Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ν. Μιχάλη Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5425/12, 19/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5425/12 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εναγόντων Και
- Μιχάλη Αντωνίου
- Μαρίας Αντωνίου Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19/3/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενη 2/ Αιτήτρια: κα Ι. Γεωργιάδη Για Ενάγοντες/ Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Χ' Παπα (για την απαγγελία της απόφασης η κα Πολυδώρου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 18/10/2013 η εναγόμενη 2/αιτήτρια, επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της, μετά την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Το αίτημα αυτό συνάντησε την ένσταση των εναγόντων /καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω. Σύμφωνα με τη Δ.17, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η δυνατότητα παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, πρέπει να εξισορροπήσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Από τη μια το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων (Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, Νεάρχου ν. Γ. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 955, Mine & Quarry Services Ltd ν. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ., Milouca Motor Trading Ltd ν. Χρυσάνθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Κάτια Χριστοφόρου ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, 2000
(1)ΑΑΔ 86, Alpha Bank ν. Στεφάνου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1108, Edict Mauns ν. Μιχαηλίδης
(2003)1 Α.Α.Δ. 1887). Σε τέτοιου είδους αιτήσεις ο εναγόμενος φέρει το βάρος να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και να επεξηγήσει την παράλειψη του να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Χριστοφόρου ν. Κυριακούλλης
(1963)1 Α.Α.Δ. 159. Οι αρχές που εφαρμόζονται επί του θέματος συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ. 818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101». Καθοδηγητικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Sabine Zehli v. Neil Roberts
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 678 της οποίας παραθέτω σχετικό απόσπασμα. «Με βάση τη Διάταξη 17, θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». (βλ. επίσης Ανδρέας Γιάγκου κ.α v. Λουκίας Φωτίου ECLI:CY:AD:2014:A56, Πολτ. Εφ. 233/09 ημερομηνίας 24/1/2014). Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης χρήσιμο θεωρώ να παραθέσω το σύντομο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο. Το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 27/11/2012 και επιδόθηκε όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο, στο σύζυγο και συγκάτοικο της εναγομένης 2 Μιχάλη Αντωνίου που είναι και ο εναγόμενος 1 στις 29/11/
- Στις 7/1/2013 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον και των δύο εναγομένων λόγω παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους τους η οποία και ορίσθηκε στις 18/1/2013, ημερομηνία κατά την οποία και εκδόθηκε εναντίον τους η απόφαση της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός με την υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε στις 18/10/
- Η αιτήτρια επικαλείται με την αίτηση της ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος το οποίο σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του επιδότη επιδόθηκε γι' αυτήν στο σύζυγο και συγκάτοικο της Μιχάλη Αντωνίου. Και αυτό γιατί όπως προβάλλει βρίσκονταν σε διάσταση, δεν είχαν καμία επικοινωνία και παρέλειψε να την ενημερώσει. Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην αίτηση αντίγραφο ένορκης δήλωσης του συζύγου της Μιχάλη Αντωνίου ημερομηνίας 18/10/
- Σε σχέση με τη σημασία της επίδοσης, λέχθηκαν τα εξής σημαντικά στην υπόθεση Lion Insurance v. Nικολάου
(2004)1 ΑΑΔ 1610, «Αρχίζει βέβαια κανείς από την επίδοση της αγωγής, ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό διότι είναι δικαιοδοτικό. Χωρίς νόμιμη ή παραδεκτή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει (Βλ. απόφαση του Εφετείου στην Philippou v. Philippou
(1986)1 CLR 689 και την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Unitica Enterprises Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 730)». Στην παλαιότερη δε υπόθεση Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. Michaelides (Estates) 2002
(1)AAΔ.43, λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «1. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30.1 (α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών» του Συντάγματος». Όπως προκύπτει και από τα πιο πάνω, ο ισχυρισμός που προβάλλεται από την αιτήτρια, είναι ουσιαστικότατης σημασίας και θα πρέπει να εξετασθεί πρώτιστα από το Δικαστήριο, αφού η επίδοση κλητηρίου εντάλματος είναι απαραίτητη έτσι ώστε να θεμελιωθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προχωρήσει και το άτομο εναντίον του οποίου εγείρεται δικαστική διαδικασία να γνωρίσει τι αντιμετωπίζει και να μπορεί έτσι να προβάλει την υπεράσπιση του. Σχετικά με τις συνέπειες που επιφέρει η παράλειψη επίδοσης κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες, είναι τα όσα εκτίθενται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, σελ. 788, παρ. 1667 και όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defence on the merits, and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order». Σαφής βέβαια επί του θέματος είναι και η Κυπριακή νομολογία, σύμφωνα με την οποία σε τέτοια περίπτωση, μη επίδοσης, το Δικαστήριο, είναι ex debito justitiae υποχρεωμένο (ως εκ δικαιώματος) να παραμερίσει την απόφαση και δεν τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ v. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044, αν ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του, τότε έχει καθαρό δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης για να προβάλει την όποια υπεράσπιση του. Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση της δικαστικής διαδικασίας που τον αφορά και το δικαίωμα του να ακούεται σε αυτήν, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο αλλά και συνταγματικά κατοχυρωμένο. Στην υπόθεση αυτή, επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, το οποίο αποδέχθηκε ως πραγματικό γεγονός ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε λάβει γνώση του κλητηρίου εντάλματος για το λόγο που είχε προβάλει και κατά συνέπεια διέταξε τον παραμερισμό της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Λέχθηκε δε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι εφόσον ο εφεσίβλητος είχε προβάλει στην ένορκο του δήλωση πειστικό λόγο γιατί δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος, εναπόκειτο στην εφεσείουσα να αντικρούσει τον ισχυρισμό αυτό, κάτι το οποίο δεν έγινε. Επομένως, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε το λόγο που ο εφεσίβλητος είχε προβάλει για να δικαιολογήσει τη μη εμφάνιση του στη διαδικασία. Ενόψει δε της αιτιολογίας επί της οποίας εδραζόταν ο λόγος της απόφασης του Εφετείου, κρίθηκε πως δεν θα έπρεπε να το απασχολήσει το δεύτερο σκέλος της πρωτόδικης απόφασης αν δηλαδή είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Παρόμοια προσέγγιση από το Ανώτατο Δικαστήριο συναντούμε και σε προηγούμενη του απόφαση, στην υπόθεση Νικόλα Γιωργαλλίδη v. Χρυσόστομου Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247. Στην υπόθεση αυτή το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του να παραμερίσει την απόφαση γιατί έκρινε κακή την επίδοση του κλητηρίου και γιατί ο εναγόμενος είχε αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή, το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae (ως εκ δικαιώματος) να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Και αυτό γιατί ο κάθε ένας, έχει σύμφωνα με το άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος, το βασικό δικαίωμα να πληροφορείται για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. επίσης Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd,
(2002)1Α ΑΑΔ 43). Ουσιαστικής σημασίας είναι για το ζήτημα που σήμερα εξετάζεται και τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, v. Ζήνας Πουλλή,
(2001)3 Β ΑΑΔ 1060, «Η παροχή ευκαιρίας σε κάθε πρόσωπο να ακουσθεί σε πρόσωπο που το αφορά, αποτελεί αξίωμα της φυσικής δικαιοσύνης, οι ρίζες του οποίου ανάγονται στα πρώτα στάδια της διαμόρφωσης των θεσμών της δίκης. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα για την κινητοποίηση του Δικαστηρίου να εκπληρώσει το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος και να παραμερίσει άκυρη απόφαση. Εφόσον τα γεγονότα που εκθέτουν την απόφαση σε ακύρωση περιέλθουν σε γνώση του, το ίδιο το δικαστήριο μπορεί να θέσει το θέμα και να δράσει, αφού ακούσει πάντα ενδιαφερόμενο. Άλλη αντιμετώπιση, θα προσέκρουε στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Διαπιστώνεται ότι παρέχεται στο δικαστήριο σύμφυτη δικαιοδοσία ακύρωσης διαταγής ή απόφασης, που εκδίδεται σε διαδικασία η οποία δεν επιδίδεται σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο». Για να πείσει η αιτήτρια ότι δεν έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος, ισχυρίζεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση ότι «....η συγκεκριμένη πιο πάνω αγωγή επιδόθηκε προσωπικά στον εν διαστάσει σύζυγο μου ο οποίος παρέλειψε και/ή αμέλησε να με ενημερώσει τη συγκεκριμένη περίοδο που του είχε επιδοθεί η αγωγή, αφού ήμασταν και/ή είμαστε σε διάσταση και δεν είχαμε καμία επικοινωνία. Η δε επίδοση έγινε στο χώρο εργασίας του Εναγομένου 1 όπου εγώ δεν πήγαινα». Ισχυρίζεται ακόμα ότι μόλις στις 7/10/2013 πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης εναντίον της όταν επισκέφθηκε υποκατάστημα των καθ' ων η αίτηση για να προβεί σε αναδιάρθρωση του δανείου που αφορά η συγκεκριμένη αγωγή. Αμέσως επικοινώνησε με τους δικηγόρους της οι οποίοι προχώρησαν σε έρευνα στον φάκελο της υπόθεσης και διαπίστωσαν την έκδοση της απόφασης, για παραμερισμό της οποίας έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση κάτι που έγινε στις 18/10/
- Στον αντίποδα οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς αυτούς της αιτήτριας στηρίζοντας την ειδοποίηση ένστασης τους σε δύο ένορκες δηλώσεις, του επιδότη που επέδωσε το κλητήριο ένταλμα Παναγιώτη Κανάρη και της Δήμητρας Χριστοφή υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση και στο περιεχόμενο των οποίων αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της ένορκης της δήλωσης η αιτήτρια προβάλλει διαζευκτικούς ισχυρισμούς σε σχέση με την ισχυριζόμενη διάσταση με το σύζυγο της, κάτι το οποίο δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται σε ένορκο δήλωση και το οποίο εν πάση περιπτώσει δημιουργεί μια νεφελώδη και όχι ξεκάθαρη εκδοχή ως προς το θέμα της διάστασης. Βρίσκονταν τότε μόνο σε διάσταση ή εξακολουθούν να βρίσκονται μέχρι σήμερα; Παραλείπει επίσης επιμελώς η αιτήτρια να αναφέρει που διέμενε κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδοσης κάτι που θα ήταν όχι μόνο εύλογα αναμενόμενο αλλά και επιβεβλημένο από τη στιγμή που ισχυρίζεται ότι η οδός στην οποία επιδόθηκε για αυτήν το κλητήριο ένταλμα δεν είναι η διεύθυνση της κατοικίας της. Στο Τεκμήριο 1 στην αίτηση, στο αντίγραφο δηλαδή της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 18/10/2013 του Μιχάλη Αντωνίου, αυτός ορκίζεται ότι παρέλαβε κάποια δικαστικά έγγραφα τα οποία όμως όπως ισχυρίζεται δεν γνώριζε ότι αφορούσαν τη σύζυγο του γιατί κανένας δεν τον ενημέρωσε γι' αυτό. Έτσι θεώρησε ότι τα έγγραφα αυτά αφορούσαν μόνο τον ίδιο και έτσι ούτε τα παρέδωσε στην αιτήτρια, ούτε και της ανάφερε οτιδήποτε γι' αυτά. Όμως τα όσα προβάλλονται μέσα από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Αντωνίου όχι μόνο δεν επιβεβαιώνουν την εκδοχή της αιτήτριας αλλά αντίθετα την κλονίζουν. Και αυτό γιατί όπως εμφανέστατα προκύπτει από τα πιο πάνω, δεν τίθενται από πλευράς της αιτήτριας ομοιόμορφοι ισχυρισμοί αλλά διαφορετικοί. Από τη μια η ίδια η οποία ορκίζεται ότι βρισκόταν σε διάσταση με το σύζυγο της με τον οποίο δεν είχε καμία επικοινωνία και ο οποίος δεν την πληροφόρησε για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και από την άλλη ο ίδιος ο σύζυγος της, ο οποίος αναφέρεται σε σύζυγο και όχι σε εν διαστάσει σύζυγο και ο οποίος τίποτε απολύτως δεν αναφέρει για τυχόν διάσταση που υπήρχε μεταξύ τους, αλλά αντίθετα προβάλλει άλλους λόγους για να δικαιολογήσει την κατ' ισχυρισμό παράλειψη του, να ενημερώσει τη σύζυγο του, όπως την αποκαλεί, για την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Πολύ σημαντική επί του ζητήματος της επίδοσης, είναι και η μαρτυρία του Παναγιώτη Κανάρη που είναι ο επιδότης που επέδωσε το κλητήριο ένταλμα, όπως αυτή τίθεται με την ένορκο του δήλωση ημερομηνίας 14/1/2014 και η οποία στηρίζει την ειδοποίηση ένστασης. Ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι η οδός Γκόκεν 1 αποτελεί το χώρο εργασίας του συζύγου της καταρρίπτεται από τη μαρτυρία του Κανάρη ο οποίος στην ένορκο του δήλωση ρητά αναφέρει ότι στην πιο πάνω διεύθυνση υπάρχει οικία την οποία και επισκέφθηκε. Αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό στοιχείο με το οποίο καταρρίπτεται ο ισχυρισμός αυτός της αιτήτριας αφού στα Τεκμήρια Γ, Ε1 και Ε2 δηλώνεται ως διεύθυνση της η οδός Γκόκεν
- Αναφέρεται ακόμα ρητά από τον επιδότη ότι όταν επισκέφθηκε την οικία που βρίσκεται στην οδό Γκόκεν 1, 3046 στη Λεμεσό, εκεί συνάντησε κάποιο πρόσωπο που του ανάφερε ότι είναι ο Μιχάλης Αντωνίου και σύζυγος της αιτήτριας. Τότε του επέδωσε το κλητήριο ένταλμα και για τον ίδιο και για τη σύζυγο του εξηγώντας του ότι η επίδοση θα γινόταν και για τη σύζυγο του. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι, όπως πολύ ορθά η κα Χ΄ Πάπα επεσήμανε στη γραπτή της αγόρευση, η μαρτυρία που τέθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και με την οποία ανατρέπονται οι ισχυρισμοί της αιτήτριας, παρέμεινε αναντίλεκτη με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί της τελευταίας να παραμείνουν αναπόδεικτοι αφού ούτε συμπληρωματική δήλωση ζητήθηκε να καταχωρηθεί από την αιτήτρια, ούτε και έγινε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης. Για τους πιο πάνω λόγους οι εκ μέρους της αιτήτριας προβαλλόμενοι ισχυρισμοί με τους οποίους επεδίωξε να παρουσιάσει ως αντικανονική και παράτυπη την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και δεν έχουν αποδειχθεί. Σημαντικά ως προς το χρόνο που η αιτήτρια έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης εναντίον της και τα οποία καταρρίπτουν τα όσα η ίδια ισχυρίζεται είναι και τα όσα εκτίθενται στην ένορκο δήλωση της Δήμητρας Χριστοφή ημερομηνίας 14/1/
- Σε αυτήν αναφέρεται ότι η αιτήτρια επισκέφθηκε τα γραφεία τους μαζί με το σύζυγο της εναγόμενο 1 όχι στις 7/10/2013 όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια αλλά λίγες μέρες προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 30/9/
- Ισχυρίζεται ακόμα ότι μετά την έκδοση της απόφασης της οποίας επιδιώκεται ο παραμερισμός, το επαρχιακό κτηματολόγιο Λεμεσού με επιστολή του ημερομηνίας 17/6/2013 την οποία απέστειλε τόσο στην αιτήτρια όσο και στον εναγόμενο 1 τους πληροφορούσε ότι κατατέθηκε διάταγμα για πώληση του ενυπόθηκου προς όφελος των καθ' ων η αίτηση ακινήτου τους. Η επιστολή μάλιστα αυτή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ στην ειδοποίηση ένστασης. Αναφέρει ακόμα η ενόρκως δηλούσα ότι η ίδια ετοίμασε, υπόγραψε και απέστειλε στην αιτήτρια άλλη επιστολή ημερομηνίας 9/7/2013 με την οποία της γνωστοποιούσαν ότι οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στην εγγραφή επιβάρυνσης (memo) επί της ακίνητης περιουσίας της προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Η επιστολή αυτή επισυνάπτεται επίσης στην ειδοποίηση ένστασης ως Τεκμήριο Δ.
- Αυτό που προκύπτει στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι ότι η αιτήτρια αδιαφόρησε πλήρως για τη δικαστική διαδικασία που ηγέρθηκε εναντίον της και για την περίοδο από 18/1/2013 μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης στις 18/10/2013 δεν έπραξε οτιδήποτε. Η παράλειψη της αιτήτριας να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και η γενικότερη στάση που επέδειξε καταδεικνύει αδιαφορία που παρέμεινε αδικαιολόγητη κατά τρόπο που συνιστά περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών. Η όλη συμπεριφορά της είναι τέτοια που δεν επιτρέπει να στερηθούν οι καθ' ων η αίτηση των ευεργημάτων που τους παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισαν. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης και με βάση τις αρχές που διέπουν το θέμα, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο με τους προβαλλόμενους από την αιτήτρια ισχυρισμούς αποκαλύπτεται ή όχι καλή υπεράσπιση. Όπως προκύπτει από τα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται (παράγραφος 13 της ένορκης της δήλωσης) αρνείται, κατηγορηματικά μάλιστα, ότι ο σύζυγος της υπόγραψε οποιαδήποτε συμφωνία για τραπεζικές διευκολύνσεις και ότι η ίδια εγγυήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο τις υποχρεώσεις του συζύγου της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι αν υπόγραψε οποιοδήποτε έγγραφο αυτό δεν ήταν έγγραφο εγγύησης. Όμως δεν επεξηγεί πως είναι δυνατό από τη στιγμή που όπως ισχυρίζεται ούτε η ίδια ούτε και ο σύζυγος της υπόγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία, για ποιο λόγο να έχει υπογράψει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Δεν εξηγεί ακόμα τι έγγραφο δυνατό να είναι αυτό, γιατί το υπόγραψε και κάτω από ποιες συνθήκες και περιστάσεις. Πολύ σημαντικό όμως και καίριας σημασίας είναι το ερώτημα που προκύπτει από άλλον ισχυρισμό της που εκτίθεται στην παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης ότι στις 7/10/2013 «επισκέφθηκα υποκατάστημα των εναγόντων στη Λεμεσό για να προβώ σε αναδιαρύθμιση των δανείων μου και συγκεκριμένα του δανείου που αφορούσε την παρούσα αγωγή, διά τον λόγο ότι επιθυμούσα να διευθετήσω τις δόσεις που είχα καθυστερήσει». Ενώ δηλαδή αρχικά αρνείται την υπογραφή της οποιασδήποτε συμφωνίας από την ίδια και το σύζυγο της με τους ισχυρισμούς της αυτούς αποδέχεται όχι μόνο την ύπαρξη του συγκεκριμένου δανείου αλλά ακόμα και την ύπαρξη καθυστερημένων δόσεων. Προβάλλει περαιτέρω η αιτήτρια διάφορους ισχυρισμούς και θέσεις όπως ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν δικαιούνται τόκους μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, ούτε και κεφαλαιοποίηση τους, ότι αυτοί μονομερώς μετέβαλαν το χρεωστικό επιτόκιο χωρίς να την ειδοποιήσουν και γι' αυτό τα ποσά που οι καθ΄ ων η αίτηση απαιτούν προέκυψαν από παράνομες υπερχρεώσεις και ανατοκισμό. Ισχυρίζεται ακόμα ότι ουδέποτε έλαβε γνώση της ειδοποίησης τερματισμού. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν κατά την εισήγηση της καλή υπεράσπιση. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (πιο πάνω), το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια έχει πρωταρχικό καθήκον να διακρίνει κατά πόσον αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνεται ότι με τα όσα προβάλλονται δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως πειστική υπεράσπιση. Οι θέσεις της αιτήτριας παρέμειναν γενικές, ασαφείς και αόριστες χωρίς να έχουν τεκμηριωθεί αφού δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θετικά στοιχεία που να αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο που να δικαιολογούν τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν καταδεικνύεται με την προβολή αρνήσεων και γενικόλογων ισχυρισμών αλλά με την προβολή θετικών ισχυρισμών που να την καταδεικνύουν (βλ. επίσης Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 AAΔ 793 και Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 AAΔ 2118). Αυτό δεν συνέβη στην παρούσα περίπτωση αφού η αιτήτρια αρκέσθηκε να προβάλλει τους πιο πάνω ισχυρισμούς της εντελώς γενικά χωρίς να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο, σε αντίθεση και πάλι με τους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι προβάλλουν με θετικότητα τους δικούς τους ισχυρισμούς παραπέμποντας και σε κάποιες περιπτώσεις σε συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας την οποία επικαλούνται και στην οποία βάσισαν την αξίωση τους, οι οποίοι και πάλι θα πρέπει να αναφερθεί παρέμειναν αναντίλεκτοι αφού η αιτήτρια δεν έκαμε χρήση είτε του δικαιώματος αντεξέτασης, είτε καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας/εναγομένης 2 και υπέρ του καθ' ων η αίτηση/εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Paramerismos apofasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο