← Κύπρος

MAGIN SERGEY GENNADIEVICH ν. CIRCUITLAND DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 4961/13, 20/3/2014

MAGIN SERGEY GENNADIEVICH ν. CIRCUITLAND DEVELOPMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 4961/13, 20/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A127 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4961/13 Μεταξύ: MAGIN SERGEY GENNADIEVICH, εκ Μόσχας Ενάγοντα -και-

  1. CIRCUITLAND DEVELOPMENTS LTD, εκ Λεμεσού
  2. CAMELOT GROUP LTD, εκ Χονγκ Κόγκ
  3. MOSKALEV MAXIM VLADIMIROVICH, εκ Ρωσίας και τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο
  4. AGRAMAKOV DMITRY VLADIMIROVICH, εκ Ρωσίας και τώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο
  5. CAMELOT SEALINE LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων --------------------------------------- Aίτηση ημερ. 8.11.2013 και Διάταγμα ημερ. 12.11.2013 20 Μαρτίου, 2014 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Σ. Πίττας (για την εκφώνηση της απόφασης κ. Φλουρέντζος) Για Εναγόμενους 1 & 5-Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Παπαϊωάννου για κ. Φράγκο Για Εναγόμενους 2 & 3-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Λεοντίου με κα Δ. Γεωργιάδου Για Εναγόμενο 4-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Α. Τσιρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από την καταχώριση μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 8.11.2013 το Δικαστήριο εξέδωσε στις 12.11.2013 τα ακόλουθα διατάγματα: "
  6. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει και/ή εμποδίζει την οποιανδήποτε αλλαγή στην μετοχική δομή και/ή τους μετόχους των Εναγομένων Αρ. 1 και Αρ. 5 και/ή στους Διευθυντές και/ή στους αξιωματούχους και/ή στον Γραμματέα και/ή στον Παροχέα Υπηρεσιών (SERVICE PROVIDER) και/ή στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγομένων Αρ. 1 και Αρ. 5, χωρίς την γραπτή εξουσιοδότηση και/ή συμφωνία του Ενάγοντα, και/ή των αντιπροσώπων αυτού μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  7. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου, που απαγορεύει στην Εναγόμενη Αρ. 2, και/ή στους αξιωματούχους και/η αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής από του προβούν σε οποιανδήποτε μεταβίβαση, πώληση και/ή διάθεση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση του 100% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης Αρ. 1 και της Εναγόμενης Αρ. 5 που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγόμενης Αρ. 2, χωρίς την γραπτή εξουσιοδότηση και/ή συμφωνία του Ενάγοντα, και/ή των αντιπροσώπων αυτού, μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγή και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  8. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου, που απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη Αρ. 2, από του να λάβει οποιανδήποτε απόφαση και/ή ψήφισμα ως μέτοχος της Εναγόμενης Αρ. 1 και της Εναγόμενης Αρ. 5, το οποίο να αφορά είτε την αλλαγή της υφιστάμενης δομής του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή των αξιωματούχων της Εναγόμενης Αρ. 1 και της Εναγόμενης Αρ. 5, συμπεριλαμβανομένων και του Γραμματέα, είτε να αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης Αρ. 1 και της Εναγόμενης Αρ. 5 ως και των θυγατρικών αυτής, χωρίς την γραπτή εξουσιοδότηση και συμφωνία του Ενάγοντα, και/ή των αντιπροσώπων αυτού, μέχρι τελικής ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
  9. Μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής, εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει στους Εναγόμενους Αρ. 1 - Αρ. 4 και/ή στους αντιπροσώπους αυτών, από του να προβούν άμεσα και/ή έμμεσα σε οποιανδήποτε: (I) Πώληση, διάθεση, αποξένωση ή επιβάρυνση των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη Αρ. 1 στις Κυπριακές και αλλοδαπές θυγατρικές Εταιρείες αυτής, Jugohrom Ferroalloys D.O.O. και Camelot Resources AG. (II) Πώληση, διάθεση, αποξένωση ή επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων των θυγατρικών εταιρειών της Εναγόμενης Αρ. 1, Jugohrom Ferroalloys D.O.O. και Camelot Resources AG. (III) Αλλαγή της δομής και/ή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (BOARD OF DIRECTORS) και/ή των αξιωματούχων (OFFICERS) και/ή των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου των θυγατρικών εταιρειών της Εναγόμενης Αρ. 1, Jugohrom Ferroalloys D.O.O. και Camelot Resources AG.
  10. Μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής, εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει στους Εναγόμενους Αρ. 2-5 και/ή στους αντιπροσώπους αυτών, από του να προβούν άμεσα και/ή έμμεσα σε οποιανδήποτε: (I) Πώληση, διάθεση, αποξένωση ή επιβάρυνση των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη Αρ. 5 στις θυγατρικές εταιρείες αυτής, Octopus Navigations Ltd και Pelorusia Navigation Ltd. (II) Πώληση, διάθεση, αποξένωση ή επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων των θυγατρικών εταιρειών της Εναγόμενης Αρ. 5, Octopus Navigations Ltd και Pelorusia Navigation Ltd. (III) Αλλαγή της δομής και/ή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Board of Directors) και/ή των αξιωματούχων (OFFICERS) των θυγατρικών εταιρειών της Εναγόμενης Αρ. 5, Octopus Navigations Ltd και Pelorusia Navigation Ltd.» Η Αίτηση Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ 1, 2 και 3, στα Άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στα Άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου (Ν.14/60), στα Άρθρα 1-10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (Ν.31(Ι)/92)και επί της εγγενούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που στηρίζει τις θέσεις του Αιτητή είναι του κ. Λούκα Κόκκινου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή. Στην ένορκη δήλωση του κ. Λούκα Κόκκινου αναφέρονται γεγονότα, στοιχεία και λεπτομέρειες ενισχυμένα με σχετικά τεκμήρια με βάση τα οποία στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 στα πλαίσια των αγώγιμων δικαιωμάτων του Ενάγοντα. Συνοπτικά τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης σύμφωνα με την πλευρά του Αιτητή έχουν ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας και οι Εναγόμενοι 3 και 4 συνδέονταν από μία μακρόχρονη στενή σχέση φιλίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η οποία απετέλεσε την βάση για την δημιουργία, λειτουργία και ραγδαία επέκταση του Ομίλου Εταιρειών CAMELOT. Στα πλαίσια συνεργασίας του Ενάγοντα με τους Εναγομένους 3 και 4 συστάθηκε ο Όμιλος Εταιρειών CAMELOT, ο οποίος ήταν ένας μεγάλος οργανισμός εταιρειών που είχε μεγάλο αριθμό διαφοροποιημένων επιχειρήσεων (DIVERSIFYING BUSINESS) με αρκετούς διαχωρισμούς, οργανισμός εταιρειών ο οποίος ανήκε σε τρεις συνεταίρους, ήτοι τον Ενάγοντα και τους εν λόγω Εναγομένους 3 και 4 (βλ. παράγραφο 9.5 της Ε.Δ. Κόκκινου). Ο ως άνω αναφερθείς όμιλος CAMELOT συμπεριλάμβανε όλες τις εταιρείες που βρίσκονταν υπό την διαχείριση της Global Consultancy Ltd ως παροχέα υπηρεσιών (SERVICE PROVIDER) (η «GCL»), ανήκαν και στους τρείς συνεταίρους (PARTNERS), ήτοι τον Ενάγοντα και τους Εναγόμενους 3 και 4, κατ' ίσα μέρη, ήτοι 1/3 έκαστος (βλ. παράγραφο 8.15.1 της Ε.Δ. Κόκκινου). Είχε συμφωνηθεί μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων 3 και 4 ότι η GCL, ως παροχέας υπηρεσιών (SERVICE PROVIDER) των εταιρειών του Ομίλου CAMELOT, θα ενεργούσε μόνο και αποκλειστικά κατόπιν γραπτών οδηγιών της FIONICA και ειδικότερα του κ. POTAPOV (βλ. παράγραφο 8.15.2 της Ε.Δ. Κόκκινου). Η FIONICA και ειδικότερα ο κ. POTAPOV, ήταν το πρόσωπο που είχε την εμπιστοσύνη και αποδοχή και των τριών συνεταίρων του Ομίλου CAMELOT, και ότι αυτός θα κοινοποιούσε μέσω της FIONICA στην GCL, τις ομόφωνες αποφάσεις και οδηγίες των τριών συνεταίρων του Ομίλου CAMELOT, αναφορικά με τις εταιρείες που βρίσκονταν υπό την εταιρική διαχείριση της GCL (βλ. παράγραφο 8.15.3 της Ε.Δ. Κόκκινου). Όλα τα ζητήματα και θέματα που αφορούσαν τις εταιρείες του Ομίλου CAMELOT, και που βρίσκονταν υπό την εταιρική διαχείριση της GCL, αποφασίζοντο ομόφωνα από τους τρείς συνεταίρους, ήτοι τον Ενάγοντα και τους Εναγομένους 3 και 4, και ότι κανένας από τους τρείς συνεταίρους του Ομίλου Εταιρειών, δεν είχε δικαίωμα να ενεργήσει διαφορετικά, παρά μόνο κατόπιν ομόφωνης απόφασης και των τριών συνεταίρων του Ομίλου CAMELOT (βλ. παράγραφο 8.15.4 της Ε.Δ. Κόκκινου). Υπήρχε αρκετή μυστικότητα και εμπιστευτικότητα στις εργασίες του Ομίλου CAMELOT, και γι' αυτόν τον λόγο σε κάποιες περιπτώσεις οι τρείς συνεταίροι δεν ήθελαν να εμφανιστούν και αποκαλυφθούν ως οι πραγματικοί ιδιοκτήτες κάποιων εταιρειών του Ομίλου CAMELOT (βλ. παράγραφο 8.15.6 της Ε.Δ. Κόκκινου). Μετά που άρχισε η συνεργασία και ίδρυση των διαφόρων κοινοπραξιών των τριών συνεταίρων, ήτοι του Ενάγοντα και των Εναγομένων 3 και 4, τόση ήταν η εμπιστοσύνη και οι στενές διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών, που ο Ενάγοντας παρέμεινε «μόνο με την προφορική συμφωνία που είχε με τους άλλους δύο συνεταίρους αυτού, ήτοι τους Εναγομένους 3 και 4, ότι η Εναγομένη 2 θα κατείχε τα περιουσιακά στοιχεία που θα αποκτούντο από τους τρεις συνεταίρους και θα ενεγράφοντο επ' ονόματι αυτής, δηλαδή της Εναγομένης 2 ως εμπιστευματοδόχος (TRUSTEE) και αντιπρόσωπος (NOMINEE) και των τριών συνεταίρων της κοινοπραξίας, ήτοι του Ενάγοντα και των Εναγομένων 3 και 4 κατά 1/3 έκαστος» (βλ. παράγραφο 9.15 της Ε.Δ. Κόκκινου). Ο Ενάγοντας μετά την χρησιμοποίηση του CAMELOT ως επωνυμίας του ομίλου των εταιρειών της κοινοπραξίας των τριών συνεταίρων και μετά που ο όμιλος αναπτύχθηκε και έγινε πλατιά γνωστός, δεν ήθελε να εμφανίζεται ανοικτά ως εγγεγραμμένος μέτοχος στην Εναγόμενη 2, γιατί ο Ενάγοντας είχε άμεση συμμετοχή και στην διεύθυνση και διαχείριση των Ρωσικών τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών εταιρειών που χρηματοδοτούσαν τις εργασίες και δραστηριότητες του ομίλου CAMELOT (βλ. παράγραφο 9.16 της Ε.Δ. Κόκκινου). Ένεκα των ανωτέρω προβλημάτων και της εμπιστοσύνης που υπήρχε ως και των στενών σχέσεων μέχρι πρόσφατα μεταξύ του Ενάγοντα και των συνεταίρων αυτού Εναγομένων 3 και 4 και ένεκα της διαπραγματευτικής δύναμης του Ενάγοντα ως του προσώπου που έλεγχε τις τράπεζες που χρηματοδοτούσαν όλες σχεδόν τις εργασίες του Ομίλου CAMELOT, ο Ενάγοντας δεν ζήτησε να εγγραφούν οποιεσδήποτε μετοχές της Εναγόμενης 2 επ' ονόματι αυτού, αλλά θεώρησε ότι ήταν εξασφαλισμένος, συνεπεία της συμφωνίας που είχε με τους συνεταίρους αυτού (τους Εναγόμενους 3 και 4), ότι η Εναγόμενη 2 θα κατείχε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που θα ενεγράφονταν επ' ονόματι της από τους τρεις συνεταίρους ως επίτροπος, εμπιστευματοδόχος (TRUSTEE) και αντιπρόσωπος (NOMINEE) των τριών συνεταίρων κατ' ίσα μέρη, που ήταν οι πραγματικοί και τελικοί δικαιούχοι (ULTIMATE BENEFICIARIES) (βλ. παράγραφο 9.17 της Ε.Δ. Κόκκινου). Βασιζόμενος στην ανωτέρω στενή σχέση εμπιστοσύνης (FIDUCIARY RELATIONSHIP) και των στενών διαπροσωπικών σχέσεων και των προφορικών συμφωνιών και αμοιβαίων διευθετήσεων που υπήρχαν μεταξύ των τριών συνεταίρων της κοινοπραξίας οι οποίες δέσμευαν και την Εναγόμενη 2 (η οποία, ήταν - όπως πίστευε τότε, ο Ενάγοντας κάτω από τον έλεγχο των Εναγομένων 3 και 4 αλλά ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και εμπιστευματοδόχος και των τριών συνεταίρων ενώ τώρα φαίνεται ότι είναι κάτω από τον έλεγχο του Εναγόμενου 3) ο Ενάγοντας συμφώνησε το 2008 όπως οι μετοχές της Εναγόμενης 5 και της CAMELOT FREIGHT SERVICES LTD, εγγραφούν επ' ονόματι της Εναγόμενης 2 και περί τον Σεπτέμβριο 2012, να μεταφέρουν επ' ονόματι της Εναγομένης 2 το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 -(αυτή η μεταβίβαση έγινε την 25/09/2012)- ως και των θυγατρικών αυτής, ήτοι μεταξύ άλλων της Σκοπιανής εταιρείας JOGOHROM που είχε το εργοστάσιο χάλυβα στα Σκόπια, και της Ελβετικής CAMELOT RESOURCES AG, που ήταν ο εμπορικός βραχίονας του ομίλου για την πώληση προϊόντων χάλυβα, που παρήγε η Σκοπιανή εταιρεία του ομίλου, σε εμπόρους στην Ευρώπη (βλ. παράγραφο 9.18 της Ε.Δ. Κόκκινου). Ενώ οι επιχειρήσεις του Ομίλου CAMELOT επεκτείνοντο ραγδαία από χρόνο σε χρόνο, και ενώ οι σχέσεις μεταξύ των τριών συνεταίρων εξελίσσονταν ομαλά, ξαφνικά το Καλοκαίρι του 2013, ο Ενάγοντας συνελήφθη από τις Ρωσικές αρχές για διερευνώμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων και δη για ισχυριζόμενη συμμετοχή του Ενάγοντα ως και άλλων προσώπων, τραπεζών κ.α., σε παράνομη μετατροπή μετρητών (ILLEGAL CASH CONVERSION) παρά το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν είχε καμία συμμετοχή στο διερευνώμενο ποινικό αδίκημα και δεν διέπραξε κανένα ποινικό αδίκημα, αλλά επειδή οχήματα (ARMOURED VEHICLES) της MASTBANK είχαν εντοπισθεί από την Ρώσικη αστυνομία να μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες μετρητών κλπ., ως υπεύθυνος και διαχειριστής της MASTBANK, ο Ενάγοντας συνελήφθη και διερευνάται η τυχόν συμμετοχή αυτού σε τέτοιες παράνομες συναλλαγές (βλ. παραγράφους 20 και 21 της Ε.Δ. Κόκκινου). Αντί ο Εναγόμενος 3 να σταθεί στο πλευρό του Ενάγοντα και να τον στηρίξει εκμεταλλεύθηκεν προς δικό του όφελος τα ανωτέρω προβλήματα του Ενάγοντα ως και την αδυναμία του να προστατέψει τα δικαιώματα αυτού (ενώ ήταν υπό κράτηση στα Ρωσικά κρατητήρια), και προχώρησε σε διαβήματα, τα οποία μεταξύ άλλων, παραβιάζουν την σχέση εμπιστοσύνης και τις διαπροσωπικές σχέσεις που υπήρχαν μεταξύ των τριών συνεταίρων και αποτελούν την βάση της συνεργασίας τους. Συγκεκριμένα παραβιάζουν τις διάφορες συμφωνίες και διευθετήσεις που υπήρχαν μεταξύ των τριών συνεταίρων και αποτέλεσαν την βάση της συνεργασίας αυτών, και την ίδρυση, λειτουργία και διαχείρισης των εταιρειών του Ομίλου CAMELOT, συμπεριλαμβανομένων και των Εναγομένων 1 και 5 και αποσκοπούν στην καταδολίευση του Ενάγοντα και την οικειοποίηση των περιουσιακών στοιχείων και μεριδίων του Ενάγοντα, μεταξύ άλλων στην Εναγόμενη 1 και Εναγόμενη 5 και των θυγατρικών αυτών. Γι' αυτό και κατέστη απολύτως αναγκαία η καταχώρηση της υπό εξέτασης Αίτησης (βλ. παραγράφους 22 και 23 της Ε.Δ. Κόκκινου). Στην ένορκη δήλωση αυτή επίσης γίνεται αναφορά σε πληροφορίες που δόθηκαν στην πλευρά του Αιτητή από τον κ. Potapov, ως το πρόσωπο που είχε την εμπιστοσύνη και των τριών συνεταίρων, όπως επίσης λειτουργούσε για την Εταιρεία Fionica, η οποία ήταν παροχέας υπηρεσιών των διεθνών εταιρειών του Ρωσικού Ομίλου Εταιρειών Camelot, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, ανήκει στους τρεις συνεταίρους, τον Ενάγοντα και τους Εναγομένους 3 και
  11. Επίσης, πηγές πληροφόρησης για την πλευρά του Αιτητή υπήρξαν ακόμη δυο άτομα, ο κ. Ντίνος Αντωνίου και η κα Φάνη Σχίζα, οι οποίοι είναι Διευθυντές και Αντιπρόσωποι της Εταιρείας GLOBALSERVE CONSULTANTS LTD (GCL) η οποία μέχρι σήμερα φαίνεται να ενεργεί ως παροχέας υπηρεσιών σε μεγάλο αριθμό εταιρειών της Κοινοπραξίας, όπως αποκαλείται, του Ενάγοντα με τους Εναγομένους 3 και 4 συμπεριλαμβανομένων και των Εναγομένων 1 και
  12. H GCL άρχισε συνεργασία με την εταιρεία Fionica, την οποία αντιπροσωπεύει, όπως ελέχθη, ο κ. Potapov και σύμφωνα με την θέση του Αιτητή ενώ αρχικά υπήρχε διστακτικότητα από πλευράς της Fionica να αποκαλυφθούν στην GCL οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των εν λόγω εταιρειών, εντέλει αποκαλύφθηκε ότι, οι υπηρεσίες που σχεδόν αποκλειστικά παρείχαν, αφορούσαν τον Ρώσικο Όμιλο Εταιρειών Camelot. Στα πλαίσια αυτά υπήρξε συνεργασία της Fionica με την GCL σε σχέση με τον Όμιλο Camelot και με βάση τις θέσεις που προβάλλονται, υπήρχαν δυο διαφορετικού τύπου εταιρείες του Ομίλου, στις οποίες παρείχοντο υπηρεσίες, αυτές που δηλώνονταν οι πραγματικοί δικαιούχοι και αυτές που είχαν ως εγγεγραμμένο μέτοχο αυτών την Εναγόμενη 5 (που ήταν η εταιρεία των Εναγομένων 2) ή την Κυπριακή Εταιρεία Lotaso, οι οποίες εμφανίζουν ως εγγεγραμμένους μετόχους είτε κάποιους από τους τρεις συνεταίρους είτε και τους τρεις. Στην Εναγόμενη 2 εγγεγραμμένοι μέτοχοι εμφανίζονται να είναι οι Εναγόμενοι 3 και 4 ενώ στην Lotaso εγγεγραμμένοι μέτοχοι εμφανίζονται να είναι ο Ενάγοντας και οι Εναγόμενοι 3 και
  13. Στα πλαίσια της συνεργασίας της GCL με την Fionica τα επόμενα χρόνια, γίνονται κάποιες αποκαλύψεις είτε εκ μέρους του κ. Potapov είτε εκ μέρους άλλων Εναγομένων είτε του κ. Konstantin Rezepin, Διευθυντή της Σκοπιανής Εταιρείας Εργοστασίου Χάλυβα, θυγατρικής εταιρείας της Εναγόμενης
  14. Με βάση αυτές τις αποκαλύψεις και/ή συζητήσεις προβάλλονται οι θέσεις ότι οι επίδικες εταιρείες και οι άλλες που συνδέονται μαζί τους, με τον τρόπο που εξηγείται, ανήκουν ουσιαστικά στους τρεις αυτούς συνεταίρους. Ως επιμέρους απόδειξη των ισχυρισμών αυτών, τίθενται είτε συζητήσεις είτε εξουσιοδοτήσεις είτε άλλα στοιχεία, τα οποία αποδεικνύουν, πάντα κατά την θέση της πλευράς του Αιτητή, την ύπαρξη ουσιαστικού δικαιώματος του Ενάγοντα στον Όμιλο Εταιρειών Camelot. Οι θέσεις των Εναγομένων Επί της αίτησης καταχωρήθηκε ένσταση από τους Εναγόμενους 2 και 3 και από τον Εναγόμενο
  15. Η Ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 έχει την ιδία νομική βάση και οι λόγοι που προβάλλονται είναι οι ακόλουθοι:
  16. Ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο τα ορθά γεγονότα ή/και παραπλάνησε το δικαστήριο προσκομίζοντας λανθασμένα γεγονότα, χωρίς περιορισμό, σε σχέση με τα πιο κάτω τα οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι: 1.1 Η χρηματοδότηση για την αγορά της Σκοπιανής εταιρείας Silmak D.O.O. αντί όπως αναφέρει ο Ενάγοντας δεν έγινε μέσω δανείων από διάφορες εταιρείες και μετά από διευθετήσεις του Ενάγοντα ως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, άλλα από αύξηση του κεφαλαίου της Εναγομένης 1 με την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο όπως φαίνεται από τους ετήσιους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 για το 2010, χρονιά που αγοράστηκε η Silmak D.O.O., ως περαιτέρω εξηγείται στις παραγράφους 56 μέχρι και 60 της ένορκης δήλωσης του κ. Maxim Moskalev ημερομηνίας 27/12/2013 που συνοδεύει την παρούσα ένσταση («η ΕΔ Moskalev»). 1.2 Το δάνειο που παραχωρήθηκε από την Εναγόμενη 1 (που αγόρασε το εργοστάσιο) στην Camelot Resources AG με την συμφωνία ημερομηνίας 02/03/2011 ως τροποποιήθηκε στις 01/07/2011 ήταν για το αρχικό ποσό των Δολαρίων Αμερικής 8,735,000 ως φαίνεται από τους ετήσιους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 για το έτος 2011 και όχι για το ποσό των Ευρώ 20,000,000 με σημερινό ιστάμενο υπόλοιπο Δολλάρια Αμερικής 16.160.700 και δεν είχε διευθετηθεί από τον Ενάγοντα ως ο ίδιος ισχυρίζεται. Η μόνη εισροή έγινε με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου προς την Εναγομένη 2 που είναι και η μέτοχος.
  17. Ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψε στο δικαστήριο επαρκώς ή καθόλου ουσιώδη γεγονότα ή/και μαρτυρία ή/και παρέβηκε την υποχρέωση του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (duty of full and frank disclosure) ή/και παραπλάνησε το δικαστήριο ή/και δεν παρουσίασε πλήρη και δίκαιη εικόνα, χωρίς περιορισμό, σε σχέση με τα πιο κάτω τα οποία γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι: 2.1 Ο κ. Ντίνος Αντωνίου, ο οποίος παρουσιάζεται ως πηγή πληροφοριών του κ. Λούκα Κόκκινου στην ένορκο δήλωση του που συνοδεύει την Αίτηση, ήταν κατά την περίοδο κατάρτισης των λογαριασμών της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2010 και 2011 διευθυντής τόσο της ελεγκτικής εταιρείας Dinos Antoniou & Co Ltd που είναι οι ελεγκτές της Εναγομένης 1 όσο και διευθυντής της Globalserve Consultants Ltd που ενεργεί ως παροχέας υπηρεσιών της Εναγόμενης 1 και ως εκ τούτου τεκμαίρεται ότι είχε γνώση των εν λόγω ετήσιων λογαριασμών, της εναγόμενης
  18. (Εισάγονται δηλαδή γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στα επίσημα έγγραφα). 2.2 Ο Ενάγοντας ουδέποτε διευθέτησε τη χρηματοδότηση των εργασιών των Εναγόμενων 1, 2, και 5 ή/και οποιασδήποτε άλλης θυγατρικής τους. (Βλ. παρ.72 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 3). Ο Ενάγοντας ουδέποτε υπήρξε διευθυντής σε οποιαδήποτε εταιρεία. 2.3 Ο κ. Potapov είναι καταζητούμενος από τις Ρωσικές Αρχές για διερευνώμενα αδικήματα σχετικά με ξέπλυμα βρώμικου χρήματος καθώς και για την δημιουργία και συμμετοχή σε εγκληματικής οργάνωση στη Ρωσία από τον Ιουλίου του 2013 και από τα τέλη Ιουλίου 2013 είναι φυγόδικος. 2.4 Η Εναγόμενη 2 δεν είναι μέτοχος σε τράπεζες. 2.5 Τόσο η Globalserve Consultants Ltd και ο κ. Potapov γνώριζαν εξ υπαρχής ποιες εταιρείες άνηκαν στον Ενάγοντα και στους Εναγόμενους 3 και 4 και ποιες εταιρείες ήταν θυγατρικές της Εναγομένης 2 η οποία ανήκει μόνο στους Εναγόμενους 3 και
  19. Η άρνηση της Globalserve να δεχτεί ως μόνους δικαιούχους της Εναγομένης 2 τους Εναγόμενους 3 και 4 έγινε μετά από παρέμβαση μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος από κάποιον ο οποίος φέρεται να είναι ο κ. Potapov. (Βλ. εξουσιοδοτήσεις, Τεκμ.10 της Ένορκης δήλωσης). 2.6 Ο Εναγόμενος 3 ουδέποτε έδωσε πληροφορίες στην Ελβετική Δικηγορική Εταιρεία Baker & McKenzie όπως δηλώνει ο Ενάγοντας στην Ένορκο Δήλωση του κ. Κόκκινου ή άλλως πως ότι η Εναγομένη 2 ανήκει σε τρία άτομα ήτοι τον Ενάγοντα και τους Εναγόμενους 3 και 4 αλλά οι πληροφορίες δόθηκαν λανθασμένα από τον κ. Potapov. 2.7 Τα γραφεία της Fionica Company Services Ltd ουδέποτε στεγάζονταν στο ίδιο κτήριο με τα γραφεία της Εναγόμενης 2 εφόσον η Εναγόμενη 2 δεν διατηρεί γραφεία στην Ρωσία ούτε και οποιαδήποτε άλλη θυγατρική εταιρεία της Εναγόμενης
  20. 2.8 Ο ρόλος του κ. Potapov στις επίδικες εταιρείες δεν ήταν όπως τα παρουσιάζει ο Ενάγοντας. 2.9 Ο Εναγόμενος 3 δεν εγκατάλειψε την Ρωσία λόγω κινδύνου σύλληψης του ή άλλως πως. 2.10 Ο Ενάγοντας δεν διεύθυνε ή/και διαχειριζόταν τράπεζες ή άλλα πιστωτικά υφιστάμενα ιδρύματα στην Ρωσία. 2.11 Ο Ενάγοντας δεν είχε οποιοδήποτε συνεταιρισμό ή οιονεί συνεταιρισμό με τους Εναγόμενους 2 και 3 σε σχέση με τις επίδικες εταιρείες. 2.12 Δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχέση εμπιστοσύνης ή/και καταπιστεύματος μεταξύ του Ενάγοντα και οποιωνδήποτε των Εναγομένων ομού ή/και κεχωρισμένα σε σχέση με τις επίδικες εταιρείες. 2.13 Δεν υπήρξε ή/και υπάρχει οποιοδήποτε εμπίστευμα υπέρ του Ενάγοντα για τις μετοχές εν όλω ή εν μέρει για οιαδήποτε από τις επίδικες εταιρείες. 2.14 Η χρηματοδότηση για την αγορά των πλωτών μέσων περιουσία της Εναγόμενης 5 ή/και των θυγατρικών της δεν έγινε μετά απο διευθετήσεις του Ενάγοντα.
  21. Η επισυνημμένη στην Αίτηση ένορκος δήλωση ημερομηνίας 08/11/2013 γίνεται από δικηγόρο κατά παράβαση της νομολογίας ο οποίος δεν έχει άμεση επαφή με τον ενάγοντα και γνώση των γεγονότων.
  22. Η χρήση του όρου «Όμιλος Camelot» γίνεται από τον Ενάγοντα παραπλανητικά και χωρίς να δίδεται συγκεκριμμένη ερμηνία και δεν βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα.
  23. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, ή/και δεν έχει καταδειχθεί το κατ' επείγον του αιτήματος ή/και εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν τη χορήγηση θεραπείας σε μονομερή βάση. Ο Ενάγοντας δεν παρέθεσε ή/και δεν προσκόμισε γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση του Διατάγματος στη βάση του κατεπείγοντος και να καθιστούν το αίτημα του για παροχή θεραπείας μονομερώς εύλογο ή/και δικαιολογημένο.
  24. Δεν συνέτρεχαν ή/και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας αναφορικά με την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών ή άλλων διαταγμάτων και ιδίως: 6.1 Ο Ενάγοντας δεν κατέδειξε, ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής ή/και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή/και καλή συζητήσιμη υπόθεση ή/και πιθανότητα ο Ενάγοντας να δικαιούται θεραπεία, χωρίς περιορισμό, ως ακολούθως: 6.1.1 Ουδέποτε συμφωνήθηκε είτε γραπτώς είτε προφορικώς μεταξύ του Ενάγοντα, του Εναγόμενου 3 και του Εναγόμενου 4 ότι η Εναγόμενη 2 θα άνηκε και στους τρία σε ίσα μερίδια. 6.1.2 Ουδέποτε συντάχθηκαν ή/και υπογράφηκαν οποιαδήποτε έγγραφα που να κατονομάζουν τον Ενάγοντα, τον Εναγομένο 3 και Εναγόμενο 4 ως τελικούς δικαιούχους της Εναγόμενης 2 ή των επίδικων εταιρειών. 6.1.3 Ουδέποτε λέχθηκε από τον Εναγόμενο 3 στην Globalserve Consultants Ltd ότι η Εναγόμενη 2 ή/και όλες οι εταιρείες που βρίσκονται υπό την διαχείριση τους ανήκουν στον Ενάγοντα, στον Εναγόμενο 3 και Εναγόμενο 4 σε ίσα μερίδια. 6.1.4 Ο Ενάγοντας ουδέποτε λάμβανε μέρος σε οποιεσδήποτε αποφάσεις για τις εταιρείες στις οποίες μέτοχος είναι η Εναγόμενη 2 ή/και στις επίδικιες εταιρείες. 6.1.5 Ουδέποτε ο Ενάγοντας εκπροσωπούσε την Εναγόμενη 2 σε συναντήσεις με τρίτους. 6.2 Ο Ενάγοντας δεν έχει δείξει με ικανοποιητική ή/και σχετική ή/και αποδεκτή μαρτυρία, ή/και η μαρτυρία ενώπιων του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύει, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν παραμείνει σε ισχύ το Διάταγμα.
  25. Ο Ενάγοντας δεν κατέδειξε ή/και η μαρτυρία ενώπιων του Δικαστηρίου δεν καταδεικνύει, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε ή/και κλίνει υπέρ της χορήγησης του Διατάγματος ούτως ώστε να διατηρηθεί το status quo ante εφόσον εκ του αντιθέτου η χορήγηση του Διατάγματος το ανατρέπει αφού δημιουργεί μια νέα τάξη πραγμάτων η οποία δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα ή/και πραγματικότητα ή/και το ισοζύγιο ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης ή/και υπέρ της ακύρωσης του Διατάγματος.
  26. Το ποσό της εγγύησης που δόθηκε από τον Ενάγοντα δεν είναι ικανοποιητικό για τυχόν αποζημίωση στους Εναγόμενους για την ζημιά που θα έχουν υποστεί από την έκδοση του Διατάγματος σε περίπτωση που αυτό κριθεί ότι λανθασμένα εκδόθηκε και ακυρωθεί. (Να αναφέρω ότι ο λόγος αυτός δεν αναφέρθηκε στην αγόρευση και θεωρώ ότι εγκαταλείφθηκε).
  27. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα ή/και πρέπει να ασκηθεί υπέρ της ακύρωσης/μη συνέχισης του Διατάγματος. Ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια ή/και συμπεριφέρθηκε με τρόπο που συνιστά κατάχρηση διαδικασίας.
  28. Η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση αναφέρονται στην συνημμένη σ' αυτήν Ένορκη Δήλωση του κ. Maxim Moskalev ημερομηνίας 27/12/2013, δηλαδή του Εναγόμενου 3 ο οποίος είναι διευθυντής των Εναγομένων 2 και δηλώνει εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω δήλωση και εκ μέρους των Εναγομένων
  29. Σ΄αυτή τονίζεται ακόμη ότι η πλευρά του Ενάγοντα χρησιμοποιεί τον όρο Όμιλος Camelot χωρίς να τον ερμηνεύσει, ώστε να αναφέρεται σ' όλες τις εταιρείες, δηλαδή και στις εταιρείες που ανήκαν στον Εναγόμενο 3, στον Ενάγοντα και στον Εναγόμενο 4 σε ίσα μερίδια, π.χ. την Lotaso Camelot HK και στις θυγατρικές της, στις οποίες, κατά την θέση του Εναγομένου 3, ο Ενάγοντας ουδέποτε ήταν άμεσα ή έμμεσα δικαιούχος. Αυτό, κατά την θέση των ενισταμένων, είναι παραπλανητικό. Παραπλανητικό επίσης θεωρεί η πλευρά των Εναγομένων 2 και 3 το Τεκμήριο 10 επί της Ε.Δ. του κ. Κόκκινου, επιμένοντας ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε αντιπροσώπευε την Camelot HK ή οποιαδήποτε από τις αμφισβητούμενες εταιρείες ενώπιον Τραπεζών ή τρίτων, καθότι ουδέποτε ήταν Διευθυντής αυτών. Να πω απ' αυτό το στάδιο ότι η Ε.Δ. επί της αίτησης προερχόμενη από δικηγόρο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης όπου μάλιστα εξηγείται η αδυναμία προσέλευσης του ιδίου του Ενάγοντα, δεν επιφέρει ακυρότητα, όπως γίνεται εισήγηση από την πλευρά των ενισταμένων. (Βλ. Penderhill Holding Ltd κ.α. ν. Iωάννη Κλουκινά, ECLI:CY:AD:2014:A21, Π.Ε. 319/11, ημερ. 13.1.2014). H «ένσταση» του Εναγόμενου 4 έχει την ίδια νομική βάση, όμως ουσιαστικά δεν πρόκειται για ένσταση αφού η θέση του Εναγομένου 4 είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να διατηρήσει τα ενδιάμεσα διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον όλων των εναγομένων, και όχι μόνο εναντίον του εναγόμενου
  30. Περαιτέρω τίθεται η θέση ότι ο ενάγων είναι ωφέλιμος ιδιοκτήτης (beneficial owner) των εναγόμενων 1 και 5 και κάποιων άλλων εταιρειών μαζί με τους εναγόμενους 3 και 4 να είναι επίσης ωφέλιμοι ιδιοκτήτες προς 1/3 έκαστος. Ο εναγόμενος 4 δεν έχει έλεγχο ή επιρροή πάνω στο διοικητικό συμβούλιο των εναγόμενων 2 το οποίο ελέγχεται από τον εναγόμενο 3 και δεν συγκατατέθηκε ούτε είχε γνώση της αλλαγής στην εταιρική δομή και/ή διαχείριση των εναγόμενων 1 ως 5 (πριν να λάβει γνώση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας). Ο εναγόμενος 3 χρησιμοποιεί τον εναγόμενο 2 ως όχημα ώστε να θέσει τον εναγόμενο 1 και τον εναγόμενο 5 καθώς και τα περιουσιακά τους στοιχεία υπό την πλήρη έλεγχο του, κατά παράβαση των συμφωνιών, διευθετήσεων, σχέσης εμπιστοσύνης κλπ που υπήρχε μεταξύ των τριών συνεταίρων, δηλαδή του ενάγοντα, του εναγόμενου 3 και του εναγόμενου
  31. Οπότε καταλήγει είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως διατηρηθούν και/ή εκδοθούν και/ή επανεκδοθούν τα αιτούμενα ενδιάμεσα διατάγματα. Οι Εναγόμενοι 1 και 5 στους οποίους επεδόθηκε η διαδικασία μέσω των δικηγόρων τους δήλωσαν ότι δεν έχουν ένσταση στο διάταγμα αλλά δηλώθηκε απ' όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές ότι δεν θα γίνει απόλυτον εναντίον ούτε των Εναγομένων 1 και 5 αν δεν αποφασισθεί η αίτηση για όλους τους Εναγομένους. Οπότε είναι φανερό ότι η ένσταση που εν τέλει προβάλλεται εναντίον των διαταγμάτων είναι μόνο αυτή των Εναγομένων 2 και 3 και είναι σε αυτά τα πλαίσια που θα κριθεί η παρούσα αίτηση. Να αναφέρω επίσης ότι στις 7.1.2014 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης ενώ μέχρι σήμερα δεν καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης. Η στηρίζουσα την Αίτηση Ένορκη Δήλωση καλύπτει 40 και πλέον σελίδες και περιλαμβάνει πλήθος στοιχείων και λεπτομερειών που συναρτώνται με τις προβαλλόμενες τρεις προϋποθέσεις του άρθρου
  32. Το ίδιο πολυσέλιδη είναι και η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 που στηρίζει την ένσταση σε απάντηση των ισχυρισμών που τίθενται στην ένορκη δήλωση του κ. Κόκκινου που στηρίζει την αίτηση. Είναι δε φανερό ότι το κυριότερο βάθρο αυτής της ένστασης είναι η προβαλλόμενη παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης. Η εξέταση του Δικαστηρίου ως προς το αν οι Αιτητές έχουν εκπληρώσει το καθήκον τους για αποκάλυψη προηγείται οποιασδήποτε εξέτασης της πλήρωσης ή μη των προϋποθέσεων του άρθρου
  33. Η εξέταση αυτή είναι εγγενής με το ρόλο του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα της έννομης τάξης αφού σε μονομερείς αιτήσεις ως υψίστης πίστεως διαδικασίες προβάλλεται έντονη η ανάγκη όχι μόνο να δίδονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα αλλά και να υπάρχει παράθεση αυτών με καθαρό τρόπο και χωρίς υποψία παραπλάνησης. Η Κυπριακή νομολογία είναι διαυγής και αυστηρή ως προς το θέμα: Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.,

(2010)1(A) A.A.Δ, 82, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβη σε εκτενή ανάλυση της νομολογίας ως προς το θέμα, ανάφερε τα εξής σχετικά: «Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφασή του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd ν. άλλων
(1998)1(Β) ΑΑΔ 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, η οποία είχε δοθεί από τον Γ. Πική, Πρόεδρο, από τη σελίδα 1186 του τόμου Αποφάσεων: "Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά· διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. (ανωτέρω)(σελ. 4) «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:-(σελ. 7) «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ΄ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 598).» Εν προκειμένω η πολυπλοκότητα των σχέσεων των διαδίκων αλλά και η ροή των γεγονότων που τίθενται από τις δυο πλευρές δεν μου επιτρέπει με ευχέρεια να εξετάσω τον ισχυρισμό για παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης πριν την ιδία την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως είναι η κρατούσα πρακτική. Θεωρώ ορθότερο εν προκειμένω παράλληλα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 να εξετάζονται ad hoc και οι επιμέρους ισχυρισμοί για αποκάλυψη ώστε να κριθεί η σημασία τους, αφού ουσιαστικά πρόκειται για θέσεις που αφορούν την πλήρωση ή μη των προϋποθέσεων. Πριν λοιπόν απ' οποιανδήποτε παράθεση των συγκεκριμένων θέσεων και αντικρούσεων θέσεων είναι ορθό να τεθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 όπως έχουν αναλυθεί στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 Αφού η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάζει τα κάτωθι: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον ο,τιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D
(1999)1 Α.Α.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Στην εξέταση λοιπόν των προϋποθέσεων του άρθρου 32, το Δικαστήριο πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικό στο να μην εμπλακεί σε θέματα που άπτονται της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων και να περιοριστεί στην εφαρμογή των αρχών και προϋποθέσεων που καθορίζει η νομολογία ως σχετικές με την άσκηση της εξουσίας του ως προς την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι προβαλλόμενες δοσοληψίες μέσω των ιδιοκτησιακών καθεστώτων των εμπλεκομένων εταιρειών, στις οποίες ο Ενάγων επικαλείται δικαίωμα, είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες και οι επιμέρους ισχυρισμοί σε κάποια θέματα είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι. Ειδικά ως προς το θέμα του τεκμαιρόμενου εμπιστεύματος που ο Ενάγοντας επικαλείται στα περιουσιακά στοιχεία των Εταιρειών αυτών και του ιδιοκτησιακού τους καθεστώς, όπως επίσης και εν γένει στην επίκληση δικαιώματος επί της κατ΄ισχυρισμόν ύπαρξης Κοινοπραξίας μεταξύ των τριών αυτών προσώπων, τα οποία φαίνεται να καθόριζαν τις οικονομικές τους σχέσεις μέσα σε ένα πολύπλοκο ιστό εξαρτωμένων εταιρειών και επιχειρήσεων, είτε στην Ρωσία είτε στην Κύπρο είτε στα Σκόπια είτε αλλού. Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία από τους ενιστάμενους Καθ΄ων η αίτηση στη σημασία ενεργειών και/ή παραλείψεων προσώπων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τον Ενάγοντα ως πηγές πληροφόρησης του σε συνάρτηση με την επικαλούμενη προσπάθεια των Εναγομένων 2 και 3 να αλλάξουν την μετοχική δομή εταιρειών του Ομίλου με αποτέλεσμα να εξουδετερωθούν τα δικαιώματα του Ενάγοντα, ο οποίος βρίσκεται υπό κράτηση στην Ρωσία για διερευνώμενα αδικήματα. Αυτά τα πρόσωπα, όπως ήδη έχω εξηγήσει, είναι κυρίως ο κ. Potapov και ο κ. Ντίνος Αντωνίου. Επίσης μου έχει αναφερθεί η απαξία που πρέπει να δοθεί σε επιστολή Ελβετών δικηγόρων, Τεκμήριο επί της Ε.Δ. Κόκκινου, με την οποία επιβεβαιώνεται ότι και ο Ενάγοντας είναι ουσιαστικός δικαιούχος των επιδίκων εταιρειών. Με βάση την δικογραφία, το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα αφορά τις επίδικες μετοχές των Εταιρειών για τις οποίες υπάρχει ισχυρισμός είτε για οιονεί συνεταιρισμό είτε για κοινοπραξία είτε για ύπαρξη εμπιστεύματος μεταξύ των τριών αυτών προσώπων που λειτουργούσε, κατά πάντα χρόνο, με τον τρόπο που έχει εξηγηθεί στην Ε.Δ. Κόκκινου. Στα πλαίσια δε αυτά, όπως έχω ήδη αναφέρει, δίδονται κάποια στοιχεία, τα οποία δεν προέρχονται απόλυτα από την πλευρά του Ενάγοντα αλλά από πρόσωπα τα οποία επικαλείται ο ίδιος ότι έχουν σχέση με τις επίδικες συναλλαγές και εταιρείες. Αν προσεχθεί η ένσταση και η Ε.Δ. που την στηρίζει δεν διατυπώνεται ευθέως θέση ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν αναμεμειγμένα με τον Α ή Β τρόπο στις συναλλαγές και στις εταιρείες που αφορούν τα γεγονότα της υπόθεσης. Αντίθετα, δεικνύεται και η σχέση τους και η εμπλοκή τους, έστω και εάν ερμηνεύονται διαφορετικά από την κάθε πλευρά. ΄ Δεν είναι του παρόντος να κριθεί στην πλήρη του εμβέλεια και στο βάθος η κάθε λεπτομέρεια και ο κάθε ισχυρισμός που τίθεται για την βασιμότητα είτε εξουσιοδοτήσεων, είτε εγγράφων, είτε δανείων, είτε συζητήσεων είτε του κ. Potapov είτε του κ. Αντωνίου είτε άλλων, ως τίθενται στην ένσταση. Ούτε έχει τέτοια βαρύτητα αν ο κ. Potapov είναι φυγόδικος ή όχι, ούτε αν ο κ. Αντωνίου γνώριζε και τι ακριβώς απ' αυτά που προβάλλονται. Στη παρούσα φάση εκείνο που ενδιαφέρει είναι αν ο Αιτητής κατέδειξε σοβαρές ενδείξεις για τα δικαιώματα του, όπως πλαισιώνονται στην αγωγή και στη δικογραφία της αίτησης. Έχοντας λοιπόν υπόψη, τις δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, δηλαδή το σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, κρίνω ότι τα δεδομένα που δίδονται διά της αιτήσεως και της Ε.Δ. που την στηρίζει, έχουν εκείνα τα χαρακτηριστικά που εύλογα κατατάσσονται ως σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων, ότι δηλαδή ο Ενάγοντας στο στάδιο αυτό έχει αποκαλύψει μία συζητήσιμη υπόθεση ως προς την ύπαρξη Κοινοπραξίας και/ή Εμπιστεύματος και/ή οιονεί συνεταιρισμού που τον συνδέει με τις επίδικες εταιρείες, όπως επίσης και ότι με βάση τα παρεχόμενα στοιχεία έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας να καταδείξει αφενός τα δικαιώματα του και αφετέρου την κατ' ισχυρισμό παραβίαση του εκ μέρους των Εναγομένων. Τα θέματα τα οποία προβάλλονται από την ένσταση, κρίνω ότι, γι΄αυτό το στάδιο εξέτασης της υπόθεσης, δεν έχουν τέτοια δυναμική ώστε να ανατρέπουν τις δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, ούτε ότι θα πρέπει το Δικαστήριο παίρνοντας επιμέρους έγγραφα ή επιμέρους θέσεις που αφορούν την ισχύ και ερμηνεία ενεργειών ή λογαριασμών οποιουδήποτε προσώπου ή εταιρείας να ενδιατρίψει σε αυτά με τέτοιο τρόπο που θα επιβάλλετο να το πράξει κατά την ουσία της υπόθεσης. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την θέση της ισχύος της επιστολής των Ελβετών δικηγόρων, η οποία κατά την θέση των Εναγομένων έχει ανακληθεί, όπως επίσης και για την γνώση του κ. Αντωνίου για θέματα είτε λογαριασμών είτε άλλων παρεμφερών θεμάτων, που κατά την θέση και πάλι των Εναγομένων, ανατρέπουν την βασιμότητα θέσεων του Αιτητή. Ούτε θεωρώ ορθό ότι τα προβαλλόμενα ως συνιστώντα ουσιαστικές παραλείψεις και/ή παραβιάσεις του καθήκοντος αποκάλυψης θα πρέπει να ειδωθούν με τον τρόπο που επικαλείται η πλευρά των Εναγομένων. Σαφώς και πρόκειται για δυο εκδοχές και δυο ερμηνευτικές προσεγγίσεις, στις οποίες ορισμένα έγγραφα ή και ενέργειες αποκτούν ιδιαίτερη υπόσταση ανάλογα με την εκδοχή που ακολουθείται. Είναι, επαναλαμβάνω, θέματα που θα πρέπει να κριθούν επί της ουσίας. Η δε προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου των Εναγομένων επί της αδυναμίας να αποδειχθεί εμπίστευμα με την επίκληση της υπόθεσης In Re Rose (deceased)
(1952)1 All E.R. 1217 η οποία εκρίθη και στην υπόθεση Ελένη Στιβαδώρου κ.α. ν. Χ'Κώστα κ.α.
(2002)1Α Α.Α.Δ. 497 δεν έχουν τέτοια εμβέλεια κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και δεν οδηγούν a priori στην ερμηνεία που εισηγείται ο κ. Λεοντίου. Ούτε είναι δυνατό, στην παρούσα φάση, να αξιολογηθεί πλήρως η σχέση κάθε εταιρείας για την οποία γίνεται επίκληση ότι ανήκει στον Όμιλο Camelot ούτε και η ίδια η αναφορά σε Όμιλο και εξαρτώμενες εταιρείες δεν μπορεί να πάρει την μορφή αυστηρής απόδειξης, αλλά απλώς κατάδειξης τέτοιου δικαιώματος δια της χρήσεως σ' ένα κοινό πλαίσιο τόσο κοινής λέξης, σε παρεμφερείς εταιρείες με κατ' αρχήν εμφαινόμενη σύνδεση όλων και συνδεδεμένων μ' αυτές προσώπων μεταξύ των οποίων τους ιδίους τους διαδίκους. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση σε σύζευξη με το ισοζύγιο της ευχέρειας πρέπει να επισημάνω το εξής σημαντικό: Δεν συμφωνώ με την θέση του κ. Λεοντίου ότι τα αιτούμενα διατάγματα θα ανατρέψουν το status quo. Αντίθετα, θεωρώ ότι διά των διαταγμάτων θα διατηρηθεί και προστατευθεί η υφιστάμενη πραγματική κατάσταση, αφού, σύμφωνα με τις θέσεις του Αιτητή, υπάρχει κίνδυνος να ανατραπεί από πράξεις των Εναγομένων 2 και 3. Αυτό που ζητείται είναι απλώς η διατήρηση της υφιστάμενης μετοχικής δομής των εταιρειών. Στα πλαίσια αυτά, δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε απτό και σημαντικό, εκτός από γενικούς ισχυρισμούς, ως προς την πιθανότητα βλάβης της πλευράς των Εναγομένων. Από την άλλη παρέχονται στοιχεία από πλευράς του Αιτητή για προσπάθειες των Εναγομένων 2 και 3 να θέσουν υπό τον έλεγχο τους την διαχείριση και διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 5 ως και των θυγατρικών εταιρειών τους και/ή περιουσιακών στοιχείων αυτών με διάφορες ενέργειες και διαβήματα (βλ. ειδικά παραγράφους 23-28 της Ε.Δ. Κόκκινου). Περαιτέρω, κρίνω εύλογη την θέση του Αιτητή-Ενάγοντα ότι οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή και ικανοποιητική θεραπεία γι' αυτόν εάν πετύχει, αφού οι ζημιές που ενδεχόμενα να υποστεί χωρίς τα διατάγματα δεν μπορούν να υπολογιστούν ενόψει του μη υπολογίσιμου της αξίας των θυγατρικών εταιρειών των Εναγομένων 1 και 5, ως επίσης εξηγείται. Η εξηγηθείσα προσπάθεια να τεθούν υπό τον έλεγχο των Εναγομένων 2 και 3 οι μετοχές και η διεύθυνση των Εναγομένων 1 και 5 εύλογα μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα το ότι δεν μπορούν να υπολογιστούν οι αποζημιώσεις του Ενάγοντα (βλ. την υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 C.L.R. 24), η οποία αφορά μάλιστα αγώγιμο δικαίωμα τεκμαιρόμενου εμπιστεύματος, σε άλλη βέβαια βάση). Όσον αφορά δε το ισοζύγιο της ευχέρειας και αυτό βρίσκω ότι κλίνει υπέρ του Αιτητή, αφού είναι ορθότερο και δικαιότερο να διατηρηθεί η καθεστηκυία τάξη και ότι η ζημιά την οποία θα υποστεί ο Ενάγων, εύλογα μπορεί να κριθεί μεγαλύτερη από την όποια ζημιά θα υποστούν οι Εναγόμενοι 2 και 3, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, είναι η κατάληξη μου ότι ο Αιτητής έχει πετύχει να στοιχειοθετήσει την αίτηση του και ως εκ τούτου τα εκδοθέντα διατάγματα καθίστανται απόλυτα, μέχρι δηλαδή διεκπεραίωσης της αγωγής, για όλους τους Εναγόμενους. Τα έξοδα, θεωρώ ορθότερο, να παραμείνουν ως έξοδα δίκης, κρινόμενα στο αποτέλεσμα της κυρίως υπόθεσης. (Υπ.) ............... Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΞΠ - ΙΜ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.