M. Menicou Building Contractors Ltd ν. Λουκίας Παυλίδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5054/12, 6/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5054/12 Μεταξύ: M. Menicou Building Contractors Ltd Εναγόντων και Λουκίας Παυλίδου Κωνσταντίνου Ιωάννου Εναγόμενων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 28.6.2013 Ημερομηνία: 6.3.2014 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Φ. Τσιρίδου Για εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κα Κ. Αρκάδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η διάφορες αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 σύμφωνα με την αγωγή του πρώτων, συνοπτικά εδράζονται στα ακόλουθα γεγονότα: Οι ενάγοντες είναι εργοληπτική εταιρεία και στον ουσιώδη χρόνο κατόπιν υποβολής προσφοράς συμφώνησαν με την εναγόμενη όπως ανεγείρουν οικοδομή - συγκεκριμένα, διώροφη κατοικία με βοηθητική οικοδομή - σε κάποιο ακίνητό της, εντός καθορισμένου χρόνου. Ο εναγόμενος, δυνάμει της ίδιας συμφωνίας διορίστηκε ως αρχιτέκτονας και/ή επιβλέπων του επίδικου έργου. Η εναγόμενη, δυνάμει πάντοτε της ίδιας συμφωνίας ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώνει τους ενάγοντες με βάση τα πιστοποιητικά πληρωμής που θα εκδίδονταν περιοδικά από τον εναγόμενο, σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών. Οι ενάγοντες, μετά από παράκληση και/ή οδηγίες των εναγόμενων εκτέλεσαν και επιπλέον εργασίες, οι οποίες δεν προβλέπονταν στην αρχική συμφωνία και/ή ήταν εκτός των αρχικών σχεδίων. Από την έναρξη των εργασιών παρουσιάστηκαν προβλήματα, αναγόμενα στη συμπεριφορά των εναγόμενων, με συνέπεια την καθυστέρηση στη διεκπεραίωση του έργου. Εξαιτίας της συμπεριφοράς της εναγόμενης, στην οποία αποδίδεται και παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της έναντι των εναγόντων, αυτοί υπέστησαν ζημιά, ύψους €5.000,
- Επιπλέον, η εναγόμενη, από τις αρχές του 2011 τούς οφείλει και το ποσό των €32.278,90, για εκτελεσθείσες εργασίες, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους αμελεί και/ή αρνείται και/ή παραλείπει να τους καταβάλει, ενώ παρεμβαίνει και/ή εμποδίζει την έκδοση του σχετικού διατακτικού πληρωμής του ποσού αυτού βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας. Με τη σειρά του, ο εναγόμενος, εντελώς αδικαιολόγητα και κατά παράβαση των καθηκόντων του αρνείται και/ή παραλείπει και/ή αμελεί να εκδώσει το υπό αναφορά πιστοποιητικό πληρωμής και/ή τελικό πιστοποιητικό πληρωμής. Οι ενάγοντες καταλογίζουν στους εναγόμενους ότι συνεργάστηκαν και/ή συμφώνησαν να τους προκαλέσουν ζημιά και/ή βλάβη αφήνοντάς τους απλήρωτους για εργασίες που έχουν εκτελέσει. Ένεκα όλων των πιο πάνω, οι ενάγοντες, γύρω στον Ιούλη του 2011 βασισμένοι στην επίδικη συμφωνία ανέστειλαν τις εργασίες τους στο εργοτάξιο και ζήτησαν εκ νέου πληρωμή των ποσών που τους οφείλονταν και/ή έκδοση σχετικού διατακτικού πληρωμής. Η εναγόμενη, τους δήλωσε πως δεν επιθυμεί συνέχιση της μεταξύ τους συμφωνίας την οποία τερμάτισε παράνομα, αναθέτοντας σε άλλους εργολάβους και/ή τεχνίτες την εκτέλεση των εργασιών στην κατοικία της. Οι ενάγοντες, μετά από επανειλημμένες ειδοποιήσεις τους προς τους εναγόμενους για να τους ξοφλήσουν, γύρω στις 2.11.2011, με επιστολή των δικηγόρων τους τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και ζήτησαν ξανά από τους εναγόμενους εξόφληση του ποσού που τους οφείλουν. Με την αγωγή τους, αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων τ' ακόλουθα: «ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΚΑΙ/Η ΧΩΡΙΣΤΑ: Α. €33.285,38 πλέον Φ.Π.Α., όπως φαίνεται στην παράγραφο 22 πιο πάνω. Β. Τόκους 9% κατ' έτος επί οποιουδήποτε ποσού το Δικαστήριο θα επιδικάσει προς όφελος των Εναγόντων. Γ. Διαζευκτικά, Νόμιμο Τόκο. Δ. Τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής πλέον Φ.Π.Α. (Α.Μ.Φ.Π.Α. 1024227G) και έξοδα επίδοσης. ΚΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 Α. €5.000 ποσό που αντιπροσωπεύει την υπολογισθείσα ζημιά των Εναγόντων όπως αναφέρεται στην παράγραφο 17 πιο πάνω πλέον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας στο πιο πάνω ποσό. Β. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά προς την απαίτηση των πιο πάνω παραγράφων, γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου και/ή την αναστάτωση του εργοταξίου και/ή τις παρεμβάσεις των Εναγομένων και/ή τις καθυστερήσεις πληρωμής διατακτικών από τους Εναγόμενους και/ή την παρεμπόδιση της έκδοσης διατακτικών προς όφελος των Εναγόντων πλέον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας επί του οποιουδήποτε ποσού θα ήθελε επιδικάσει το Σεβαστό Δικαστήριο. Γ. Τόκους 9% κατ' έτος επί οποιουδήποτε ποσού το Δικαστήριο θα επιδικάσει προς όφελος των Εναγόντων. Δ. Διαζευκτικά, Νόμιμο Τόκο». Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους εγείρουν προδικαστική ένσταση, με την οποία ισχυρίζονται ότι η αγωγή δεν μπορεί να προωθηθεί επειδή η επίδικη συμφωνία διαλαμβάνει πρόνοια ότι σε περίπτωση που αναφυεί οποιαδήποτε διαφορά για οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης σε σχέση με το συμβόλαιο και/ή την εκτέλεση των εργασιών παραπέμπεται σε διαιτησία. Επί της ουσίας όσων συνθέτουν τη βάση της αγωγής παραδέχονται μέρος των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόντων ενώ αρνούνται και απορρίπτουν όλους τους ισχυρισμούς τους που θεμελιώνουν την αιτία της αγωγής τους και τις εναντίον τους αξιώσεις. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, το περιεχόμενο των παραγράφων 18 μέχρι 20 της υπεράσπισης παρατίθεται αυτούσιο: «
- Οι Εναγόμενοι πέραν των ανωτέρω περαιτέρω ισχυρίζονται ότι με υπαιτιότητα των Εναγόντων από τα αρχικά στάδια της οικοδομής (σκελετός οικοδομής) καθώς και στη συνέχεια με έμφαση στα «τελειώματα», εμφανίζοντο σοβαρές κακοτεχνίες με αποτέλεσμα η Εναγομένη αρ. 1 να εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις και παράπονα. Παρά ταύτα η Εναγομένη αρ. 1 κατέβαλλε στο ακέραιο τα ποσά που ενέκρινε με σχετικά διατακτικά πληρωμής ο Εναγόμενος αρ. 2 αφού οι Ενάγοντες υπόσχονται ότι θα αποκαθιστούσαν και επιδιόρθωναν τις όποιες κακοτεχνίες.
- Οι Ενάγοντες κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν αμελείς και αδιάφοροι. Εργοδοτούσαν μη προσοντούχο και/ή έμπειρο και/ή ικανό προσωπικό σε μια προσπάθεια να μειώσουν τα κόστα τους και να αποκομίζουν μεγαλύτερο κέρδος. Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο μοναδικός Κύπριος εργοδοτούμενος ήταν ο επιστάτης. Όλο το υπόλοιπο προσωπικό ήταν αλλοδαπό χωρίς της απαραίτητες γνώσεις, τεχνική, πείρα και ικανότητα.
- Είναι επίσης ισχυρισμός των Εναγομένων ότι πέραν της σοβαρής καθυστέρησης του έργου και τις σοβαρές κακοτεχνίες, οι Ενάγοντες δεν πλήρωναν εμπρόθεσμα τους υπεργολάβους τους (ηλεκτρολόγο και μπογιατζή) παρόλη την έγκριση ποσών υπό του Εναγομένου αρ. 2, με αποτέλεσμα αυτοί να καθυστερούν τις εργασίες τους στο εργοτάξιο. Ως εκ τούτου ο Εναγόμενος αρ. 2 σε συνεννόηση με την Εναγόμενη αρ. 1 και τους Ενάγοντες συνεφώνησαν να πληρώνει η ίδια η Εναγομένη αρ. 1 απευθείας τους εν λόγω υπεργολάβους προκειμένου οι τελευταίοι να μην καθυστερούν τις εργασίες τους στο εργοτάξιο». Δυνάμει ανταπαίτησης, η εναγόμενη αξιώνει εναντίον των εναγόντων το ποσό των €32,236,
- Οι ενάγοντες, με την υπό κρίση αίτηση ζητούν: «
- Διάταγμα για τη διαγραφή όλων των πιο κάτω αναφερομένων ως σκανδαλωδών και/ή αχρήστων και/ή ενοχλητικών και/ή ασχέτων και/ή προκαλούντων αμηχανία και/ή ως τεινόντων να δημιουργήσουν προκατάληψη και/ή αμηχανία και/ή ως αποτελούντων μαρτυρία και/ή ως αποτελούντων συμπεράσματα και/ή ευρήματα τα οποία είναι αρμοδιότητα και εξουσία του Δικαστηρίου κατά παράβαση των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και/ή ως αποτελούντων παραβίαση της Νομοθεσίας και/ή του Συντάγματος και/ή ως τεινόντων να καθυστερήσουν τη δικαία διεξαγωγή της διαδικασίας. 1.
- Στην παράγραφο 19 της Υπεράσπισης τη φράση/το μέρος την εν λόγω παραγράφου που ξεκινά στην τρίτη γραμμή με τις λέξεις «.σε μια προσπάθεια να μειώσουν τα κόστα τους και να αποκομίζουν μεγαλύτερο κέρδος». 1.
- Στην παράγραφο 19 της Υπεράσπισης τη φράση «Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο μοναδικός Κύπριος εργοδοτούμενος ήταν ο επιστάτης» που βρίσκεται στην τέταρτη και πέμπτη γραμμή και τη φράση «Όλο το υπόλοιπο προσωπικό ήταν αλλοδαπό.» που βρίσκεται στην πέμπτη και έκτη γραμμή της εν λόγω παραγράφου.
- Διάταγμα όπως, στο μεταξύ, όλες οι περαιτέρω διαδικασίες της αγωγής ανασταλούν μέχρι της υπακοής των Εναγομένων στο οποιοδήποτε διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο να εκδώσει κάτω από τις περιστάσεις.
- Τα έξοδα της Αίτησης αυτής και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν από την τέτοια διαγραφή και/ή τροποποίηση να είναι έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.Θ.1, 2 και 3 και Δ.48 Θ.9(j), στον περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και ορισμένων άλλων Διακρίσεων Νόμο, άρθρα 3 μέχρι 8, στο άρθρο 28 του Συντάγματος και τέλος, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της περιέχονται στο φάκελο της υπόθεσης. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των εναγόμενων, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και των εξουσιών του για την απόδοση των αιτουμένων θεραπειών.
- Η αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχρηστική.
- Δεν συντρέχουν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι που εκ του νόμου και εκ της νομολογίας απαιτούνται ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης.
- Οι θέσεις των Αιτητών είναι γενικές και αόριστες και δεν παρατίθενται από πλευράς Αιτητών απολύτως κανένα στοιχείο ή επιχείρημα που να στηρίζει και/ή δικαιολογεί το αίτημα της και να αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση για στήριξη της αίτησης της.
- Η διαγραφή μέρους δικογράφου αποτελεί για τα δικαστήρια εξαιρετικό μέτρο αναφορικά με την άσκηση του συνεπώς αν και όταν ασκηθεί θα πρέπει να συντρέχουν και οι ανάλογοι εξαιρετικοί λόγοι που στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχουν.
- Η διαγραφή μέρους δικογράφου ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το μέρος του δικογράφου που ζητείται η διαγραφή του, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου.
- Η παρούσα αίτηση δεν αποσκοπεί προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και επηρεάζονται και/ή πλήττονται άμεσα τα δικαιώματα των Εναγόντων.
- Τα όσα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να διαγραφούν ως αποτελούντα γι' αυτούς ενοχλητικά ή άσχετα ή ενοχλητικά στοιχεία δεν είναι τέτοια αλλά καταγραφή και παράθεση θέσεων και γεγονότων σε δικόγραφα των οποίων η σύνθεση και σύνταξη συνάδει με τους κανόνες δικογραφίας.
- Τα όσα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να διαγραφούν δεν αποτελούν ενοχλητικά ή άσχετα ή ενοχλητικά στοιχεία και ποσώς τείνουν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου με δυσμενείς εντυπώσεις.
- Τα όσα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να διαγραφούν συμπεριλήφθηκαν στην Υπεράσπιση σε απάντηση ισχυρισμών των Αιτητών που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης.
- Τα όσα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να διαγραφούν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα.
- Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στα δικόγραφα είναι βάσιμα και/ή αληθή χωρίς να έχει ακούσει μαρτυρία.
- Τα όσα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι θα πρέπει να διαγραφούν δεν επηρεάζουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης.
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή η νομική της βάση λανθασμένη και/ή βασίζεται στις λάθος διατάξεις των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβιάσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των Εναγομένων να ακουστεί η εκδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή με αλλότριο σκοπό και/ή παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα και/ή αρχή της ισότητας». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.Θ.1, 2 και 3, Δ.48 Θ.9 (κ) και Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον περί Καταπολέμησης των Φυλετικών και ορισμένων άλλων Διακρίσεων Νόμο, άρθρα 3 μέχρι 8, στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στην κείμενη νομοθεσία, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες, εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της δικηγόρου Κωνσταντίας Αρκάδη, η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει του λόγους ένστασης. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνονται η Δ.19 καθώς και Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με την πρώτη (Δ.19 Θ.26): «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Σύμφωνα με τη δεύτερη (Δ.27 Θ.3): «Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια.» Το υπό κρίση αίτημα, όπως είναι διατυπωμένο, κατά τη γνώμη μου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Δ.19 Θ.26, η οποία, μεταξύ άλλων, διέπει και το θέμα της διαγραφής μέρους δικογράφων για λόγους που αναφέρονται στο σχετικό θεσμό. Θεωρώ ότι η Δ.27 Θ.3 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωσή μας, επειδή, σε αντίθεση με την προηγούμενη, διέπει το θέμα της διαγραφής ολόκληρου του δικογράφου, για λόγους που επίσης αναφέρονται στο εν λόγω θεσμό. Αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση στην οποία θα ήθελα να προβώ. Απ' εκεί και πέρα, η Δ.19 Θ.4 προνοεί ότι: «κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνο, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που υποβάλλει το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπισή του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα ........................ .................................». Όπως αναφέρεται συναφώς με την παραπάνω διαταγή, στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αγγελίδου ν. Μούσουλου, Έφεση Αρ.18/2011, ημερομηνίας 26.7.2012: «Τα δικόγραφα αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αρχίζει και τελειώνει η προσφερόμενη δυνατότητα παρουσίασης της υπόθεσης ενός εκάστου διαδίκου. Η Δ.19 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιτακτικά καθορίζει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στα δικόγραφα γεγονότα, κατ΄αντίθεση προς τη μαρτυρία, και κατά δεύτερο λόγο τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από ένα διάδικο πρέπει να είναι ουσιώδη σχετιζόμενα με το επίδικο ζήτημα που τίθεται προς εκδίκαση. (βλ. Μαυρομιχάλη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, Γεωργίου Καψού
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 164 και Παγκύπριος Ετ.Αρτοποιών Λτδ., ν. Σαββίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 685». Σύμφωνα με την τελευταία (Σαββίδη, ανωτέρω): «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στηΔ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ. 4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ........" H έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 K.B. 697, 712, ελέχθη ότι: "Τhe word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;.." Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει ναδιαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196, 207». Και λίγο παρακάτω: «Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Βullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι αυτό μας δίνει ηBritish Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. .................................................................................................... Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing."». Παρατηρώ τα εξής: Η επίμαχη παράγραφος - 19 - μέρος της οποίας ζητούν τη διαγραφή οι ενάγοντες έχει ως ακολούθως - το προς διαγραφή μέρος παρατίθεται με έμφαση - : «Οι Ενάγοντες κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν αμελείς και αδιάφοροι. Εργοδοτούσαν μη προσοντούχο και/ή έμπειρο και/ή ικανό προσωπικό σε μια προσπάθεια να μειώσουν τα κόστα τους και να αποκομίζουν μεγαλύτερο κέρδος. Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο μοναδικός Κύπριος εργοδοτούμενος ήταν ο επιστάτης. Όλο το υπόλοιπο προσωπικό ήταν αλλοδαπό χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις, τεχνική, πείρα και ικανότητα.». Έχω τη γνώμη ότι το επίμαχο μέρος της υπεράσπισης των εναγόμενων θα πρέπει να διαγραφεί, σχεδόν για όλους τους λόγους που επιβάλλεται να συμβεί κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές. Καταρχήν, το θεωρώ αχρείαστο και καθόλου αναγκαίο, υπό την έννοια ότι, οι ισχυρισμοί των εναγόμενων που εμπίπτουν σ' αυτό, ιδωμένοι είτε αυτοτελώς είτε σε συνδυασμό με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στη σχετική παράγραφο 19 καθώς και σε άλλες παραγράφους, δεν εκθέτουν κάποιο ουσιώδες γεγονός που θα τους βοηθήσει καθοιονδήποτε τρόπο να στηρίξουν είτε την υπεράσπισή τους στην αγωγή είτε την ανταπαίτησή τους εναντίον των εναγόντων. Το ουσιώδες γεγονός επί του οποίου μπορούν να οικοδομήσουν κατά τη δίκη που είναι συνταγμένο ορθά και δικονομικά με παραδεκτό τρόπο είναι ό, τι απομένει στην παράγραφο 19, μετά από αφαίρεση του προς διαγραφή μέρους της, η οποία διαμορφώνεται ως ακολούθως: «Οι Ενάγοντες κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν αμελείς και αδιάφοροι. Εργοδοτούσαν μη προσοντούχο και/ή έμπειρο και/ή ικανό προσωπικό χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις, τεχνική, πείρα και ικανότητα.». Εάν ο ισχυρισμός τους ότι οι ενάγοντες κατά την εκτέλεση των επίδικων εργασιών εργοδοτούσαν μη προσοντούχο και/ή έμπειρο και/ή ικανό προσωπικό, χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις, τεχνική, πείρα και ικανότητα στοιχειοθετηθεί με αποδεκτή μαρτυρία, ο λόγος που οι ενάγοντες λειτουργούσαν κατά τον τρόπο που τους προσάπτουν ή το κίνητρο τους υπέχει μηδενικής αξίας, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του βασικού ισχυρισμού τους που περιέχεται στην ίδια παράγραφο, ότι οι ενάγοντες κατά την εκτέλεση της επίδικης εργασίας ήταν αμελείς και αδιάφοροι. Κατά τα λοιπά, το προς διαγραφή μέρος, δεν έχει θέση στην υπεράσπιση, επειδή είναι σαφές ότι αποτελεί μαρτυρία με την οποία οι εναγόμενοι θα επιχειρήσουν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους ότι οι ενάγοντες κατά την εκτέλεση των εργασιών τους ήταν αμελείς και απρόσεκτοι. Ότι περί αυτού πρόκειται αντανακλάται τόσο από το περιεχόμενο όσο και από τη διατύπωση του εν λόγω ισχυρισμού. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν περιέλαβαν και τη λέξη «παράδειγμα» μετά τη λέξη «Χαρακτηριστικό» στην επίμαχη φράση «Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο μοναδικός Κύπριος εργοδοτούμενος ήταν ο επιστάτης.» δεν αναιρεί το ουσιαστικό γεγονός, ότι, στο σύνολό του το σχετικό απόσπασμα αποτελεί μαρτυρία. Στο σύνολό του το προς διαγραφή μέρος της παραγράφου 19, θα πρέπει να διαγραφεί και για τον επιπλέον λόγο ότι είναι ενοχλητικό και σκανδαλώδες και σαφώς τείνει να προκαταλάβει την κρίση μου επί του ισχυρισμού των εναγόμενων ότι οι ενάγοντες κατά την εκτέλεση της εργασίας τους ήταν αμελείς και αδιάφοροι, υπό την εξής έννοια: Έχοντας υπόψη ότι ο παραπάνω ισχυρισμός τους είναι άμεσα σχετικός με τον ισχυρισμό τους ότι με υπαιτιότητα των εναγόντων εμφανίστηκαν κακοτεχνίες στο επίδικο έργο, οπότε, αυτοί, όχι μόνο δε δικαιούνται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό εναντίον τους, αλλά, αντίθετα οφείλουν να επιστρέψουν στην εναγόμενη συγκεκριμένα ποσά, με το να τους καταλογίζουν ότι ο λόγος που με εξαίρεση τον επιστάτη που ήταν Κύπριος, το υπόλοιπο προσωπικό που εργοδοτούσαν αποτελείτο από αλλοδαπούς που δεν ήταν έμπειροι, ικανοί, προσοντούχοι κ.λ.π., κάτι που έκαναν, όπως επεξηγούν (γεγονός που αποτελεί ακόμη ένα λόγο διαγραφής -η επεξήγηση ισχυρισμού-) στην προσπάθειά τους να μειώσουν τα κόστη τους και να αποκομίζουν μεγαλύτερο κέρδος, τους δυσφημούν. Και τούτο, επειδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, τους προσάπτουν ότι είναι ανεύθυνοι ως επαγγελματίες και ότι η μόνη έγνοια τους κατά την εκτέλεση των εργασιών τους ήταν να κερδοσκοπήσουν και όχι η ποιότητα της εργασίας τους, αδιαφορώντας έτσι για τις επιπτώσεις που ενείχε αυτό στα συμφέροντα της εναγόμενης η οποία τους ανέθεσε τις επίδικες εργασίες. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα, ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Επειδή, η παράγραφος 19 της υπεράσπισης, όπως διαμορφώνεται, ουδεμία αλλοίωση επί της ουσίας όσων ισχυρίζονται με αυτή οι εναγόμενοι παρουσιάζει, δεν τίθεται θέμα να δοθεί η δυνατότητα στους τελευταίους να καταχωρήσουν νέο δικόγραφο. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Διαγραφή μέρους δικογράφου (απάντησης στην υπεράσπιση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο