότης δεν µπορεί να είναι βέβαιος ότι οι εργάτες θα ενεργήσουν σύµφωνα µε τις οδηγίες του όταν εργάζονται µόνοι τους. αλλά αν ο εργοδότης κάµει ότι είναι λογικό για να διασφαλίσει ότι λειτουργεί το δικό του σύστηµα ασφαλείας θα εκπληρώσει την υποχρέωση του. Στην υπόθεση αυτή οι εργοδότες δεν φαίνονται να είχαν κάµει οτιδήποτε επειδή νόµιζαν ότι εδικαιούντο να αφήσουν την λήψη των προφυλάξεων στη διακριτική ευχέρεια των εργατών. Σε σχέση µε αυτό το ζήτηµα νοµίζω ότι έσφαλλαν και νοµίζω ότι δεν θα ελάµβανε χωράν αυτό το ατύχηµα εάν οι εργοδότες έκαµναν αυτά που κατά την κρίση µου έπρεπε να κάµουν"». Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Caramondani Bros Ltd
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 219 αποτυπώνεται η νέα προσέγγιση της νομολογίας αναφορικά με την ευθύνη του εργοδότη να λαμβάνει λογικά μέτρα και φροντίδα για την ασφάλειά των εργοδοτουμένων του. Συνάγεται ότι σε αντίθεση με ό,τι αναφέρεται στη Δήμος Λεμεσού ν. Χαραλάμπους (ανωτέρω), η ευθύνη του εργοδότη πια είναι απόλυτη, υπό την έννοια ότι το καθήκον του να προσφέρει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας από κινδύνους διευρύνεται κατά τρόπο ώστε να καλύπτει τόσο προβλεπτούς όσο και απρόβλεπτους κινδύνους. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Ένα από τα πιο σηµαντικά καθήκοντα του εργοδότη, που είναι απόλυτο, απέναντι στους υπαλλήλους του, είναι να τους παρέχει ασφαλή τόπο ή ασφαλές σύστηµα εργασίας. Η τάση της νοµολογίας τα τελευταία χρόνια ήταν η πλήρης εµπέδωση αυτής της προστασίας των εργαζοµένων. Άλλωστε όπως τόνισε ο Πικής, ∆., στην υπόθεση United Brick Works Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.∆. 123: "Στην Κύπρο η προστασία των εργαζοµένων αποτελεί διακηρυγµένο συνταγματικό στόχο (Άρθρο 9) στο πλαίσιο εξασφάλισης των θεµελιωδών δικαιωµάτων του ανθρώπου που αναµφίβολα περιλαµβάνουν και την ασφάλειά του στον τόπο της εργασίας του." Στην Αγγλία, όπου επικρατεί η ίδια τάση, ερμηνεύοντας σχετική νομοθετική πρόνοια στην υπόθεση Larner v. British Steel plc
(1993)ICR 551, το δικαστήριο έκρινε ότι το καθήκον του εργοδότη, που επέβαλλε η παραπάνω πρόνοια, ήταν να προσφέρει και διατηρεί ασφαλή χώρο εργασίας από κινδύνους, ανεξάρτητα αν αυτοί µπορούσαν να προβλεφθούν ή όχι. Η απόφαση επικροτήθηκε στην υπόθεση Mains ν. Uniroyal Englebert Tyres Ltd, ηµερ. 1/6/95, από το Court of Session (Εφετείο Σκωτίας). Έτσι η προβλεπτικότητα δε θεωρήθηκε απαραίτητο κριτήριο». Η διαχρονικότητα όλων των παραπάνω αρχών καταφαίνεται και από το απόσπασμα που ακολουθεί από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση L. P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 304: «Η υποχρέωση επιµέλειας ενός εργοδότη προς τους εργοδοτουµένους του πηγάζει από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµου, Κεφ. 148, το οποίο βασίζεται στις αρχές του κοινού δικαίου. Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να µην εκθέτει τους εργοδοτούµενους του σε περιττούς ή µη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισµό, ασφαλές σύστηµα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (∆έστε: Χριστοφή κ.ά. v. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.∆. 512). Η φύση του καθήκοντος επιµέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούµενους του αναλύεται και στο σύγγραµµα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592. Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστηµα εργασίας στους εργοδοτούµενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα µέτρα ασφάλειας που λαµβάνονται, ο αριθµός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούµενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων µέτρων παροχής συστήµατος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαµβανοµένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ' ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρηµα (∆έστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas [1953] A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήµατος εργασίας, εκ µέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και µόνον παρέχοντας ασφαλές σύστηµα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα µέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστηµα επιτηρείται και εφαρµόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούµενους και επίσης κάποιας µορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήµατος εργασίας». Με υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση σ' όλες τις παραπάνω αρχές, στο ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος και τον τραυματισμό που υπέστη ο ενάγοντας συνεπεία αυτού, η απάντηση είναι καταφατική. Για λόγους που ακολουθούν ο εναγόμενος ευθύνεται για το επίδικο ατύχημα επειδή είναι ένοχος τόσο αμέλειας όσο και παράβασης νομικών καθηκόντων. Ειδικότερα: Κατά παράβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από το άρθρο 13 του σχετικού νόμου (89
(1)/96, ανωτέρω) θεωρώ ότι παρέλειψε να διασφαλίσει την ασφάλειά του ενάγοντα, συναφώς με την εργασία κλαδέματος των πορτοκαλιών του που του ανάθεσε, για τους εξής, μεταξύ άλλων, λόγους, οι οποίοι συνδέονται αιτιωδώς άμεσα με την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Ειδικότερα: Ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο ενάγοντας θα εκτελούσε για πρώτη φορά τη συγκεκριμένη εργασία, όχι μόνο δεν έκανε οτιδήποτε για να βεβαιωθεί κατά πόσο αυτός γνώριζε πως εκτελείται η εργασία και σε τέτοια περίπτωση, κατά πόσο ήταν σε θέση να την εκτελέσει ο ίδιος, αλλά, τον εφοδίασε και με εργαλείο εντελώς ακατάλληλο και επικίνδυνο για τη διεξαγωγή της, το οποίο χρησιμοποίησε ο ενάγοντας και χρησιμοποιώντας το, τραυματίστηκε. Πρόκειται για το τσεκούρι το συγκεκριμένο εργαλείο το οποίο βρισκόταν μαζί με άλλα εργαλεία - κατάλληλα για κλάδεμα - μέσα στον κουβά που του είχε δώσει ο εναγόμενος όταν του ανάθεσε την εργασία κλαδέματος των πορτοκαλιών. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος όφειλε να αφαιρέσει το τσεκούρι από τον κουβά και σε κάθε περίπτωση, να ζητήσει από τον ενάγοντα να μην το χρησιμοποιήσει κατά το κλάδεμα, κάτι που όχι μόνο δεν έκανε, αλλά, στο Δικαστήριο προέβαλε τη θέση ότι το τσεκούρι είναι κατάλληλο εργαλείο για κλάδεμα των πορτοκαλιών. Το συμπέρασμά μου ότι το τσεκούρι είναι ακατάλληλο, αλλά και επικίνδυνο εργαλείο για σκοπούς κλαδέματος δέντρων βασίζεται στο σχετικό μέρος της μαρτυρίας και των δύο μαρτύρων του ενάγοντα που κατάθεσαν ως εμπειρογνώμονες στην υπόθεση και σε κάποιο βαθμό, έστω έμμεσα και στη μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος επίσης κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας για την υπόθεση του εναγόμενου. Επειδή έχει γίνει αναφορά στο σχετικό μέρος της μαρτυρίας και των τριών μαρτύρων, προς αποφυγή περιττών επαναλήψεων περιορίζομαι να πω τα εξής: Σε σχέση με την ακαταλληλότητα του τσεκουριού για το κλάδεμα δέντρων παραπέμπω κυρίως στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 που είναι γεωπόνος, ο οποίος, με καθ' όλα πειστικό, αξιόπιστο και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο ανάφερε τα διάφορα κατάλληλα εργαλεία κλαδέματος δέντρων και σ' αυτά δεν περιλαμβάνεται το τσεκούρι. Ότι πρόκειται για ακατάλληλο εργαλείο το τσεκούρι για την εν λόγω εργασία, κάποια στιγμή, έστω έμμεσα, το ομολόγησε και η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου, η οποία υπόβαλε στο μάρτυρα την ακόλουθη ερώτηση: «Αν πάρουμε ως ορθά αυτά που είπε ο ενάγοντας για τα εργαλεία που είχε, συμφωνείτε ότι με εξαίρεση το τσεκούρι τα υπόλοιπα ήταν κατάλληλα εργαλεία για να χρησιμοποιήσει για το κλάδεμα;» Απ' εκεί και πέρα, τα όσα είπε ο Μ.Ε.3 αντεξεταζόμενος, στην ερώτηση πώς γνωρίζει ποια είναι τα κατάλληλα μέσα για το κλάδεμα και μάλιστα των εσπεριδοειδών αποτελούν επαρκές βάθρο για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συμπεράσματός μου ότι το τσεκούρι, εκτός από ακατάλληλο είναι και επικίνδυνο εργαλείο για το κλάδεμα των δέντρων, ως επίσης και ότι το επίδικο εργατικό ατύχημα συνδέεται αιτιωδώς άμεσα τόσο με την επικινδυνότητα όσο και με την ακαταλληλότητα του εν λόγω εργαλείου. Ακολουθεί η απάντηση του μάρτυρα: «Όσον αφορά το κλάδεμα των εσπεριδοειδών, τουλάχιστον η πείρα μου μού λέει ότι υπάρχουν πολύ πιο μη επικίνδυνα εργαλεία στο να χρησιμοποιηθούν για το κλάδεμα απ' ό, τι το τσεκούρι. Το τσεκούρι είναι ένα εργαλείο το οποίο όταν κάποιος το χρησιμοποιεί εμπερικλείει κινδύνους, τόσο στο Ίδιο το κλάδεμα, αλλά και από πτώσεις ή οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορεί κάποιος να κόβει ένα κλαδί με τσεκούρι τη στιγμή που βρίσκεται πάνω στο δέντρο. Άρα έχουμε εκεί επιπρόσθετους κινδύνους, πέραν των υφιστάμενων κινδύνων που μπορεί να προβλέψουμε.» Σε σχέση τόσο με την ακαταλληλότητα όσο και την επικινδυνότητα του τσεκουριού για κλάδεμα δέντρων καθώς και για την ευθύνη του εναγόμενου για την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος παραπέμπω και στις ακόλουθες αναφορές του Μ.Υ.2: Το τσεκούρι μερικές φορές αποφεύγεται στο κλάδεμα επειδή το αποτέλεσμα της κοπής με αυτό δεν είναι ιδανικό λόγω της ανομοιόμορφης επιφάνειας που δημιουργείται και αυτό ενδεχομένως έχει συνέπειες στην περαιτέρω ανάπτυξη και καρποφορία του δέντρου. Το τσεκούρι εμπίπτει στην κατηγορία των συνήθων εργαλείων κοινής χρήσης τα οποία είναι μεν επικίνδυνα, αλλά οι κίνδυνοι τους είναι εμφανείς. Για αυτό το λόγο, η υποχρέωση του εργοδότη να υποδείξει στον εργοδοτούμενο τους κινδύνους που εμπεριέχονται στην εργασία μειώνεται σημαντικά από το προφανές του κινδύνου και από την ανάγκη για επίδειξη της δέουσας προσοχής και την εξάσκηση κοινής λογικής εκ μέρους του εργοδοτούμενου. Έτσι, η υποχρέωση του εργοδότη όσον αφορά εκπαίδευση περιορίζεται σε στοιχειώδεις οδηγίες και παροτρύνσεις, όπως, «να είσαι προσεκτικός» και «μη βιάζεσαι». Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγοντας μπορούσε να λάβει περισσότερη φροντίδα για τη δική του ασφάλεια, όσον αφορά την επιλογή του πιο κατάλληλου εργαλείου. Όλες οι παραπάνω θέσεις του μάρτυρα καταγράφονται στην έκθεσή του (τεκμήριο 18). Με μόνο λόγο ότι ο εναγόμενος, όχι μόνο δεν είπε στον ενάγοντα, έστω να είναι προσεκτικός, όπως είναι η θέση του Μ.Υ.2, αλλά, μεταξύ άλλων που είπε προέβαλε και τον ισχυρισμό, ότι, ο ενάγοντας είναι που έχει ευθύνη να τον ενημερώσει εάν υπάρχει κάποιο ακατάλληλο εργαλείο, πράγμα που ουδέποτε έκανε και επιπλέον (για να επαναλάβω) προέβαλε και τη θέση ότι το τσεκούρι είναι κατάλληλο εργαλείο για το κλάδεμα των πορτοκαλιών αποδεικνύεται με το πλέον ξεκάθαρο, θα έλεγα τρόπο, τόσο η ανυπαρξία λήψης οποιουδήποτε μέτρου εκ μέρους του για σκοπούς διασφάλισης της ασφάλειας και υγείας του ενάγοντα κατά την εκτέλεση της εργασίας που του ανάθεσε στον ουσιώδη χρόνο και μαζί με τα προηγούμενα, όσο και η ευθύνη του για την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο ενάγοντας καθ' ον χρόνο εκτελούσε την εργασία που το ανάθεσε ο εναγόμενος, σε εφαρμογή κι αυτός της υποχρέωσής του που απορρέει από το άρθρο 15 του σχετικού νόμου έλαβε εύλογη φροντίδα για την ασφάλεια και υγεία του. Για να το πω και διαφορετικά το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ευθύνεται και ο ίδιος για το επίδικο εργατικό ατύχημα που οδήγησε στον τραυματισμό του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοχάρους κ.ά
(2007)1(Β)Α.Α.Δ. 937 αναφέρονται τα εξής, συναφώς με το θέμα: «Ο επιµερισµός της ευθύνης συναρτάται προς δύο παράγοντες, το µεµπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόµενο υπό το πρίσµα του καθήκοντος επιµέλειας και της ζηµιάς η οποία προκύπτει (causative potency). Ο επιµερισµός της ευθύνης γίνεται υπό ευρεία σκοπιά και πάντοτε µε γνώµονα τη λογική και την εµπειρία. Αν η καθοδήγηση ως προς το εφαρµοστέο δίκαιο είναι ορθή, ο καταµερισµός της ευθύνης αποτελεί κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου. Βλ. Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντη κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.∆. 420. Η υποχρέωση για επίδειξη επιµέλειας είναι ανάλογη µε το µέγεθος του αναµενόµενου υπό τις περιστάσεις κινδύνου εκτός αν ο κίνδυνος είναι τέτοιος που λογικά µπορεί µε ασφάλεια να αγνοηθεί. Ένας οδηγός έχει καθήκον να είναι προσεκτικός ώστε να αντιµετωπίζει κινδύνους που σχετίζονται µε κάθε ενδεχόµενο πρόκλησης ατυχήµατος που προκύπτει κατά την οδήγηση και να λάβει κατάλληλες προφυλάξεις. Καθήκον επιµέλειας υφίσταται µόνο όπου ο κίνδυνος είναι λογικά προβλεπτός. Βλ. Ιωάννου ν. Στυλιανού
(1998)1(Γ) Α.Α.∆. 1861. Σκιαγραφήσαµε µε αδρές γραµµές το δίκαιο που διέπει το θέµα του επιµερισµού της ευθύνης και του καθήκοντος για επίδειξη επιµέλειας. Οι βασικές αρχές είναι γνωστές και εµπεδωµένες ώστε να µη χρειάζεται να επαναλαµβάνονται σε κάθε περίπτωση εκτός αν προκύπτει ανάγκη επιβεβαίωσης του δικαίου στις περιπτώσεις όπου ενδεχοµένως εµφιλοχωρεί εσφαλμένη αντίληψη ως προς την έκταση του πεδίου της εφαρμογής τους. Στην Πραστίτης ν. Συνδ. Αδειούχων Λιµεν. Αχθοφ. Λιµένος Λεµεσού κ.ά
(1998)1(∆) Α.Α.∆. 2144 ειπώθηκαν τα εξής: «Το τι συνιστά κίνδυνο ως στοιχείο οχληρίας ή αµέλειας δεν συναρτάται προς το είδος του ή την κατασκευή του κατ΄ αποκλεισμό των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. ∆εν είναι θεωρητικό το εγχείρηµα. Το κατά πόσο η ύπαρξη ενός αντικειμένου σε ορισμένο χώρο συνιστά κίνδυνο και το κατά πόσο εξ αυτού προκλήθηκε ζηµιά, εξαρτάται από τα περιστατικά. Σε δοσµένες συνθήκες ο,τιδήποτε µπορεί να συνιστά κίνδυνο από την πιο πάνω άποψη και το αντίστροφο.»» Ασφαλώς και φέρει ευθύνη ο ενάγοντας για ό, τι του συνέβη στον ουσιώδη χρόνο, η οποία εδράζεται στα εξής: Αφής στιγμής μέσα στον κουβά με τα εργαλεία που του είχε δώσει ο εναγόμενος για να κλαδέψει με εξαίρεση το τσεκούρι, όλα τα υπόλοιπα ήταν κατάλληλα για κλάδεμα και γενικά, λιγότερο επικίνδυνα εργαλεία από το τσεκούρι θεωρώ ότι με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας και επιστρατεύοντας την κοινή λογική, θα απέφευγε να χρησιμοποιήσει το τσεκούρι για να κλαδέψει τις πορτοκαλιές. Επί του προκειμένου με βρίσκουν σύμφωνο οι ακόλουθες θέσεις του Μ.Υ.2, οι οποίες περιέχονται στην έκθεσή του: Το τσεκούρι εμπίπτει στην κατηγορία των συνήθων εργαλείων κοινής χρήσης, τα οποία είναι μεν επικίνδυνα, αλλά, οι κίνδυνοί τους είναι εμφανείς και ο εργοδοτούμενος μπορεί να τους αποφύγει με προσοχή και με κοινή λογική, εφόσον μάλιστα βλέπει το τσεκούρι μπροστά του και γνωρίζει ότι αν δεν προσέξει θα τραυματιστεί ο ίδιος. Συνεπώς εναπόκειται σε μεγάλο βαθμό στον ίδιο να αποφύγει τον κίνδυνο εφόσον μάλιστα είναι ο ίδιος που χειρίζεται το εργαλείο και ελέγχει από μόνος του την κατάσταση. Οι παραπάνω θέσεις του μάρτυρα αποτελούν και το μέτρο επιμερισμού της ευθύνης μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου για την πρόκληση του επίδικου εργατικού ατυχήματος και τον επακόλουθο τραυματισμό του ενάγοντα συνεπεία αυτού, την οποία επιμερίζω εξίσου μεταξύ τους. Όσο λογικό και αναμενόμενο ήταν για τον εναγόμενο να λάβει υπόψη την ακαταλληλότητα και εμφανή επικινδυνότητα του τσεκουριού για το κλάδεμα των πορτοκαλιών και να μην το δώσει στον ενάγοντα για να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία που του ανάθεσε, με την ίδια λογική και ο εναγόμενος, θα μπορούσε να επιλέξει κάποιο άλλο - κατάλληλο εργαλείο για την εργασία του, αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει το τσεκούρι. Αντ' αυτών, για τον πρώτο, το τσεκούρι (για να επαναλάβω) αποτελεί κατάλληλο εργαλείο για το κλάδεμα, ενώ ο δεύτερος, ακόμη και τώρα φαίνεται να αδιαφορεί έναντι του ορατού κινδύνου τραυματισμού που περικλείει η χρήση του τσεκουριού κατά το κλάδεμα δέντρων. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς, την ομολογία του ότι εξακολουθεί μέχρι σήμερα να χρησιμοποιεί το τσεκούρι για να κλαδεύει τη στιγμή που, τρεις περίπου μήνες μετά τον τραυματισμό του, όταν ανάφερε στο Μ.Ε.2 τι του συνέβη, αυτός, του είπε ότι με τσεκούρι ποτέ δεν κλαδεύουμε. Προχωρώ τώρα να καθορίσω το ύψος του ποσού των γενικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας συνεπεία των τραυματισμών που υπέστη κατά το επίδικο εργατικό ατύχημα. Σ' αυτά τα πλαίσια λαμβάνω ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη και τις ακόλουθες νομολογιακές αρχές (βλ. Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)Α.Α.Δ. 66, σελ. 74 και 75): Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και τη ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου [βλ. μεταξύ άλλων, Paraskevaides (Overseas) Ltd, v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Polycarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727, Φοινικαρίδης και Άλλη v. Γεωργίου και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1303, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 669]. Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά [*75] παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Ο ενάγοντας, στον ουσιώδη χρόνο ήταν 34 ετών. Μετά το ατύχημα διακομίστηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικό τραύμα ραχιαία αριστερού χεριού περιοχής μετακαρπίων οστών. Του έγινε συρραφή του τραύματος, του χορηγήθηκε εμβόλιο τετάνου και απολύθηκε. Περαιτέρω του έγινε ακτινογραφία αριστεράς άκρας χειρός, η οποία ήταν αρνητική για κάταγμα. Στις 14.7.2009 προσήλθε στο ιατρείο του ειδικού ορθοπεδικού χειρουργού, Ανδρέα Πετρίδη. Κατά την κλινική εξέτασή του από το γιατρό Πετρίδη διαπιστώθηκε αδυναμία έκτασης του αριστερού μέσου δακτύλου και διαγνώστηκε διατομή του εκτείνοντος τένοντος του εν λόγω δακτύλου. Ο ενάγοντας εισήχθηκε στο Αχίλλειο Νοσοκομείο αυθημερόν και υπό γενική αναισθησία του έγινε διάνοιξη και επέκταση του προϋπάρχοντος τραύματος και διαπιστώθηκε πλήρης διατομή του εκτείνοντος τένοντος του αριστερού μέσου δακτύλου, περίπου 1 εκατοστό, υπεράνω της μετακαρποφαλαγγικής αρθρώσεως. Έγινε συρραφή του τένοντα και του τραύματος και ακινητοποίηση της άκρας χειρός με γύψινο νάρθηκα. Ο ενάγοντας εξήλθε του νοσοκομείου την επομένη. Στις 24.7.2009 έγινε έλεγχος πληγής. Το τραύμα είχε επουλωθεί πλήρως. Έγινε αφαίρεση ραφών και ακινητοποίηση με γύψινο νάρθηκα. Στις 4.8.2009 ο ενάγοντας επανεξετάστηκε από το γιατρό Πετρίδη και έγινε σταθεροποίηση του νάρθηκα με νέα επίδεση. Στις 14.8.2009 έγινε εξέταση του τραύματος, καθαρισμός, αφαίρεση επιφανειακών εσχαρών, τοποθέτηση καθαρών γαζών και επανατοποθέτηση γύψινου νάρθηκα. Στις 25.8.2009 έγινε αφαίρεση του γύψου και συνεστήθη φυσιοθεραπεία η οποία και έγινε. Κατά την εξέτασή του - πάντοτε από το γιατρό Πετρίδη - στις 8.9.2009 ο ενάγοντας είχε πλήρη έκταση του αριστερού μέσου δακτύλου, όχι όμως πλήρη κάμψη. Ο δείχτης, λόγω παλαιού τραυματισμού, δεν είχε πλήρη κάμψη. Εξετάστηκε και στις 30.9.2009 ο ενάγοντας από το γιατρό Πετρίδη και διαπιστώθηκε ότι είχε πλήρη έκταση του αριστερού μέσου δακτύλου και σχεδόν πλήρη κάμψη. Παραπονείτο ότι δεν μπορεί να σηκώσει βάρος πέραν των 15 κιλών επειδή του προκαλούσε πόνο στη ραχιαία επιφάνεια του δαχτύλου. Του χορηγήθηκε αντιφλεγμονώδης αγωγή. Στις 15.10.2009 που εξετάστηκε και πάλιν από το γιατρό Πετρίδη ο ενάγοντας είχε σημαντική βελτίωση. Του συνεστήθη επιστροφή στην εργασία του - από την οποία απουσίαζε με αναρρωτική άδεια από την ημέρα που τραυματίστηκε - την επομένη, 16.10. 2009. Όλα τα παραπάνω απορρέουν από το περιεχόμενο των σχετικών ιατρικών πιστοποιητικών με αναφορά στον ενάγοντα (τεκμήρια 3, 4 και 5) το περιεχόμενο των οποίων αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Αποτελεί επίσης παραδεκτό γεγονός ότι στις 3.9.2009 ο ενάγοντας εξετάστηκε και από τον ειδικό ορθοπεδικό χειρουργό Ηλία Γεωργίου, ο οποίος, βασικά, σε συμφωνία με το γιατρό Πετρίδη, όπως αναφέρει στη σχετική ιατρική έκθεση που ετοίμασε για τον ενάγοντα (τεκμήριο 14), ουδεμία μορφή λειτουργικού καταλοίπου δικαιολογείται, απότοκο του τραυματισμού του, ωστόσο, η μικρή ουλή σχήματος «L» , μήκους 2 εκατοστών το κάθε σκέλος της, στη ραχιαία επιφάνεια του χεριού, θα παραμείνει. O ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, με αναφορά σε μία πρωτόδικη απόφαση στην οποία όντος ο τραυματισμός που υπέστη ο ενάγοντας ήταν παρόμοιος με τον τραυματισμό που υπέστη ο ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση εισηγήθηκε ότι ένα ποσό της τάξεως των €10.000,00, επί πλήρους ευθύνης, θα ήταν λογικό και δίκαιο για σκοπούς γενικών αποζημιώσεων του ενάγοντα. Με τη σειρά της η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου, για τον ίδιο σκοπό εισηγείται το ποσό των €4.000,00. Στην υπόθεση G. & L. Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 948, ο εφεσίβλητος, ηλικίας μόλις 14 ετών κατά τα χρόνο του ατυχήματος βρέθηκε με αποκομμένο τo δείκτη του δεξιού χεριού, τραύμα που του προκάλεσε ψυχολογικά προβλήματα. Λόγω του τραύματός του κρίθηκε ανίκανος για υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά. Η κατάσταση του δείκτη του θα του προκαλεί πόνο για όλη του ζωή. Αισθανόταν μεγάλη δυσφορία στην προσπάθειά του να γράψει και δυσκολευόταν να δέσει ακόμη και τα κορδόνια των παπουτσιών του. Μετά το ατύχημα προσπάθησε να εργαστεί ως μηχανικός οχημάτων, εργασία με καλές απολαβές, στην οποία είχε και προηγούμενη εμπειρία, ωστόσο απολύθηκε εξαιτίας της αναπηρίας του, αφού, μεταξύ άλλων δεν μπορούσε να βιδώσει βίδες. Προσπάθησε επίσης να εργαστεί ως καλουπζιής, με δυσκολία όμως και πάλι, λόγω των πόνων που αισθανόταν στο δάκτυλό του. Και με δεδομένο ότι η απώλεια του δείκτη του δεξιού του χεριού θα το συνοδεύει στην υπόλοιπή του ζωή, του επιδικάστηκε κατ' έφεση το ποσό των €17.086,00 υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Περαιτέρω, στην υπόθεση Χρστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 556, στον εφεσείοντα, του οποίου οι τραυματισμοί κατά την γνώμη μου ήταν ακόμη πιο σοβαροί από τους αντίστοιχους τραυματισμούς που υπέστη ο εφεσίβλητος στη Λεμεσιανού (ανωτέρω), το ποσό των €13.668, 81 που επιδικάστηκε πρωτόδικα υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, επί πλήρους ευθύνης κρίθηκε ότι αν και χαμηλό βρισκόταν μέσα στα λογικά όρια του μέτρου. Στην παρούσα υπόθεση, η φύση, έκταση και σοβαρότητα των τραυματισμών που υπέστη ο ενάγοντας είναι καταφανώς ήσσονος σοβαρότητας απ' ό,τι και στις δύο παραπάνω υποθέσεις. Περιορίζομαι να πω τούτο. Ο ενάγοντας, στον οποίο κανένα ουσιαστικά κατάλοιπο έχει μείνει απότοκο του τραυματισμού του επέστρεψε κανονικά στη δουλειά του και μάλιστα με εργοδότη τον ενάγοντα, 93 μέρες μετά το επίδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του. Επομένως έχω τη γνώμη ότι το ποσό των €6.500,00, επί πλήρους ευθύνης, θα αποτελούσε τη δίκαιη και εύλογη αποζημίωσή του για τις σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη απότοκο του επίδικου εργατικού ατυχήματος. Και με δεδομένο ότι ευθύνεται κατά το ήμισυ για την πρόκλησή του, δικαιούται στην έκδοση απόφασης για το ποσό των €3.250,00, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων. Οι ειδικές αποζημιώσεις έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών στο ποσό των €2.636,79, επί πλήρους ευθύνης. Επομένως, ο ενάγοντας δικαιούται απόφαση για το ποσό των €1.318,39, συναφώς με αυτές. Αναφορικά με τον τόκο παρατηρώ τα εξής: Το επίδικο εργατικό ατύχημα έγινε στις 11.7.2009 και ο ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή του χωρίς καθόλου καθυστέρηση, την 1η 12.2009. Συνεπεία αυτού, το ποσό των γενικών αποζημιώσεων θα φέρει νόμιμο τόκο από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, ενώ, το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που δεν είναι και ιδιαίτερα σημαντικό, θα φέρει επίσης νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Επομένως εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €3.250,00, υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, με τόκο 5,5% ετησίως από 11.7.2009 μέχρι εξοφλήσεως και για το ποσό των €1.318,39, υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων, με τόκο 5,5% ετησίως από την 1η 12.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - Εργατικό ατύχημα - Ευθύνη και αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο