← Κύπρος

ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΜΑΥΡΟΥ ν. ONICH FINANCIAL INC., Αρ. Αγωγής: 5544/13, 14/3/2014

ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΜΑΥΡΟΥ ν. ONICH FINANCIAL INC., Αρ. Αγωγής: 5544/13, 14/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5544/13 Μεταξύ: ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΜΑΥΡΟΥ Ενάγοντα και ONICH FINANCIAL INC. Εναγομένων Αίτηση καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα Ημερομηνία: 14.3.2014 Για Ενάγοντα - Αιτητή:κ. Α. Παστός για Μάμας Χατζη Χριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Γιωρκάτζης για Α. Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 4.12.13, ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους το ποσό των €60,000, πλέον νόμιμο τόκο, δυνάμει συμφωνίας μεσιτείας και/ή ως αμοιβή και/ή αποζημιώσεις και/ή δυνάμει παροχής υπηρεσιών και/ή λόγω παράβασης συμφωνίας, σε σχέση με την πώληση ενός σκάφους αναψυχής. Δυνάμει δε μονομερούς αίτησης ίδιας ημερομηνίας (στο εξής η κυρίως αίτηση) ο Ενάγοντας εξασφάλισε στις 10.12.13 προσωρινά διατάγματα με τα οποία ουσιαστικά απαγορεύεται η πώληση, διάθεση και μεταβίβαση του προαναφερόμενου σκάφους καθώς και ο απόπλους, μετακίνηση ή απομάκρυνση αυτού από τη μαρίνα ξενοδοχείου στη Λεμεσό, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή περαιτέρω οδηγιών του Δικαστηρίου. Τα προσωρινά διατάγματα ορίσθηκαν επιστρεπτέα στις 19.12.13 ημερομηνία κατά την οποία Εναγόμενοι εμφανίσθηκαν και ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Τελικά, αφού δόθηκαν δύο αναβολές, η ένσταση αυτών καταχωρήθηκε στις 6.2.14. Με την υπό εξέταση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 17.2.14, ο Ενάγοντας (στο εξής ο Αιτητής) ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Διάταγμα το οποίο να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικών Ι απαντητικών ενόρκων δηλώσεων από τον Eνάγοντα και από τον κ. Πάρη Ελευθερίου σε σχέση με την αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 10.12.13. Β. Διάταγμα το οποίο να διατάζει την παρουσία του κ. Κωνσταντίνου Θεοφίλου, διευθυντή των Εναγομένων, κατά την ακρόαση της αίτησης για οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 10.12.13, για να αντεξεταστεί σε ότι αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 3, 8, 9, 14, 16, 17 και 19 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 6.2.14. Η αίτηση εδράζεται στις Δ.39 Κ.1, Δ.48 Κ.1-3

(1)
(2), 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Αιτητή, όπου αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Από μελέτη της ένστασης των Εναγομένων ημερομηνίας 6.2.14 στην αίτηση ημερομηνίας 10.12.13, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα που βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα, διαπιστώνει ότι ο διευθυντής των Εναγομένων Κωνσταντίνος Θεοφίλου έχει αμφισβητήσει πολλές από τις θέσεις του και ως εκ τούτου θεωρεί ότι θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει, να αντικρούσει και να αμφισβητήσει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Στα πλαίσια αυτά θεωρεί ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει μια συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο ίδιος, ώστε να δώσει τις απαιτούμενες απαντήσεις στους ισχυρισμούς του κ. Κ. Θεοφίλου που περιέχονται στις παραγράφους 11-12, 18 και 21-22 της ένορκης δήλωσης του. Θεωρεί επίσης ότι πέραν της δικής του συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και από τον κ. Ελευθερίου, ώστε να δοθεί η ευκαιρία να απαντηθούν οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 5-8, 16-17 και 22 της ένορκης δήλωσης του κ. Κ. Θεοφίλου. Είναι η εισήγηση του Αιτητή ότι όλα όσα αναφέρει ανωτέρω συνιστούν καλό λόγο για να επιτραπεί η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικών δηλώσεων. Είναι επίσης η θέση του ότι με την παρούσα αίτηση δεν επιδιώκεται η τροποποίηση ή η αλλοίωση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτηση ή η συμπλήρωση ηθελημένου κενού και ότι αποκλειστικός σκοπός της είναι η πληρέστερη παράθεση των γεγονότων και το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πέραν των ανωτέρω ο Αιτητής δηλώνει ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Κ. Θεοφίλου περιέχονται ισχυρισμοί με τους οποίους διαφωνεί κατηγορηματικά και θα ήθελε να αντεξετασθεί το εν λόγω πρόσωπο επί αυτών. Το αίτημα για αντεξέταση αφορά συγκεκριμένα θέματα στις παραγράφους 3, 8, 9, 14, 16, 17 και
  1. Είναι δε καταληκτικά η θέση του Αιτητή ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι έτσι το Δικαστήριο θα είναι σε θέση να έχει πλήρη εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) απάντησαν με καταχώρηση ένστασης στις 4.3.14, η οποία στηρίζεται στις Δ.39 Κ.1, Δ.48 Κ.1-9, Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 29-33 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι δε λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψισθούν στους εξής:
  2. Ο Αιτητής ανεπίτρεπτα επιδιώκει ταυτόχρονα το ίδιο σκοπό με διαφορετικά ένδικα μέσα ήτοι επιδιώκει παράλληλα την αντεξέταξη του ενόρκως δηλούντα και την κατάθεση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.
  3. Οι αιτούμενες θεραπείες δεν εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και εκτείνονται ανεπίτρεπτα επί οποιουδήποτε θέματος υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ενώ επιδιώκεται παράλληλα η ενίσχυση της αξιοπιστίας του Αιτητή.
  4. Ο Αιτητής δεν καταδεικνύει «καλό λόγο» για να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικών / απαντητικών ενόρκων δηλώσεων.
  5. Η αίτηση είναι παράτυπη καθότι ο Αιτητής παρέλειψε να επισυνάψει το κείμενο των σκοπούμενων συμπληρωματικών / απαντητικών ενόρκων δηλώσεων που επιθυμεί να καταχωρήσει.
  6. Η αίτηση αποσκοπεί στην προσαγωγή μαρτυρίας και/ή γεγονότων τόσο από τον ίδιο τον Αιτητή όσο και από τον Πάρη Ελευθερίου για να καλυφθούν κενά σε σχέση με τα γεγονότα ως αυτά είχαν προβληθεί με την αρχική ένορκη δήλωση του Αιτητή.
  7. Με την επιδιωκόμενη συμπληρωματική / απαντητική ένορκη δήλωση του Πάρη Ελευθερίου ανεπίτρεπτα επιδιώκεται να απαντηθούν μεταξύ άλλων ισχυρισμοί «αναφορικά με το ήθος και την ακεραιότητά του» και για την εναντίον του καταγγελία στην Αστυνομία από τον Malitikov αντίθετα με την αρχή ότι η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξακρίβωση τυχόν αμφισβητούμενων γεγονότων.
  8. Η αίτηση είναι πρόδηλα καταχρηστική και μεταξύ άλλων σκοπό έχει την καθυστέρηση της εκδίκασης της αίτησης ημερομηνίας 4.12.13 για οριστικοποίηση ή όχι των προσωρινών διαταγμάτων.
  9. Δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης ούτε και υπάρχει επίκληση τέτοιων περιστάσεων και εν πάση περιπτώσει ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει όλο το απαραίτητο υλικό υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και τεκμηρίων που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποφασίσει.
  10. Τυχόν έκδοση διατάγματος αντεξέτασης δε θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και/ή θα οδηγούσε σε εκτροπή από τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Χριστοφή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αφού ουσιαστικά υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, ζητείται η απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Αίτηση προς εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προβλέπεται από τη Δ.48 Κ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γενονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Με βάση την εν λόγω διάταξη, η οποία έχει τροποποιηθεί ως ανωτέρω με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 5/99 ημερ. 23.12.99, δεν είναι επιτρεπτή πλέον κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων, σε αντίθεση με το τι ίσχυε προηγουμένως, σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων, η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας τηρουμένου βέβαια του δικαιώματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Δ.39. Έτσι με την διάταξη αυτή σκοπείται η καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, πέραν της αρχικής που συνοδεύει την αίτηση ή την ένσταση ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διάδικους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο όλα εκείνα τα γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις τους ώστε η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση μιας ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας της διαφοράς. Ως έχει δε αναφερθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510 το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε τέτοια περίπτωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Εποµένως αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο θα ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται, νοουµένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Το βάρος δε είναι στους ώμους του αιτητή να καταδείξει κάθε φορά την ύπαρξη τέτοιου λόγου. Για να μπορέσει λοιπόν το Δικαστήριο να αξιολογήσει και να κρίνει κατά πόσο στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος θα πρέπει ο αιτητής να θέτει ενώπιον του και να εξειδικεύει τα απαραίτητα για τον σκοπό αυτό στοιχεία ή γεγονότα. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» αυτή δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψην το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Φυσικά τα πιο πάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί πρωταρχικά στο Δικαστήριο (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453). Η αμφισβήτηση δε γεγονότων δεν θεμελιώνει δίχως άλλο «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψην όλοι οι σχετικοί παράμετροι. Από την άλλη δεν πρέπει να τίθεται στον αιτητή που επιθυμεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για τον πιο πάνω σκοπό, υπέρμετρο εμπόδιο. Για να καταδειχθεί «καλός λόγος» σε τέτοια περίπτωση ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο, όχι όμως και άσχετο, υλικό. Ενδεικτική των ανωτέρω είναι η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ 195 όπου επιτράπηκε η καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, εφόσον κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας, ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των αιτητών αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να επιτραπεί σε αυτούς να προβάλουν αναφορικά με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο καθ' ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων στην κυρίως αίτηση που αφορούσε επαναφορά έφεσης. Όσον δε αφορά το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα αυτό διέπεται από τη Δ.39 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία προβλέπει τα εξής: «Κατόπιν αίτησης μαρτυρία δύναται να δοθεί με ένορκο δήλωση αλλά το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν παράκλησης οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση». Ως δε προκύπτει και από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνεται και από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1660 όπου λέχθηκαν σχετικά τα εξής: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Πρέπει φυσικά να τονιστεί ότι στην πιο πάνω απόφαση το θέμα αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα αντικρίστηκε υπό το πρίσμα της φύσης της συγκεκριμένης διαδικασίας ήτοι Habeas Corpus, και συνεπώς οι εκεί αναφερόμενες αυθεντίες σχετίζονται με τέτοιας μορφής υποθέσεις. Ως προκύπτει δε από την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Λευτέρη Μήλου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 280 το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να μην εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης, ακόμη και εάν ο ίδιος ο καθ' ου η αίτηση συμφωνεί στην έκδοση του. Στην ίδια δε υπόθεση αναφέρεται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ότι η ζητηθείσα αντεξέταση δεν πρέπει να είναι άσχετη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς της κυρίως αίτησης (βλ. και Annual Practice 1958 σελ. 865 και Halsbury's Laws of England 3η έκδοση Τόμος 21, σελ. 418-419 παρ. 878). Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν και εδώ το είδος και η φύση της αίτησης και γενικά της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά καθώς και το κατά πόσο η αντεξέταση είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στην εν λόγω διαδικασία. Με δεδομένη την αρχή που εισάγει η Δ.48 Κ.2 ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, με δυνατότητα και όχι υποχρέωση αντεξέτασης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει αντεξέταση πρέπει να ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις εκείνες όπου η αντεξέταση καθίσταται πρόδηλα αναγκαία και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Συνεπώς τα θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί τέτοια αντεξέταση θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι επί θέματος για το οποίο υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου. Το βάρος βρίσκεται δε στους ώμους του Αιτητή να παραθέσει τέτοιους λόγους, οι οποίοι να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο για τα πιο πάνω ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης διατάγματος αντεξέτασης. Ως έχει προαναφερθεί τα πιο πάνω θέματα εξετάζονται σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με το είδος της ενδιάμεσης αίτησης και την φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Κατά την εξέταση αιτήσεων όπως η κυρίως αίτηση στην παρούσα δηλ. αναφορικά με το εάν θα πρέπει να διατηρηθεί ή να ακυρωθεί ένα προσωρινό διάταγμα, το Δικαστήριο περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Το έργο αυτό επιτελείται κατά την ακρόαση της αγωγής όταν αποφασίζονται τελεσίδικα όλα τα επίδικα θέματα. Ως έχει νομολογηθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Δεν εξετάζει δηλ. σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. Bacardi & Co Ltd ν. Vimco Ltd
(1996)1 A.A.Δ 788). Στα πλαίσια εξέτασης δε τέτοιων αιτήσεων εξετάζεται και το θέμα του κατά πόσο υπήρξε παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κατά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων μετά από μονομερή αίτηση. Ως δε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παράγραφος 311: «Cross examination is very rare on affidavits used in applications for interlocutory injuctions». Πριν προχωρήσω στην ουσία της παρούσας αίτησης θα εξετάσω τη θέση του Αιτητή ότι η ένσταση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψην καθότι υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που αντιβαίνει στην Δ.39 καθώς γίνεται από δικηγόρο, ο οποίος δεν έχει προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων και δεν εξηγεί γιατί δεν γίνεται από κάποιον αξιωματούχο των Καθ' ων η αίτηση. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με την Δ.39 Κ.2 σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, ο μάρτυρας μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του, κάτι που δεν αμφισβητείται στην παρούσα. Όσον αφορά το θέμα της ένορκης δήλωσης από δικηγόρο είναι γνωστή η θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους. Η θέση όμως αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (βλ. Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1 και Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329). Κάτι τέτοιο προφανώς δεν ισχύει στην παρούσα αίτηση εφόσον ο ενόρκως δηλών δεν χειρίζεται την υπόθεση. Πράγματι ως έχει λεχθεί στην Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, πέραν των πιο πάνω, απαιτείται σε τέτοια περίπτωση να δοθεί κάποια εξήγηση αναφορικά με το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Ως έχει όμως εξηγηθεί στην Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου, Πολ. Έφεση 236/10, ημερ. 13.6.13, με αναφορά και στην Rybolovlev ανωτέρω, η νομολογία δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται τέτοια ένορκη δήλωση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω καθώς και το ότι ο ενόρκως δηλών έχει αποκαλύψει ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησης του και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος δεν τίθεται θέμα απόρριψης της ένορκης δήλωσης. Τα όσα δε αναφέρονται σε αυτήν ασφαλώς και θα αξιολογηθούν ανάλογα. Στη συνέχεια θα εξετάσω την θέση των Καθ' ων η αίτηση, η οποία είναι ουσιαστικά ότι προς απόδειξη της ύπαρξης καλού λόγου ο Αιτητής θα έπρεπε να επισυνάψει αυτούσιες τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τις οποίες επιθυμεί να καταχωρήσει. Στηρίζουν δε τη θέση τους αυτήν στην Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 242/11, ημερ. 10.4.12. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο και εξηγώ. Κατ΄ αρχήν κάτι τέτοιο δεν επιβάλλεται ούτε από την Δ.48 Κ.4
(2)ούτε από κάποια άλλη σχετική με το θέμα Διάταξη. Περαιτέρω από τα λεχθέντα στην Παπακοκκίνου ανωτέρω δε φαίνεται να τέθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση κάτι τέτοιο. Εκείνο που λέχθηκε ουσιαστικά ήταν ότι, ελλείψει παράθεσης οποιωνδήποτε γεγονότων ή στοιχείων, το Ανώτατο Δικαστήριο αναγκάσθηκε εκεί να προβεί σε υποθέσεις και μόνο αναφορικά με το περιεχόμενο της αιτούμενης, να επιτραπεί, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να κρίνει το όλο θέμα. Συνάγεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι δεν είναι απαραίτητο να επισυνάπτεται αυτούσια η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, θα πρέπει όμως να τίθενται και να εξειδικεύονται τα απαραίτητα εκείνα γεγονότα ή στοιχεία - έστω και περιληπτικά - ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει το περιεχόμενο της, για να μπορεί να αξιολογήσει και να κρίνει κατά πόσο είναι αναγκαία η καταχώρηση τέτοιας ένορκης δήλωσης για το σκοπό που ζητείται. Στην παρούσα δεν επισυνάπτονται οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις αλλά παρατίθενται κάποια στοιχεία και γεγονότα. Το κατά πόσο αυτά είναι ικανοποιητικά αποτελεί θέμα προς εξέταση στη συνέχεια. Ξεκινώντας από το αίτημα του Αιτητή για καταχώρηση δικής του συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αυτό ως έχει προαναφερθεί αφορά ισχυρισμούς του κ. Κ. Θεοφίλου στις παραγράφους 11, 12, 18, 21 και 22 της ένορκης του δήλωσης. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν κάποιοι από τους σχετικούς λόγους ένστασης των Καθ' ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση καθώς τα ουσιώδη εκείνα από τα γεγονότα που υποστηρίζει ο κ. Κ. Θεοφίλου στην ένορκη του δήλωση: Ανάμεσα στους λόγους ένστασης στην κυρίως αίτηση είναι λοιπόν και το ότι ο Αιτητής δεν έχει αιτία αγωγής εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ότι δεν καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση καθώς και ότι ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Από την ένορκη δήλωση του κ. Κ. Θεοφίλου, η οποία υποστηρίζει την εν λόγω ένσταση, προκύπτουν δε οι ακόλουθες θέσεις των Καθ' ων η αίτηση: Το σκάφος αγοράστηκε από τον κ. Malitikov κατόπιν συμφωνίας με τους Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 10.9.13 (τεκμήριο Α), το τίμημα της οποίας ο κ. Malitikov ανέλαβε να πληρώσει στις ή πριν τις 24.9.
  1. Δεν ήταν ο Αιτητής που υπέδειξε στους Καθ' ων η αίτηση τον κ. Malitikov ως προτιθέμενο αγοραστή του σκάφους. Ο κ. Malitikov πλήρωσε το τίμημα στις 24.9.13 και την ίδια ώρα το σκάφος παραδόθηκε στον κ. Κ. Θεοφίλου για τον κ. Malitikov μαζί με το τεκμήριο Β (bill of sale). Ο κ. Α. Θεοφίλου υπέγραψε την παραλαβή του σκάφους για λογαριασμό του κ. Malitikov (τεκμήριο Γ) και ο κ. Ελευθερίου, ως διορισθείς νέος καπετάνιος, παρέλαβε το σκάφος από τον τότε καπετάνιο του (τεκμήριο Δ). Είναι συναφώς η θέση του κ. Κ. Θεοφίλου ότι από τα πιο πάνω έγγραφα αποδεικνύεται ότι το σκάφος δεν ανήκε στους Καθ' ων η αίτηση από τις 24.9.13 που ο κ. Malitikov πλήρωσε το τίμημα αγοράς και παρέλαβε την κατοχή του σκάφους και ότι ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο την ύπαρξη των τεκμηρίων Α-Δ που «γνώριζε ή εύλογα μπορούσε να γνωρίζει» και έμαθε και από τον Adrianov. Συμπλεκόμενη με τα πιο πάνω είναι και η θέση του κ. Κ. Θεοφίλου ότι η συμφωνία τεκμήριο 4 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση του Αιτητή, με την οποία οι Καθ' ων η αίτηση παρουσιάζονται να συμφωνούν με τον Αιτητή να του πληρώσουν 5% προμήθεια επί της τελικής τιμής πώλησης του επίδικου σκάφους, δεν αφορούσε την προαναφερόμενη πώληση που έγινε στον κ. Malitikov. Εξετάζοντας τώρα το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Αιτητή κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δηλώνει ότι επιθυμεί να απαντήσει σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς του κ. Κ. Θεοφίλου και θέτει για το καθένα από αυτούς περιληπτικά την απάντηση του. Αναφορικά με την παράγραφο 11 και τον ισχυρισμό του κ. Θεοφίλου ότι ήταν αδύνατο να υπογραφεί το τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης του Αιτητή για πώληση που είχε ήδη υπογραφεί με το τεκμήριο Α στην δική του ένορκη δήλωση, προκύπτει από τα όσα αναφέρει σχετικά ο Αιτήτης ότι ζητά ουσιαστικά να απαντήσει και να δώσει τη θέση του αναφορικά με το τεκμήριο Α, την κατάρτιση του οποίου αμφισβητεί θεωρώντας το ως κατασκευασμένο εκ των υστέρων. Ως προκύπτει από τα όσα τίθενται στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση τα πιο πάνω αναφερόμενα τεκμήρια είναι βασικά για την στήριξη της θέσης της κάθε πλευράς και συνεπώς κρίνεται ότι σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα στην κυρίως αίτηση. Στη βάση προφανώς της ίδιας κατάστασης πραγμάτων, αναφορικά με τον ισχυρισμό του κ. Θεοφίλου στην παράγραφο 12 ότι το τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή δεν μπορεί να αφορά την πώληση του σκάφους στον κ. Malitikov, διότι σε αυτό γίνεται αναφορά σε αμοιβή (commission fee) 5% επί της τελικής τιμής πώλησης, την ώρα που η εν λόγω τιμή είχε ήδη συμφωνηθεί σε €1.200.000, ο Αιτητής ζητά να απαντήσει εξηγώντας το λόγο που δεν καθορίσθηκε τιμή πώλησης στο τεκμήριο
  2. Ο Αιτητής επιθυμεί επίσης να απαντήσει και σε άλλο ισχυρισμό που τίθεται στην παράγραφο 11 και συγκεκριμένα ότι επισκέφθηκε τον κ. Andrianov την 20.9.13 και του ανέφερε ότι είχε ενδιαφερόμενο πελάτη για να αγοράσει το σκάφος, χωρίς να του αποκαλύψει το όνομα του. Και αυτό το θέμα, λαμβανομένης υπόψην ουσιαστικά της θέσης των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν παρείχε υπηρεσίες για την πώληση που έγινε στον κ. Malitikov, κρίνεται ότι σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα στην κυρίως αίτηση. Αναφορικά δε με την παράγραφο 18 στην οποία ο κ. Θεοφίλου ισχυρίζεται ότι ο κ. Andrianov ανέφερε στον Αιτητή πως ο κ. Malitikov δεν τον αναγνώριζε σαν μεσίτη για την αγορά του σκάφους και ότι δεν θα τον πλήρωναν γιατί το σκάφος είχε ήδη πωληθεί από την 10.9.13 βάσει του τεκμηρίου Α καθώς και ότι ο Αιτητής ζήτησε από τον κ. Andrianov αντίγραφα των Τεκμηρίων Α - Δ, προκύπτει ότι ο Αιτητής θέλει να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς, αρνούμενος ουσιαστικά ότι του αναφέρθηκε οποτεδήποτε η ύπαρξη των εν λόγω τεκμηρίων. Το θέμα της γνώσης από τον Αιτητή της ύπαρξης των τεκμηρίων Α-Δ συνδέεται προφανώς με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση για απόκρυψη από τον Αιτητή ουσιωδών γεγονότων κατά την έκδοση των επίδικων προσωρινών διαταγμάτων, θέμα σημαντικό προς εξέταση στα πλαίσια αιτήσεων όπως η κυρίως αίτηση. Πρέπει όμως να λεχθεί εδώ ότι δεν είναι αναγκαία για το σημείο αυτό η επανάληψη οποιονδήποτε σχετικών γεγονότων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή στα πλαίσια της κυρίως αίτησης (παράγραφοι 28 και 29 ως αναφέρει). Για το ίδιο δε θέμα δηλ. της γνώσης από τον Αιτητή των εν λόγω τεκμηρίων και την απόκρυψη τους από το Δικαστήριο γίνεται αναφορά και στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης του κ. Θεοφίλου, την οποία επίσης ζητά ο Αιτητής να απαντήσει. Τέλος για τον ίδιο προφανώς λόγο ζητά ο Αιτητής να απαντήσει και στον ισχυρισμό στην παράγραφο 21 ότι ο κ. Malitikov είναι ιδιοκτήτης των Καθ' ων η αίτηση και του επίδικου σκάφους, διαμένει στην Πάφο και κατέχει σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία στην Κύπρο κάτι που ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο. Συνάγεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωση από τον Αιτητή προκύπτει από την αναγκαιότητα απάντησης και/ή αντίκρουσης κάποιων συγκεκριμένων βασικών ισχυρισμών των Καθ' ων η αίτηση με σκοπό την παράθεση όλων εκείνων των σχετικών στοιχείων ή γεγονότων σε σχέση με τα επίδικα θέματα που θα εξετασθούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση μιας πλήρους εικόνας της υπόθεσης. Δεν φαίνεται δε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου να επιδιώκεται από τον Αιτητή η παράθεση γεγονότων ή στοιχείων προς κάλυψη κενών σε σχέση με γεγονότα που έπρεπε να αναφερθούν στην αρχική του ένορκη δήλωση, ως είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω αλλά και την φύση και τα θέματα που εξετάζονται στα πλαίσια αιτήσεων όπως η κυρίως αίτηση κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου και ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της παροχής άδειας στον Αιτητή να καταχωρήσει δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αναφορικά τώρα με το μέρος της αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και από τον κ. Πάρη Ελευθερίου αυτό ζητείται αναφορικά με τις παραγράφους 5-8, 16-17 και 22 της ένορκης δήλωσης του κ. Κ. Θεοφίλου για να απαντηθούν, ως αναφέρεται, ισχυρισμοί που περιέχονται εκεί. Συγκεκριμενοποιεί δε ο Αιτητής ότι για τις παραγράφους 5-8 τίθενται διάφοροι ισχυρισμοί αναφορικά με το ήθος και την ακεραιότητα του κ. Ελευθερίου καθώς και αναφορά σε ισχυριζόμενη καταγγελία του στην Αστυνομία από τον κ. Malitikov. Υπάρχουν επίσης αναφορές στη συμμετοχή, καθώς και σε ενέργειες του κ. Ελευθερίου τόσο πριν, όσο και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας πώλησης του σκάφους που είναι αναληθείς και ανακριβείς και θεωρεί ότι θα πρέπει να αντικρουστούν από τον ίδιο τον κ. Ελευθερίου. Αναφορικά με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θέματα που αφορούν το ήθος και την ακεραιότητα του κ. Ελευθερίου και την ισχυριζόμενη καταγγελία στην Αστυνομία ασφαλώς και δεν αποτελούν και ούτε μπορούν σε οποιαδήποτε περίπτωση να αποτελέσουν επίδικα θέματα στα πλαίσια εξέτασης της κυρίως αίτησης. Συνεπώς δεν κρίνεται αναγκαία η οποιαδήποτε απάντηση σε αυτά. Όσον δε αφορά τη συμμετοχή και τις ενέργειες του κ. Ελευθερίου πριν και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας πώλησης του σκάφους δεν εξειδικεύεται και δεν τίθενται ούτε καν περιληπτικά τα γεγονότα που θα αναφέρονται σχετικά στην αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε να κριθεί εάν και κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για σκοπούς της προαναφερόμενης διαδικασίας. Όσον δε αφορά τις παραγράφους 16-17 και 22 της ένορκης δήλωσης του κ. Θεοφίλου, ο Αιτητής αναφέρει ότι ισχύουν τα ίδια με τις πιο πάνω αναφερόμενες παραγράφους καθώς και ότι γίνονται αναφορές σε ισχυριζόμενη γνώση του κ. Ελευθερίου αναφορικά με το καθεστώς της ιδιοκτησίας του σκάφους, όπως αυτό παρουσιάζεται από τους Εναγόμενους και σε σχετική ισχυριζόμενη ενημέρωση που έκανε στον Αιτητή. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει και πάλι να λεχθεί ότι δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία ή γεγονότα για το τι θα περιέχει σχετικά η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ώστε να αξιολογηθούν και να μπορέσει το Δικαστήριο στην βάση αυτών να κρίνει την ύπαρξη ανάγκης να τεθούν αυτά στην διαδικασία που θα ακολουθήσει. Ανεξάρτητα δε αυτού ο Αιτητής αναφέρεται σε «σχετική ισχυριζόμενη ενημέρωση» που του έκανε, σύμφωνα με τον κ. Κ. Θεοφίλου, ο κ. Ελευθερίου ενώ δεν είναι αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 17 αλλά «ότι ο Ελευθερίου (και δι αυτού ο Ενάγοντας) γνώριζαν ....». Στην δε παράγραφο 22 ο κ. Κ. Θεοφίλου ουσιαστικά αναφέρει μόνο ότι ο Ενάγοντας εύλογα μπορούσε να γνωρίζει από τον κ. Ελευθερίου για την ύπαρξη του τεκμηρίου Α. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο Αιτητής απέτυχε να θέσει τέτοια στοιχεία ή γεγονότα που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να του δοθεί άδεια για καταχώρηση συµπληρωµατικής ένορκης δήλωσης από τον κ. Ελευθερίου. Εξετάζοντας τέλος την αίτηση όσον αφορά την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι θα ήθελε να του δοθεί η δυνατότητα αντεξέτασης σε σχέση με τις παραγράφους: · Αρ. 3: αναφορικά με την απόδειξη ότι ο Αιτητής υπέδειξε στους Εναγόμενους τον κ. Malitikov ως προτιθέμενο αγοραστή, · Αρ. 8: αναφορικά με τους ισχυρισμούς για την υποτιθέμενη υπογραφή του τεκμηρίου Α επί της ένορκης δήλωσης του κ. Θεοφίλου και τις ενέργειες του κ. Πάρη Ελευθερίου, · Αρ. 9: αναφορικά με το ισχυριζόμενο έγγραφο μεταβίβασης (bill of sale), τεκμηρίου Β επί της ένορκης δήλωσης του κ. Θεοφίλου, · Αρ. 14: αναφορικά με τους ισχυρισμούς για τους λόγους που κ. Malitikov αποφάσισε να αγοράσει και το 100% των μετοχών των Εναγομένων, · Αρ. 16: αναφορικά με τα Τεκμήρια Γ και Δ επί της ένορκης δήλωσης του κ. Θεοφίλου, · Αρ. 17: αναφορικά με την ισχυριζόμενη γνώση του Αιτητή για το ότι από την 24.9.13 το σκάφος κατείχε ο κ. Malitikov και όχι οι Εναγόμενοι, καθώς και για τις ενέργειες της κ. Ziadetdinova, · Αρ. 19: σε σχέση με την άρνηση παραλαβής του τεκμηρίου 9 της ένορκης του δήλωσης. Σε σχέση λοιπόν με το θέμα αυτό ο Αιτητής καθορίζει μεν τα σημεία επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση δεν εξειδικεύει όμως τους λόγους για τους οποίους αυτή ζητείται. Το μόνο που αναφέρεται αμέσως πριν είναι ότι περιέχονται ισχυρισμοί με τους οποίους ο Αιτητής διαφωνεί κατηγορηματικά και θα ήθελε να αντεξετασθεί ο κ. Θεοφίλου. Με άλλα λόγια πρόκειται για ισχυρισμούς τους οποίους αμφισβητεί. Το ότι όμως ο Αιτητής διαφωνεί με τους ισχυρισμούς ή τους αμφισβητεί δεν αποτελεί από μόνο του ικανοποιητικό λόγο για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Ως έχει προαναφερθεί, αποτελεί βασική αρχή που εισάγει η Δ.48 Κ.2 ότι η διαδικασία σε ενδιάμεσες αιτήσεις διεξάγεται στη βάση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις των μερών, με δυνατότητα και όχι υποχρέωση αντεξέτασης καθώς και το ότι τα θέματα επί των οποίων μπορεί να επιτραπεί αντεξέταση θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι για θέματα για τα οποία υπάρχει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για διαδικασία που αφορά προσωρινό διάταγμα, όπως η κυρίως αίτηση στην παρούσα, η οποία δεν προσφέρεται και στην οποία δεν επιτρέπεται η εξέταση και τελική κρίση επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο Αιτητή έχει αποτύχει να στοιχειοθετήσει ικανοποιητικό λόγο στη βάση του οποίου να κριθεί ότι η παρούσα αποτελεί περίπτωση για την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος αντεξέτασης. Ενόψει δε της πιο πάνω κατάληξης κρίνω ότι παρέλκει η εξέταση της θέσης των Καθ' ων η αίτηση περί κατάχρησης της διαδικασίας, η οποία στηρίζεται στο ότι με την παρούσα αίτηση ζητείται τόσο άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων όσο και η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Δεν έχει δε καταδειχθεί από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση και ούτε και υπάρχουν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η παρούσα αίτηση σκοπό έχει την καθυστέρηση στην εκδίκαση της κυρίως αίτησης, επιδιώκοντας εμμέσως την παράταση του καθεστώτος το οποίο δημιουργήθηκε με την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, ως είναι επίσης η θέση των Καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα από το ιστορικό της υπόθεσης, ως φαίνεται από το φάκελο αυτής, προκύπτει ότι η αίτηση έγινε λίγες μέρες μετά την καταχώρηση της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση και ως συνάγεται από τα πιο πάνω έχει κριθεί εν μέρει τουλάχιστον δικαιολογημένη. Αντίθετα η όποια καθυστέρηση προκλήθηκε, από την καταχώρηση της ένστασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας, οφειλόταν στους ίδιους τους Καθ' ων η αίτηση αφού αρχικά διορίσθηκε επιπρόσθετος δικηγόρος και στη συνέχεια αποσύρθηκε ο πρώτος τους δικηγόρος. Κατ' επέκταση δεν μπορεί να γίνεται ούτε λόγος για κατάχρηση της διαδικασίας λόγω οποιασδήποτε καθυστέρησης. Καταληκτικά εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Αιτητή να καταχωρήσει ο ίδιος συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφορικά με τις παραγράφους 11, 12, 18, 21 και 22 της ένορκης δήλωσης του κ. Κ. Θεοφίλου. Το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να συνάδει με τα όσα αναφέρει σχετικά ο Αιτητής, για καθεμία από τις παραγράφους αυτές, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί μέχρι και τις 20.3.14 και αντίγραφο αυτής να δοθεί στους συνηγόρους των Καθ' ων η αίτηση την ίδια μέρα ή το αργότερο την επόμενη. Κατά τα λοιπά η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει της μερικής και μόνο επιτυχίας της αίτησης κρίνω ότι θα πρέπει να επιδικασθούν και επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση, μόνο το ½ των συνολικών εξόδων της αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.)............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General Applications/Interim (Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και αντεξέταση ενόρκως δηλούντα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.