← Κύπρος

STELIOS PANAYIOTOU & SONS LIMITED ν. Γιώργου Νικολάου, Αριθμός αγωγής: 4845/12, 14/3/2014

STELIOS PANAYIOTOU & SONS LIMITED ν. Γιώργου Νικολάου, Αριθμός αγωγής: 4845/12, 14/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 4845/12 Μεταξύ: Στέλιος Παναγιώτου & Υιοί Λτδ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Γιώργου Νικολάου, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 17/9/2013 Μεταξύ: STELIOS PANAYIOTOU & SONS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Γιώργου Νικολάου, από τη Λεμεσό Εναγόμενου --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 8.11.2013 για έκδοση συνοπτικής απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.3.2014 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Α. Ιωάννου Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Προδρόμου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου τ' ακόλουθα: «Α. Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 01/07/12 μεταξύ αυτών και του Εναγόμενου του ξενώνα με την ονομασία OKELLA HOTEL - RESTAURANT BAR που βρίσκεται στην περιοχή Σαϊτά του χωριού Μονιάτης της επαρχίας Λεμεσού, έχει δεόντως τερματιστεί λόγω παράβασης της από τον Εναγόμενο. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο τους εξαρτημένους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους του να εκκενώσει και παραδώσει στους Ενάγοντες ελεύθερη κατοχή του ξενώνα με την ονομασία OKELLA HOTEL - RESTAURANT BAR που βρίσκεται στην περιοχή Σαϊτά του χωριού Μονιάτης της επαρχίας Λεμεσού καθώς και των επίπλων και σκευών που ενυπάρχουν σε αυτό. Γ. €6.000.- που αντιπροσωπεύει οφειλόμενο ενοίκιο περιόδου από 01/07/2012 μέχρι 31/12/

  1. Δ. Ενοίκια ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή άλλως εκ €1.334.- το μήνα από 01/01/2013 μέχρι παράδοσης ελεύθερης της κατοχής του επίδικου ακινήτου. Ε. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. Στ. Νόμιμους τόκους, έξοδα, έξοδα ιδιωτικής επίδοσης πλέον Φ.Π.Α.». Στις 8.11.2013, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 Θ.Θ.1, 2 και 9 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 7 και
  2. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του Σταύρου Παναγιώτου: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Σταύρος Παναγιώτου, εκ Λεμεσού, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:-
  3. Είμαι ο διευθυντής της αιτήτριας, γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια η οποία είναι ιδιοκτήτρια του ξενώνα, γνωστόν με το όνομα OKELLA HOTEL RESTAURANT BAR, στην περιοχή Σαϊττά, στο Μονιάτη Λεμεσού, να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
  4. Έχω διαβάσει το περιεχόμενο της Εκθέσεως Απαιτήσεως στην παρούσα αγωγή με το οποίο συμφωνώ και το υιοθετώ πλήρως.
  5. Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου η οποία είναι ξεκαθαρισμένη, σαφής και αληθής είναι για: Α. Αναγνωριστική απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 01/07/12 μεταξύ αυτών και του Εναγόμενου του ξενώνα με την ονομασία OKELLA HOTEL - RESTAURANT BAR που βρίσκεται στην περιοχή Σαϊτά του χωριού Μονιάτης της επαρχίας Λεμεσού, έχει δεόντως τερματιστεί λόγω παράβασης της από τον Εναγόμενο. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο τους εξαρτημένους και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους του να εκκενώσει και παραδώσει στους Ενάγοντες ελεύθερη κατοχή του ξενώνα με την ονομασία OKELLA HOTEL - RESTAURANT BAR που βρίσκεται στην περιοχή Σαϊτά του χωριού Μονιάτης της επαρχίας Λεμεσού καθώς και των επίπλων και σκευών που ενυπάρχουν σε αυτό. Γ. €6.000.- που αντιπροσωπεύει οφειλόμενο ενοίκιο περιόδου από 01/07/2012 μέχρι 31/12/
  6. Δ. Ενοίκια ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή άλλως εκ €1.334.- το μήνα από 01/01/2013 μέχρι παράδοσης ελεύθερης της κατοχής του επίδικου ακινήτου, πλέον νόμιμους τόκους.
