ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 648/08, 12/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 648/08 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντα και ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενης Αίτηση για συμπληρωματικά διατάγματα Ημερομηνία: 12.3.2014 Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Χ. Αναστασίου. Για Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση: κ. Τ. Παπαμιχαλόπουλος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εκδόθηκαν εκ συμφώνου εναντίον της Εναγόμενης, στις 27.10.09, τα ακόλουθα διατάγματα:
- Διάταγµα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόµενη όπως κατακρατεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το διαµέρισµα 4 επί της οδού Σαρανταπόρου αρ. 22 στον Συνοικισµό Οµονοίας στην Λεµεσό το οποίο ανήκει στην Κυπριακή Δηµοκρατία, και/ή επεµβαίνει επί του αναφερόµενου διαµερίσµατος.
- Διάταγµα µε το οποίο η Εναγόµενη άρει οποιαδήποτε παράνοµη κατακράτηση και/ή επέµβαση του πιο πάνω διαµερίσµατος και παραδώσει αυτό στον Ενάγοντα και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτηµένο αντιπρόσωπο του. Περαιτέρω διατάχθηκε ότι θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης των διαταγµάτων για περίοδο 1 (ενός) έτους από τις 27.10.
- Στις 26.9.13 ο Ενάγοντας (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά: A) Διάταγμα και/ή συμπληρωματικό διάταγμα με το οποίο να προσδιορίζεται και/ή να καθορίζεται ως χρόνος συμμόρφωσης στα Διατάγματα του Δικαστηρίου ημερ. 27.10.09, η ώρα 9 π.μ. της 2ης Δευτέρας από την ημερομηνία επίδοσης πιστού αντιγράφου της απόφασης ημερ. 27.10.09 και του παρόντος διατάγματος. Β) Διάταγμα και/ή συμπληρωματικό διάταγμα με το οποίο να προσδιορίζεται και/ή να καθορίζεται, σχετικά με το Διάταγμα στην παράγραφο 2 της απόφασης ημερ. 27.10.09, ως τόπος και τρόπος παράδοσης, η παράδοση των κλειδιών του εν λόγω διαμερίσματος στον Τοπικό Διαχειριστή Κυβερνητικών Οικισμών Λεμεσού κ. Βασίλη Χαριτωνίδη, στα γραφεία του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.
- Κ.5, Δ.25 Κ.1-6, Δ.34 Κ.5, Δ.42Α Κ.1, Δ.48 Κ.1-9, Δ.57 Κ.2 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην Ετήσια Πρακτική του 1962 (Annual Practice of 1962), στην αρχή της τελεσιδικίας, στη σχετική νομολογία καθώς και στη διακριτική ευχέρεια, πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Συμεού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, στην οποία αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Στις 27.10.09 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε εναντίον της Εναγόμενης-Καθ' ης η αίτηση, την επίδικη εκ συμφώνου απόφαση (τεκμήριο 1). Η εν λόγω απόφαση είχε αναστολή εκτέλεσης ενός
(1)έτους από την ημερομηνία έκδοσης της. Συντάχθηκε δε στις 12.11.
- Η Καθ' ης η αίτηση δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής. Η απόφαση επιδόθηκε στην Καθ' ης η αίτηση στις 24.8.11 αλλά ούτε και τότε υπήρξε συμμόρφωση εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση με αποτέλεσμα ο Αιτητής να προωθήσει σχετική αίτηση παρακοής ημερομηνίας 15.9.
- Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, το Δικαστήριο στις 19.12.12 απέρριψε την εν λόγω αίτηση παρακοής. Ως φαίνεται από την σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, ο λόγος απόρριψης της αίτησης συνίσταται κυρίως στο ότι δεν πληρούταν «η προϋπόθεση της σαφούς και καθαρής σύνταξης των Διαταγμάτων αφού εντοπίζεται ασάφεια στο λεκτικό της σύνταξης των εν λόγω Δικαστικών Διαταγμάτων ως προς το θέμα του χρόνου συμμόρφωσης». Το θέμα αναλύεται περαιτέρω από το Δικαστήριο στις σελίδες 22-24 υπό τον τίτλο «Η σύνταξη του Διατάγματος του Δικαστηρίου να είναι σαφής και καθαρή». Η ανάγκη για υποβολή της παρούσας αίτησης προκύπτει βασιζόμενη στα όσα υπέδειξε το Δικαστήριο, ήτοι πρέπει να διευκρινιστεί, προσδιοριστεί και καταστεί γνωστό πότε η Καθ' ης η αίτηση πρέπει να συμμορφωθεί για να θεωρηθεί ότι διέπραξε παρακοή, σύμφωνα με την αρχή ότι η σύνταξη και το λεκτικό ενός δικαστικού Διατάγματος προστατικής φύσεως πρέπει να είναι σαφές και ξεκάθαρο. Συνεπώς η ανάγκη για συμπλήρωση της επίδικης απόφασης, επιβάλλεται ούτως ώστε να υπάρχει συμμόρφωση με την αρχή για σαφή και ξεκάθαρη διατύπωση των δικαστικών Διαταγμάτων και δη των Διαταγμάτων προστακτικής φύσης, όπως αυτή καθιερώνεται από τους Κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας, τη σχετική νομολογία και την ορθή πρακτική του Δικαστηρίου. Τα αιτούμενα συμπληρωματικά Διατάγματα αφορούν αποκλειστικά και μόνο την προσθήκη του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου απαιτείται συμμόρφωση της Καθ' ης η αίτηση με τις υποχρεώσεις που της επιβάλλει η επίδικη απόφαση ως επίσης και τον τόπο και τρόπο συμμόρφωσης της. Σε καμία των περιπτώσεων δεν επέρχεται, με τα επιδιωκόμενα συμπληρωματικά διατάγματα, διαφοροποίηση και/ή τροποποίηση της ουσίας της εκδοθείσας εκ συμφώνου απόφασης. Είναι επιβεβλημένη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η αρχή και η ανάγκη για τελεσιδικία. Σε περίπτωση δε απόρριψης της αίτησης ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και απώλεια εφόσον τέτοια απόρριψη θα εκμηδενίσει την υπάρχουσα και σε ισχύ απόφαση, θα υπάρξει αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης ενώ αυτή είναι σε ισχύ, παράγει αποτελέσματα και δεσμεύει τα μέρη της και ο Αιτητής θα αποστερηθεί διά παντός της δυνατότητας να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του. Αντίθετα η Καθ' ης η αίτηση δεν πρόκειται να υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αλλά θα λάβει κατά τον πλέον άδικο και αυθαίρετο τρόπο αδικαιολόγητο και αβάσιμο πλεονέκτημα. Η ανάγκη για υποβολή της παρούσας αίτησης, η οποία υποβάλλεται καλόπιστα, δεν έχει ως έρεισμα οποιαδήποτε παράλειψη ή λάθος που προήλθε από τον Αιτητή, ο οποίος προσπαθεί να εκτελέσει τα παραγόμενα εκ της απόφασης δικαιώματα του. Ενόψει των πιο πάνω είναι ορθό και δίκαιο αλλά και προς το συμφερον της Δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Την 9.1.14 η Εναγόμενη (στο εξής η Καθ' ης η αίτηση) απάντησε στην αίτηση με καταχώρηση ένστασης, η οποία βασίζεται στην ίδια ακριβώς νομική βάση με την αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νοµικά αβάσιµη, παράτυπη και αδικαιολόγητη και/ή αντικανονική και/ή νοµικά και/ή πραγµατικά αστήρικτη και/ή δεν είναι σύµφωνη µε τους σχετικούς Νόµους και Κανονισµούς.
- Η έκδοση των αιτουµένων διαταγµάτων δεν στηρίζεται επαρκώς και/ή δεν δικαιολογείται από τα αναφερόµενα, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γεγονότα και δεν συντρέχουν και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των Νόµων και Κανονισµών και/ή της νοµολογίας και/ή άλλως πως για την έκδοση των αιτουµένων διαταγµάτων.
- Η ενόρκως δηλούσα για τον Αιτητή δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα, δεν δύναται να ορκισθεί θετικά επί όλων των αναφεροµένων ισχυρισµών και πλείστα όσα αναφέρει δεν ανταποκρίνονται στα αληθή γεγονότα.
- Ο Αιτητής στηρίζει την αίτηση του σε ανακριβείς ισχυρισµούς και/ή γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα και/ή παραποιεί ουσιώδη γεγονότα, όσα δε αποκαλύπτει είναι ελλιπή, παραπλανητικά και δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτουµένων διαταγµάτων.
- Η έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις ενώ αντίθετα η ζηµιά και/ή η βλάβη που θα υποστεί η Καθ' ης η αίτηση από την έκδοση τους θα είναι ανεπανόρθωτη εφόσον κινδυνεύει να παραπεµφθεί στο Δικαστήριο για δεύτερη φορά, για παρακοή διατάγµατος για το οποίο έχει ήδη δικασθεί και αθωωθεί.
- Δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει και/ή δεν συντρέχει ορατός κίνδυνος να µην απονεµηθεί πλήρης δικαιοσύνη από τη µη έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων.
- Η απόφαση και τα διατάγµατα που έχουν εκδοθεί, ορθά εκδόθηκαν και το σαφές διατακτικό της τελικής απόφασης εµπεριέχει διαταγή για άµεση εκτέλεση, µε καθορισµένο χρόνο αναστολής εκτέλεσης, η οποία αποτελεί επαρκή προσδιορισµό του χρόνου.
- Με την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων εξυπηρετούνται αλλότριοι σκοποί και πιέσεις προς την Καθ' ης η αίτηση.
- Η αίτηση γίνεται με αναιτιολόγητη καθυστέρηση και με αυτήν ο Αιτητής αποσκοπεί να διορθώσει δικό του θεµελιώδες σφάλµα και/ή παράλειψη. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης αίτηση στην οποία αφού απορρίπτονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή και υιοθετούνται αυτούσιοι οι λόγοι ένστασης προστίθενται και τα ακόλουθα: Ο Αιτητής για να πετύχει στην αίτηση αναφέρεται, στο λόγο που απορρίφθηκε η αίτηση παρακοής του διατάγµατος ηµερ. 27.10.09, ότι δηλαδή η σύνταξη του διατάγµατος δεν ήταν σαφής και καθαρή. Παραγνωρίζει όμως το γεγονός ότι ο ίδιος στήριξε την αίτηση παρακοής στο ότι η αναστολή που έδωσε το Δικαστήριο έληγε ένα
(1)χρόνο από την ηµέρα έκδοσης της απόφασης και των διαταγµάτων και η Καθ' ης η αίτηση δεν συμμορφώθηκε και βρισκόταν µε τη λήξη της αναστολής αυτής σε παρακοή. Περαιτέρω ο Αιτητής παραγνωρίζει ότι θα έπρεπε, σύµφωνα µε τη νοµοθεσία και τη νοµολογία, να επιδώσει στην Καθ' ης η αίτηση τα διατάγµατα ηµερ. 27.10.09 κατά τη διάρκεια του χρόνου της αναστολής και όχι ένα χρόνο µετά τη λήξη της, για να µπορεί να προχωρήσει εναντίον της µε αίτηση παρακοής. Λαµβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για την έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων και είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις όπως το Δικαστήριο µη ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης αλλά απορρίψει αυτήν µε έξοδα εναντίον του Αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι δύο πλευρές αρκέστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, με παραπομπή στη νομολογία. Αρχίζοντας από τον λόγο ένστασης ότι η ενόρκως δηλούσα για τον Αιτητή δεν γνωρίζει όλα τα γεγονότα και δεν δύναται να ορκισθεί θετικά επί όλων των αναφεροµένων ισχυρισµών, πρέπει να λεχθεί ότι ο λόγος αυτός, ως προκύπτει από την αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, δεν προωθήθηκε και συνεπώς θεωρείται ως εγκαταληφθείς. Άλλωστε σύμφωνα με την Δ.39 Κ.2 σε ενδιάμεσες αιτήσεις ο μάρτυρας μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του. Αποτελεί δε βασική θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι απουσιάζει από την αίτηση παντελώς το νομικό υπόβαθρο και κανένας από τους Κανονισμούς, στους οποίους αυτή στηρίζεται, δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι αντίθετα η θέση του Αιτητή ότι η αίτηση εμπεριέχει το ορθό νομικό υπόβαθρο και παρά το ότι δεν προκύπτει από οποιονδήποτε Κανονισμό, η εξουσία του Δικαστηρίου να καθορίσει τον χρόνο συμμόρφωσης με συμπληρωματικό διάταγμα, αποτελεί συμφυή εξουσία συναρτώμενη με την εξ αρχής παράλειψη καθορισμού τέτοιου χρόνου στα επίδικα διατάγματα. Σύμφωνα με την Δ.34 Κ.5: «Every judgment or order made in any cause or matter requiring any person to do an act thereby ordered shall state the time, or the time after service of the judgment or order, within which the act is to be done». Η Δ.34 Κ.5 και η Δ.42Α Κ.1 αντιστοιχούν προς την Δ.41 Κ.5 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Ενδεικτικό της ερμηνείας της εν λόγω Αγγλικής διάταξης είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη σελ. 955 του Annual Practice του 1958: «Omission to Fix Time.