← Κύπρος

Εκκλησία Αποστόλου Ανδρέα Κάτω Αμιάντου, από τον Κάτω Αμίαντο, διά του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής της ν. Κώστα Μελή Μούζουρα κ.α., Αριθμός

Εκκλησία Αποστόλου Ανδρέα Κάτω Αμιάντου, από τον Κάτω Αμίαντο, διά του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής της ν. Κώστα Μελή Μούζουρα κ.α., Αριθμός Έφεσης/ Αίτησης: 566/2011, 6/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Έφεσης/ Αίτησης: 566/2011 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε. Μεταξύ: Εκκλησία Αποστόλου Ανδρέα Κάτω Αμιάντου, από τον Κάτω Αμίαντο, διά του Προέδρου της Εκκλησιαστικής Επιτροπής της Εφεσειόντων/Αιτητών - και -

  1. Κώστα Μελή Μούζουρα, από τη Λεμεσό
  2. Σάββα Αυγουστή, από τη Λεμεσό Εφεσίβλητων/Καθ' ων η αίτηση ---------------------- Ημερομηνία: 6.3.2014 Εμφανίσεις: Για εφεσείοντες/αιτητές: κ. Σ. Στυλιανού (για ν' ακούσει απόφαση κα Νικολάου) Για εφεσίβλητους/καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Π. Παύλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση έφεση/αίτηση (στο εξής «η έφεση»), οι εφεσείοντες/αιτητές (στο εξής «οι εφεσείοντες») ζητούν: «α) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας η οποία περιέχεται στην ειδοποίηση του ημερομηνίας 26/7/2011, στην αίτηση του Κτηματολογίου Λεμεσού με αριθμό φακέλου ΑΧ225/01, με την οποία καθορίζεται ότι, η έκταση γης που σημειώνεται στο συνημμένο σ' αυτή σχεδιάγραμμα με κίτρινο χρώμα, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 516, του Φύλλου/Σχεδίου 37/62 και ότι είναι μέρος της εγγραφής 1253 στο όνομα των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η αίτηση. β) Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία την οποία το Δικαστήριο θα θεωρήσει ορθή και δίκαιη. γ) Τα έξοδα της έφεσης/αίτησης και ΦΠΑ». Η έφεση βασίζεται στα άρθρα 50, 58, 80 και 85 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, στους κανονισμούς 2, 5, 7, 10 και 17 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η έφεση είναι οι εξής: «1) Ο Διευθυντής αγνόησε παντελώς την μαρτυρία και/ή τα πραγματικά γεγονότα με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω υπόθεση και απόφαση. 2) Ο Διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως έκαμαν λανθασμένες μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις και/ή αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση. 3) Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως αγνόησαν παντελώς την εν επιτόπου κατάσταση η οποία υπήρχε και η οποία καθορίστηκε εκ συμφώνου μεταξύ των αιτητών και τους καθ' ων η αίτηση και/ή τους προκατόχους αυτών. 4) Η επιτόπια εξέταση διεξήχθηκε με αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό τρόπο και/ή μέθοδο. 5) Κατά την επιτόπια εξέταση λήφθηκαν υπόψη και/ή χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κριτήρια και/ή λανθασμένες μετρήσεις. 6) Κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν ανεπαρκή και/ή ανακριβή όργανα μέτρησης. 7) Κατά την επιτόπια εξέταση ο Διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος του και/ή άλλως πως, δεν χρησιμοποίησε σταθερά σημεία για την καταμέτρηση επί του εδάφους και/ή χρησιμοποίησε λανθασμένα σταθερά. 8) Κατά την επιτόπια εξέταση δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή η κανονική διαδικασία και/ή πρακτική. 9) Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας και ακολουθώντας την ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή πρακτική. 10) Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και/ή εξετάσει αυτή δίκαια, βασιζόμενος σε αντικειμενικά κριτήρια. 11) Ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη δική του εγκύκλιο και/ή δικές του οδηγίες σύμφωνα με την οποία υιοθετείται η επί τόπου κατάσταση ως εγγεγραμμένο σύνορο εκεί όπου η διαφορά είναι μικρή ως η παρούσα περίπτωση και υπάρχει από αμνημονεύτων χρόνων. 12) Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και/ή σε εσφαλμένα νομικά κριτήρια. 13) Ο Διευθυντής δεν προέβη στην δέουσα έρευνα και/ή προέβη σε ανεπαρκή έρευνα και/ή σε καθόλου έρευνα πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης. 14) Ο Διευθυντής πήρε την εν λόγω απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος, Κεφ. 224 και οι τροποποιητικοί αυτού νόμοι. 15) Η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη και αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη και δεν βασίζεται σε όλα τα πραγματικά στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης. 16) Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι αιτιολογημένη ή και δεν είναι δεόντως ή και επαρκώς αιτιολογημένη και/ή ουδεμία αναφορά γίνεται εις τους παράγοντες και/ή στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για την λήψη της απόφασης». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η έφεση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ανδρέα Πηλλακούρη, ο οποίος, στις παραγράφους 1 μέχρι 4 αναφέρει τα εξής: «1)α) Είμαι ο πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής της Εφεσείουσας Εκκλησίας Αποστόλου Ανδρέα στο Κάτω Αμίαντο και είμαι εξουσιοδοτημένος από αυτή να προβώ στη παρούσα ένορκη δήλωση. β) Προβαίνω στη παρούσα ένορκη δήλωση απ' όσα καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, από όσα έχω πληροφορηθεί από άλλα μέλη της πιο πάνω Επιτροπής και από συγχωριανούς μου καθώς και από νομική συμβουλή του δικηγόρου της Εφεσείουσας. 2) Η Εφεσείουσα είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 99/22, ημερομηνίας 1/1/1925, Φύλλο/Σχέδιο 37/62, τεμάχιο 747 που βρίσκεται στο Κάτω Αμίαντο, Λεμεσού. 3) Το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 1253, ημερομηνίας 7/12/1999 και 22/8/2005, Φύλλο/Σχέδιο 37/62, τεμάχιο 516 που βρίσκεται στο Κάτω Αμίαντο, Λεμεσού και συνορεύει με το πιο πάνω ακίνητο της Εφεσείουσας, είναι εγγεγραμμένο στο όνομα των πιο πάνω Εφεσιβλήτων. 4) Ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (ο οποίος στο εξής θα αναφέρεται ως «ο Διευθυντής») με απόφαση του στην αίτηση των Εφεσίβλητων στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, με αριθμό ΑΧ225/01 για επίλυση συνοριακής διαφοράς μεταξύ των 2 προαναφερόμενων ακινήτων, αποφάσισε ή και καθόρισε ότι η έκταση γης που σημειώνεται στο συνημμένο σ' αυτή σχεδιάγραμμα με κίτρινο χρώμα, αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 516, του Φύλλου/Σχεδίου 37/62 και ότι είναι μέρος της εγγραφής 1253 στο όνομα των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η αίτηση. Η απόφαση αυτή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α». Κατά τα λοιπά, ο ενόρκως δηλών για τους εφεσείοντες, βασικά υιοθετεί όλους τους λόγους ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδικης απόφασης, ενίοτε με κάπως διαφορετική διατύπωση. Οι εφεσίβλητοι/καθ' ων η αίτηση (στο εξής «οι εφεσίβλητοι») αντέδρασαν στην έφεση καταχωρώντας ένσταση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  3. Η Απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (ο οποίος στο εξής θα αναφέρεται ως ο Διευθυντής) είναι καθ' όλα νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική και εντός των εξουσιών που του παρέχει ο Νόμος Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κεφ. 224 και των Τροποποιήσεων.
