← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μαρία Θεοδωρή Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5431/12, 14/3/2014

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μαρία Θεοδωρή Αντωνίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5431/12, 14/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5431/12 Μεταξύ:- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Μαρία Θεοδωρή Αντωνίου
  2. Μιχάλης Στέλιου Αντωνίου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 18.10.13 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.3.14 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την εναγόμενη 1 - αιτήτρια : κα Γεωργιάδου Για τους ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κα. Χατζήπαπα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια εναγόμενη 1 με αίτηση ημερομηνίας 18.10.13 επιζητά τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της την 18.1.
  3. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης είναι η Δ.17, Θ.10, Δ.64, θ.1-4, Δ.35, θ.18, 19, η Δ.48, Θ.1-9(η) και τα αρ.32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  4. Πραγματικό υπόβαθρο αποτελεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ιδίας που υποστηρίζει την αίτηση. Οι ενάγοντες καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση υποστηριζόμενη με ένορκη δήλωση. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν αντεξετάστηκε κανένας εκ των ομνυόντων και οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Κρίνεται σκόπιμο προτού το δικαστήριο προχωρήσει στις επί μέρους θέσεις των μερών, να προβεί σε σύντομη αναδρομή του ιστορικού της υπόθεσης που οδήγησε στην απόφαση όπως αυτό διαφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 27.11.12 και επιδόθηκε στον εναγόμενο 2 την 29.11.12, με την σημείωση από τον αρμόδιο επιδότη όπως αυτή καταγράφεται στον όρκο του που βρίσκεται εντός του φακέλου του δικαστηρίου, ότι ο Μιχάλης Αντωνίου είναι σύζυγος και συγκάτοικος της Μαρίας Αντωνίου, εναγομένης
  5. Στις 7.1.13 οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για απόφαση αφού οι εναγόμενοι δεν καταχώρησαν εμφάνιση και στις 18.1.13 εκδόθηκε ερήμην απόφαση εναντίον και των δύο εναγομένων. Στις 18.10.13 ακολούθησε η υπό κρίσιν αίτηση. Το δικονομικό υπόβαθρο που περιβάλλει την παρούσα αίτηση είναι η Δ.17, Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τη Νομολογία, δύο είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να ασκηθεί υπέρ του αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Πρώτο, ότι ο εναγόμενος έχει δείξει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης και δεύτερο, ότι υπάρχει σοβαρός λόγος για την παράλειψη του να μην καταχωρήσει εντός των προθεσμιών εμφάνιση, ή να αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Επανειλημμένα τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Αρχή που είναι στενά συνυφασμένη με την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία επιφέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη

(1997)1 Α.Α.Δ. 941). Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου κ.ά ν. Λουκίας Φωτίου, Πολ. Έφεση 233/09 24.1.14, συνοψίστηκαν οι αρχές της νομολογίας που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης εκδοθείσης ερήμην ως εξής : «Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 Α.Α.Δ. 204, επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Land Securities plc - ανωτέρω -«. Με γνώμονα τα πιο πάνω το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τους δύο παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ξεχωριστά. Το υπόβαθρο επί του οποίου η αιτήτρια στηρίζει την αίτηση της κινείται σε δύο πεδία. Το ένα αφορά την επίδοση της αγωγής σε αυτήν και κατ' επέκταση τον λόγο για τον οποίο δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, ο δε άλλος αφορά την ουσία της απαίτησης αλλά και την προβαλλόμενη εκ μέρους της υπεράσπιση. Ως προς το πρώτο θέμα υπάρχει και ένορκη δήλωση του συζύγου της Μιχάλη Αντωνίου. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν οκτώ λόγους ένστασης οι οποίοι και αναλύονται διεξοδικώς στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει με πληθώρα τεκμηρίων που επισυνάπτονται. Οι δικηγόροι ως λέχθηκαν προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις. Από την πλευρά της αιτήτριας γίνεται αναφορά σε νομολογία που διέπει το θέμα και σε αυτά που προβάλλονται στην ένορκη της δήλωση. Η δικηγόρος των καθ ων η αίτηση αναφέρεται ομοίως στα γεγονότα που αφορούν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε αντιπαράθεση με όσα η ομνύουσα εκ μέρους τους ορκίζεται, καθώς και ο δικαστικός επιδότης που επέδωσε τα κλητήρια εντάλματα και είναι η θέση της ότι όσα η αιτήτρια αναφέρει επί του θέματος είναι αναπόδεικτα, αλλά και αντιφατικά με αυτά που αναφέρει ο σύζυγος της εναγόμενος
  1. Επί της ουσίας της προβαλλόμενης υπεράσπισης της αιτήτριας, γίνεται αναφορά στους όρους της συμφωνίας δανείου και στην σχετική νομοθεσία ως προς την χρέωση των τόκων με την εισήγηση ότι η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το Δικαστήριο για λόγους πρακτικούς θα εξετάσει ξεχωριστά τους λόγους που προβάλλει η αιτήτρια για παραμερισμό της απόφασης σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες θέσεις των καθ' ων η αίτηση. Η αιτήτρια σύμφωνα με την ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι στις 7.10.2013 επισκέφθηκε υποκατάστημα των εναγόντων στη Λεμεσό για να προβεί σε αναδιαρρύθμιση του επίδικου δανείου γιατί επιθυμούσε να διευθετήσει τις καθυστερημένες δόσεις. Την ημέρα εκείνη ενημερώθηκε για πρώτη φορά από υπάλληλο των εναγόντων ότι είχαν τερματίσει τη συμφωνία δανείου και η υπόθεση ανατέθηκε σε δικηγόρο προς λήψη δικαστικών μέτρων και ότι την 18.1.2013 εξασφαλίστηκε δικαστική απόφαση εναντίον της. Ήταν με μεγάλη έκπληξη που πληροφορήθηκε την έκδοση της δικαστικής απόφασης καθώς και για το διάταγμα για εκποίηση της οικίας της και έτσι επικοινώνησε αμέσως με τους δικηγόρους της, οι οποίοι προέβηκαν σε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης του Δικαστηρίου. Οι δικηγόροι της, της επιβεβαίωσαν τα πιο πάνω και περαιτέρω την πληροφόρησαν ότι η αγωγή επιδόθηκε στον εν διαστάσει σύζυγο της, εναγόμενο 2 και όχι στην ίδια. Είναι η θέση της ότι ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε αγωγή, ο δε σύζυγος της παρέλειψε και αμέλησε να την ενημερώσει γιατί ήταν σε διάσταση και δεν είχαν καμιά επικοινωνία. Η επίδοση έγινε στο χώρο εργασίας του συζύγου της που η ίδια δεν πήγαινε εκεί. Αυτός είναι και ο λόγος για τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στο Δικαστήριο και αυτό δεν οφείλεται σε αμέλεια ή έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους της, αντίθετα μόλις πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης επικοινώνησε αμέσως και έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να προβούν στην παρούσα αίτηση. Διαφορετικά γεγονότα και δεδομένα αντιτάσσει η πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Είναι η θέση τους ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής, στις 7.12.2011 απέστειλαν επιστολή στην αιτήτρια, όσο και στον εναγόμενο 2, με την οποία την καλούσαν να εξοφλήσει εντός 21 ημερών τα οφειλόμενα ποσά που παρουσίαζε ο λογαριασμός δανείου τους. Ακολούθησε επίσης επιστολή ημερ. 23.3.2012 με την οποία τερμάτιζαν τη συμφωνία δανείου και τους προειδοποιούσαν ότι θα λάμβαναν νομικά μέτρα εναντίον τους. Οι επιστολές αποστάληκαν ταχυδρομικώς στη διεύθυνση που η ίδια δήλωσε στη συμφωνία δανείου που υπέγραψε. (Τεκμήρια Α, Β, Γ). Λόγω της μη εξόφλησης εκ μέρους της αιτήτριας και του εναγομένου 2, οι ενάγοντες καταχώρησαν την πιο πάνω αγωγή. Η αγωγή επιδόθηκε στον σύζυγο της, εναγόμενο 2, στην ίδια διεύθυνση που δήλωσε που είναι η ίδια με αυτή της αιτήτριας. Είναι η θέση τους ότι η αιτήτρια και ο σύζυγος της μετά από δικό τους αίτημα συναντήθηκαν στα γραφεία των εναγόντων στις 30.9.2013 και είχαν συνάντηση με τρεις υπαλλήλους της τράπεζας εκ των οποίων ο ένας ήταν και η ομνύουσα. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον εναγόμενο 2 για να διευθετηθεί η συνάντηση, της ζήτησε και του απέστειλε με φαξ την εκδοθείσα απόφαση τόσο την παρούσα όσο και άλλες που εκδόθηκαν σε άλλες αγωγές. Στις 30.9.13 τους δήλωσαν την πρόθεση τους να ξεκινήσουν την καταβολή δόσεων γιατί τους ανησυχούσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι εκδόθηκε, πέραν των δικαστικών αποφάσεων, και διάταγμα εκποίησης υποθήκης που αφορούσε την οικία τους. Μάλιστα στη συνάντηση τους ζήτησαν εκ νέου αντίγραφα όλων των εκδοθέντων δικαστικών αποφάσεων εναντίον τους, αναφέροντας τους ότι θα κατέβαλλαν προσπάθειες για πώληση ακίνητης περιουσίας τους προς εξόφληση ή μείωση των οφειλών τους. Κανένας εκ των δύο τους ανέφερε ότι βρίσκονταν σε διάσταση, ή ότι η αιτήτρια δεν είχε επικοινωνία με τον σύζυγο της, εναγόμενο
  2. Επιβεβαιωτική της γνώσης της αιτήτριας περί της έκδοσης της δικαστικής απόφασης εναντίον της αποτελεί, κατά τους καθ' ων η αίτηση, το γεγονός ότι το Κτηματολόγιο στις 17.6.2013 τους απέστειλε επιστολή με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι κατατέθηκε διάταγμα για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, καθώς επίσης και επιστολή που απέστειλε η ομνύουσα προς την αιτήτρια με την οποία της γνωστοποιούσαν την εγγραφή memo επί της ακίνητης περιουσίας της. (Τεκμήρια Δ, Δ.1). Επί της επιδόσεως των αντιγράφων της αγωγής είναι η θέση τους ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η αιτήτρια και ο εναγόμενος 2 ήταν σύζυγοι και συγκάτοικοι και συνεπώς η επίδοση έγινε νομότυπα. Αναφέρουν περαιτέρω ότι η οδός Γκόκεν 1 είναι η διεύθυνση της εταιρείας Μ.Ν.Α. Αντωνίου Εργοληπτική Εταιρεία της οποίας το εγγεγραμμένο γραφείο είναι στην πιο πάνω οδό, μέτοχοι της οποίας και διευθυντές είναι και οι δύο εναγόμενοι και γραμματέας η αιτήτρια. Όλοι έχουν ως δηλωμένη διεύθυνση τους στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών, τα οποία και επισυνάπτουν, την πιο πάνω οδό. Προστίθεται ότι στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας επισυνάπτεται ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, Μιχάλη Αντωνίου, ο οποίος αναφέρει ότι στις 29.11.2012 παρέλαβε κάποια δικαστικά έγγραφα αλλά δεν γνώριζε ότι τα παρέλαβε εκ μέρους της συζύγου του γιατί κανένας δεν τον ενημέρωσε. Θεώρησε ότι τα έγγραφα αφορούσαν τον ίδιο αφού όλα ανέγραφαν το όνομα του και γι' αυτό δεν της ανάφερε ποτέ κάτι για τα έγγραφα αυτά, ούτε και της τα παρέδωσε. Το δικαστήριο προτού προχωρήσει την εξέταση των εκατέρωθεν προβαλλομένων ισχυρισμών, κρίνει σκόπιμο να αναφερθεί στο πλαίσιο διεξαγωγής της ακρόασης επί αιτήσεων. Εγείρεται το θέμα από την κα Χατζήπαπα. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.