  7. Οι πιο πάνω απαιτήσεις των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου προέκυψαν σαν αποτέλεσμα παράλειψης πληρωμής της συμφωνηθείσης προκαταβολικής από τον Εναγόμενο προς τους ενάγοντες των ενοικίων περιόδου της περιόδου 1/07/2012 μέχρι 31/12/2012 με βάση την συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 1/07/2012 μεταξύ των διαδίκων και τον συνακόλουθο τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης ημερ. 1/7/
  8. Αντίγραφο της σχετικής συμφωνίας επισυνάπτεται σαν ΤΕΚΜ. Α΄.
  9. Παρά τις πρόνοιες της συμφωνίας ημερ. 1/7/2012 για εφάπαξ και προκαταβολική πληρωμή του ποσού των €8.000-, οι Ενάγοντες κατόπιν παρακλήσεως του Εναγόμενου και προς διευκόλυνση του, δέχθηκαν όπως η πληρωμή του ποσού των €8.000.- της προκαταβολής γίνει σε συγκεκριμένες ημερομηνίες όπως φαίνονται στην τελευταία σελίδα του ΤΕΚΜ Α΄, αντί της εφάπαξ καταβολής του προκαταβολικά όπως είχε υποχρέωση ο εναγόμενος.
  10. Με βάση την εν λόγω διευκόλυνση ο εναγόμενος πλήρωσε μόνο το ποσό των €2.000- (€1.000.- στις 2/7/2012 και €1.000.- στις 3/8/2012), αλλά δεν πλήρωσε κανένα άλλο ποσό και παρέμεινε απλήρωτο και οφειλόμενο το ποσό των €6.000.- το οποίο η Ενάγουσα απαιτεί. (επισυναπτόμενο ΤΕΚΜ. Α΄).
  11. Λόγω της μη πληρωμής του συμφωνηθέντος ενοικίου οι Ενάγοντες μέσω των Δικηγόρων τους απέστειλαν την επιστολή ημερ. 18/9/2012 η οποία επεδόθηκε στον Εναγόμενο στις 19/9/2012 με την οποία τον ειδοποιούσαν ότι τερμάτιζαν την ενοικίαση στις 20/10/2012 και τον καλούσαν να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του ακινήτου και να πληρώσει όλα τα οφειλόμενα ενοίκια. Αντίγραφο της επιστολής ημερ. 18/9/2012 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜ. Β'.
  12. Ο Εναγόμενος παρά το γεγονός ότι παρέλαβε την επιστολή τερματισμού ημερ. 18/9/2012 και παρόλο που παρήλθε η προθεσμία τερματισμού που καθορίστηκε στις 20/10/2012 δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα ενοίκια ούτε πριν ούτε μετά την έγερσιν της αγωγής τα οποία εξακολουθεί να οφείλει στους Ενάγοντες και αρνείται να εγκαταλείψει το ακίνητο και να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή στους Ενάγοντες και το χρησιμοποιεί, το κατέχει και το λειτουργεί παράνομα και αυθαίρετα μέχρι σήμερα χωρίς να πληρώνει κανένα ενοίκιο.
  13. Στην επιστολή τερματισμού ημερ. 18/9/13 απάντησε ο δικηγόρος του εναγόμενου προβάλλοντας διάφορους αβάσιμους ισχυρισμούς, χωρίς να αρνείται την παράλειψη πληρωμής των ενοικίων. Επισυνάπτεται ΤΕΚΜ Γ'.
  14. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και εξ' όσων μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας ο Εναγόμενος ουδεμίαν υπεράσπισιν έχει στην παρούσα υπόθεση, απλώς κατεχώρησε εμφάνιση με σκοπό να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης και να κερδίζει χρόνο κατακρατώντας ένα ολόκληρο ξενώνα στο Σαϊτά, τον οποίο εκμεταλλεύεται χωρίς, να πληρώνει κανένα ενοίκιο.
  15. Υπό τις περιστάσεις πιστεύω ότι είναι ορθόν και δίκαιον όπως εκδοθεί η ζητούμενη συνοπτική απόφαση». Οι εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  16. Ο Εναγόμενος/Εξ' Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας - Καθ΄ ου η Αίτηση έχει καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση με βάση τα γεγονότα την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής.
  17. Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα των Εναγόντων/Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένων αριθμός 1 - Αιτητών σε απόφαση στην αγωγή.
  18. Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία, και τα οποία εάν αποδειχτούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη νομικά την επίδικη αξίωση των Εναγόντων/Εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένων αριθμός 1 - Αιτητών.
  19. Υπάρχει βάση για την έγερση ανταξίωσης στην αγωγή.
  20. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως των Αιτητών είναι αναληθές και ανακριβές.
  21. Ο Ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
  22. Η ένορκη δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια ή το προσκομισθέν μαρτυρικό υλικό δεν είναι νομικά και ουσιαστικά αρκετό για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  23. Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση που πρέπει να την προβάλλει ως επίσης έχει και βάσιμη ανταπαίτηση την οποία πρέπει να την προβάλει πράγμα το οποίο έχει πράξει από καιρού και συγκεκριμένα από τις 6/3/
  24. Δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε οι Αιτητές να δικαιούνται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση.
  25. Παραβιάζονται Συνταγματικά και Ατομικά και Ανθρώπινα δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση με το να αιτούνται οι Αιτητές συνοπτικής απόφασης εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση και να επείγονται στην έκδοση της ενώ έχουν καταχωρίσει την αγωγή τους από την 25/10/2012 και έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση και ανταπαίτηση από την 6/3/2013 και ενώ στο μεταξύ έχουν αλλάξει τους δικηγόρους που τους εκπροσωπούσαν και έχουν αιτηθεί και έχουν λάβει διάταγμα του Δικαστηρίου για να τροποποιήσουν τον τίτλο της αγωγής τους και να καταχωρήσουν τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα.
  26. Οι Αιτητές δεν έχουν δικαίωμα και/ή δεν νομιμοποιούνται και/ή εμποδίζονται να προχωρήσουν την παρούσα διαδικασία διότι δεν προηγήθηκε τερματισμός και/ή κανονικός τερματισμός της κατ' ισχυρισμό των Εναγόντων επίδικης συμφωνίας και συνεπώς η παρούσα δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί είναι πρόωρος.
  27. Οι Αιτητές δεν έχουν δικαίωμα και/ή δεν νομιμοποιούνται και/ή εμποδίζονται να προχωρήσουν την παρούσα διαδικασία διότι δεν προηγήθηκε η αναγκαία και/ή η απαραίτητος προειδοποίησης των 30 ημερών και/ή δεν προηγήθηκε η αναγκαία προειδοποιητική επιστολή και συνεπώς η παρούσα δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί είναι πρόωρος.
  28. Οι Αιτητές δεν επεσύναψαν στην αίτηση τους όλα τα αναγκαία έγγραφα και/ή τα έγγραφα που αναφέρουν στα δικόγραφα τους και/ή το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό.
  29. Οι Αιτητές δεν έχουν καλή και καθαρή υπόθεση. Καταχώρησαν την αίτηση για συνοπτική απόφαση για να αποκαλύψουν την υπεράσπιση του Καθ' ου η Αίτηση.
  30. Ο τίτλος της επίδικης Αίτησης των Αιτητών είναι ελαττωματικός και/ή λανθασμένος και/ή μη ορθός και/ή ο τίτλος της αγωγής με τον τίτλο της Αιτήσεως για έκδοση συνοπτικής απόφασης διαφέρει και/ή είναι λανθασμένος και συνεπώς η παρούσα Αίτηση είναι τουλάχιστον πρόωρη.
  31. Η Αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, εκφοβιστική, εκβιαστική και καταχρηστική εφόσον έχει καταχωρηθεί από την 6/3/2013 υπεράσπιση και ανταπαίτηση.
  32. Η απαίτηση των Αιτητών δεν είναι ξεκαθαρισμένη και επομένως δεν δικαιούνται σε συνοπτική απόφαση.
  33. Οι Αιτητές αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα και προσπαθούν να παραπλανήσουν.
  34. Ο ενόρκως δηλών δεν είναι πρόσωπο το οποίο να μπορεί να ορκιστεί θετικά με τα γεγονότα και να επαληθεύσει τη βάση της αγωγής και/ή οι γνώσεις του ενόρκως δηλούντος για τα επίδικα θέματα προέρχεται από πληροφορίες που έδωσαν άλλοι σε αυτόν και όχι από προσωπική γνώση.
  35. Ο ενόρκως δηλών δεν είναι πρόσωπο το οποίο να μπορεί να δηλώνει ρητά ότι ο Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή.
  36. Οι Ενάγοντες/Αιτητές καθυστέρησαν να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση και/ή ο σκοπός των Εναγόντων/Αιτητών δεν είναι η εξοικονόμηση χρόνου του Δικαστηρίου αλλά η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και/ή με αυτή επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί.
  37. Λόγω κακόβουλων ενεργειών και/ή πράξεων των Εναγόντων/Αιτητών, ο Καθ' ου η Αίτηση υπέστηκε ανεπανόρθωτες ζημιές για τις οποίες ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε και/ή προτίθεται να καταχωρήσει ανταπαίτηση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.
  38. Για όλους τους λόγους που φαίνονται στην ένορκη δήλωση». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 Θ.Θ.1(α), 2, 3, 6 και 9, Δ.30 Θ.1.(c), Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 7, 8 και 9 και Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη γενική και συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου και τέλος, στη νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης βασίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α), η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του, για να επιληφθεί ένα Δικαστήριο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις. Ειδικότερα: (α) Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.
  39. (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και (γ) Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης και να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ,
(1997)1 (B) Α.Α.Δ. 1168, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 κ.ο.κ.). Αν διαπιστωθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται - σωρευτικά εννοείται - το δικαίωμα του ενάγοντα να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης μετατοπίζεται στον εναγόμενο (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.α.). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, αφού, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα είναι αρκετή. Τα εγειρόμενα θέματα προς υπεράσπιση θα πρέπει να δίνονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζονται (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Azziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2009, ημερομηνίας 22.1.2013: «.είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Αναφορικά με το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Νεάρχου (ανωτέρω) αυτός είναι: «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1 - 5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Στην υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός ότι οι δύο πρώτες προκαταρκτικές-δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ενώ ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες είναι πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής, έχοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, υπό το φως όσων αναφέρονται στις υποθέσεις Δημητρίου, The Chain Gulf Traders Ltd και Νεάρχου (ανωτέρω), από την οποία (Νεάρχου) και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136 - 138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία)». Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 (B) A.A.Δ.1113: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (or by any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο "από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης"». Παρατηρώ τα εξής: Ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες ότι είναι διευθυντής τους, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτησή τους θεωρώ πως δεν αρκεί, προκειμένου αυτός να μπορεί θεωρηθεί άνευ άλλου, πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και τις αιτούμενες αξιώσεις. Ακολουθεί το σκεπτικό: Στη Σπηταλιώτης κ.ά. (ανωτέρω), ο ενόρκως δηλών για τους αιτητές θεωρήθηκε πρόσωπο που μπορούσε να ορκιστεί θετικά για το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του, στη βάση συγκεκριμένων γεγονότων, από τα οποία προκύπτει κατά συγκεκριμένο τρόπο, τόσο η γνώση του όσο και η προσωπική του ανάμιξη, συναφώς, σχεδόν με όλα τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς και η εμπλοκή του σ' αυτή. Τα γεγονότα αυτά αναφέρονται από το εφετείο στο απόσπασμα που ακολουθεί: « Στην παρούσα περίπτωση φαίνεται ότι ο Παναγιώτης Χ" Παναγή ήταν γνώστης του περιεχομένου της συμφωνίας της 22/11/96 (που είχε ακυρώσει τη συμφωνία της 19/9/94), έχει επισυνάψει τα πιο πάνω έγγραφα στην ένορκη του δήλωση (Chain Gulf Trends v. Λαϊκή Τράπεζα
(1997)1 ΑΑΔ 1168), ήταν παρών στην υπογραφή της συμφωνίας της 22/11/96 από τον α΄ εφεσείοντα, γνώριζε από τα διάφορα έγγραφα της εφεσίβλητης τις κινήσεις του λογαριασμού του α΄ εφεσείοντος και είχε τερματίσει στις 21/9/98 ο ίδιος τη συμφωνία της εφεσίβλητης με τον α΄ εφεσείοντα. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενόρκως δηλών, ο οποίος περιορίζεται να δηλώνει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση, δε διευκρινίζει μα ούτε και επεξηγεί στη βάση ποιων στοιχείων ή δεδομένων γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης. Το γεγονός ότι είναι διευθυντής των εναγόντων, ασφαλώς, δεν εξυπακούει άνευ άλλου ότι γνωρίζει και μάλιστα πλήρως, όπως ισχυρίζεται, τα γεγονότα της υπόθεσης, δεδομένου ότι, εκτός του ότι δεν αναφέρει από πότε είναι διευθυντής των εναγόντων, μου είναι εντελώς άγνωστο κατά πόσο είχε καθόλου προσωπική εμπλοκή ή ανάμειξη με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία συνθέτουν τη βάση και αιτία της αγωγής των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου και αν ναι, σε τι συνίσταται αυτή η εμπλοκή ή ανάμειξη. Ειδικότερα: Ποιος υπόγραψε για τους ενάγοντες το επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο; Ακολούθως, πώς γνωρίζει ο ενόρκως δηλών γι αυτούς ότι οι χειρόγραφες προσθήκες στο εν λόγο έγγραφο στην τελευταία σελίδα, μετά τις υπογραφές των συμβαλλομένων καθώς και των μαρτύρων της υπογραφής τους, αποτελούν όντως διαφοροποίηση του όρου που διαλάμβανε η επίδικη συμφωνία ενοικίασης, σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου του επίδικου υποστατικού; Περεταίρω, ποιος προέβη στις υπό αναφορά χειρόγραφες προσθήκες πάνω στο έγγραφο; Τέλος, πώς γνωρίζει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες πόσα ενοίκια τούς κατέβαλε ο εναγόμενος και πόσα τους χρωστά; Ουδεμία απάντηση δίδεται από τον ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες σ' οποιοδήποτε από τα παραπάνω ερωτήματα και το γεγονός ότι καθ' ον χρόνο προέβαινε στην ένορκη δήλωση ήταν και, ενδεχομένως είναι ακόμη διευθυντής των εναγόντων, δε συμπληρώνει το σχετικό κενό. Τα παραπάνω αποτελούν απάντηση και σε όσα ακολουθούν, τα οποία αναφέρονται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων στο πλαίσιο της ικανής του αγόρευσης, υπό μορφή σχολίων της παραγράφου 5 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου: Η σχέση του ενόρκως δηλούντα με τους ενάγοντες προκύπτει και από το ενοικιαστήριο έγγραφο στο οποίο φαίνεται η υπογραφή του. Πρόκειται για το διευθυντή των εναγόντων αυτός και είναι το πρόσωπο το οποίο προέβη στη σύναψη και υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, επομένως είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά. Με όλο το σεβασμό προς τον κύριο Ιωάννου, με εξαίρεση τον ισχυρισμό του ότι πρόκειται για το διευθυντή των εναγόντων ο ενόρκως δηλών γι αυτούς, ισχυρισμός που απορρέει από το περιεχόμενο της σχετικής ένορκης δήλωσης του υπό αναφορά, τα υπόλοιπα που ισχυρίζεται, δεν τεκμηριώνονται από διευθυντή των εναγόντων μέσω της ένορκης δήλωσής του. Αντίθετο, με βρίσκει και η άλλη θέση του κυρίου Ιωάννου, σύμφωνα με την οποία, ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του άλλη πηγή γνώσης και δεν έχει ζητηθεί η αντεξέτασή του επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του για σκοπούς αμφισβήτησης όσων αναφέρει, κάτι που αποδεικνύει ότι αυτός μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Η υπό εξέταση προϋπόθεση είναι δικαιοδοτικής φύσεως, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να ικανοποιείται για σκοπούς ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. τη Δημητρίου (ανωτέρω)). Με αυτό ως δεδομένο εναπόκειται σε όποιο επικαλείται ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση να αποδείξει με θετικό τρόπο ότι ικανοποιείται η εν λόγω προϋπόθεση και όχι στον εναγόμενο να αποδείξει το αντίθετο. Στην προκειμένη περίπτωση, θα ήταν και χωρίς νόημα ο εναγόμενος να επιδιώξει να αμφισβητήσει τις τοποθετήσεις του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες, οι οποίες