  4. Η Απόφαση του Διευθυντή είναι δεόντως αιτιολογημένη, εβασίσθη σε μαρτυρία και/ή πραγματικά γεγονότα και/ή την επί τόπου κατάσταση και συσχετίστηκε ορθά το εν χρήσει σχέδιο με τα αντίστοιχα κτήματα.
  5. Ο Διευθυντής και/ή οι αντιπρόσωποι αυτού και/ή άλλως πως έκαναν ορθές μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις και/ή έλαβαν πλήρως υπόψη τους την επιτόπου κατάσταση.
  6. Ο Διευθυντής και/ή οι αντιπρόσωποι αυτού και/ή άλλως πως έλαβαν σοβαρά υπόψην την επιτόπου κατάσταση η οποία διαφοροποιήθηκε στην έκταση που αφορά το διαφιλονικούμενο τμήμα, από την παράνομη και μονομερή επέμβαση των Εφεσειόντων/Αιτητών.
  7. Η επιτόπια εξέταση διεξήχθητε με τη δέουσα και νόμιμη διαδικασία και σύμφωνα με τις συνήθης και ορθές διαδικασίες και κανονισμούς που διέπουν τις σχετικές διατάξεις και την ορθή πρακτικήν.
  8. Κατά την επιτόπια εξέταση λήφθηκαν υπόψη και/ή χρησιμοποιήθηκαν ορθά και νόμιμα κριτήρια και/ή μετρήσεις.
  9. Κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν επαρκή και ακριβή όργανα μέτρησης.
  10. Κατά την επιτόπια εξέταση του Διευθυντή και/ή των νόμιμων αντιπροσώπων αυτού και/ή άλλως πως, οι μετρήσεις λήφθηκαν από ορθά σταθερά και άλλα σημεία και παραμέτρους στη γύρω περιοχή με βάση το εν χρήσει σχέδιο.
  11. Η επιτόπια εξέταση που έγινε στις 17/02/2010 έγινε ορθά, κανονικά και νόμιμα και χρησιμοποιήθηκε η συνηθισμένη μέθοδος εργασίας σε υποθέσεις συνοριακών διαφορών και ακολουθήθηκε ορθή και κανονική πρακτική και διαδικασία τόσον κατά την εξέταση όσο και μετά, μέχρι και την έκδοση της απόφασης και κοινοποίησης της.
  12. Ο Διευθυντής και/ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτού τήρησαν και εξέτασαν την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας και ακολουθώντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και εξέτασαν αυτή δίκαια βασιζόμενη σε ορθά και αντικειμενικά κριτήρια.
  13. Ο Διευθυντής και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτού έλαβαν υπόψη τους όλες τις εγκυκλίους, κανονισμούς και οδηγίες του διευθυντού του Κτηματολογίου όπως επίσης έλαβαν υπόψη την επί τόπου κατάσταση.
  14. Η παράνομη επέμβαση των Εφεσείοντων/Αιτητών είναι σοβαρή και ουσιώδης και εκτείνεται σε μεγάλη και μη ευκαταφρόνητη έκταση και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη κατοχή, χρήση, κάρπωση και εν γένει εκμετάλλευση της περιουσίας των Εφεσιβλήτων/Καθ' ων η Αίτηση.
  15. Εν πάση περιπτώσει και χωρίς επηρεασμό των υπολοίπων ισχυρισμών τους οι Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η βραχεία χρονική περίοδος που διέρρευσε από την ημερομηνία της παρανόμου επέμβασης των Εφεσειόντων/Αιτητών δεν είναι ικανή και δυνατή να προσδώσει οιανδήποτε νομιμότητα στην ενέργεια τους αυτή.
  16. Η Απόφαση του Διευθυντή δεν είναι εσφαλμένη, ούτε αυθαίρετη και ούτε στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα ούτε σε εσφαλμένα νομικά κριτήρια.
  17. Ο Διευθυντής και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποι αυτού προέβησαν στην δέουσα και επαρκή έρευνα για την έκδοση της επίδικης απόφασης.
  18. Η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή και/ή των νόμιμων αντιπροσώπων αυτού είναι έννομη και συνταγματική, ορθή και δεόντως δικαιολογημένη και βασίζεται σε όλα τα πραγματικά στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης.
  19. Η απόφαση του Διευθυντή και/ή των νόμιμων αντιπροσώπων αυτού είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη και κάνει πλήρη και εκτενή αναφορά εις τους παράγοντες και/ή στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη για την λήψη της απόφασης». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εφεσίβλητου 1, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 προβαίνει σ' αυτή και κατόπιν εξουσιοδότησης του εφεσίβλητου
  20. Η ακρόαση της έφεσης, σε εφαρμογή του κανονισμού 10

(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει οποιοδήποτε μάρτυρα της άλλης πλευράς επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει τους λόγους ένστασης των εφεσίβλητων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων, με εξαίρεση, το απόσπασμα που ακολουθεί από την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εφεσειόντων, το οποίο αναδεικνύει και τους λόγους ακύρωσης της επίδικης απόφασης που εν τέλει έχουν προωθηθεί από αυτούς: «Οι λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές θεωρούν τη προσβαλλόμενη απόφαση λανθασμένη αναφέρονται στην αίτηση. Το ζήτημα είναι κατά πόσο οι Αιτητές, με την ένορκη δήλωση τους απέδειξαν τους ισχυρισμούς τους για να δοθεί στο Δικαστήριο σας, η δυνατότητα επέμβασης σας και ελέγχου τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης. Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι ενώπιον σας. Στην απόφαση αυτή δεν αναφέρεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθηκε η χωρομετρική εργασία αλλά αόριστα αναφέρει τούτο. Η απόφαση του Διευθυντή έπρεπε να είναι αναλυτική και επεξηγηματική πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη. Τέτοιο πράγμα δεν διαπιστώνεται. Είναι η θέση μας ότι η απόφαση είναι αυθαίρετη και ανεπαρκής. Ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη του την δική του εγκύκλιο και οδηγίες και δεν υιοθέτησε την επί τόπου κατάσταση. Τέτοιο πράγμα δεν ακολούθησε. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζεται ότι «σύμφωνα με τη νομολογία, η σαφήνεια δεν είναι συνάρτηση της λεπτομέρειας και μια απόφαση μπορεί να είναι περιληπτική αλλά σαφής εφ' όσον παρέχονται όλα τα στοιχεία που οδήγησαν στη λήψη της. Δυστυχώς όμως στη παρούσα υπόθεση δεν παρεσχέθησαν όλα τα στοιχεία που οδήγησαν στη λήψη της και οι Αιτητές δεν είχαν τη δυνατότητα να γνωρίζουν πλήρως τη βάση και την αιτιολογία της απόφασης του Διευθυντή». Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1248: «Το δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. Όταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312.» Τα ίδια περίπου αναφέρονται και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 412: «. στις υποθέσεις του είδους το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτουργεί με βάση «δικαιοδοσία που αφορά την αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου». (Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαραλάμπους Ποχουζούρη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1503.). Το Δικαστήριο δύναται σε διαδικασίες αίτησης/έφεσης με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, να προβεί σε αναψηλάφιση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική διαδικασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, δικαιούμενο όμως ταυτόχρονα να υποκαταστήσει τη δική του απόφαση για αυτή της διοίκησης. (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619). Περαιτέρω το Δικαστήριο ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Κτηματολογίου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις αλλά αν ήταν και ουσιαστικά ορθή. (Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1312 και Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944).» Ομοίως και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γεωργίου κ.