  3. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12). Η ακρόαση των αιτήσεων διέπονται από τη Δ.48 θ.4, και η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Σχετική είναι η υπόδειξη στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12, ότι ο καθ ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Άμεσα σχετική και χρήσιμη επί του συζητούμενου είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.361/08 ημερ.29.6.
  1. Οι πιο πάνω αρχές δεν ατονούν επί αιτήσεως ακυρώσεως αποφάσεως δυνάμει της Δ.17,Θ10 ως είναι η παρούσα. Εκείνο που διαφέρει είναι ότι το δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία, ενώ το μέτρο απόδειξης εκ μέρους του αιτητή, περιορίζεται στο να δείξει μια συζητήσιμη υπεράσπιση, στα πλαίσια όμως των πιο πάνω αρχών. Αντιπαραβάλλοντας όσα προκύπτουν από τα πιο πάνω και έχοντας βεβαίως υπόψη το σύνολο των εκατέρωθεν θέσεων επί του συγκεκριμένου, διαπιστώνεται, όπως εισηγείται και η κα Χατζήπαπα, κατ' αρχήν μια αντίφαση μεταξύ αυτών που η αιτήτρια αναφέρει και εκείνων που ο σύζυγος της παρουσιάζει στην ένορκη του δήλωση. Ενώ από τη μια είναι η θέση της αιτήτριας ότι βρίσκεται σε διάσταση με τον σύζυγο της και δεν είχε καμιά επικοινωνία μαζί του, ο σύζυγος της αντίθετα με αυτή, αναφέρει ότι δεν της παρέδωσε τα έγγραφα ούτε και της είπε οτιδήποτε γιατί τα έγγραφα ανέγραφαν μόνο το όνομα του. Θα ανέμενε κάποιος αν μη τι άλλο, να επιβεβαιώσει ο σύζυγος της ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν πράγματι σε διάσταση και ότι δεν έμεναν μαζί. Και περαιτέρω ότι είτε ως διευθύντρια είτε ως γραμματέας της εταιρείας, κατά τον επίδικο χρόνο δεν επισκεπτόταν τη διεύθυνση εις την οποία είναι δηλωμένη τόσο η ίδια όσο και τα γραφεία της εταιρείας. Δεδομένου δε ότι η ομνύουσα για τους καθ' ων η αίτηση δεν αντεξετάστηκε, ο ισχυρισμός της ότι κατά τη συνάντηση που έγινε με την αιτήτρια και τον σύζυγο της κανένας εξ αυτών δεν τους ανάφερε ότι βρίσκονταν σε διάσταση παρέμεινε ακλόνητος, εξάγεται ότι ο ισχυρισμός περί διάστασης μεταξύ της και του συζύγου της πρόκειται περί επινόησης παρά περί πραγματικού γεγονότος. Αλλά και αυτά που ο σύζυγος της, εναγόμενος 2, ορκίζεται, κρίνονται πως μόνο ως αβάσιμες δικαιολογίες μπορούν να χαρακτηριστούν, αφού στα έγγραφα που του επιδόθηκαν ως πρώτος μάλιστα εναγόμενος αναφέρεται η αιτήτρια και έπεται αυτός ως εναγόμενος
  2. Οπότε τίθεται το ερώτημα πώς κατέληξε ότι τα έγραφα ανέγραφαν μόνο το όνομα του και όχι και της συζύγου του. Πρόκειται συνεπώς για ένα επιχείρημα το οποίο δεν αντέχει σε σοβαρή συζήτηση και περαιτέρω σχολιασμό. Εξ' αντιδιαστολής αυτών που αναφέρει ο εναγόμενος 2, εξάγεται ότι αν τα έγγραφα ανέγραφαν και το όνομα της συζύγου του θα της τα παρέδιδε, γεγονός που ανατρέπει τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι βρίσκονται σε διάσταση και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Υποδεικνύεται τέλος και δεν είναι χωρίς αξία, ότι στην ένορκη του δήλωση αναφέρεται στην εναγομένη 1 ως σύζυγο του και όχι ως εν διαστάσει σύζυγο. Πέραν όμως αυτών υπάρχει και η αναμφισβήτητη μαρτυρία του δικαστικού επιδότη Παναγιώτη Κανάρη, που επέδωσε τα κλητήρια εντάλματα, ο οποίος ως αναφέρει επισκέφθηκε την οικία επί της πιο πάνω οδού και συνάντησε τον εναγόμενο
  3. Σε ερώτηση του για την σχέση του με την αιτήτρια αυτός του είπε ότι είναι η σύζυγος του. Στη συνέχεια του ανέφερε ότι η επίδοση των κλητηρίων θα γινόταν και για την σύζυγο του, γεγονός που αποδέκτηκε και αφού υπέγραψε τα παρέλαβε. Σε όλα αυτά προστίθεται και το αναντίλεκτο γεγονός ότι η συνάντηση στα γραφεία των εναγόντων έγινε τις 30.9.2013 και όχι στις 7.10.2013 ως αναφέρει η αιτήτρια, καθώς και όσα κατά την ομνύουσα διεμείφθησαν μεταξύ τους που ανατρέπει τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι εκεί για πρώτη φορά πληροφορήθηκε την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Από τα τεκμήρια που επισύναψαν οι καθ' ων η αίτηση και κυρίως καθόσον αφορά το κρινόμενο θέμα, η επιστολή του Κτηματολογίου για την εκποίηση της υποθήκης, αλλά και των εναγόντων για την εγγραφή memo επί της περιουσίας της αιτήτριας, βεβαιώνει τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αιτήτρια γνώριζε την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον της. Να σημειωθεί ότι η επιστολή του Κτηματολογίου φέρει ημερ.17.6.2013 των δε εναγόντων 9.7.
  4. Πέραν δε των εγγράφων του Εφόρου Εταιρειών που επισύναψαν οι καθ' ων η αίτηση όπου πράγματι η πιο πάνω οδός είναι δηλωμένη και για την αιτήτρια, άμεσα σχετικό είναι και το τεκμήριο Γ, έγγραφο συμφωνίας στεγαστικού δανείου το οποίο υπέγραψε η αιτήτρια, όπου δήλωσε ως διεύθυνση της την οδό Γκόκεν 1, Λεμεσός. Εκεί δηλαδή που της επιδόθηκε τόσο το κλητήριο ένταλμα, όσο και το σύνολο της αποσταλείσας αλληλογραφίας. Να σημειωθεί πως σύμφωνα με τον επιδότη Κανάρη πρόκειται περί οικίας. Κρίνεται συνεπώς ότι η προσπάθεια της αιτήτριας να παρουσιάσει μια κατάσταση πραγμάτων τέτοια που να δικαιολογεί ως παράτυπη και αντικανονική την επίδοση των δικαστικών εγγράφων εναντίον της ως ανεπιτυχή. Τα δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν στον σύζυγο της σε διεύθυνση την οποία και οι δυο δήλωσαν ως διεύθυνση τους και σύμφωνα με τους δικαστικούς θεσμούς, Δ.5, Θ.2
(1)(Ι), θεωρείται ως καλή επίδοση δικαστικών εγγράφων. Η υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Etates) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 που παραπέμπει η κα Χατζήπαπα είναι σχετική. Προστίθεται σε αυτά ότι η αιτήτρια όφειλε, για να προσδώσει τουλάχιστον κάποια υπόσταση στον ισχυρισμό της περί διάστασης μεταξύ αυτής και του συζύγου της, να ανέφερε στην ένορκη της δήλωση πού διαμένει μαζί με τα παιδιά της, σε ποια δηλαδή διεύθυνση, γεγονός που απέφυγε να αναφέρει και εν πάση περιπτώσει δεν έπραξε. Ως προς τα λοιπά, ελλείπει πλέον παντελώς κάθε εξήγηση ως προς το γιατί από τις 29.11.2012 που της επιδόθηκε η αγωγή δεν έπραξε οτιδήποτε παρά μόνο άφησε τον χρόνο να διαρρεύσει και αποτάθηκε στο Δικαστήριο σχεδόν ένα χρόνο από την επίδοση των εγγράφων και 9 περίπου μήνες από την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον της. Τα δεδομένα όπως αυτά προβάλλουν από τα πιο πάνω δεν δημιουργούν καμιά αμφιβολία στο δικαστήριο για να καταλήξει ότι η συμπεριφορά της αιτήτριας είναι τέτοια που είναι προφανώς περιφρονητική τόσο στις δικαστικές διαδικασίες όσο και στα δικαιώματα του αντιδίκου της. Και τούτο γιατί κρινόμενα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται και προβάλλει αποτελούν ουσιαστικά επινοήσεις και δικαιολογίες και αυτές αδύναμες, παρά πραγματικές, ουσιαστικές και ικανοποιητικές εξηγήσεις για την παράλειψη της να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Αν μπορεί να εξαχθεί ένα γενικό συμπέρασμα από όλα αυτά είναι η σαφής και η πλήρης αδιαφορία της. Οι όψιμοι, αναπόδεικτοι και κυρίως αντιφατικοί εν πολλοίς ισχυρισμοί της δεν οδηγούν πουθενά παρά μόνο ότι, υπό τις περιστάσεις, υπάρχει μια εντελώς ασυγχώρητη και ολωσδιόλου περιφρονητική συμπεριφορά. Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εν τούτοις, παρά ταύτα το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον και με την τελεσιδικία που επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. (Βλ. Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 364 και Καλλής ν. Αlpha Bank Ltd
(2002)1 AAΔ 793). Από όσα έχουν παρατεθεί η μοναδική κατάληξη που το δικαστήριο μπορεί να οδηγηθεί στη βάση του πιο πάνω ιστορικού είναι ότι η συμπεριφορά της αιτήτριας είναι εντελώς περιφρονητική όχι μόνο προς τα δικαιώματα του αντιδίκου του, αλλά συνιστά και καταφρόνηση στην ίδια τη δικαστική διαδικασία και τους θεσμούς. Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Πίττας ν. Unigoods Trading Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 διαφορετική αντιμετώπιση θα είχε ως αποτέλεσμα η πορεία της δικαστικής διαδικασίας να χαράσσεται ανάλογα με τη διάθεση του εναγομένου, χωρίς καμιά βεβαιότητα για το χρόνο διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων και τη διάγνωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα. Και ακριβώς αυτό συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση. Παρά ταύτα, το δικαστήριο θα προχωρήσει καθηκόντως να εξετάσει και κατά πόσο η αιτήτρια θεμελιώνει συζητήσιμη υπεράσπιση και τούτο χάριν πληρότητας της απόφασης. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση χωρίς όμως να υπεισέρχεται στην ουσία της. (Χρυσάνθου ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129). Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd Αίτηση για αναθεώρηση στην Αγ. Ναυτοδικείου 55/97 ημερ. 21.7.99 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται αναφορικά με την αξία της μαρτυρίας που δίδεται με ένορκες δηλώσεις, αλλά το κριτήριο είναι αντικειμενικό και ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες των γεγονότων. Με αυτή την έννοια, ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να δείχνουν, κατ' αρχήν τουλάχιστο, πως έχει υπεράσπιση στην αξίωση η οποία να είναι γνήσια. (K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). Ή όπως υπεδείχθη στην Καλλής ανωτέρω, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο δικαστήριο κάποια στοιχεία που θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Θα πρέπει επίσης να υποδειχθεί ότι η απουσία αξιολόγησης εκ μέρους των δικαστηρίου περί της ορθότητος οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του, και ότι δεν απαιτείται η απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων, ή η θεμελίωση της υπεράσπισης προς απόδειξη μιας καλή τη πίστει υπεράσπισης, αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί άνευ ετέρου κάθε προβαλλόμενο ισχυρισμό εκ μέρους του αιτητή. Δεδομένου συνεπώς ότι το έργο του δικαστηρίου εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, εκ των πραγμάτων κάποιας μορφής αντικειμενική εκτίμηση στην όψη τους και κάποια σχόλια επί των προβαλλομένων ισχυρισμών είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να διαφανεί στον απαιτούμενο βαθμό αν τα προβαλλόμενα στοιχεία δημιουργούν επαρκές υπόβαθρο για μια καλόπιστη υπεράσπιση. Και τίποτε περισσότερο. Άλλως θα ήταν αρκετό ο αιτητής να προβάλλει κάποιους ισχυρισμούς και ανεξάρτητα από όσα ο ενιστάμενος καθ ου η αίτηση αναφέρει να παραμερίζονται οι δικαστικές αποφάσεις. Το πραγματικό νόημα συνεπώς είναι πως ο αιτητής θα πρέπει να προβάλλει θετικούς, σαφής και συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί της ουσίας, ώστε να περιβάλλει την υπεράσπιση του και να της προσδίδει κάποιο αντικειμενικό βαθμό πειστικότητας αλλά και γνησιότητας. Η αγωγή στην βάση της οποίας εκδόθηκε απόφαση είναι οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου. Η αιτήτρια δεν αμφισβητεί την σύναψη του δανείου αλλά εκείνο που προβάλλει σχετίζεται με την επιβολή διαφόρων τόκων. Εγείρει διάφορα ζητήματα όπως για παράδειγμα ότι οι ενάγοντες απαιτούν τόκους και μετά την περίοδο του τερματισμού της συμφωνίας, γεγονός για το οποίο ως είναι η θέση της ότι δεν δικαιούνται και περαιτέρω, ότι προβαίνουν σε κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές τον χρόνο που δεν είναι επιτρεπτό. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι ενάγοντες μετέβαλαν σε διάφορες ημερομηνίες μονομερώς το χρεωστικό επιτόκιο του λογαριασμού χωρίς να την ειδοποιήσουν. Θα πρέπει, ως αναφέρει, οι ενάγοντες να της δώσουν αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού με όλους τους επιβληθέντες τόκους, τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ώστε να υπολογιστεί το ακριβές οφειλόμενο ποσό. Αρνείται ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού της συμφωνίας και είναι η θέση της ότι τα πιο πάνω καθιστούν καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων. Αντιτάσσουν οι καθ ων η αίτηση ότι η χρέωση των τόκων και ο τρόπος που διενεργείται προβλέπεται στην μεταξύ τους συμφωνία δανείου, τεκμήριο Γ στην ένσταση, επικαλούμενοι κυρίως τους όρους 2 και 5 αυτής, επισυνάπτουν δε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού (τεκμ.Ζ) στην οποία αναλύονται με λεπτομέρεια όλοι οι επιβληθέντες τόκοι, όπως και ανακοινώσεις στον τύπο για τις μεταβολές του βασικού επιτοκίου (τεκμ.Η), καθώς και την γνωστοποίηση της μεταβολής του βασικού επιτοκίου στην αιτήτρια (τεκμ.Θ). Στην ουσία γίνεται λεπτομερέστατη ανάλυση και επεξήγηση κάθε επιβληθέντος τόκου και σχετικής αλληλογραφίας προς την αιτήτρια, τόσο σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού που της απέστελλαν, όσο και με τις αυξομειώσεις του επιτοκίου και του συμφωνηθέντος τόκου υπερημερίας, επικαλούμενοι τέλος τις πρόνοιες του Νόμου Περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων Ν.160
(1)/99. Ως προς το κατά πόσο έλαβε την επιστολή τερματισμού καθώς και της άλλης σχετικής αλληλογραφίας, το θέμα έχει ήδη εξεταστεί στα πλαίσια της πρώτης προϋπόθεσης. Η γενική αμφισβήτηση των επιβληθέντων τόκων εκ μέρους της αιτήτριας κρίνεται πως όχι μόνο δεν είναι ικανοποιητική από την άποψη της προβαλλόμενης υπεράσπισης, αλλά εν όψει των όσων με ανάλυση και λεπτομέρεια παραθέτουν οι καθ ων η αίτηση υποστηριζόμενα και από τα σχετικά έγγραφα τεκμήρια κρίνεται και ως καθόλου πειστική. Δεδομένης της ένστασης και της πληθώρας των παρατεθέντων στοιχείων εκ μέρους των καθ ων η αίτηση επί του συγκεκριμένου, η αιτήτρια δεν φαίνεται να τα αμφισβητεί με κάποιο τρόπο. Οι καθ ων η αίτηση έχουν παραθέσει το σύνολο των χρεώσεων των τόκων επί των οποίων η αιτήτρια προβάλλει την υπεράσπιση της, επιζητώντας μάλιστα να της δοθεί αναλυτική κατάσταση. Επισυνάφθηκε αυτή ως τεκμήριο με την ένσταση των καθ ων η αίτηση. Πρόκειται για το τεκμήριο Ζ που είναι 13 έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα. Πέραν βεβαίως του ισχυρισμού ότι της απέστελλαν τις καταστάσεις λογαριασμού. Αν η αιτήτρια διαφωνούσε σε οτιδήποτε εκ των χρεώσεων που αναλυτικά παρατίθεται στα έγγραφα αυτά θα έπρεπε, είτε να αντεξετάσει την ομνύουσα εκ μέρους των καθ ων η αίτηση, είτε με την άδεια του δικαστηρίου να καταθέσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και να υποδείξει που διαφωνεί, ή που υπάρχουν υπερχρεώσεις και παράνομοι τόκοι και ανατοκισμοί. Ή σε τελική ανάλυση να υποδείξει που ακριβώς εστιάζει εκ πρώτης όψεως την υπεράσπιση της, εκ της οποίας να αναδύεται μια κατ' αρχή γνήσια υπόθεση. Αντιπαρερχόμενος και το γεγονός ότι η αιτήτρια, που φέρει και το βάρος, όφειλε εξ αρχής να παραθέσει με λεπτομέρεια όλα τα απαιτούμενα στοιχεία εκ των οποίων, αντικειμενικά κρινόμενα, να αναδύεται η ύπαρξη μιας γνήσιας και καλόπιστης υπεράσπισης. Στην ουσία παρέμεινε στις γενικότητες των θέσεων της χωρίς την προβολή κάποιου θετικού ή συγκεκριμένου ισχυρισμού. Το όλο εγχείρημα δεν εστιάζεται στην εξέταση της απαίτησης των εναγόντων, ούτε βεβαίως αν ο αιτητής αποδεικνύει με κάποιο τρόπο την υπεράσπιση του, αλλά περιορίζεται στο κατά πόσο προβάλλει στοιχεία και ισχυρισμούς τέτοιας υφής που αντικειμενικά και εκ πρώτης όψεως δημιουργούν μια εικόνα συζητήσιμης υπεράσπισης, με την έννοια ότι πραγματικά διαφαίνεται ότι υπάρχει σε τελική ανάλυση μια συζητήσιμη διαφορά μεταξύ των διαδίκων που να δικαιολογεί αλλά και να εξυπηρετεί το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης. Τα στοιχεία συνεπώς της υπεράσπισης θα πρέπει κατ' αρχήν δυνητικά να ενέχουν το στοιχείο της πειστικότητας τα οποία να είναι λογικοφανή βασισμένα σε συγκεκριμένα γεγονότα που να την καθιστούν συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται ( Πατούρης ανωτέρω). Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας τίθενται με τέτοια γενικότητα και αοριστία χωρίς κανένα ίχνος στοιχείων και άλλων επεξηγηματικών λεπτομερειών, που με κανένα τρόπο δεν ικανοποιεί, έστω και κατ' ελάχιστον τους όρους και τις προυποθέσεις στοιχειοθέτησης μιας λογικοφανούς υπεράσπισης. Και όχι μόνο αυτό αλλά δεν αμφισβητεί καν όσα προβάλλουν οι καθ ων η αίτηση, που άπτονται ακριβώς των δικών της αιτιάσεων υπό μορφή υπεράσπισης περί παρανόμων τόκων και υπερχρεώσεων. Είναι νομολογημένο ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκείται επί ματαίω αλλά μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στην παρούσα υπόθεση τίποτε, από όσα έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της αιτήτριας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων και σε βάρος της αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Αctions/Final Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.