- "Four-day Order"-- When the order omits to fix a time, it is not thereby rendered ineffectual, but the Court will make a supplemental order fixing the time, in the Ch. D. designated a "four-day order", although the time after service of the order is not always four days (Needham v. Needham
(1842), 1 Hare 633). But until a time is fixed the order cannot be enforced (Gilbert v. Endean
(1878), 9 Ch.D. p.266, C.A. Re Wilde,
(1910)W.N.128, C.A.; Townend v. Townend
(1906)93 L.T.680 C.A». Ως προκύπτει λοιπόν από το πιο πάνω ένα διάταγμα δεν καθίσταται αναποτελεσματικό μόνο και μόνο επειδή δεν καθορίζεται σε αυτό χρόνος για συμμόρφωση. Για να καταστεί όμως δυνατή η εκτέλεση του θα πρέπει να καθοριστεί τέτοιος χρόνος με την προβλεπόμενη διαδικασία. Στην υπόθεση Φιλή ν. Majarian
(2004)1Α Α.Α.Δ. 394 αντικείμενο εξέτασης αποτέλεσε η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εκδώσει συμπληρωματικό διάταγμα καθορισμού του χρόνου συμμόρφωσης προς ήδη υφιστάμενο διάταγμα φύλαξης του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, στο οποίο δεν καθοριζόταν τέτοιος χρόνος. Βάσισε την εξουσία του αυτή στα πλαίσια της συμφυούς δικαιοδοσίας του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού εξέτασε το όλο θέμα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση είναι ενδεικτικό: «Αυτό μας οδηγεί στην ουσία του πράγματος, που αφορά την εμβέλεια της έρευνας που αφορούσε η έκδοση συμπληρωματικού διατάγματος. Βάση για την ανάγκη έκδοσης του ήταν η αρχική παράλειψη προσδιορισμού του χρόνου συμμόρφωσης. Δεν θα εξετάσουμε εδώ αν, όπως εκρίθη πρωτοδίκως, το διάταγμα ήταν τέτοιας φύσης που καθιστούσε απαραίτητο τον καθορισμό επ΄ αυτού χρόνου συμμόρφωσης. Όπως και να είχε το πράγμα, η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να καθορίσει το χρόνο συμμόρφωσης με συμπληρωματικό διάταγμα ήταν δεδομένη και συναρτάτο προς την αρχική παράλειψη προσδιορισμού του χρόνου συμμόρφωσης. Η παράλειψη δε αυτή παρείχε όχι μόνο τη βάση αλλά και την αιτιολογία για έκδοση του συμπληρωματικού διατάγματος. Δεν υπήρχε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που το Δικαστήριο είχε να εξετάσει για να ασκήσει μια εξουσία που αφορούσε όχι την ουσία του διατάγματος αλλά τη συμπλήρωση του από αυτή την άποψη και μόνο». Αναφορικά με την φύση της σύμφυτης εξουσίας-δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και την άσκηση της στην Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου, Πολ. Έφεση Αρ. 22/10, ημερ. 14.2.12 λέχθηκε ότι από την σχετική νομολογία προκύπτει πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσία η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Αυτή έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτήν καθαυτή «τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας». Είναι «το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς». Η δικαιοδοσία αυτή λοιπόν δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Η βασική εκδήλωση αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη». Από τα πιο πάνω συνάγεται λοιπόν ότι παρά το ότι δεν υπάρχει σχετική πρόνοια στον Νόμο ή σε κάποιον Κανονισμό, το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να