ά. ν. Αργυρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 65/2009, ημερομηνίας 27.7.2012, σύμφωνα με την οποία: «Όπως επισημάνθηκε και από την πρωτόδικη δικαστή, με αναφορά στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 ΑΑΔ 100, ο Διευθυντής ενεργώντας στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από τα άρθρα 50 και 58 για επίλυση συνοριακών διαφορών, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η ενάσκηση της οποίας εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. επίσης Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους, Πολ. Έφ. 111/08, ημερ. 20.5.2011). Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, δυνάμει του μηχανισμού που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων. Ωστόσο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία.» Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Προκοπίου ν. Jacquelin Lesley Ryan κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2008, ημερομηνίας 5.9.2012, στην οποία προστίθεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στον αιτητή, ως επίσης και ότι η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη και ότι αμφισβήτησή της μπορεί να γίνει με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Βλέπε και τη Χαρίτου κ.ά. ν. Σάββα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 88/2009, ημερομηνίας 21.11.2012, στην οποία απορρίφθηκε η έφεση, επειδή κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρία ότι η απόφαση του Διευθυντή ήταν λανθασμένη. Μολονότι οι εφεσείοντες ζητούν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδικης απόφασης για 16 λόγους, εν τέλει, με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου τους περιορίζονται στους εξής λόγους: Πρώτο, στην επίδικη απόφαση δεν αναφέρεται αναλυτικά ο τρόπος που διεξάχθηκε η χωρομετρική εργασία, δεύτερο, η απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, τρίτο, ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη δική του εγκύκλιο και οδηγίες και τέταρτο, δεν υιοθέτησε την επί τόπου κατάσταση. Δεδομένης της φύσης, ιδιαίτερα του πρώτου καθώς και του τέταρτου από τους παραπάνω λόγους ακύρωσης της επίδικης απόφασης και λαμβάνοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης - με θετική μαρτυρία - της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στους εφεσείοντες, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτοί, για σκοπούς στοιχειοθέτησης των υπό αναφορά λόγων προσκομίζουν μαρτυρία πραγματογνώμονα, ανάλογης βαρύτητας των δύο κτηματολογικών υπαλλήλων που διεξήγαγαν εκ μέρους του Διευθυντή τη χωρομετρική εργασία, για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Η απάντηση είναι αρνητική. Ο ενόρκως δηλών για τους εφεσείοντες είναι απλώς ο Πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής και το γεγονός ότι, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1(α) της δήλωσής του προβαίνει σ' αυτή απ' όσα καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και απ' όσα έχει πληροφορηθεί από άλλα μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής και από συγχωριανούς του καθώς και από νομική συμβουλή του δικηγόρου των εφεσειόντων, προφανώς δεν καθιστά τον ίδιο πραγματογνώμονα. Από την άλλη, το γεγονός ότι υιοθετεί συλλήβδην κατά τρόπο γενικό, αόριστο και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης τους λόγους ακύρωσης της εκκαλούμενης απόφασης δεν αποτελεί θετική μαρτυρία για ό, τι αποτελεί το ζητούμενο που είναι η απόδειξη λάθους στην επίδικη απόφαση. Για παράδειγμα, τι εννοούν οι εφεσείοντες, όταν, μέσω του δικηγόρου τους ισχυρίζονται ότι στην εκκαλούμενη απόφαση δεν αναφέρεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο διεξάχθηκε η χωρομετρική εργασία; Σε συνέχεια αυτού, όταν ισχυρίζονται ότι η απόφαση έπρεπε να είναι αναλυτική και επεξηγηματική, πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη, δε θα έπρεπε να αναφέρουν ποια στοιχεία υπολείπεται αυτή που την καθιστούν τρωτή, όπως είναι η θέση τους; Ακολούθως, όταν λένε ότι ο Διευθυντής δεν έλαβε υπόψη δική του εγκύκλιο και οδηγίες, δε θα έπρεπε να πουν σε ποια εγκύκλιό - με αναφορά στο περιεχόμενό της - και σε ποιες οδηγίες αναφέρονται, περεταίρω, σε ποια έκταση η όποια εγκύκλιος και οι όποιες οδηγίες έχουν κατά νου δε λήφθηκαν υπόψη από το Διευθυντή και τέλος, πώς συνέτειναν οι εν λόγω παραλείψεις του Διευθυντή ώστε να είναι λανθασμένη η απόφασή του; Τέλος, όταν ισχυρίζονται ότι ο Διευθυντής δεν υιοθέτησε την επί τόπου κατάσταση, τι εννοούν; Το γεγονός ότι κανένα από τα παραπάνω ερωτήματα απαντάται από τους εφεσείοντες είναι δηλωτικό της αδυναμίας τους να θεμελιώσουν στοιχειωδώς και με πειστικό τρόπο την εκδοχή τους ότι η επίδικη απόφαση είναι λανθασμένη. Εν πάση περιπτώσει, απλή ανάγνωση του περιεχόμενου της επίδικης απόφασης καταδεικνύει δύο πράγματα. Καταρχήν, ότι η χωρομετρική εργασία που έγινε για επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς, η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, έγινε με τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο και ακολούθως, ότι η εκκαλούμενη απόφαση περικλείει όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία που την καθιστούν απόλυτα ορθή και πλήρως αιτιολογημένη. Η εν λόγω απόφαση που φέρει τίτλο «ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ», μεταξύ άλλων περικλείει τ' ακόλουθα στοιχεία: Στις παραγράφους 2 και 3 αναφέρονται τα ονόματα και η σχέση των διαδίκων με τα δύο ακίνητα που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συνοριακής διαφοράς, η οποία επιλύθηκε με την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Οι αιτητές και ο αριθμός της αίτησης για επίλυση της συνοριακής διαφοράς αναφέρονται στην παράγραφο
  1. Στην επόμενη παράγραφο αναφέρεται πότε στάλθηκαν στα ενδιαφερόμενα μέρη με το νενομισμένο τρόπο οι σχετικές ειδοποιήσεις και ότι η επιτόπια εξέταση έγινε στις 17.2.
  2. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της απόφασης, η επιτόπια εξέταση έγινε από τον κτηματολόγο επιτόπιων ερευνών Σωτήρη Νικολαϊδη και τη χωρομέτρη Νικολέττα Μιχαηλίδου. Στην ίδια παράγραφο αναφέρονται και τα ονόματα των παρόντων κατά την επιτόπια εξέταση. Οι παράγραφοι 7 μέχρι 11 της απόφασης παρατίθενται αυτούσιες: «
  3. Αφού υποδείχθηκε από τους αιτητές στην αίτηση ΑΧ225/2001 το διαφιλονικούμενο μέρος, χωρομετρήθηκε από τη χωρομέτρη Νικολέττα Μιχαηλίδου. Η χωρομετρική εργασία έγινε με την χρήση όλων των ενδεδειγμένων οργάνων. Τοποθετήθηκαν ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των ακινήτων με αριθμούς τεμαχίων 516 και 747 του Φ/Σχεδίου 37/62 και κατόπιν ετοιμάστηκε σχεδιάγραμμα που δείχνει τόσο τη διαφιλονικούμενη λωρίδα, όσο και τα ακίνητα των διαδίκων.
  4. Η χωρομετρική εργασία που έγινε, ελέγχθηκε από Λειτουργό Χαρτογραφίας και ετοιμάστηκε από Τεχνικό Μηχανικό Χαρτογραφίας, σχέδιο σε κλίμακα 1:5000 σε χαρτί στο οποίο φαίνεται το διαφιλονικούμενο μέρος και οι επιτόπου καταστάσεις, σχέδιο σε κλίμακα 1:500 σε χαρτί για σκοπούς καλύτερης ευκρίνειας, σχέδιο λεπτομέρειας σε χαρτί σε κλίμακα 1:500 στο οποίο φαίνεται σε μεγαλύτερη κλίμακα το διαφιλονικούμενο μέρος για σκοπούς ανάγνωσης αποστάσεων, ενώ μεταφέρθηκε από σχεδιάστρια η χωρομετρική εργασία στο εν χρήσει σχέδιο και ετοιμάστηκε σχεδιάγραμμα στο οποίο φαίνονται με ψηφία Α, Β και Γ τα προσωρινά ορόσημα που είχαν τοποθετηθεί επιτόπου για το κοινό σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 516 και 747 του Φ/Σχεδίου 37/62 και με κίτρινο χρώμα φαίνεται το διαφιλονικούμενο μέρος. Αντίγραφο του σχεδιαγράμματος επισυνάπτεται στην παρούσα ως Παράρτημα «Α».
  5. Η χωρομετρική εργασία έγινε με τη χρήση εργαλείου TOPCON GPS, TOPCON Total Station καθώς και LEICA GPS και το σχεδιαστικό πρόγραμμα και LISCAP 6,0 LISCAD 8.
  6. Περαιτέρω ελήφθηκαν υπόψη προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες και άλλων σχετικών φακέλων. Αποτυπώθηκαν επιτόπου καταστάσεις που αποτελούν ή σχετίζονται με σύνορα και συσχετίστηκαν αρμονικά οι καταστάσεις με το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο πάνω στο οποίο βασίζονται οι εγγραφές των εμπλεκομένων ακινήτων.
  7. Στη συνέχεια εκδόθηκε η απόφαση μου ημερομηνίας 26 Ιουλίου, 2011 η οποία κοινοποιήθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη με συστημένο ταχυδρομείο στις 27 Ιουλίου, 2011 στην οποία επισυνάφθηκε σχεδιάγραμμα όπου σημειωνόταν με κίτρινο χρώμα η διαφιλονικούμενη έκταση, η οποία αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 516 του Φ/Σχεδίου 37/62 σε κλίμακα 1:5000 και είναι μέρος της εγγραφής 1253 στο όνομα του Κώστα Μελή Μούζουρα με άλλο.
  8. Τα εγγεγραμμένα εμβαδά των κτημάτων τόσο των Αιτητών/Εφεσειόντων, όσο και των καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων δεν επηρεάζονται με οποιοδήποτε τρόπο από την απόφαση μου ημερομηνίας 26 Ιουλίου, 2011 διότι τα εγγεγραμμένα σύνορα των ακινήτων παραμένουν αναλλοίωτα». Από τα παραπάνω καταρρίπτεται ολότελα ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι στην επίδικη απόφαση δεν αναφέρεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο διεξάχθηκε η χωρομετρική εργασία. Συγκρατώ δύο μόνο στοιχεία από την απόφαση που τεκμηριώνουν το συμπέρασμά μου ότι η διεξαχθείσα χωρομετρική εργασία είναι ορθή, τα οποία, την ίδια ώρα καταρρίπτουν τη θέση των εφεσειόντων ότι η απόφαση είναι αυθαίρετη και μη επαρκώς αιτιολογημένη. Το πρώτο είναι ότι στην απόφαση αναφέρονται και τα όργανα με τα οποία έγινε η χωρομετρική εργασία. Το δεύτερο είναι ότι αυτή ελέγχθηκε από λειτουργό χαρτογραφίας και μεταφέρθηκε στο εν χρήσει σχέδιο, που καθώς έχει νομοληγηθεί (βλ. τη Χαρίτου, ανωτέρω) καθορίζει τα πραγματικά σύνορα των τεμαχίων στα οποία αφορά η συνοριακή διαφορά. Και με δεδομένο ότι η επίδικη απόφαση συνάδει με τη διεξαχθείσα χωρομετρική εργασία που είναι ορθή δεν μπορεί παρά να είναι και αυτή ορθή. Συγκεφαλαιώνοντας, θα έλεγα ότι οι εφεσείοντες, που καθώς ήδη έχει αναφερθεί έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι η απόφαση του Διευθυντή, «ως του κατ' εξοχήν αρμόδιου στο πράγμα, είναι λανθασμένη, εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν.», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 541, απέτυχαν παταγωδώς να αποσείσουν αυτό το βάρος. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων και σε βάρος των εφεσειόντων (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του κτηματολογίου, με την οποία επέλυσε συνοριακή διαφορά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.