και χωρίς αμφισβήτηση, για λόγους που έχουν αναφερθεί δεν καθιστούν τον ενόρκως δηλούντα γι αυτούς, πρόσωπο το οποίο μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Οι παραπάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματά μου διαγράφουν και την τύχη της αίτησης η οποία θα πρέπει να απορριφθεί. Ο παραπάνω λόγος δεν είναι και ο μόνος για τον οποίο θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Αυτό θα πρέπει να γίνει και για τον επιπλέον λόγο ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ακολουθεί το σκεπτικό: Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 25.10.2012 και επιδόθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος καταχώρησε εμφάνιση στις 19.11.2012. Στις 6.12.2012, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση, με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης εναντίον του, επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει υπεράσπιση. Στις 21.1.2013 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση (πρώτη εμφάνιση) ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του εναγόμενου χρόνος για καταχώρηση υπεράσπισης. Συναινούντος του δικηγόρου των εναγόντων ενέκρινα το αίτημα και όρισα την αίτηση για απόδειξη στις 12.3.2013, εκτός εάν καταχωρείτο υπεράσπιση το αργότερο 5 καθαρές μέρες προηγουμένως. Ο εναγόμενος, στις 6.3.2013 καταχώρησε ειδοποίηση ανταπαίτησης δυνάμει της Δ.21 Θ.8, με την οποία προσέθεσε ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2 το Κοινοτικό Συμβούλιο Μονιάτη, με εναγόμενους 1 τους ενάγοντες. Καταχώρησε ακόμη υπεράσπιση στην αγωγή και ανταπαίτηση, εναντίον τόσο του ενάγοντα όσο και του νέου διαδίκου που προσέθεσε με την προαναφερθείσα ειδοποίησή του. Επισημαίνεται ότι το δικόγραφό του είναι πυκνογραμμένο και καταλαμβάνει έκταση 16 σελίδων. Στις 12.3.2013 που η αίτηση των εναγόντων ήταν ορισμένη για απόδειξη, δεδομένου ότι καταχωρήθηκε η υπεράσπιση, ζητήθηκε άδεια από το δικηγόρο των εναγόντων να αποσυρθεί με έξοδα, όπως και έγινε. Απέρριψα την αίτηση με έξοδα υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγόμενου. Παρενθετικά να πω ότι οι ενάγοντες από τις 11.3.2013 εκπροσωπούνται από νέους δικηγόρους. Στις 20.3.2013, οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 καταχώρησαν εμφάνιση μέσω δικηγόρου, ενώ στις 10.6.2013, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση, με την οποία ζητούσαν τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος, με αντικατάσταση του ονόματός τους από τα ελληνικά στα αγγλικά. Στις 17.9.2013 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση (πρώτη εμφάνιση), συναινούντων των δικηγόρων του εναγόμενου καθώς και των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 2 εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα, μάλιστα χωρίς να ζητηθούν έξοδα από τους δικηγόρους των τελευταίων. Οι ενάγοντες, στις 24.10.2013 καταχώρησαν το νέο - τροποποιημένο κλητήριο (που θα πρέπει να σημειωθεί πως δε λαμβάνει υπόψη ότι ο εναγόμενος προσέθεσε νέο διάδικο δυνάμει της προαναφερθείσας σχετικής ειδοποίησης ανταπαίτησης) και δύο βδομάδες αργότερα και συγκεκριμένα στις 8.11.2013 την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγόμενου, επειδή, όπως ισχυρίζεται ο διευθυντής τους στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσής του: «Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και εξ' όσων μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας ο Εναγόμενος ουδεμίαν υπεράσπισιν έχει στην παρούσα υπόθεση, απλώς κατεχώρησε εμφάνιση με σκοπό να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης και να κερδίζει χρόνο κατακρατώντας ένα ολόκληρο ξενώνα στο Σαϊτά, τον οποίο εκμεταλλεύεται χωρίς, να πληρώνει κανένα ενοίκιο.» Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλητσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014: «Έχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του"». Και λίγο παρακάτω: «Θα πρέπει να τονιστεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι έχουν ετοιμάσει τρεις ένορκες δηλώσεις και εμφανίσθηκαν 5 φορές, μέσω δικηγόρου, ενώπιον του δικαστηρίου για σκοπούς ακρόασης των τριών αιτήσεων. Το διάταγμα εξόδων εναντίον του αιτητή δεν αποτελεί αντιστάθμισμα για την ταλαιπωρία την οποία έχουν υποστεί». Με υπαγωγή του ιστορικού της υπόθεσης από την καταχώρηση της αγωγής από τους ενάγοντες στις 25.10.2012 μέχρι και τις 8.11.2013 που καταχώρησαν την υπό κρίση αίτησή τους στις παραπάνω αρχές θεωρώ ότι η αίτηση αποτελεί κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ακολουθεί το σκεπτικό: Εάν οι ενάγοντες, όπως ισχυρίζεται ο διευθυντής τους στην παράγραφο 10 της ένορκης του δήλωσης θεωρούν ότι ο εναγόμενος ουδεμία υπεράσπιση έχει στην αγωγή και απλώς καταχώρησε εμφάνιση με σκοπό να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης κ.λ.π., ποια εξήγηση δίδουν για το γεγονός, ότι, οι ίδιοι, που υποθέτω επείγονται να εξασφαλίσουν απόφαση εναντίον του, αντί να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση ευθύς αμέσως αφότου αυτός καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης εναντίον του, όχι επειδή «ουδεμίαν υπεράσπιση έχει στην παρούσα υπόθεση», αλλά, επειδή απλώς παρέλειψε να την καταχωρήσει εμπρόθεσμα; Ουδεμία απάντηση δίδουν σ' αυτό το κεφαλαιώδες ερώτημα. Και όχι μόνο. Καταχώρησαν την αίτηση για απόφαση επειδή ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την υπεράσπισή του, οπότε αυτός, δικαιολογημένα, μέσω του δικηγόρου του παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο δύο φορές, την πρώτη για να ζητήσει χρόνο να καταχωρήσει υπεράσπιση και τη δεύτερη, όταν η αίτηση ήταν ορισμένη για απόδειξη οπότε και αποσύρθηκε με έξοδα εναντίον του, χωρίς να συνυπολογίζονται και τα δικά του έξοδα καθώς και η ταλαιπωρία του, αν ληφθεί υπόψη, ότι, εκτός του ότι χρειάστηκε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο δύο φορές ο δικηγόρος του, προφανώς, η σύνταξη και καταχώρηση από τον τελευταίο της δεκαεξασέλιδης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, για τον εναγόμενο συνεπάγεται επιπλέον ταλαιπωρία αλλά και κόστος και σε χρόνο και σε χρήμα. Ο εναγόμενος, που προφανώς δε γνώριζε και ούτε όφειλε να γνωρίζει ότι οι ενάγοντες θα καταχωρούσαν εναντίον του, πρώτα αίτηση για απόφαση επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την υπεράσπισή του και σχεδόν ένα χρόνο αργότερα, αίτηση για συνοπτική απόφαση, επειδή όπως είναι η θέση τους, δεν έχει υπεράσπιση αυτή τη φορά, είναι φανερό ότι εάν οι ενάγοντες καταχωρούσαν πρώτα την παρούσα αίτηση, δε θα είχε λόγο να σπεύσει να καταχωρήσει υπεράσπιση, αλλά και ανταπαίτηση, με την οποία μάλιστα προσέθεσε και νέο διάδικο, γεγονός το οποίο συνεπάγεται επιπλέον κόστος για τον ίδιο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Τρεις μήνες μετά που καταχώρησε την υπεράσπιση και ανταπαίτησή του, οι ενάγοντες καταχώρησαν την αίτηση τροποποίησης του τίτλου της αγωγής τους και αυτός, που μέχρι τότε ήταν εντελώς ανυποψίαστος για ό, τι θα ακολουθούσε της σχετικής τροποποίησης, ενώ προηγουμένως είχε καταδικαστεί στα έξοδα της αίτησης για απόφαση, συγκατάνευσε στο αίτημα τροποποίησης, χωρίς να ζητήσει έξοδα, τα οποία, αν ζητούσε, δικαιωματικά θα έπαιρνε. Και πώς συμπεριφέρθηκαν οι ενάγοντες έναντί του, που με την υποστηριχτική του σχετικού αιτήματός τους ένορκη δήλωση του διευθυντή τους, αναφέρουν ότι η αντικατάσταση του ονόματός τους με το ορθό όνομα, ουδόλως θα επηρεάσει τα δικαιώματα του εναγόμενου; Αφού καταχώρησαν το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα στις 24.10.2013, στις 8.11.2013, δηλαδή, 15 μέρες μετά καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του. Ότι η όλη συμπεριφορά που επέδειξαν οι ενάγοντες τόσο έναντι του εναγόμενου όσο και έναντι του Δικαστηρίου είναι απαράδεκτη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασία είναι ολοφάνερο. Πέραν τούτου είναι και αντινομική, αφού αντιστρατεύεται το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση που σύμφωνα με τη Νεάρχου (ανωτέρω) είναι (για να επαναλάβω): «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης.» Οι ενάγοντες, εάν όπως είναι η θέση τους, θεωρούν ότι ο εναγόμενος ουδεμία υπεράσπιση έχει στην αγωγή, όφειλαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση τάχιστα, αφότου αυτός στις 19.11.2012 καταχώρησε εμφάνιση και όχι ένα σχεδόν χρόνο αργότερα, χωρίς να δίδουν καμιά εξήγηση για την ολωσδιόλου αδικαιολόγητη και μακρά αυτή καθυστέρηση. Επομένως, για το γεγονός ότι ακόμη και να δικαιούνταν να λάβουν απόφαση ενωρίτερα παρά στο πλαίσιο κανονικής δίκης, δε θα συμβεί το πρώτο, να αιτιώνται εαυτούς και όχι, είτε τον εναγόμενο είτε ακόμη και το Δικαστήριο. Με τη συμπεριφορά τους απεμπόλησαν το δικαίωμα που ενδεχομένως είχαν να εξασφαλίσουν το πρώτο. Στο ερώτημα τι ακολουθεί έχω τη γνώμη ότι η επιλογή μου αποτελεί μονόδρομο. Όπως και το Ανώτατο Δικαστήριο στη Loukos (ανωτέρω) έτσι και εγώ θεωρώ ότι στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θα πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Επειδή, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων, σχολιάζοντας αυτά που αναφέρει ο εναγόμενος στην παράγραφο 16(α) της ένορκης του δήλωσης, με αναφορά στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 408, ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην παρούσα αίτηση, προς αποφυγή δημιουργίας οποιασδήποτε παρανόησης, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω τα εξής: Η αρχή που καθιερώνει η παραπάνω απόφαση και με δεσμεύει και με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Ούτε και θεωρώ ότι της έχω αποστεί καθοιονδήποτε τρόπο. Σύμφωνα με αυτή, η καταχώρηση υπεράσπισης δεν μπορεί να στερήσει το δικαίωμα του ενάγοντα να καταχωρήσει αίτηση για συνοπτική απόφαση στην κατάλληλη περίπτωση και τούτο, με κάθε σεβασμό προς το εφετείο, για να προεκτείνω τη σκέψη του, επειδή, σε διαφορετική περίπτωση θα ενθαρρύνονταν οι εναγόμενοι που δεν έχουν υπεράσπιση σε μία υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον τους, προκειμένου να κερδίζουν χρόνο και τεχνηέντως να εξουδετερώνουν το δικαίωμα του ενάγοντα να επιδιώξει την έκδοση συνοπτικής απόφασης, να το πετυχαίνουν με τον πολύ απλό τρόπο που είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση εμφάνισης μαζί με κάποια τυπική υπεράσπιση, κάτι που ενδεχομένως ισχύει και στην παραπάνω υπόθεση, στην οποία οι εφεσείοντες καταχώρησαν την ίδια μέρα τόσο εμφάνιση όσο και υπεράσπιση. Στην παρούσα υπόθεση, το γεγονός και μόνο ότι ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση, κανένα ρόλο διαδραμάτισε στην απόφασή μου να απορρίψω την αίτηση. Είναι εξαιτίας της εν γένει συμπεριφοράς των εναγόντων - οι οποίοι, συν τοις άλλοις, πρώτα καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου επειδή παρέλειψε να καταχωρήσει υπεράσπιση και σχεδόν ένα χρόνο αργότερα και αφού στο μεταξύ αυτός καταχώρησε τόσο υπεράσπιση όσο και ανταπαίτηση και εναντίον τους, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση καταχρηστικά, για όλους τους λόγους που αναφέρονται σε άλλο σημείο πιο πάνω - που η αίτηση θα απορριφθεί και όχι επειδή ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ και καθαρά σε υποθετική βάση, να εξετάσω κατά πόσο ο εναγόμενος με έχει ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτει τέτοια - επαρκή γεγονότα για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Η νομική εμβέλεια και σημασία των δύο αυτοτελών λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί είναι τέτοια, οπότε, ενδεχομένως και να μην ενδείκνυται να ασχοληθώ με αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Παρέλκει επίσης να ασχοληθώ και με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, οι οποίοι, με κάθε σεβασμό θεωρώ ότι εντελώς αδικαιολόγητα και αχρείαστα, εν πολλοίς επαναλαμβάνονται με διαφορετική απλώς διατύπωση, κάτι που ισχύει και με τη μακροσκελέστατη ένορκη δήλωση του εναγόμενου που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένστασή του στην αίτηση, γεγονός το οποίο, εκτός του ότι κουράζει επενεργεί και σε βάρος του δικαστικού χρόνου που απαιτείται για σκοπούς εξέτασης της αίτησης, ο οποίος, επιμηκύνεται χωρίς ουσιαστικό λόγο. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και σε βάρος των εναγόντων, τα οποία όμως θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.