← Κύπρος

ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ ν. EDT MARINE CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 1986/12, 31/3/2014

ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ ν. EDT MARINE CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 1986/12, 31/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A147 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1986/12 Μεταξύ: ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και EDT MARINE CONSTRUCTIONS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11.12.2013 για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.3.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές-εναγόμενους: κ. Δαμιανού Για καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κ. Αποστολίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €4.990,00 και εδράζεται στα ακόλουθα γεγονότα: Οι ενάγοντες που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με κύρια ασχολία τη διενέργεια μεταφορών εμπορευμάτων και/ή εμπορευματοκιβωτίων με φορτηγά και/ή άλλα οχήματα, κατά ή περί τις αρχές Ιουνίου, 2008, δυνάμει συμφωνίας που είχαν με συγκεκριμένη εταιρεία, μετέφεραν για λογαριασμό της με δικό τους όχημα και καρότσα, μπετοκατασκευές μεγάλου βάρους, εντός του χώρου του νέου λιμανιού Λεμεσού, όπου οι εναγόμενοι διενεργούσαν εργασίες. Οι τελευταίοι ανέλαβαν την εκφόρτωση με δική τους ευθύνη και/ή σύμφωνα με το γενικά παραδεκτό τρόπο εκφόρτωσης. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και/ή της πρακτικής που ακολουθείται σε περιπτώσεις εκφόρτωσης από καρότσες, ότι οι εναγόμενοι θα προέβαιναν στη συγκεκριμένη εργασία με επιμέλεια και προσοχή και σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς τρόπους εκφόρτωσης, ώστε να μη θέσουν σε κίνδυνο τόσο τα εμπορεύματα όσο και το όχημα των εναγόντων και τη ζωή οποιουδήποτε προσώπου. Παρόλα αυτά, οι εναγόμενοι και/ή οι υπάλληλοι και/ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα, κατά την εκφόρτωση επέδειξαν τόση αμέλεια και/ή ενήργησαν κατά παράβαση του καθήκοντός τους να επιδείξουν εύλογη επιμέλεια, με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή της καρότσας. Οι λεπτομέρειες αμέλειας εκτίθενται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης. Οι ζημιές που υπέστησαν οι ενάγοντες (ως ανωτέρω) ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €4.990,

  1. Οι εναγόμενοι, με την παράγραφο 1 της τροποποιημένης υπεράσπισής τους εγείρουν την ακόλουθη προδικαστική ένσταση: «Οι Εναγόμενοι προβάλλουν και εγείρουν προδικαστική ένσταση για το λόγο ότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων για αμέλεια εναντίον των Εναγομένων έχει παραγραφεί σύμφωνα με την σχετική επί του θέματος Νομοθεσία.» Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι ζητούν: «
  2. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως το νομικό σημείο (προδικαστική ένσταση) στην παράγραφο 1 της Τροποποιηθείσας Έκθεσης Υπεράσπισης ημ. 12/11/13 προδικαστεί και/ή αποφασισθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο πρώτα και/ή προ της ακρόασης ολόκληρης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
  3. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία και με τέτοιους όρους το σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθό να εκδώσει.
  4. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης και Φ.Π.Α..» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.27 Θ.Θ.1 και 2 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4, 8 και 9, στις γενικές αρχές του νόμου, στους κανόνες επιείκειας και τέλος, στην πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της, «εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα στην Έκθεση Απαίτησης και την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης.» Στις 24.1.2014 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση (πρώτη εμφάνιση), ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων δέχθηκε την αίτηση. Ωστόσο, σε εφαρμογή της σχετικής νομολογίας που διέπει την εξέταση αιτήσεων αυτής της φύσης (βλ. μεταξύ άλλων Χρίστος Χ'' Παύλου και Υιοί Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού

(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2046) ζήτησα από τους δικηγόρους, όπως, αντί να υπεισέλθουν στην ουσία της αίτησης, προηγουμένως να μου αγορεύσουν για το κατά πόσο το εγειρόμενο με την προδικαστική ένσταση θέμα είναι καθαρά νομικό, αφού, όπως θα διαφανεί σε λίγο με αναφορά σε νομολογία, μόνο σε αυτή την περίπτωση δικαιολογείται η επίλυση θέματος προδικαστικά. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Σύμφωνα με τη Δ.27 Θ.Θ. 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διέπει την υπό κρίση αίτηση: «
  1. Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οιονδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό.
  2. Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οιονδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σ' αυτή που θα είναι δίκαιο». Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225: «Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία, είναι ότι επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσο το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας». Ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ και το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση στην υπόθεση Χ"Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 949: «Οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Το παραπάνω απόσπασμα υιοθετείται από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην πιο πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Βαλανίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 288. Παραπέμπω ακόμη και στην υπόθεση Πιερίδης ν. Keshishian κ.ά
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 224, σύμφωνα με την οποία: «Τίθεται ζήτημα νομικού σημείου το οποίο μπορεί να εκδικαστεί προκαταρκτικά μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υποβάθρου. Κάθε δε τέτοιο σημείο υποχρεωτικά κρίνεται με γνώμονα τη δοσμένη πραγματική θεμελίωσή του. » Τέλος, σύμφωνα με την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Nada Terzian και τώρα Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2014:A167, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2010, ημερομηνίας 7.3.2014: «Είναι ορθή η αρχή, την οποία άλλωστε αποδέχονται οι διάδικοι, πως για να ακουστεί προδικαστικά νομικό σημείο θα πρέπει τα γεγονότα με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασιστεί να μην τίθενται σε αμφισβήτηση. Επίσης είναι ορθό ότι ένα νομικό σημείο πρέπει να είναι αμιγώς νομικό και ότι η απόφαση υπέρ του αιτητή ουσιαστικά θα πρέπει να επιλύει ολόκληρη την αγωγή.» Με υπαγωγή των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης στις παραπάνω αρχές, έχω τη γνώμη ότι το εγειρόμενο με την προδικαστική ένσταση σημείο δεν μπορεί να ακουστεί προδικαστικά, επειδή, ούτε αμιγώς νομικό είναι μα ούτε και εδράζεται σε παραδεκτό πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων. Σε τελευταία ανάλυση, η επίλυσή του, δεν επιλύει ολόκληρη την αγωγή. Ακολουθεί η αναγκαία αιτιολογία: Τα γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων εκτίθενται συνοπτικά σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Κατά συνέπεια δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Για ό, τι μας αφορά, για σκοπούς εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης, παραπέμπω στο περιεχόμενο των παραγράφων 5, 6 και 7 της έκθεσης απαίτησης, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «
  1. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και/ή πρακτικής που ακολουθείται στις περιπτώσεις εκφόρτωσης εμπορευμάτων από καρότσες ότι οι Εναγόμενοι θα εκφόρτωναν τα εμπορεύματα τους με επιμέλεια και προσοχή και σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς τρόπους εκφόρτωσης ούτως ώστε να μην θέσουν σε κίνδυνο τόσο τα εμπορεύματα όσο και το όχημα των Εναγόντων και/ή την ζωή οιουδήποτε προσώπου.
  2. Οι Εναγόμενοι και/ή υπάλληλοι και/ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα κατά την εκφόρτωση των ως άνω εμπορευμάτων τους από την ως άνω καρότσα, επέδειξαν τόση αμέλεια και/ή ενέργησαν κατά παράβαση του καθήκοντος αυτών να επιδείξουν εύλογη επιμέλεια που είχε ως αποτέλεσμα η καρότσα να υποστεί παραμόρφωση σκελετού και των ποδιών υποστήριξης και γενικά να καταστραφεί ολοκληρωτικά.
  3. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ/Η ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΚΑΙ/Η ΥΠΗΡΕΤΩΝ ΚΑΙ/Η ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΜΕΝΩΝ ΥΠ' ΑΥΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ: α) Παρέλειψαν να εκφορτώσουν τα εμπορεύματα από την καρότσα με τον σωστό και/ή ενδεδειγμένο τρόπο. β) Ενήργησαν με αμέλεια και γενικά κακομεταχειρίστηκαν την καρρότσα με αποτέλεσμα αυτή να καταστραφεί. γ) Δεν έδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκφόρτωση του οχήματος των Εναγόντων. δ) Αδιαφόρησαν για το όχημα των Εναγόντων και/ή χρησιμοποίησαν με πλήρη αδιαφορία και/ή με έλλειψη σεβασμού και/ή εκφόρτωσαν αυτό χρησιμοποιώντας μη ενδεδειγμένα μηχανήματα και/ή ενέργειες και/ή μέσα. ε) Γενικά ενήργησαν με επιπολαιότητα και/ή δεν επέδειξαν την εύλογη και απαιτούμενη επιμέλεια». Οι εναγόμενοι, με την παράγραφο
  4. της υπεράσπισής τους αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων της παραγράφου 5 της έκθεσης απαίτησης και συγκεκριμένα ότι ανέλαβαν οι ίδιοι την ευθύνη εκφόρτωσης του επίδικου φορτίου, ενώ, με την παράγραφο 6 της υπεράσπισης προβάλλουν τη θέση ότι ευθύνονται οι ενάγοντες για τη ζημιά που υπέστη η επίδικη καρότσα τους στον ουσιώδη χρόνο, τον οποίο και οι δυο πλευρές τοποθετούν χρονικά περί τον Ιούνιο του 2008 (κατ' ακρίβεια «κατά ή περί τις αρχές Ιουνίου, 2008» οι ενάγοντες και «κατά ή περί τον Ιούνιο του 2008» οι εναγόμενοι, οπότε δεν αλλάζει κάτι.) Αυτό καθ' αυτό το περιεχόμενο της προδικαστικής ένστασης των εναγόμενων αποδεικνύει ότι υπάρχει παρανόηση εκ μέρους τους, σε ό, τι αφορά τη βάση της αγωγής των εναγόντων. Από το περιεχόμενο της προδικαστικής ένστασης σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους είναι φανερό ότι εκλαμβάνουν ως δεδομένο ότι οι ενάγοντες βασίζουν την αγωγή τους στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, κατά το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και σ' αυτό, υποθέτω, συντείνει και το γεγονός, ότι οι ενάγοντες, με μία ολόκληρη παράγραφο (παράγραφος 7 της έκθεσης απαίτησης) εκθέτουν τις λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδουν στους εναγόμενους και/ή στους υπαλλήλους και/ή στους υπηρέτες και/ή στα εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα. Ιδωμένη αυτοτελώς η εν λόγω παράγραφος, θα έλεγα πως, ενδεχομένως, δικαιολογημένα οδηγεί τους εναγόμενους στη διατύπωση της θέσης, ότι αποτελεί βάση της αγωγής των εναγόντων το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Ωστόσο, η παράγραφος 7 της έκθεσης απαίτησης δε θα πρέπει να ιδωθεί αυτοτελώς ή μεμονωμένα, αλλά, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 5 και 6 της έκθεσης απαίτησης, με τις οποίες συναρτάται απόλυτα. Ό, τι προκύπτει από το συνδυασμό των τριών παραγράφων είναι το εξής: Οι εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν συμφωνήσει με τους ενάγοντες να εκφορτώσουν τις μπετοκατασκευές που θα μετέφεραν οι τελευταίοι στο χώρο εργασιών των πρώτων, ενώ αποτελούσε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας και/ή πρακτικής που ακολουθείται στις περιπτώσεις εκφόρτωσης εμπορευμάτων από καρότσες, ότι θα εκφόρτωναν τα εμπορεύματα με επιμέλεια και προσοχή και σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς τρόπους εκφόρτωσης, κατά την εκφόρτωση επέδειξαν τόση αμέλεια και/ή ενήργησαν κατά παράβαση του καθήκοντός του να επιδείξουν εύλογη επιμέλεια με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή της καρότσας. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω σε ποιάν ή ποιες από τις παραπάνω βάσεις οι ενάγοντες θα επιδιώξουν να θεμελιώσουν το αγώγιμο δικαίωμά τους κατά τη δίκη. Παρόλα αυτά, αν και δε θα χαρακτήριζα το δικόγραφό τους από τα πλέον περίτεχνα ως προς τη σύνταξη, ένα είναι βέβαιο. Όπως είναι συνταγμένο αυτό, στη βάση του, οι ενάγοντες, κατά τη δίκη, σε κάθε περίπτωση νομιμοποιούνται να επιχειρήσουν να θεμελιώσουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον των εναγόμενων, με βάση το αστικό αδίκημα της αμέλειας, κατά το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει ότι θα συμβεί αυτό ή μόνο αυτό. Για παράδειγμα διερωτώμαι ποιος μπορεί να απαγορεύσει στους ενάγοντες να ισχυριστούν ότι η κατ' ισχυρισμό τους αμέλεια που επέδειξαν οι εναγόμενοι στον ουσιώδη χρόνο, εκτός του ότι στοιχειοθετεί το ομώνυμο αστικό αδίκημα, την ίδια ώρα αποτελεί και παράβαση του ουσιώδους και/ή εξυπακουόμενου όρου που διαλαμβάνει η μεταξύ τους προφορική συμφωνία και/ή πρακτική που ακολουθείται στις περιπτώσεις εκφόρτωσης εμπορευμάτων από καρότσες, για εκτέλεση της εν λόγω εργασίας από τους ίδιους με επιμέλεια και προσοχή και σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς τρόπους εκφόρτωσης; Κανείς δεν μπορεί να τους απαγορεύσει να βασιστούν και σ' αυτή ή μόνο σ' αυτή τη βάση είναι η απάντηση. Για να καταλήξω, θα έλεγα πως, για ένα πράγμα συμφωνούν οι διάδικοι αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου εδράζεται η προδικαστική ένσταση και αυτό είναι ο ουσιώδης χρόνος για την αγωγή (Ιούνιος 2008). Ωστόσο, το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για να ακουστεί η προδικαστική ένσταση, επειδή, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί η αμέλεια, κατά το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου δεν είναι η μόνη βάση επί της οποίας εδράζεται το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Επομένως, δεν μπορώ να προχωρήσω στην εκδίκαση της προδικαστικής ένστασης, αφού, σε αντίθετη περίπτωση, ακόμη κι αν αποφάσιζα υπέρ των εναγόμενων, δε θα επιλυόταν ολόκληρη η αγωγή. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.