← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Μ.Μ.Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5430/12, 14/3/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Μ.Μ.Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5430/12, 14/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5430/12 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και -

  1. Μ.Μ.Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού
  2. ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΔΩΡΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού
  3. ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού
  4. ΖΗΝΟΒΙΟΥ & ΣΑΒΒΑ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18.10.2013 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 14.03.2014 Για την Αιτήτρια - Εναγόμενη 2: κα Ν. Παπακωνσταντίνου για Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία (κα Ι. Γεωργιάδη κατά την απόφαση) Για τους Καθ΄ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κα Μ. Διονυσίου και CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC (κα Ε. Χ"Παπά κατά την απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με Αίτηση της ημερομηνίας 18.10.2013 (στο εξής η Αίτηση) η Εναγόμενη 2 (στο εξής η Αιτήτρια) αιτείται τον παραμερισμό και/ή ακύρωση απόφασης ημερομηνίας 05.03.2013 η οποία εκδόθηκε εναντίον της. Επίσης ζητά διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 05.03.2013 μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για παραμερισμό. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Ό,τι ουσιαστικό προκύπτει μέσα από την εν λόγω ένορκη δήλωση είναι πως η Αιτήτρια για πρώτη φορά ενημερώθηκε στις 07.10.2013 ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της, από τραπεζικό υπάλληλο των Εναγόντων, όταν επισκέφθηκε υποκατάστημα τους στη Λεμεσό για να προβεί σε αναδιαρρύθμιση των δανείων της και συγκεκριμένα του δανείου που αφορά την παρούσα αγωγή καθότι επιθυμούσε να διευθετήσει καθυστερημένες δόσεις. Αμέσως μετά έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της οι οποίοι έκαναν έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου, οπότε την πληροφόρησαν ότι όντως στις 05.03.2013 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της καθώς και εναντίον του συζύγου της λόγω του ότι δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Ακόμη, οι δικηγόροι της την πληροφόρησαν ότι η αγωγή επιδόθηκε στον εν διαστάσει σύζυγο της, Εναγόμενο 3, και όχι σε αυτήν προσωπικά. Ωστόσο, ο εν διαστάσει σύζυγος της παρέλειψε και/ή αμέλησε να την ενημερώσει τη συγκεκριμένη περίοδο που είχε επιδοθεί η αγωγή καθότι ήταν και είναι σε διάσταση και δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία. Η επίδοση έγινε στο χώρο εργασίας του συζύγου της όπου αυτή δεν πήγαινε. Η Αιτήτρια αναφέρει ακόμη ότι ο λόγος καθυστέρησης στην καταχώρηση αίτησης παραμερισμού οφείλεται στο ότι πριν τις 07.10.2013 δεν είχε πληροφόρηση για την αγωγή αλλά ούτε και για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της. Προβάλλει επίσης τη θέση πως σύμφωνα με συμβουλή των δικηγόρων της, έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επειδή (α) μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 1 δεν υπογράφτηκε συμφωνία για τραπεζικές διευκολύνσεις, (β) αυτή ουδέποτε εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 προς τους Ενάγοντες, (γ) σε περίπτωση που αυτή υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο, αυτό δεν ήταν έγγραφο εγγύησης, (δ) οι Ενάγοντες απαιτούν τόκους μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, (ε) οι Ενάγοντες απαιτούν κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως, (στ) οι Ενάγοντες μετέβαλλαν σε διάφορες ημερομηνίες μονομερώς το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου και τρεχούμενου λογαριασμού χωρίς να την ειδοποιήσουν και ως εκ τούτου προκύπτουν παράνομες υπερχρεώσεις και ανατοκισμός, και (ζ) δεν έγινε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας δανείου και ότι ουδέποτε αυτή έλαβε γνώση του τερματισμού. Επί της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας επισυνάφθηκε φωτοαντίγραφο ένορκης δήλωσης του Μιχάλη Αντωνίου, ο οποίος αναφέρει ότι στις 29.11.2012 έλαβε κάποια δικαστικά έγγραφα από κάποιο επιδότη, δε γνώριζε ότι τα παρέλαβε εκ μέρους της συζύγου του Μαρίας Αντωνίου, αφού κανένας δεν τον ενημέρωσε. Θεώρησε ότι τα έγγραφα αφορούσαν μόνο αυτόν αφού όλα ανέγραφαν το όνομα του και γι΄ αυτό δεν της ανέφερε ποτέ οτιδήποτε γι΄ αυτά τα έγγραφα αλλά ούτε και της τα παρέδωσε. Στην πιο πάνω Αίτηση οι Ενάγοντες (στο εξής Καθ΄ ων η Αίτηση) καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους:
  5. Η αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη.
  6. Η επίδοση της αγωγής ήταν ορθή και/ή κανονική.
  7. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική και/ή αντίθετη με τη Νομολογία.
  8. Οι λόγοι στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση δε δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  9. Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία συνοδεύει την Αίτηση στερείται πειστικότητας και/ή εμπεριέχει δηλώσεις που δεν ευσταθούν και/ή αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της Αιτήτριας.
  10. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει στην ένορκη δήλωση της εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση.
  11. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα.
  12. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της Δήμητρας Χριστοφή, υπάλληλου των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση απορρίπτει τις προβαλλόμενες θέσεις από την Αιτήτρια. Ειδικότερα αναφέρει πως αποστάληκαν επιστολές ότι θα λαμβάνονταν νομικά μέτρα εναντίον της (Τεκμήρια Α, Β και Γ οι επιστολές). Λόγω της μη συμμόρφωσης ακολούθησε τερματισμός της συμφωνίας δανείου. Η Αιτήτρια και ο σύζυγος της, Εναγόμενος 3, επισκέφθηκαν τα γραφεία των Εναγόντων στις 30.09.2013 (6 μήνες μετά την έκδοση απόφασης) για σκοπούς διευθέτησης ή ρύθμισης του χρέους. Πριν γίνει συνάντηση στάληκε με τηλεομοιότυπο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, στο σύζυγο της Αιτήτριας. Κατά τη συνάντηση η Αιτήτρια και ο σύζυγος της δήλωσαν την πρόθεση τους να καταβάλλουν μηνιαίες δόσεις για την αποπληρωμή των οφειλών τους επειδή ανησυχούσαν για το διάταγμα εκποίησης της υποθήκης που εκδόθηκε αναφορικά με την οικία τους στη βάση της παρούσας αγωγής αλλά και άλλων αγωγών που είχαν καταχωρηθεί εναντίον τους. Ανέφεραν δε ότι θα κατέβαλλαν προσπάθειες για πώληση ακίνητης περιουσίας προς εξόφληση ή μείωση των οφειλών τους. Ουδείς εκ των δύο ανέφερε ότι βρίσκονταν σε διάσταση ή ότι δεν υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους. Περαιτέρω, ενόψει αίτησης που οι Καθ΄ ων η Αίτηση κατέθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 25.04.2013 για εκποίηση της υποθήκης Υ.2258/07, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με επιστολή του ημερομηνίας 17.06.2013 προς την Αιτήτρια και το σύζυγο της, τους ενημέρωνε ότι κατατέθηκε διάταγμα για πώληση του υποθηκευμένου ακινήτου (Τεκμήριο Δ η επιστολή). Επίσης με επιστολές ημερομηνίας 09.07.2013 τις οποίες η ενόρκως δηλούσα ετοίμασε και υπέγραψε, τις απέστειλε στην Αιτήτρια γνωστοποιώντας της ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση προχώρησαν στην εγγραφή ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της (Τεκμήριο Δ

(1)οι επιστολές). Πρόσθετα των πιο πάνω, από έρευνα που διενήργησαν οι δικηγόροι των Καθ΄ ων η Αίτηση στον Έφορο Εταιρειών διαπιστώθηκε ότι, το εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων 1 βρίσκεται στην οδό Γκόκεν αρ. 1 που είναι η ίδια διεύθυνση με τη διεύθυνση της Αιτήτριας και ότι, η Αιτήτρια και ο σύζυγος της ως διευθυντές έχουν την ίδια διεύθυνση (Τεκμήριο Ε
(1)και
(2)αποτελέσματα έρευνας). Όσον αφορά τη θέση της Αιτήτριας πως δε γνώριζε περί της συμφωνίας δανείου μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 1, επισυνάπτονται πρακτικά της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου των Εναγομένων 1 (Τεκμήριο Στ) τα οποία υπόγραψε η Αιτήτρια και στα οποία φαίνεται ότι ήταν παρούσα κατά την υποβολή αιτήματος για τη χορήγηση διευκολύνσεων και ότι η Αιτήτρια θα παρείχε προσωπική εγγύηση. Επιπλέον, οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται και από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 14.01.2014 του Παναγιώτη Κανάρη, ιδιώτη επιδότη, ο οποίος αναφέρει ότι κατόπιν παράδοσης πιστών αντιγράφων του κλητηρίου εντάλματος από τους δικηγόρους των Εναγόντων, του αναφέρθηκε από την Ελένη Θεοδοσίου, υπάλληλο των δικηγόρων των Εναγόντων, ότι οι διευθυντές των Εναγομένων 1 είναι οι Εναγόμενοι 2 και 3 και ότι το εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων 1 είναι στην οδό Γκόκεν 1 στη Λεμεσό. Ακολούθως επισκέφθηκε την οικία που βρίσκεται στην οδό Γκόκεν 1, στη Λεμεσό, με σκοπό να προβεί στις επιδόσεις. Στην οικία που βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση συνάντησε ένα πρόσωπο ο οποίος του ανέφερε ότι είναι ο Μιχάλης Αντωνίου, Εναγόμενος 3, και όταν το ρώτησε ποια είναι η σχέση του με τη Μαρία Αντωνίου αυτός του είπε ότι είναι η σύζυγος του. Αφού αυτός του ανέφερε ότι η επίδοση των κλητηρίων ενταλμάτων θα γινόταν και για τους Εναγόμενους 1 και για την Εναγόμενη 2, ο Μιχάλης Αντωνίου αποδέχθηκε και υπόγραψε επί των κλητηρίων ενταλμάτων ότι τα παρέλαβε. Η ακροαματική διαδικασία διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο επισημαίνει πως στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και της υπάλληλου των Καθ΄ ων η Αίτηση, πέραν από γεγονότα ή μαρτυρία περιλαμβάνονται νομικές θέσεις, επιχειρήματα και δικανικοί συλλογισμοί ωσάν να πρόκειται για γραπτές αγορεύσεις. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη Δ.39 Κ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα ή μαρτυρία. Καλούνται ως εκ τούτου οι συνήγοροι των διαδίκων όπως καθοδηγούν τους ενόρκως δηλούντες κατά τη σύνταξη ενόρκων δηλώσεων, προς αποφυγή αχρείαστων αναφορών, ούτως ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με τη Δ.39 Κ.1. Περαιτέρω με αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων πρόβαλαν τα επιχειρήματα τους προς υποστήριξη της εκδοχής τους. Οι θέσεις προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετες για όλα τα επίδικα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Νομική Πτυχή: Η ρύθμιση για την αίτηση παραμερισμού απόφασης ουσιαστικά στηρίζεται αλλά και πηγάζει μέσα από τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να έχει κάθε πολίτης, δηλαδή να δίδεται η ευκαιρία σε κάθε διάδικο να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης. Για το σκοπό αυτό λειτουργεί η πρόνοια της Διαταγής 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα προκειμένου να δίδεται η ευκαιρία να λάβει γνώση κάθε πολίτης για διαδικασία που αρχίζει εναντίον του στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή όταν τηρηθεί τότε το Δικαστήριο προχωρεί τη διαδικασία στην απουσία διαδίκου, ο οποίος δεν εμφανίζεται. Αν παρά την πιο πάνω πρόνοια για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει παραβίαση της, δηλαδή η επίδοση δεν γίνει εντός των προϋποθέσεων και του τρόπου που προβλέπεται, τότε ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δικαιούται και προβλέπεται ως θεραπεία το αίτημα του για παραμερισμό της απόφασης προκειμένου να τηρηθεί πλήρως η συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως. Σε συνέχεια με το σημείο αυτό θεωρείται χρήσιμο να αναφερθεί ότι προκύπτει από τη νομολογία πως, όταν πρόκειται για κακή επίδοση τότε το Δικαστήριο έχει αυξημένη απόλυτη υποχρέωση να παραμερίσει την απόφαση, ενώ όταν πρόκειται για καλή επίδοση τότε θα εξετάσει το αίτημα του αιτητή υπό το πρίσμα διαφόρων πλέον παραγόντων και προϋποθέσεων οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω όπως τις έχει καθιερώσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατ' αρχήν το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου και να συνεκτιμήσει δύο βασικά στοιχεία. Το ένα στοιχείο είναι η αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και εκδίδεται απόφαση η οποία πρέπει να παραμένει οριστική και κατ' επέκταση τελεσίδικη, ενώ το άλλο στοιχείο είναι το μέρος που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης να μη στερείται του δικαιώματος του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο νοουμένου ότι εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικά με το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η νομολογία επιβάλλει, βλέπε υπόθεση Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, ότι το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία προκειμένου να διαγνώσει μόνο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και, στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος της υπεράσπισης, συνεπώς δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Επιπλέον όμως, και εκτός από το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο αιτητής πρέπει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Σχετική προς τούτο προβάλει η υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία αναφέρθηκε ότι, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε να ενεργήσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Επίσης στην υπόθεση Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης γραπτής μαρτυρίας που επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία εκτός και αν οι διάδικοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Τέλος και σε συνέχεια με τα πιο πάνω κρίνεται ορθό να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, παρατίθενται δε το πιο κάτω απόσπασμα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» Ακόμη στην πιο πάνω απόφαση έχουν αναφερθεί και τα πιο κάτω: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση παρ΄όλο που πρωτόδικα το Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπεράσματα: Πριν προχωρήσει το Δικαστήριο στην εξέταση της ουσίας των βασικών προϋποθέσεων που θα πρέπει να αποδειχθούν ούτως ώστε να κριθεί εάν θα επιτύχει η Αίτηση, κρίνεται ορθό να εξεταστεί κατά πόσο η επίδοση της αγωγής που έγινε στον Εναγόμενο 3 για λογαριασμό της Αιτήτριας ήταν καλή. Από πλευράς της Αιτήτριας τέθηκε ευθέως θέμα κακής επίδοσης. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς της Αιτήτριας και του φωτοαντιγράφου ένορκης δήλωσης του συζύγου της (το Δικαστήριο αντιπαρέρχεται το ότι δεν καταχωρήθηκε πρωτότυπη ένορκη δήλωση) δημιουργεί εύλογα ερωτήματα αν όντως τα πράγματα είναι όπως η Αιτήτρια τα περιγράφει. Η Αιτήτρια λέει ότι βρισκόταν σε διάσταση με το σύζυγο της, δε λέει όμως ότι έμενε σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση από την οδό Γκόκεν 1. Απλά λέει πως δεν είχε επικοινωνία με τον εν διαστάσει σύζυγο της. Η απουσία μαρτυρίας από την Αιτήτρια ότι κατά την επίδοση της αγωγής στο σύζυγο της αυτή διέμενε σε άλλη διεύθυνση είναι βαρύνουσας σημασίας ενάντια στην εκδοχή της. Παρεμβάλλει εδώ αναγκαίο να επισημανθεί ότι στην ένορκη δήλωση του συζύγου της αυτός ουδεμία αναφορά κάνει περί διάστασης. Προβάλλει δε ως εντελώς ακατανόητη η μαρτυρία της Αιτήτριας ότι η επίδοση έγινε στο χώρο εργασίας του Εναγόμενου 3 όπου αυτή δεν πήγαινε. Η μαρτυρία του επιδότη Παναγιώτη Κανάρη ο οποίος επέδωσε την αγωγή στον Εναγόμενο 3 σύζυγο της Αιτήτριας, κάνει αναφορά για κατοικία στην οποία παρών ήταν ο Μιχάλης Αντωνίου ο οποίος του απάντησε ότι είναι σύζυγος της Αιτήτριας, ως εκ τούτου υπόγραψε επί του κλητηρίου εντάλματος το οποίο βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Έστω και αν ακόμη ισχύει ο ισχυρισμός περί διάστασης, η Αιτήτρια και ο Εναγόμενος 3 συγκατοικούσαν στην οδό Γκόκεν 1 όπου έγινε η επίδοση. Παρεμβάλλει εδώ χρήσιμο να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Χριστάκης Γ. Θεοδώρου κ.α. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 Α.Α.Δ. 1305, όπου κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στη γιαγιά του εφεσείοντα η οποία κατοικούσε σε βοηθητικά υποστατικά της οικίας του εφεσείοντα. Η επίδοση κρίθηκε ως καλή λόγω του ότι η γιαγιά ήταν μέλος της οικογένειας εντός της έννοιας του όρου όπως αυτός απαντάται στη Δ.5 Κ.2
(1)(i) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Κρίνεται πως η περίπτωση της Αιτήτριας η οποία ζούσε στην ίδια οικία με τον Εναγόμενο 3 σύζυγο της, έστω και αν ήθελε ανατραπεί το συμπέρασμα ότι δεν ήταν σε διάσταση, είναι πιο ξεκάθαρη. Υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν παραμένουν περιθώρια αποδοχής της θέσης πως η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής δεν ήταν καλή. Εφόσον προκύπτει πως το κλητήριο ένταλμα έχει επιδοθεί δεόντως και δεν τίθεται θέμα κακής επίδοσης, ακολουθεί η εξέταση των δύο βασικών προϋποθέσεων για την επιτυχία της Αίτησης. (α) Παράλειψη εμφάνισης και έγκαιρη λήψη μέτρων για παραμερισμό. Εξετάζοντας το θέμα της μη εμφάνισης από πλευράς της Αιτήτριας, έστω ότι γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία που προσάχθηκε εκ μέρους της για το θέμα της διάστασης, παρατηρείται πως τα προαναφερόμενα σχετικά με το ζήτημα της καλής επίδοσης επανέρχονται στο προσκήνιο και συνεπικουρούμενα από την κοινή λογική συνηγορούν πως ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει πειστική εξήγηση για τη μη εμφάνιση της Αιτήτριας στην αγωγή. Στην ένορκη του δήλωση ο σύζυγος της Αιτήτριας λέει πως δεν κατάλαβε ότι επιδόθηκαν σε αυτόν έγγραφα για λογαριασμό της Αιτήτριας διότι αφενός μεν τα έγγραφα ήταν τα ίδια και αφετέρου ουδείς τον ενημέρωσε για κάτι τέτοιο. Η θέση απορρίπτεται στερούμενη κάθε λογικής και πειστικότητας. Δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό ότι ο δικαστικός επιδότης του επέδωσε τρία έγγραφα χωρίς να του πει οτιδήποτε ή να του εξηγήσει ότι το ένα εκ των τριών εγγράφων αφορούσε, πέραν από αυτόν και τους Εναγόμενους 1, και την Αιτήτρια σύζυγο του. Δεν νοείται να έγιναν αλλιώς τα πράγματα αφού φαίνεται να υπάρχει υπογραφή του στο κλητήριο ένταλμα ως συζύγου της Μαρίας Αντωνίου κάτι που επιβεβαιώνεται και στην ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί πως η οδός Γκόκεν αρ. 1 είναι η διεύθυνση την οποία η Αιτήτρια έδωσε στους Ενάγοντες. Πώς γίνεται να έχουν σταλεί έγγραφα τα οποία είναι τεκμήρια επί της ένστασης τόσο από τους Καθ΄ ων η Αίτηση αλλά και από το Κτηματολόγιο Λεμεσού, στην εν λόγω διεύθυνση, και όμως να μην περιέλθει σε γνώση της Αιτήτριας το γεγονός, είτε της καθυστέρησης δόσεων, είτε της πρόθεσης για έγερση αγωγής, είτε της καταχώρησης ΜΕΜΟ επί της ακίνητης περιουσίας της, είτε της κατάθεσης του διατάγματος για εκποίηση της υποθήκης. Οι προβαλλόμενες από την Αιτήτρια δικαιολογίες συνθέτουν μια φτωχική εικόνα και δεν πείθουν πως μετά τις 29.11.2012 που επιδόθηκε η αγωγή μέχρι τις 05.03.2013 που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της ή και μετά, δεν ειπώθηκε οτιδήποτε μεταξύ της Αιτήτριας και του συζύγου της. Πρόκειται για σημαντικό ζήτημα το οποίο αφορά χρέος €109.692,52 πλέον τόκους (σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης) καθώς επίσης και αίτημα για διάταγμα που να διατάσσει την εκποίηση υποθηκευμένου ακινήτου. Καθοριστικής σημασίας επίσης είναι η μαρτυρία, που τέθηκε από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση με την ένορκη δήλωση της υπαλλήλου τους, ότι στις 30.09.2013 έγινε συνάντηση σε γραφεία των Καθ΄ ων η Αίτηση, στην παρουσία αυτής, της Αιτήτριας και του συζύγου της, προκειμένου να βρεθεί λύση μετά την έκδοση απόφασης (05.03.2013) ενώ από την προηγούμενη είχε σταλεί με τηλεομοιότυπο στο σύζυγο της Αιτήτριας το αντίγραφο της δικαστικής απόφασης. Πρόκειται για μαρτυρία βαρύνουσας σημασίας την οποία η Αιτήτρια όφειλε να αντικρούσει ή αμφισβητήσει με αντεξέταση και δεν το έπραξε. Βέβαια θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει τη θέση πως η Αιτήτρια καταχώρησε την αίτηση της σχετικά έγκαιρα αν όντως γινόταν αποδεκτή η θέση της ότι για πρώτη φορά έλαβε γνώση, ως προς την έκδοση απόφασης εναντίον της, στις 07.10.
  1. Ενόψει όμως της μη αποδοχής της θέσης της το εν λόγω στοιχείο είναι χωρίς αντίκρισμα. Από την άλλη, η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση έχει παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η οποία διέπεται από πειστικότητα και συνοχή, με υποστηρικτικά έγγραφα σε βαθμό που της δίνει τέτοια δυναμική η οποία έχει κλονίσει και αναχαιτίσει την εκδοχή της Αιτήτριας. Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω κρίνεται πως η Αιτήτρια απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δικαιολογημένα δεν εμφανίστηκε στην αγωγή που της επιδόθηκε. Εφόσον η αγωγή της επιδόθηκε κανονικά και εφόσον γνώριζε από πολύ πριν για τη δικαστική διαδικασία, συμπεραίνεται πως επέδειξε αδιαφορία τόσο για τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και για τα δικαιώματα των Καθ΄ ων η αίτηση. Σύμφωνα με τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd (ανωτέρω) το στοιχείο αυτό είναι ικανοποιητικό για την αποτυχία της επίδικης αίτησης, ωστόσο αν ήθελε ανατραπεί αυτό το συμπέρασμα, κρίνεται ορθό να εξετασθεί στη συνέχεια αν η Αιτήτρια απόδειξε ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. (β) Απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης: Διαφαίνεται κατ΄ αρχήν αντίφαση ως προς το ζήτημα της γνώσης της για την παροχή των τραπεζικών διευκολύνσεων μεταξύ Καθ΄ ων η Αίτηση και Εναγομένων
  2. Στην παράγραφο 13 της ένορκης της δήλωσης λέει ότι δεν εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 ενώ στην παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης λέει ότι ο λόγος που επισκέφθηκε την τράπεζα στις 07.10.2013 ήταν για σκοπούς του δανείου που αφορά την παρούσα αγωγή και ότι καθυστερούσε δόσεις. Η θέση αυτή προβάλλει και ως ακατανόητη. Επιπλέον όμως, εφόσον η Αιτήτρια διατείνεται ότι έγινε έρευνα μέσω των δικηγόρων της στο φάκελο του Δικαστηρίου αυτή όφειλε να τοποθετηθεί και έναντι των εγγράφων στη βάση των οποίων εκδόθηκε απόφαση εναντίον της. Ωστόσο τηρεί σιγήν ιχθύος. Μεταξύ των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το εγγυητήριο (Τεκμήριο Β) το οποίο φαίνεται να φέρει την υπογραφή της Αιτήτριας. Όφειλε αυτή να πάρει ξεκάθαρη θέση και να πει κατά πόσο είναι η υπογραφή της ή όχι. Η γενική αλλά και η διαζευκτική αναφορά της ότι δεν εγγυήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και πως σε περίπτωση που υπέγραψε κάποιο έγγραφο αυτό δεν ήταν έγγραφο εγγύησης, προβάλλει ως μη πειστική. Στο Τεκμήριο Στ επί της ενστάσεως που είναι τα πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου των Καθ΄ων η Αίτηση αναφέρεται ότι η Αιτήτρια ήταν παρούσα και πως θα παρείχε προσωπική εγγύηση για τραπεζικές διευκολύνσεις προς τους Εναγόμενους
  3. Ενόψει απουσίας αντεξέτασης της υπαλλήλου των Καθ΄ ων η Αίτηση, αποδίδεται αξία σ΄ αυτή τη μαρτυρία η οποία κλονίζει αλλά και ανατρέπει τη θέση της Αιτήτριας. Όσον αφορά τη θέση ότι οι Ενάγοντες απαιτούν τόκους για την περίοδο μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου, δεν είναι δυνατό να κριθεί πως συνιστά συζητήσιμη υπεράσπιση. Δε δίδεται κάποια λεπτομέρεια με αναφορά είτε στη νομολογία είτε στη συμφωνία του δανείου και άρα η θέση προβάλλει γενική και αόριστη, η δε συμφωνία με την οποία παραχωρήθηκε το δάνειο προς τους Εναγόμενους 1 (Τεκμήριο Α) το οποίο εγγυήθηκε η Αιτήτρια, επιτρέπει τη χρέωση τόκων μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Ως γενική και αόριστη προβάλλει η θέση της Αιτήτριας ότι οι Ενάγοντες μετέβαλλαν σε διάφορες ημερομηνίες μονομερώς το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου χωρίς να την ειδοποιήσουν. Η Αιτήτρια δε συγκεκριμενοποιεί από πού προκύπτουν τέτοια στοιχεία και ούτε επικαλείται συγκεκριμένες ημερομηνίες ή χρεώσεις που να αντανακλούν στη θέση της. Ομοίως κρίνεται πως η θέση, για παράνομη κεφαλαιοποίηση τόκων, δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο συζητήσιμης υπεράσπισης. Καμία συγκεκριμένη επίκληση υποστηρίζει τη θέση. Αντίθετα το Τεκμήριο Α βάσει του οποίου εκδόθηκε απόφαση (συμφωνία στεγαστικού δανείου) επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση των τόκων. Τέλος αναφορικά με τη θέση ότι δεν έγινε νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας δανείου και ότι η αιτήτρια ουδέποτε έλαβε γνώση του τερματισμού, παρατηρείται ότι δε διευκρινίζεται για ποιο λόγο δεν ήταν νόμιμος ο τερματισμός. Επιπλέον η μαρτυρία των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι πως οι επιστολές τους (Τεκμήρια Α και Β) με τις οποίες τερματίστηκε η συμφωνία δανείου, στάληκαν στην οδό Γκόκεν 1 ως η διεύθυνση που δηλώθηκε από την Αιτήτρια. Σύμφωνα με τον όρο 10 της εγγύησης που φέρεται να υπόγραψε η Αιτήτρια (Τεκμήριο Β επί της ένορκης δήλωσης με βάση την οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση) η αποστολή με ταχυδρομείο στην οδό Γκόκεν 1 θεωρείται επιτρεπτή. Δεν υπήρξε αντεξέταση στη μαρτυρία που προσάχθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση, συνεπώς λαμβανομένων υπόψη και των όσων έχουν προαναφερθεί σχετικά με την αποτυχία της Αιτήτριας να αποδείξει ότι (τόσο κατά την περίοδο που επιδόθηκε η αγωγή στο σύζυγο της ή και νωρίτερα όταν στάληκαν οι επιστολές Τεκμήρια Α και Β), δε διέμενε στην οδό Γκόκεν 1, δε γίνεται αποδεκτή η θέση της. Έχοντας κατά νου τα στοιχεία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια από τη μια, αλλά και τη σχετική νομολογία από την άλλη, κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την απαραίτητη μαρτυρία ώστε αυτή να κριθεί ότι στοιχειοθετεί συζητήσιμη Υπεράσπιση. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, κρίνεται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την αίτηση της, ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της και προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Δ.Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Παραμερισμός απόφασης - Δ.26 Κ14 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.