← Κύπρος

D. DEMETRIOU DEVELOPERS LIMITED ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ 'ΧΡΙΓΕΣΑ' ΛΙΜΙΤΕΔ, Aγωγή αρ. 2411/13, 6/3/2014

D. DEMETRIOU DEVELOPERS LIMITED ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ 'ΧΡΙΓΕΣΑ' ΛΙΜΙΤΕΔ, Aγωγή αρ. 2411/13, 6/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 2411/13 Μεταξύ: D. DEMETRIOU DEVELOPERS LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγόντων Και ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ 'ΧΡΙΓΕΣΑ' ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερ. 19.7.2013 για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία. 6.3.2014 Για την εναγόμενη/αιτήτρια: κ. Κ. Γρηγορίου για Phc Tsangarides LLC Για την ενάγουσα/καθ' ης: κ. Α. Γεωργίου για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εναγόμενη εργοληπτική εταιρεία, ανέλαβε δυνάμει προσφοράς και γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 26.6.2009 την ανέγερση πέντε πολυκατοικιών και τεσσάρων κατοικιών, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, στο Ζακάκι Λεμεσού. Το έργο δεν αποπερατώθηκε για λόγους που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα διαδικασία, εφόσον υφίσταται διαφωνία ως προς το ποιος ευθύνεται για την διακοπή των εργασιών. Είναι αρκετό να σημειωθεί, πως η πλευρά της ενάγουσας υποστηρίζει πως: (α) Η εναγόμενη απέτυχε να συμπληρώσει το έργο μέσα στην προβλεπόμενη από τη συμφωνία προθεσμία. (β) Υπήρξαν κακοτεχνίες και/ή ανεπαρκείς εργασίες. (γ) Η εναγόμενη εισέπραξε ποσά πέραν της αξίας των εργασιών που έχουν εκτελεστεί. Με την παρούσα αγωγή διεκδικεί επιστροφή του ποσού που κατ' ισχυρισμόν έχει υπερπληρωθεί καθώς και αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχει υποστεί συνεπεία της αποδιδόμενης στην εναγόμενη παράβαση της συμφωνίας. Η εναγόμενη υποστηρίζει με τη σειρά της πως η διακοπή οφείλεται στην παράβαση της συμφωνίας από την ενάγουσα και ειδικότερα στην παράλειψη και/ή άρνηση της να πληρώσει τα διατακτικά για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Με την εξεταζόμενη αίτηση, η εναγόμενη ζητά την αναστολή της διαδικασίας και την παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 36 του συμβολαίου εργολαβίας (Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης κ. Σταύρου Χρίστου, ο οποίος, επιγραμματικά, υποστηρίζει ότι: (α) Η εναγόμενη δεν παρέβη οποιοδήποτε όρο της συμφωνίας, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα και δεν οφείλει τα αξιούμενα ή οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα. (β) Η εναγόμενη ανέστειλε νόμιμα και με βάση τους όρους της συμφωνίας τις εργασίες, επειδή η ενάγουσα της όφειλε χρήματα για εκτελεσθείσες εργασίες. (γ) Αναφέρει, περαιτέρω, πως υπήρξε διαφορά με τον αρχιτέκτονα σε σχέση με διατακτικό

(21)που εξέδωσε για το οποίο υπήρξε διαφωνία από την ενάγουσα. Ο αρχιτέκτονας δεν εξέδωσε απόφαση, ως όφειλε, ώστε να δυνηθεί η εναγόμενη να παραπέμψει τη διαφορά, με βάση τον όρο 36, σε διαιτησία στη περίπτωση που θα διαφωνούσε με την απόφαση. (δ) Με επιστολή ημερ. 30.5.2013 (Τεκμήριο 2) η εναγόμενη κάλεσε τον αρχιτέκτονα όπως εκδώσει απόφαση επί του διατακτικού και την αμέσως επόμενη ημέρα, η ενάγουσα απέστειλε επιστολή τερματισμού του συμβολαίου (Τεκμήριο 3). (ε) Η εναγόμενη έχει απαίτηση εναντίον της ενάγουσας για εκτελεσθείσες εργασίες και για ζημιές και απώλειες, τις οποίες, κατ' ισχυρισμόν, έχει υποστεί από την παράνομη λύση του συμβολαίου. Επισυνάπτει προς τούτο σχετική κατάσταση με τις απαιτήσεις της εναγόμενης (Τεκμήριο 4). Υποστηρίζει, ως εκ των ανωτέρω, πως τα θέματα επί των οποίων στηρίζονται οι απαιτήσεις της ενάγουσας αλλά και η ανταπαίτηση της εναγόμενης, εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 36 της συμφωνίας των διαδίκων. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές στη σχετική επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας, αφού εισηγείται πως νόμιμα και δικαιολογημένα η ενάγουσα προέβη σε τερματισμό του συμβολαίου, η εναγόμενη παρέλειψε να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία. Ειδικότερα, όπως υποδεικνύει, το παράπονο της εναγόμενης αφορά τη διαφορά που προέκυψε με τον αρχιτέκτονα του έργου σε σχέση με το διατακτικό 21. Για το ζήτημα όμως αυτό, συνέχισε ο συνήγορος, υπάρχει η απόφαση του αρχιτέκτονα ημερομηνίας 30.4.2013 (Τεκμήριο 2Α) η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη την ίδια ημέρα. Όφειλε, συνεπώς, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία μέσα σε 28 ημέρες, ήτοι μέχρι τις 28.5.2013, κάτι που δεν έπραξε. Αποφάσισε, αναφέρει, να εγείρει ζήτημα παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία μετά την καταχώριση της αγωγής και αφού παρήλθαν 3 σχεδόν μήνες από την απόφαση του αρχιτέκτονα. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε, οι αξιώσεις της ενάγουσας, όπως καταγράφονται στην αγωγή, δεν εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας. Πρόκειται, υπόδειξε, για αξιώσεις που αφορούν την ερμηνεία της σύμβασης και υπολογισμό αποζημιώσεων που εμπίπτουν στην αποκλειστική εξουσία και αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης, υπεραμυνόμενος της ορθότητας του διαβήματος της αιτήτριας, παρέπεμψε στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της ενάγουσας, υποστηρίζοντας πως όλα τα εγειρόμενα θέματα εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας. Τόσο η αξίωση για επιστροφή ποσού που υπερπληρώθηκε όσο και οι αξιώσεις για κακοτεχνίες, εισηγήθηκε ο συνήγορος, εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας η οποία είναι τόσο ευρεία ώστε να καλύπτει όλες τις αξιώσεις της ενάγουσας. Είναι στην αποκλειστική αρμοδιότητα του διαιτητή, υπόδειξε ο συνήγορος, να διαπιστώσει και αποφασίσει κατά πόσο η ενάγουσα όφειλε όντως χρήματα στην εναγόμενη και εάν, κατά συνέπεια, εδικαιολογείτο η διακοπή εκτέλεσης των εργασιών. Αυτή, εισηγήθηκε, ήταν η γενεσιουργός αιτία όλων των διαφορών που προέκυψαν ή ανεφύησαν στην πορεία μεταξύ των μερών. Όσον αφορά το Τεκμήριο 2Α, την αυθεντικότητα του οποίου αμφισβητεί η εναγόμενη, υποδεικνύει πως από τα δεδομένα που παρατέθηκαν, εύλογα συνάγεται πως δεν κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε ο συνήγορος, η ανταπαίτηση της εναγόμενης, όπως παρατέθηκε στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της, εμπίπτει σαφώς στη ρήτρα διαιτησίας και περί αυτού δεν υπήρξε αντίθετη εισήγηση. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 που διαλαμβάνει τα ακόλουθα: " Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.» Ότι υπάρχει ρήτρα διαιτησίας στο συμβόλαιο που υπόγραψαν οι διάδικοι, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Η βασική πρόνοια περιέχεται στα εδάφια
(1)-
(5)του άρθρου 36 του συμβολαίου (Τεκμήριο 1), τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «Aρθρο 36: Επίλυση διαφορών
(1)Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφ' ενός και του Εργολάβου αφ' ετέρου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Άρθρου 14Α των παρόντων Όρων) είτε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά τη συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πριν είτε μετά την λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, σε ό,τι αφορά (α) την ερμηνεία του παρόντος Συμβολαίου, ή (β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιον και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών συμπεριλαμβανομένων οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου στην κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης εκ μέρους του Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο Εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του ποσού Συμβολαίου βάσει του Άρθρου 31
(6)(γ) των παρόντων Όρων ή των δικαιωμάτων και των ευθυνών των μερών στο παρόν Συμβόλαιον βάσει των Άρθρων 26, 27, 33 ή 34 των παρόντων Όρων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συμφωνίας από τον εργοδότη ή τον Αρχιτέκτονα εκ μέρους του ή από τον Εργολάβο, τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, εις τον Αρχιτέκτονα (με ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος άρθρου και, ανάλογα με την περίπτωση, με αντίγραφο προς το άλλο μέρος) προς επίλυση και έκδοση από τον ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλούμενη «η Απόφαση του Αρχιτέκτονα»).
(2)Εις περίπτωση που, βάσει της παραγράφου
(1)του παρόντος Άρθρου η αμφισβήτηση ή διαφορά υποβάλλεται προς επίλυση εις τον Αρχιτέκτονα, εκτός εάν εν τω μεταξύ οι Εργασίες έχουν εγκαταλειφθεί ή η εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου έχει ή κατ' ισχυρισμό έχει λυθεί, ο Εργολάβος, εις κάθε περίπτωση, θα συνεχίζει την εκτέλεση των Εργασιών με την απαιτούμενη σπουδή και προσοχή και τόσο ο Εργοδότης όσο και ο Εργολάβος θα εφαρμόζουν πιστά την οποιαδήποτε Απόφαση του Αρχιτέκτονα εκτός εάν και μέχρις ότου αυτή τροποποιηθεί μετά από παραπομπή της εν λόγω αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία βάσει της παραγράφου
(4)του παρόντος Άρθρου.
(3)Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα, μεταξύ άλλων, θα αναφέρει ρητά ότι πρόκειται περί Απόφασης η οποία εκδίδεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παραγράφου
(1)του παρόντος Άρθρου. Εις περίπτωση που μια τέτοια Απόφαση δεν περιλαμβάνει την προαναφερόμενη ρητή αναφορά τότε δεν θα θεωρείται ως Απόφαση του Αρχιτέκτονα εκδιδόμενη συμφώνως προς την παράγραφο
(1)του παρόντος Άρθρου ούτε και θα έχει οποιονδήποτε νομικό αποτέλεσμα το οποίο άπτεται μιάς τέτοιας Απόφασης.
(4)Ο Αρχιτέκτονας θα έχει υποχρέωση να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του τόσο εις τον Εργοδότη όσο και εις τον Εργολάβο εντός 28 ημερών από την ημερομηνία υποβολής του προς επίλυση θέματος. Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη εκτός εάν είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της Απόφασης, με γραπτή ειδοποίηση προς τον Αρχιτέκτονα και με αντίγραφο προς το άλλο μέρος προβάλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο μέρος της Απόφασης, εις την οποία περίπτωση ή εις περίπτωση όπου ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται, το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται, με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος, να αξιώσει την άμεση παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία. Πάντοτε νοουμένου ότι, εις περίπτωση που ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται αλλά κατόπιν τούτου ουδέν μέρος αξιώσει, εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, την παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία, τότε, αφ' ενός η προαναφερόμενη παράλειψη του Αρχιτέκτονα θα θεωρείται ως τελεσίδικη απόρριψη από τον ίδιο οποιωνδήποτε αιτημάτων τα οποία αποτελούν το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς και εφ' ετέρου η προαναφερόμενη μη αξίωση για παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία θα θεωρείται ως οριστική και αδιαμφισβήτητη αποδοχή και από τα δύο μέρη της απόρριψης των αιτημάτων όπως προαναφέρεται, περαιτέρω δε, ουδεμία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία σε σχέση με το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς θα επιτρέπεται να προωθηθεί εκ νέου είτε διά Διαιτησίας είτε βάσει οποιωνδήποτε άλλων προνοιών του παρόντος Συμβολαίου.
(5)Εις περίπτωση παραπομπής της αμφισβήτησης ή διαφοράς σε Διαιτησία βάσει της παραγράφου
(4)του παρόντος Άρθρου, οι ακόλουθες πρόνοιες θα έχουν εφαρμογή: (α) Οποιοδήποτε μέρος, με σχετική επιστολή, θα καλεί το άλλο μέρος σε συνάντηση εντός τακτής προθεσμίας (η οποία προθεσμία δεν θα είναι μικρότερη των 7 ημερών) προς επίτευξη συμφωνίας για τον από κοινού διορισμό ενός Διαιτητή κοινής αποδοχής για να ενεργήσει ως από κοινού διοριζόμενος Διαιτητής για την επίλυση της αμφισβήτησης ή διαφοράς. Εάν εντός 14 ημερών από την ημερομηνία εκπνοής της χρονικής προθεσμίας η οποία καθορίζεται στην προαναφερόμενη επιστολή τα μέρη δεν συμφωνήσουν, για οποιονδήποτε λόγο, ως προς τον από κοινού διορισμό ενός Διαιτητή κοινής αποδοχής, τότε οποιοδήποτε μέρος θα έχει δικαίωμα, δια ειδοποιήσεως με συστημένη επιστολή, ή με πιστοποιημένη παράδοση προς το άλλο μέρος να διορίσει ένα Διαιτητή της επιλογής του και να απαιτεί από το άλλο μέρος να ορίσει και ο ίδιος τον Διαιτητή της δικής του επιλογής. Εάν εντός 7 ημερών από της λήψης της προαναφερόμενης ειδοποίησης, το άλλο μέρος, για οποιονδήποτε λόγο, αρνηθεί ή παραλείψει να ορίσει και ο ίδιος τον Διαιτητή της δικής του επιλογής, τότε θα ισχύουν και θα τίθενται σε εφαρμογή οι σχετικές πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφάλαιο 4, της Δημοκρατίας. (β) .........................» Έχει νομολογηθεί ότι η ρήτρα διαιτησίας δεν καταργεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αλλά παρέχει δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν. Κουρουκλίδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1374). Το άρθρο 8 του Κεφ.4, παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική εξουσία για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες βασικές προϋποθέσεις: α) Ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. β) Έναρξη διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου από πρόσωπο που προσδιορίζεται στη σχετική πρόνοια. γ) Η αίτηση για αναστολή να υποβάλλεται το ταχύτερον και προτού ληφθούν νέα διαβήματα από τον αιτητή (βλ. Vector Onega A.G. v. "M/v Girvas" κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1). δ) Η δικαστική διαδικασία να αφορά ζήτημα που σχετίζεται με τη ρήτρα διαιτησίας και ε) Ο αιτητής να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας (βλ. επίσης Bulfracht v. Third World Steel Co. Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 148). Έχω εξετάσει την αίτηση, υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα και αφού έλαβα υπόψη τις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, εκτιμώ ότι συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις και ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία, όπως συμφωνήθηκε από τις δύο πλευρές, με τη γραπτή συμφωνία τους, Τεκμήριο 1. Το Δικαστήριο συμφωνεί με τη βασική θέση της εναγόμενης ότι το κυρίαρχο θέμα της διαφοράς εστιάζεται στο κατά πόσο δικαιολογημένα ή όχι, διέκοψε τις εργασίες. Το ζήτημα αυτό συναρτάται με την προβληθείσα προς τον αρχιτέκτονα αξίωση της για πληρωμή συγκεκριμένου ποσού για εκτελεσθείσες εργασίες. Η διαφορά αυτή, εμπίπτει σαφώς στη ρήτρα διαιτησίας, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 36 του Τεκμηρίου 1 (ανωτέρω). Ομοίως, οι αξιώσεις της ενάγουσας για υπερπληρωμές καθώς και για κακοτεχνίες, εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας. Η εισήγηση της ενάγουσας πως οι αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή της δεν εμπίπτουν στη ρήτρα διαιτησίας δεν ευσταθεί. Το Δικαστήριο συμφωνεί με τη θέση της εναγόμενης πως η σχετική πρόνοια (όρος 36 του Τεκμηρίου 1) είναι τόσο ευρεία, ώστε να καλύπτει όλες τις διαφορές των διαδίκων, τόσο σε σχέση με την αξία και την ποιότητα των εργασιών όσο και με την ερμηνεία των όρων του συμβολαίου. Ούτε η εισήγηση της ενάγουσας πως η εναγόμενη δεν επέδειξε την απαιτούμενη σπουδή για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία κρίνεται βάσιμη. Με βάση τα γεγονότα, όπως εύλογα προκύπτουν από το περιεχόμενο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση και την ένσταση, δεν διαφαίνεται αδράνεια ή παραίτηση της εναγόμενης από το δικαίωμα της για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, με βάση τους αναφερθέντες όρους της συμφωνίας. Αντίθετα, εκείνο που συνάγεται από τα τεκμήρια και την αλληλογραφία που κατατέθηκε (βλ. Τεκμήρια 2 και 3 στην αίτηση) είναι πως η ενάγουσα έσπευσε να τερματίσει το συμβόλαιο αμέσως μετά που η εναγόμενη ζήτησε επιτακτικά, μέσω του δικηγόρου της, από τον αρχιτέκτονα να εκδώσει απόφαση, ώστε να δυνηθούν να ενεργοποιήσουν τη διαδικασία διαιτησίας. Ακολούθως, προχώρησε με την καταχώριση της αγωγής, αντί να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία. Όσον αφορά την εισήγηση ότι η εναγόμενη έλαβε γνώση της απόφασης του αρχιτέκτονα στις 30.4.2013, η αλληλογραφία που ακολούθησε, δεν υποστηρίζει αυτή τη θέση. Το γεγονός ότι η ενάγουσα αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της εναγόμενης, χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικό στοιχείο που να τεκμηριώνει τη θέση της ότι η απόφαση του αρχιτέκτονα Τεκμήριο 2Α κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη, δεν αποδυναμώνει την εκδοχή της ενάγουσας ούτε ισοδυναμεί με αποδοχή των ισχυρισμών της, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος της ενάγουσας. Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να ανασταλεί η διαδικασία και να παραπεμφθεί η υπόθεση σε διαιτησία, όπως ήταν η επιθυμία των διαδίκων, με βάση τις αναφερθείσες ρητές πρόνοιες της συμφωνίας τους. Εκδίδεται κατά συνέπεια διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης εκτός εάν οι διάδικοι, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από σήμερα, συμφωνήσουν σε διορισμό ενός διαιτητή κοινής αποδοχής, ο οποίος θα ενεργήσει ως από κοινού διοριζόμενος διαιτητής για την επίλυση όλων των διαφορών των διαδίκων που πηγάζουν από το συμβόλαιο Τεκμήριο 1. Το πρόσωπο που θα διοριστεί ως διαιτητής, όπως πιο πάνω αναφέρεται, οφείλει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση με επισυνημμένη τη συγκατάθεση του στο σχετικό διορισμό, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία του διορισμού του. Ο διαιτητής δύναται να παραπέμπει στο Δικαστήριο για γνωμάτευση, τυχόν νομικό ή νομικά ζητήματα τα οποία θα εγείρονται κατά τη διάρκεια της διαιτησίας. Οφείλει δε να ενεργήσει τάχιστα προς επίλυση της διαφοράς και να καταθέσει την απόφαση του εντός εννέα
(9)μηνών από το διορισμό του. Τα έξοδα της διαιτησίας αφήνονται στην κρίση του διαιτητή, ως διαλαμβάνεται στο πρώτο Παράρτημα του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της ενάγουσας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)............ Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για διακοπή της αγωγής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.