εκδίδει συμπληρωματικό διάταγμα με το οποίο να προσδιορίζεται ο χρόνος συμμόρφωσης σε διάταγμα και η εξουσία αυτή συναρτάται προς την αρχική παράλειψη προσδιορισμού τέτοιου χρόνου. Είναι περαιτέρω η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η απόφαση ημερ. 27.10.09 εμπεριέχει διαταγή για τέλεση πράξης, η οποία αποτελεί επαρκή προσδιορισμό του χρόνου όπως απαιτείται από την Δ.34 Κ.5, εφόσον στην απόφαση αναφέρεται ότι θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης των διαταγμάτων για περίοδο ενός έτους. Είναι με άλλα λόγια η θέση αυτής ότι η εν λόγω απόφαση είναι σαφής και σε αυτή καθορίζεται ο χρόνος συμμόρφωσης. Το πιο πάνω δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι εμφανές από το λεκτικό τους ότι τα διατάγματα ημερ. 27.10.09, και ιδιαίτερα αυτό της παραγράφου 2, το οποίο είναι προστακτικής φύσεως, δεν προσδιορίζουν ρητά χρόνο συμμόρφωσης. Ως έχει λεχθεί στην Νικολαίδου v. Αττιπά κ.α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1620 η έκδοση διατάγματος άμεσα εκτελεστού δεν σημαίνει πως ικανοποιεί και τη ρητή απαίτηση για προσδιορισμό χρόνου μέσα στον οποίο η πράξη την οποία εντέλλεται πρέπει να τελεστεί. Η απαίτηση για προσδιορισμό χρόνου σύμφωνα με τη Δ.34 Κ.5 τίθεται με δοσμένη τη δυνατότητα εκτέλεσης του διατάγματος. Απαιτείται ρητά να προσδιορίζεται ο χρόνος ή ο χρόνος μετά την επίδοση της απόφασης ή του διατάγματος μέσα στον οποίο η πράξη πρέπει να τελεστεί και δεν μπορεί να θεωρείται ότι αυτό ικανοποιείται απλώς επειδή το διάταγμα ή η απόφαση δεν τελούν υπό αναστολή εκτέλεσης. Είναι δε αυτονόητο ότι αδρανεί η επιταγή για όσο χρόνο το διάταγμα τελεί υπό αναστολή εκτέλεσης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι προκύπτει μια ασυνέπεια στη θέση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία, χωρίς να αμφισβητεί την εγκυρότητα των εν λόγω διαταγμάτων, τα οποία εκδόθηκαν με τη συμφωνία αυτής, από την μια υποστηρίζει ότι σε αυτά προσδιορίζεται επαρκώς ο χρόνος συμμόρφωσης ενώ από την άλλη φαίνεται να τίθεται θέμα μη συμμόρφωσης. Είναι επίσης η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι τα διατάγματα δεν είναι δεκτικά εκτέλεσης γιατί η επίδοση τους δεν έγινε έγκαιρα ήτοι κατά τη διάρκεια του χρόνου αναστολής αλλά 10 μήνες μετά τη λήξη του χρόνου αυτού. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Annual Practice του 1958 σελ. 955 το διάταγμα θα πρέπει να επιδίδεται εντός συγκεκριμένου χρόνου όταν προβλέπεται τέτοιος χρόνος για να τελεστεί μια πράξη. Σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να εξασφαλισθεί συμπληρωματικό διάταγμα παράτασης του χρόνου αυτού (βλ. επίσης Νικολαίδου ανωτέρω και Αναφορικά με την αίτηση του Τάκη Μακρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 401). Συνεπώς ούτε η πιο πάνω θέση της Καθ' ης η αίτηση ευσταθεί εφόσον η πρόβλεψη χρόνου αναστολής, ως έχει προαναφερθεί, δεν ισοδυναμεί με ρητό προσδιορισμό χρόνου συμμόρφωσης ως απαιτεί η Δ.34 Κ.5. Όσον δε αφορά τη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι με την αίτηση ο Αιτητής αποσκοπεί στο να διορθώσει προηγούμενη παράλειψη του για να μπορέσει να εκτελέσει την απόφαση, με αποτέλεσμα η Καθ' ης να συρθεί ξανά στο Δικαστήριο με νέα αίτηση παρακοής θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχήν ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράλειψη από πλευράς του Αιτητή εφόσον τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν εκ συμφώνου. Το κατά πόσο θα γίνει νέα αίτηση παρακοής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αποτελεί ένα ενδεχόμενο και μόνο και δεν κρίνεται ότι κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας αίτησης. Εν πάση περίπτωση εάν και εφόσον γίνει τέτοια αίτηση παρακοής η Καθ' ης η αίτηση θα έχει το δικαίωμα να προβάλει όλες τις θέσεις της, οι οποίες θα κριθούν στα πλαίσια εκείνης και μόνο της διαδικασίας και όχι προκαταρκτικά στην παρούσα. Δεν φαίνεται δε η Καθ' ης η αίτηση να υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αναφορικά τέλος με το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης στην αγόρευση του κ. Παπαμιχαλόπουλου, αναφέρεται γενικά και αόριστα ότι η καθυστέρηση καθιστά την αίτηση καταχρηστική, χωρίς να επεξηγείται το θέμα περαιτέρω. Προκύπτει δε σαφώς ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε 9 μήνες μετά την απόρριψη της αίτησης παρακοής που καταχώρησε ο Αιτητής εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν κρίνεται από μόνος του τέτοιος ώστε να καθιστά την αίτηση καταχρηστική. Άλλωστε δεν φαίνεται, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στην παρούσα, η Καθ' ης η αίτηση να επηρεάστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την καθυστέρηση αυτή. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα δεδομένα στην παρούσα και ιδιαίτερα το ότι στα διατάγματα ημερ. 27.10.09 παραλήφθηκε ο καθορισμός του χρόνου συμμόρφωσης με αυτά καθώς και ότι το θέμα δεν αφορά την ουσία των εν λόγω διαταγμάτων - η οποία παραμένει η ίδια - αλλά τη συμπλήρωση τους από αυτή την άποψη και μόνο, κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση σχετικού συμπληρωματικού διατάγματος. Ο χρόνος συμμόρφωσης που θα καθορίζεται όμως με το συμπληρωματικό διάταγμα κρίνεται ότι δεν πρέπει να είναι ο αναφερόμενος στην παράγραφο Α της αίτησης αλλά ένας άλλος πιο λογικός και ελαστικός. Όσον αφορά το υπό την παράγραφο Β αιτούμενο συμπληρωματικό διάταγμα με αυτό επιδιώκεται και ο καθορισμός συγκεκριμένου τόπου και τρόπου συμμόρφωσης. Αναφορικά με αυτό λαμβάνοντας υπόψην ότι θα εκδοθεί συμπληρωματικό διάταγμα καθορίζον συγκεκριμένο χρόνο συμμόρφωσης και ότι η συμμόρφωση αφορά την παράδοση διαμερίσματος, ανήκων στην Κυπριακή Δημοκρατία, στον Ενάγοντα ήτοι τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτηµένο αντιπρόσωπο του (χωρίς να καθορίζεται σε ποιόν) κρίνεται ότι είναι σκόπιμο αλλά και ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί και το υπό την παράγραφο Β αιτούμενο συμπληρωματικό διάταγμα εφόσον έτσι θα γνωρίζει χωρίς αμφιβολία και η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση και με ποιόν ακριβώς τρόπο θα πρέπει να συμμορφωθεί. Ως εκ των άνω εκδίδεται συμπληρωματικό διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως χρόνος εντός του οποίου θα πρέπει να συμμορφωθεί η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση με τα διατάγματα της απόφασης ημερ. 27.10.09, ο χρόνος των 30 ημερών από την επίδοση πιστού αντιγράφου της εν λόγω απόφασης και του παρόντος διατάγματος. Περαιτέρω εκδίδεται συμπληρωματικό διάταγμα με το οποίο προσδιορίζεται ως τρόπος και τόπος παράδοσης του, αναφερόμενου στα διατάγματα της απόφασης ημερ. 27.10.09, διαμερίσματος, η παράδοση των κλειδιών του διαμερίσματος στον Τοπικό Διαχειριστή Κυβερνητικών Οικισμών Λεμεσού κ. Βασίλη Χαριτωνίδη, στα γραφεία του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού. Τέλος τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή και εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η αίτηση. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Action Αναφορά:Αίτηση για συμπληρωματικά διατάγματα αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και τρόπο εκτέλεσης προηγουμένως εκδοθέντων διαταγμάτων. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο