← Κύπρος

VALERIΙ MARTINENKO άλλως MICHAEL WINTER ν. ELENA BEGMA, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Mikhail Borkov, Αρ. Αγωγ

VALERIΙ MARTINENKO άλλως MICHAEL WINTER ν. ELENA BEGMA, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Mikhail Borkov, Αρ. Αγωγής 4563/2010, 11/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A108 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4563/2010 Μεταξύ:- VALERIΙ MARTINENKO άλλως MICHAEL WINTER, Ενάγοντα και ELENA BEGMA, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Mikhail Borkov, Εναγομένης - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 11 Μαρτίου, 2014 Για τον ενάγοντα: κ. Ν. Πιριλλίδης με την κα Πιριλλίδου. Για την εναγόμενη: κ. Γ. Θωμά - - - - - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Δήλωση του σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη στην Λεμεσό εν γνώσει της και άνευ επαρκούς δικαιολογίας και/ή απερισκέπτως (recklessly) προκάλεσε τον Nikulenko Roman από την Ουκρανία (καλούμενο εν τοις εφεξής «ο Αγοραστής») να αθετήσει και/ή τερματίσει την Συμφωνία που συνήφθηκε μεταξύ του ιδίου αφ΄ ενός και του Ενάγοντας αφ΄ ετέρου, δυνάμει της οποίας ο Ενάγων πώλησε προς τον Αγοραστή το Ακίνητο. Β. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη στην Λεμεσό δια της εκ μέρους της, άνευ επαρκούς δικαιολογίας και/ή παρανόμως και/ή απερισκέπτως (recklessly) και/ή άλλως πως δεσμεύσεως κατά ή περί την 5 Αυγούστου 2010, του Ακινήτου, με δικαστικό διάταγμα της ιδίας ημερομηνίας στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αρ. 3600/2010 Ε. Δ. Λεμεσού και μεταγενέστερα της αρνήσεως της κατά ή περί την 7 Σεπτεμβρίου 2010 και/ή την 8 Σεπτεμβρίου 2010 και/ή κατά ή περί την 15 Σεπτεμβρίου 2010, να αφαιρέσει και/ή τροποποιήσει και/ή περιορίσει το εν λόγω δικαστικό διάταγμα διά της αφαιρέσεως και/ή μη δεσμεύσεως του Ακινήτου, εν γνώσει της και/ή αδικαιολογήτως και/ή παρανόμως και/ή απερισκέπτως (recklessly) προκάλεσε τον Αγοραστή να αθετήσει και/ή τερματίσει την Συμφωνία προς ζημία και Βλάβη του Ενάγοντος ύψους €1.000.000 τουλάχιστον. Γ. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ύψους Ευρώ 1.000.000 δια την ζημιά και απώλεια την οποίαν υπέστη ο Ενάγων ως εκ της εκ μέρους της Εναγομένης παρανόμου και/ή άνευ επαρκούς δικαιολογίας και εν γνώσει της δεσμεύσεως κατά ή περί την 5 Αυγούστου 2010, του Ακινήτου, με το εν λόγω δικαστικό διάταγμα και μεταγενέστερα της αρνήσεως της κατά ή περί την 7 Σεπτεμβρίου 2010 και/ή την 8 Σεπτεμβρίου 2010 και/ή κατά ή περί την 15 Σεπτεμβρίου 2010, να αφαιρέσει και/ή τροποποιήσει και/ή περιορίσει το εν λόγω δικαστικό διάταγμα διά της αφαιρέσεως και/ή μη δεσμεύσεως του Ακινήτου και/ή ως εκ της εκ μέρους της Εναγομένης, εν γνώσει της και αδικαιολογήτως και/ή παρανόμως και/ή απερισκέπτως (recklessly) προκλήσεως του Αγοραστή να αθετήσει και/ή τερματίσει την Συμφωνία ως λεπτομερώς περιγράφεται ανωτέρω.» Ο ενάγων είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης έπαυλης που βρίσκεται επί του κτήματος με αριθμό εγγραφής 2/296, Τεμ. 65, Φ/Σχ. 54/53W1, στο χωριό Μουτταγιάκα Λεμεσού, στο εξής καλούμενο «το ακίνητο». Η εναγόμενη, η οποία είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της, στις 30.7.2010 ήγειρε εναντίον του ενάγοντα και άλλων προσώπων την αγωγή υπ΄ αριθμό 3600/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, δηλωτικές αποφάσεις αναφορικά με την ιδιοκτησία μετοχών διάφορων εταιρειών, διάταγμα για τη μεταβίβαση επ΄ ονόματί της των εν λόγω μετοχών και αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παραβίαση συμφωνίας και/ή καταπιστεύματος και/ή για απάτη προς συνωμοσία προς καταδολίευση της εναγομένης (στο εξής καλούμενη «η αγωγή»). Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής η εναγόμενη εξασφάλισε στις 5.8.2010, μετά από μονομερή αίτηση, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ο ενάγων, μεταξύ άλλων, εμποδίζετο από το να πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή άλλως πως αποξενώσει το ακίνητο. Αποτελεί ισχυρισμό του ενάγοντα ότι οι ισχυρισμοί της εναγομένης που συμπεριελήφθησαν στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για εξασφάλιση του διατάγματος, ήταν ψευδείς και παράνομοι και, εν πάση περιπτώσει, η εναγόμενη ήταν επαρκώς εξασφαλισμένη και δεν απαιτείτο η συμπερίληψη του ακινήτου στο απαγορευτικό μέρος του διατάγματος. Ο ενάγων, με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 7.9.2010 προς τους δικηγόρους της εναγομένης, τους ενημέρωσε ότι είχε πωλήσει το ακίνητο προς τρίτο πρόσωπο έναντι της τιμής των €5.000.000 και ότι η μεταβίβαση του ακινήτου επ΄ ονόματι του αγοραστή συμφωνήθηκε να λάβει χώρα στις 15.9.2010 με την πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης και καλούσε την εναγομένη να προβεί σε άμεση αποδέσμευση του ακινήτου από το διάταγμα, ενημερώνοντας την παράλληλα ότι την καθιστούσε πλήρως υπεύθυνη για οποιαδήποτε ζημιά σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας. Η εναγόμενη με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 8.9.2010 δήλωσε ότι θα ήταν διατεθειμένη να επιτρέψει τη μεταβίβαση του ακινήτου υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων θα δέσμευε το ποσό των €2.500.000 προς ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης εναντίον του. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι η αξία του κτήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν €4.000.

  1. Ενόψει της παρεμποδίσεως του ενάγοντα να μεταβιβάσει το ακίνητο κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, ο αγοραστής τερμάτισε τη συμφωνία, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί ζημιά ύψους €1.000.
  2. Το διάταγμα που εκδόθηκε στην αγωγή για δέσμευση του ακινήτου απορρίφθηκε σε όση έκταση αφορούσε το ακίνητο στις 5.10.2010 μετά από ακρόαση. Η εναγομένη στην υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι η πώληση του ακινήτου είναι εκ των υστέρων εφεύρεση και επινόηση του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι το εν λόγω ακίνητο ουδέποτε πωλήθηκε προς τον Nikulenko Roman ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο σε τιμή κατά €1.000.000 μεγαλύτερη από την πραγματική του αξία και στόχος της επινόησης αυτής ήταν να πετύχει ο ενάγων αποζημιώσεις σε βάρος της. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι σε συνάντηση που έγινε στην παρουσία των δικηγόρων των διαδίκων για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης στην υπόθεση 3600/2010, ο υιός του ενάγοντα Evgeni Martinenko πίεζε την ενάγουσα να ακυρώσει το συντηρητικό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής εκείνης σε συνάρτηση με το ακίνητο, ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω ακίνητο είχε πωληθεί σε Ρώσο αγοραστή στην τιμή των €11.000.
  3. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ορθά είχε εκδοθεί το διάταγμα στα πλαίσια της αγωγής 3600/2010 στη βάση πραγματικών γεγονότων και ήταν αναγκαίο για σκοπούς εξασφάλισης του λαβείν την εναγομένης. Αποτελεί δικογραφημένη θέση του ενάγοντα στην απάντηση, μεταξύ άλλων, ότι τα λεχθέντα στη συνάντηση για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης στην υπόθεση 3600/2010 είναι προνομιούχο και έγινε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των διαδίκων. Ο Giaroslav Martinenko, γιος του ενάγοντα, υιοθέτησε γραπτή δήλωση που κατέθεσε (ένδειξη "Α") ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, στην οποία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης όπως συνοψίζονται πιο πάνω. Περαιτέρω, κατέθεσε ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: · Συμφωνία που κατ΄ ισχυρισμό συνήψε ο πατέρας του με τον Nikulenko Roman στις 5.5.2010 (Τεκμ. 1) · Διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην αγωγή 3600/2010 στις 5.8.2010 (Τεκμ. 2) · Επιστολή, ημερομηνίας 7.9.2010, που απέστειλε ο δικηγόρος του ενάγοντα προς το δικηγόρο της εναγομένης. (Τεκμ. 3) · Απαντητική επιστολή ημερομηνίας 8.9.2010 από το δικηγόρο της εναγομένης προς τους δικηγόρους του ενάγοντα. (Τεκμ. 4) · Έκθεση εκτίμησης από τους εκτιμητές ακινήτων Danos & Associates Ltd για την αξία του ακινήτου. (Τεκμ. 5) · Συνταχθέν τελικό διάταγμα στην αγωγή 3600/2010 ημερομηνίας 5.10.
  4. (Τεκμ. 6). · Κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.10.2010 στην αίτηση ημερομηνίας 27.7.2010 στα πλαίσια της αγωγής 3600/
  5. (Τεκμ. 7). Ο Ιωάννης Χαραλάμπους εργαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο στην εταιρεία Beltax Developments and Constructions Ltd, ιδιοκτησίας του ενάγοντα, ο οποίος αναγνώρισε τη συμφωνία Τεκμ. 1 και στο τέλος της συμφωνίας αναγνώρισε την υπογραφή του ως ένας από τους μάρτυρες στο έγγραφο. Η συμφωνία, όπως ανέφερε, υπεγράφη στα γραφεία της Beltax. O Roman Nikulenko υιοθέτησε γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (ένδειξη "Β"). Αναφέρει ότι γνωρίζεται με τον ενάγοντα από το έτος 2005, όταν άρχισε να ασχολείται με την εμπορία αερίου, όπου ο ενάγων ήταν γνωστός έμπορας στον εν λόγω χώρο και αναπτύχθηκε μεταξύ τους εμπορική συνεργασία η οποία επεκτάθηκε και σε προσωπικό επίπεδο φιλίας των δύο οικογενειών. Είχε επισκεφθεί την Κύπρο σε τρεις με τέσσερις περιπτώσεις πριν τον επίδικο χρόνο και είχε την ευκαιρία να φιλοξενηθούν στην παραλιακή οικία του ενάγοντα στη Λεμεσό. Τον είχε ελκύσει η Κύπρος ως τουριστικός προορισμός και είχε αποφασίσει, εφόσον του παρουσιαζόταν η ευκαιρία, να αγοράσει μία κατοικία επί της παραλίας, κάτι το οποίο ανέφερε στον ενάγοντα. Περί τα τέλη Μαρτίου του 2010 ο ενάγων του τηλεφώνησε και τον ρώτησε κατά πόσο συνεχιζόταν το ενδιαφέρον του για αγορά κατοικίας στην Κύπρο, ανακοινώνοντάς του ότι είχε αποφασίσει να πωλήσει τη δική του οικία για να τακτοποιήσει κάποια προσωπικά του θέματα. Του απάντησε καταφατικά και μετά από λίγες μέρες αποδέχθηκε την πρότασή του για αγορά της εν λόγω οικίας έναντι του ποσού των €5.000.000, το οποίο καθορίστηκε από τον ενάγοντα λόγω των πλεονεκτημάτων της οικίας όπως του αναφέρθηκε. Ο ενάγων του ζήτησε προκαταβολή €100.000, ποσό το οποίο ο ίδιος κατέβαλε σε μετρητά όταν συναντήθηκαν στο Κίεβο περί τα τέλη Απριλίου του 2010, με την επιφύλαξη να συναντηθούν στην Κύπρο για υπογραφή της ανάλογης συμφωνίας. Κατά την άφιξή του στην Κύπρο ο ενάγων του παρέδωσε αντίγραφο αγοραπωλητηρίου εγγράφου για να το μελετήσει, κάτι που έκαμε, αφού συμβουλεύθηκε το δικηγόρο του κ. Νάσο Κυριακίδη από τη Λεμεσό, που του είχε συστήσει ένας άλλος φίλος του ως ικανό και έμπιστο δικηγόρο με ειδικότητα στον τομέα των ακινήτων, του οποίου η σύζυγος ήταν Ρωσίδα, επίσης δικηγόρος στο γραφείο του. Μετά τη θετική συμβουλή του δικηγόρου του, διευθετήθηκε συνάντηση για υπογραφή του εγγράφου στα γραφεία του ενάγοντα στη Λεμεσό. Δεν προχώρησε στην καταχώρηση της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο όπως του είχε αναφέρει ο δικηγόρος του έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη στον ενάγοντα και με δεδομένο ότι υπήρχε ο τίτλος ιδιοκτησίας και εναπόκειτο στον ίδιο πλέον να πληρώσει το υπόλοιπο των €4.900.000 μέχρι τις 15.9.2010 που προνοούσε η συμφωνία και να τύχει μεταβίβασης. Περί τον Αύγουστο του 2010 επικοινώνησε μαζί του ο ενάγων και του ανέφερε για την ύπαρξη απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής που κίνησε εναντίον του η κα Begma. Παρόλο που ο ενάγων ακούστηκε αρκετά απογοητευμένος και θυμωμένος, τον διαβεβαίωσε ότι το θέμα χειρίζονταν ήδη οι δικηγόροι σε μια προσπάθεια να ακυρώσουν το εν λόγω διάταγμα κάτι που ήλπιζε ότι θα κατάφερναν σε εύθετο χρόνο. Μετά από μία εβδομάδα περίπου επικοινώνησε ξανά με τον ενάγοντα ο οποίος τον ενημέρωσε πως η κα Begma αρνιόταν να ακυρώσει το διάταγμα. Ζήτησε και έλαβε από τον ενάγοντα τα στοιχεία της εν λόγω Begma και είχε ο ίδιος επαφή μαζί της, της συστήθηκε ως ο αγοραστής του ακινήτου και ζήτησε να απαλλάξει το ακίνητο από το διάταγμα, αφού ο ίδιος δεν είχε οιανδήποτε ανάμειξη στη διαφορά. Η κα Begma επιφυλάχθηκε να απαντήσει μετά από συμβουλή που θα λάμβανε από τους δικηγόρους της. Σε νέα επικοινωνία του με την κα Begma αρνήθηκε να ακυρώσει το διάταγμα και τον συμβούλευσε να μείνει μακριά από τους Martinenko αφού επρόκειτο για απατεώνες και πρόσωπα αναξιόπιστα. Ο ίδιος τότε ανησύχησε πολύ και επικοινώνησε για μια τελευταία φορά με τον ενάγοντα για να του μεταφέρει τα όσα ανησυχητικά του είχε αναφέρει η κα Begma. Ο ενάγων αρνήθηκε τους χαρακτηρισμούς που δόθηκαν από την κα Begma όμως δεν μπορούσε να δώσει συγκεκριμένες εξηγήσεις και υποσχέσεις αναφορικά με το χρόνο μεταβίβασης της οικίας και της απαλλαγής της από το διάταγμα, αφού όλα εξαρτιώνταν από την στάση της κα Begma η οποία δεν φαινόταν να άλλαζε. Ακολούθησε επικοινωνία με το δικηγόρο του ο οποίος τον συμβούλευσε να προχωρήσει με τον τερματισμό της συμφωνίας, κάτι που έπραξε. Η Όλγα Φελλά ανέφερε ότι εργαζόταν στον ενάγοντα από τον Ιούνιο του 2006 μέχρι το Μάιο του 2011 ως γραμματέας στην εταιρεία Beltax. Αναγνώρισε στη συμφωνία Τεκμ. 1 την υπογραφή της ως μάρτυρα. Όπως ανέφερε οι υπογραφές που υπάρχουν στο εν λόγω έγγραφο τέθηκαν στην παρουσία της. Ο Valerii Martinenko ενάγων στην υπόθεση, υιοθέτησε γραπτή δήλωση (ένδειξη Γ) ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Όπως αναφέρει γνώρισε τον κ. Nikulenko γύρω στο 2005, όταν άρχισε και ο ίδιος να ασχολείται με την εμπορία φυσικού αερίου και αναπτύχθηκε μεταξύ τους μία εμπορική συνεργασία η οποία επεκτάθηκε και σε προσωπικό επίπεδο φιλίας. Επανέλαβε τα όσα ανάφερε και ο Nikulenko σχετικά με την επίσκεψή του στην Κύπρο, την φιλοξενία που του πρόσεφερε το επίδικο ακίνητο και την επιθυμία του Nikulenko να αγοράσει κατοικία στην Κύπρο στο παραλιακό μέτωπο. Περί τις αρχές του 2010 οι εταιρείες του άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας και έτσι αποφάσισε να θέσει το εν λόγω ακίνητο προς πώληση. Μετέφερε τηλεφωνικά αυτή την επιθυμία του στον Nikulenko ο οποίος ήταν θετικός, ο ίδιος του εξήγησε τα πλεονεκτήματα του ακινήτου και ζήτησε το ποσό των €5.000.
  6. Ο Nikulenko συμφώνησε και του πλήρωσε ως προκαταβολή το ποσό των €100.000, όταν συναντήθηκαν στο Κίεβο. Ζήτησε από τον γιο του Evgeni να ετοιμάσει αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο παρέδωσε στον Nikulenko αρχές Μαϊου του 2010 όταν επισκέφθηκε τα γραφεία του. Μετά από δύο τρεις μέρες ο Nikulenko αφού πήρε νομική συμβουλή, όπως του ανέφερε, υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο. Στις 30.7.2010 η εναγόμενη ήγειρε εναντίον του και άλλων προσώπων την αγωγή 3600/2010, στα πλαίσια της οποίας πέτυχε την έκδοση του διατάγματος. Ο ίδιος θύμωσε και ζήτησε από τους δικηγόρους του να κάμει ότι καλύτερο για να ακυρώσουν το διάταγμα το συντομότερο δυνατό. Παράλληλα, ενημέρωσε περί τούτο τον κ. Nikulenko, επικοινώνησε με την κα Begma διαμαρτυρόμενος για την αδικαιολόγητη ενέργειά της και πληροφορώντας την παράλληλα ότι θεωρούσε την όλη ενέργεια εκβιαστική και πληροφορώντας την ότι είχε πωλήσει την οικία και ήταν υποχρεωμένος έναντι του αγοραστή. Η εναγόμενη επέμενε στις απαιτήσεις της, ενημέρωσε περί τούτου τον κ. Nikulenko όταν του ξανατηλεφώνησε, στον οποίο έδωσε το τηλέφωνο της εναγομένης με στόχο να επικοινωνήσει μαζί της και να προσπαθήσει να την μεταπείσει. Παράλληλα απέστειλε το τεκμ. 3 μέσω των δικηγόρων του στην οποία απάντησαν οι δικηγόροι της εναγομένης με επιστολή τεκμ. 4 και περαιτέρω ο κ. Nikulenko επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς, ενημερώνοντας τον για τις επικοινωνίες που είχε με την εναγόμενη. Ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες της εναγομένης, εξήγησε όμως στον κ. Nikulenko ότι δεν μπορούσε να δώσει συγκεκριμένες υποσχέσεις αναφορικά με το χρόνο απαλλαγής του ακινήτου από το διάταγμα και μεταβίβασής του επ΄ ονόματι του, αφού όλα εξαρτιώνταν από την εναγομένη. Ακολούθησε τερματισμός της συμφωνίας από τον κ. Nikulenku μέσω του δικηγόρου του (Τεκμ. 8). Στις 5.10.2010 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ακύρωσε το μέρος του διατάγματος που αφορούσε το επίδικο ακίνητο. Ο ενάγων αξιώνει ζημιά ύψους €782.
  7. Αναφέρει επίσης ότι επέστρεψε στον κ. Nikulenku το ποσό των €100.000 που πήρε ως προκαταβολή. Η Elena Begma, εναγομένη, υπήρξε η μοναδική μάρτυρας υπεράσπισης. Υιοθέτησε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (ένδειξη "Δ"). Σε αυτή αναφέρει ότι είναι διαχειρίστρια του αποβιώσαντα πατέρα της, ο οποίος απεβίωσε στη Ρωσία στις 2.12.
  8. Μετά το θάνατό του, ανακάλυψε ότι οι μετοχές όλων των εταιρειών του στην Κύπρο, οι οποίες ήταν ιδιοκτήτριες ακινήτων μεγάλης αξίας, βρέθηκαν εγγεγραμμένες στο όνομα του ενάγοντα και του υιού του Evgeni. Η αγορά των εν λόγω ακινήτων στοίχησε στις εταιρείες του πατέρα της πέραν των €2.500.
  9. Για προστασία της εν λόγω περιουσίας καταχώρησε στις 3.7.2010 την αγωγή που αναφέρεται πιο πάνω και, ταυτόχρονα, καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση συντηρητικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε στις 5.8.
  10. Η συμπερίληψη της οικίας του ενάγοντα στην υπόθεση έγινε γιατί ήταν εναγόμενος προσωπικά στην υπόθεση 3600/2010, όλα τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων εταιρειών που δεσμεύτηκαν στην υπόθεση ήταν υποθηκευμένα για ποσά που ανέρχονταν σε €10.000.000 και ουσιαστικά δεν παρείχετο οποιαδήποτε εξασφάλιση για είσπραξη οποιασδήποτε μελλοντικής απόφασης στην υπόθεση. Το μόνο ακίνητο που δεσμεύθηκε χωρίς επιβαρύνσεις ήταν το επίδικο. Στις 9.9.2010 η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 14.9.2010 και για ακρόαση στις 21.9.
  11. Τελικά η ακρόαση έγινε στις 27.9.2010 και η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 5.10.
  12. Μετά την έκδοση του διατάγματος, κατόπιν συνεννόησης του δικηγόρου της κ. Γιαννάκη Θωμά και των τότε δικηγόρων των εναγομένων Μάριου Ηλία στην υπόθεση 3600/2010, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο γραφείο του τελευταίου στην οποία παρευρέθηκε και η ίδια μαζί με το σύζυγο και το δικηγόρο της. Παρών ήταν και ο υιός του ενάγοντα Evgeni και ο Γιάννης Χαραλάμπους. Κατά τη συνάντηση ο Evgeni ήταν επιθετικός, φώναζε διαρκώς, και τους έλεγε να εξαιρέσουν το σπίτι από το διάταγμα, καθότι το είχαν πωλήσει σε Ρώσο για το ποσό των €11.000.
  13. Η ίδια είχε ακούσει για πρώτη φορά ότι το εν λόγω ακίνητο είχε πωληθεί και εξεπλάγηκε αργότερα όταν πληροφορήθηκε μέσω της επιστολής των δικηγόρων του ενάγοντα ότι η κατοικία τελικά πωλήθηκε για €5.000.000 και όχι για €11.000.000 και ότι ο αγοραστής τελικά δεν ήταν Ρώσος, αλλά Ουκρανός από το Κίεβο και μάλιστα καλός και παλιός φίλος του ενάγοντα. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων έπλασε ένα βολικό και φανταστικό σενάριο για να κερδίσει αποζημιώσεις εναντίον της, χρησιμοποιώντας δύο υπαλλήλους της εταιρείας του και ένα φίλο του για να πετύχει το σκοπό αυτό. Τόνισε επίσης ότι ουδέποτε μίλησε από το τηλέφωνο, ούτε συναντήθηκε με τον κ. Nikulenko. Μετά την καταχώρηση της αγωγής 3600/2010 η μόνη περίπτωση που μίλησε με άτομο της οικογένειας Martinenko ήταν με τον υιό του Evgeni στη συνάντηση στο δικηγορικό γραφείο του κ. Μάριου Ηλία. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα. Και οι δύο συνήγοροι ανέλυσαν την προσαχθείσα μαρτυρία λεπτομερώς και πολύ εμπεριστατωμένα ανέλυσαν τη νομική πτυχή του θέματος. Τα πιο κάτω γεγονότα είτε αποτέλεσαν κοινό έδαφος είτε έγιναν παραδεκτά και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. · Ο ενάγων, ο οποίος κατάγεται από τη Ρωσία, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης. · Η εναγόμενη, η οποία επίσης κατάγεται από τη Ρωσία, είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του πατέρα της Mikhail Borkov, τέως από τη Ρωσία. · Στις 30.7.2010 η εναγόμενη ήγειρε εναντίον του ενάγοντα και άλλων προσώπων την αγωγή υπ΄ αριθμό 3600/2010, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, δηλωτικές αποφάσεις αναφορικά με την ιδιοκτησία μετοχών διαφόρων εταιρειών - εκεί διαδίκων - διάταγμα του Δικαστηρίου για τη μεταβίβαση επ΄ ονόματί της των εν λόγω μετοχών και αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράβαση συμφωνίας και/ή καταπιστεύματος και/ή για απάτη και/ή για συνωμοσία προς καταδολίευση της εναγομένης. · Στα πλαίσια της αγωγής 3600/2010 η εναγόμενη κατ΄ ακολουθία μονομερούς αιτήσεως και συνοδευτικής ένορκης δήλωσης της ιδίας, εξασφάλισε την 5.8.2010 διάταγμα του Δικαστηρίου (Τεκμ. 2), με το οποίο ο ενάγων, μεταξύ άλλων, εμποδίζετο από του να πωλήσει και/ή δωρίσει και/ή άλλως πως αποξενώσει το επίδικο ακίνητο. · Ο ενάγων απέστειλε μέσω των δικηγόρων του επιστολή ημερομηνίας 7.9.2010 (Τεκμ. 3) προς τους δικηγόρους της εναγομένης με την οποία τους πληροφορούσαν ότι ο ενάγων πώλησε το επίδικο ακίνητο έναντι του ποσού των €5.000.000 και ημερομηνία παράδοσης είναι στις 15.9.2010, καλώντας παράλληλα την εναγομένη να προβεί σε άμεση αποδέσμευση του ακινήτου. · Η εναγομένη μέσω των δικηγόρων της απέστειλε απαντητική επιστολή ημερομηνίας 8.9.2010 (Τεκμ. 4) με την οποία δήλωνε ότι δεν γνώριζε για την πώληση του ακινήτου, θα ήταν όμως διατεθειμένη να επιτρέψει τη μεταβίβασή του υπό την προϋπόθεση ότι ο ενάγων θα δέσμευε ποσό €2.500.000 προς ικανοποίηση ενδεχόμενης απόφασης εναντίον του. · Η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο ανερχόταν στο ποσό των €4.000.
  14. · Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία και πολιτική, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το 2010, η εγγραφή ακίνητης ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι, στην προκειμένη περίπτωση Ουκρανού πολίτη, προαπαιτούσε την εξασφάλιση άδειας από τον Έπαρχο Λεμεσού, ο οποίος είχε εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το Υπουργικό Συμβούλιο. · Στις 13.8.2010 στα πλαίσια της αγωγής 3600/2010 είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δικηγόρων των εκεί διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου να πραγματοποιηθεί συνάντηση μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων τους στο γραφείο του κ. Μάριου Ηλία, ο οποίος τότε ενεργούσε ως δικηγόρος των εκεί εναγομένων, με σκοπό την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης, είτε του συντηρητικού διατάγματος, είτε ολόκληρης της αγωγής. Είχε συμφωνηθεί να γίνει η συνάντηση αυτή στις 18.8.
  15. Στις 23.8.2010 ενώπιον του Δικαστηρίου είχε γίνει δήλωση ότι υπήρξαν συναντήσεις προς το σκοπό διερεύνησης της πιθανότητας εξώδικης διευθέτησης που δεν είχαν όμως μέχρι τότε τελεσφορήσει και ότι η προσπάθεια θα συνεχιζόταν με τη συμμετοχή προσώπων από το εξωτερικό. · Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με απόφασή του ημερομηνίας 5.10.2010 (Τεκμ. 6), ακύρωσε το διάταγμα σε όση έκταση αυτό αφορούσε το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποδεσμεύτηκε, ενώ κατέστησε απόλυτα τα υπόλοιπα διατάγματα. Η ακύρωση του μέρους του διατάγματος που αφορούσε το επίδικο ακίνητο αποφασίστηκε στη βάση του ότι κρίθηκε ότι δεν πληρούτο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  16. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα εδράζεται επί του άρθρου 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, γνωστό ως «παράνομη πρόκληση άλλου σε παράβαση σύμβασης» το οποίο προνοεί ως ακολούθως: «34

(1)Πρόσωπο το οποίο, για λόγους άλλους από την προώθηση απεργίας ή ανταπεργίας σε σχέση με εργατική διαφορά που δημιουργήθηκε στην εργασία ή στη βιομηχανία στην οποία απασχολούνται οι απεργοί ή ανταπεργοί και εν γνώση και χωρίς επαρκή αιτιολογία, προκαλεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραβεί κατά νόμο δεσμευτική σύμβαση σε τρίτο, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά του τρίτου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η σχέση που δημιουργείται με το γάμο δεν θεωρείται συμβατική.» Στο σύγγραμμα των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», αναλύονται οι αρχές που διέπουν το θέμα, όπως έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία των Κυπριακών, αλλά και των Αγγλικών Δικαστηρίων. Αναφέρεται στις σελίδες 109 μέχρι 110: «Αναγκαία στοιχεία - Τα αναγκαία στοιχεία του αδικήματος, όπως προκύπτουν από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού και της αγγλικής νομολογίας είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος προκάλεσε παράβαση σύμβασης μεταξύ δύο άλλων μερών· απαιτείται αυστηρή απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγωγής του και της παράβασης της σύμβασης. Η σύμβαση αυτή πρέπει να είναι κατά νόμο δεσμευτική. Στην υπόθεση Xenophondos v. Anastasiadou, κρίθηκε ότι δεν υπήρξε παρανομία γιατί η επίδικη διαγωγή εκδηλώθηκε μετά που η σύμβαση είχε ήδη τερματισθεί. Το να προκαλέσει επίσης κάποιος άλλο να τερματίσει νόμιμα μια σύμβαση ή να παραβεί μια άκυρη σύμβαση δεν συνιστά αδίκημα. Ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος έναντι του Β, έστω και αν η σύμβαση αυτή προνοεί ότι ο Α δεν ευθύνεται έναντι του Β αν η παράβαση οφείλεται σε ενέργειες όπως εκείνες του εναγόμενου που εμπόδισαν τον Α να εκτελέσει τη σύμβαση. (
  2. ii)Ο ενάγων πρέπει να αποδείξει ότι υπέστη ζημιά από την προκληθείσα παράβαση της σύμβασης. Όπου, ως συνήθως, το φυσικό επακόλουθο της παράβασης της σύμβασης είναι η πρόκληση ζημιάς, ο ενάγων μπορεί να επιτύχει χωρίς την απόδειξη συγκεκριμένης ζημιάς. (iii) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει ενεργήσει γνωρίζοντας την ύπαρξη της σύμβασης και χωρίς επαρκή αιτιολογία. Το ερώτημα που γεννάται είναι μέχρι πού πρέπει να φτάνει η γνώση αυτή, τούτο δεν πρέπει να δημιουργεί δυσκολία, γιατί η πραγματική αρχή είναι ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να είχε πρόθεση να προκαλέσει την παράβαση ή να ήταν απερίσκεπτα αδιάφορος αν θα επροκαλείτο ή όχι παράβαση. Τούτο εξυπακούει ότι ο εναγόμενος θα πρέπει να είχε κάποια γνώση της σύμβασης που όμως δεν χρήζει καθορισμού γιατί θα ποικίλλει από υπόθεση σε υπόθεση, σύμφωνα με τη φύση της διαγωγής του εναγόμενου.» Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 15η έκδοση στο κεφάλαιο 15 γίνεται ανάλυση του αστικού αυτού αδικήματος. Στην παράγραφο 15-02 καθορίζεται: «Knowingly to procure or, as it is often put, to induce a third party to break his contract to the damage of the other contracting party without reasonable justification or excuse is a tort. Lord Macnaghten said that "a violation of a legal right committed knowingly is a cause of action, and . it is a violation of legal right to interfere with contractual relations recognized by law if there be no sufficient justification for the interference". Στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 15-03 εξετάζεται η απαιτούμενη γνώση και πρόθεση εκ μέρους του εναγομένου να προκαλέσει παράβαση σύμβασης. Παραθέτω κάποια σχετικά αποσπάσματα: «The plaintiff must show that there was an intentional invasion of his contractual rights and not merely that the breach of contract was the natural consequence of the defendant´s conduct.17 Similarly, negligent invasions of contractual rights are not actionable under this heading. The defendant must be shown to have knowledge of the existence of a contract, but the suggestion that he must know the "relevant terms" of the contract before he can be liable has now been shown to be erroneous; and, given that he know it existed, the test of his intention is objective.» 17. Stott v. Gamble [1916] 2 K.B. 504; Poister v. Marcel Fenez [1965] R.P.C.187; but see Slade J., Greig v. Insole [1978] 1 W.L.R. 302, 338. So, too, Dirassar and James v. Kelly Douglas Ltd.
(1967)59 D.L.R.
(2d)452 (on A´s default, B entitled to take land which was security for loan even though he knew this would interfere with A´s contract with C, an architect);
(1967)64 D.L.R.
(2d)456; Roman Corpn. V. Hudson´s Bay Oil and Gas
(1973)36 D.L.R.
(3d)413; Central Canada Potash Co. Ltd v. Gort of Saskatchewan
(1979)88 D.L.R.
(3d)609, 641-642 (S.C.C.). Στην υπόθεση J. T. Stratford & Son Ltd ν. Lindley
(1965)A.C. 269, η Βουλή των Λόρδων, έστω και εάν είχε αμφιβολία κατά πόσο οι εναγόμενοι είχαν επαρκή γνώση των συμβολαίων, εξέδωσε το αιτούμενο ενδιάμεσο διάταγμα, καταλήγοντας ότι οι εναγόμενοι επενέβαιναν επί των εν λόγω συμβολαίων, ενόψει του ότι ήταν εύλογο να συμπεράνουν (reasonable to infer) ότι η επέμβασή τους θα προκαλούσε παραβίαση των συμβολαίων (would involve breaches of those contracts). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts (πιο πάνω), στην παράγραφο 17-03, σελίδα 703 αναφέρεται: «Knowledge and intention are, of course, intimately connected; but their problems are not coterminous. Thus, affirmative proof that the defendants did not intend to induce any breach can rescue even if all other constituents of liability are present. But if they are shown to have intended to procure a breach, it is no defence for them to show that they were not malicious or spiteful, or that their motive was not to cause damage to the plaintiff. The problems arise, however, both as to knowledge and intention where the defendant has been reckless or shut his eyes to facts. In such circumstances he may be held to have knowledge of the relevant authorities.» Στην υπόθεση British Industrial Plastics Ltd v. Ferguson
(1940)1 All E.R. 479, 482-483, έχει λεχθεί ότι: «The defendant has been reckless or shut his eyes to facts... in such circumstances he may be held to have knowledge of the relevant contract». Η απερισκεψία (recklessness) εξυπακούει πρόθεση στη βάση της σύγχρονης νομολογίας. Ο Λόρδος Denning M.R. συγκεκριμένα είπε: «Like the man who turns a blind eye... For it is unlawful for a third person to procure a breach of contract knowingly or recklessly, indifferent whether it is a breach or not...». «A defendant who acts with such intent runs the risk that if the contract is broken as the result of the party acting in the manner in which he is procured to act... (he) will be liable...». Το αδίκημα συνίσταται στην εκ προθέσεως πρόκληση παράβασης μιας υφιστάμενης και έγκυρης συμβατικής υποχρέωσης. Το αδίκημα δεν διαπράττεται αν η σύμβαση δεν έχει καταρτιστεί. Η ανεπάρκεια ή και η αοριστία των όρων της σύμβασης δεν αποτελεί κώλυμα στην παροχή θεραπείας από το Δικαστήριο. «The court however is prepared to grant a remedy if that is proved, even if the evidence of the terms of the contract is "meagre" or "somewhat tenuous"». Ταυτόχρονα, η παράβαση σύμβαση δεν επηρεάζεται ακόμα και αν η ολοκλήρωσή της (performance) βρίσκεται υπό την αίρεση έγκρισης μίας τρίτης αρμόδιας αρχής. «A breach of contract retains its quality even if performance was subject to the approval of an outside body.» Αναφορικά με την παραβίαση υπάρχοντος συμβολαίου σχετικές αναφορές γίνονται στην παράγραφο 15-04 του συγγράμματος Clerk and Lindsell on Torts (πιο πάνω): «The tort consists in the intentional inducement of the breach of an existing and valid contractual obligation. The court, however, is prepared to grant a remedy if that is proved, even if the evidence of the terms of the contracts is "meagre" or "somewhat tenuous". (Daily Mirror Newspapers Ltd n. Gardner [1968] 2 Q.B. 762, per Lord Denning M.R. at pp. 779-780, per Davies L.J. at pp. 782-783. So too, "sketchy" evidence of contract based on daily orders (in interlocutory proceedings): Crazy Prices (Northern Ireland) Ltd. v. Hewitt [1980] I.R.L.R. 396, 399, 400 (N.I.C.A.). A breach of contract retains its quality even if performance was subject to the approval of an outside body: Fabbi v. Jones
(1972)28 D.L.r.
(3d)224; Jones v. Fabbi
(1975)49 D.L.R.
(3d)316.» Σχετική είναι και η υπόθεση In Torquay Hotel Co. Ltd. v. Cousins
(1969)2 Ch 106, όπου o Λόρδος Denning M.R. ανέφερε τα εξής: "The time has come when the principle should be further extended to cover 'deliberate and direct interference with the execution of a contract without that causing any breach'. He stated that there are three requirements of such liability: (
  1. i)an interference in the execution of a contract, extending to cases where the defendant "prevents or hinders" performance (even though there be no breach) which is (
  2. ii)"deliberate", i.e. done with sufficient knowledge and intention or recklessness, and is (iii) direct.» Στην Thomson (D.C.) & Co. Ltd v. Deakin
(1952)Ch. 646 το Δικαστήριο αναγνώρισε τρεις διαφορετικές μορφές πρόκλησης παράβασης σύμβασης, όπως αυτές αναλύθηκαν στο σύγγραμμα των κ.κ Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου, δηλ. άμεση πειθώ, άμεση επέμβαση ή έμμεση επέμβαση. Άμεση πειθώ (direct inducement): η μορφή αυτή περιλαμβάνει τις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος παροτρύνει και πείθει κάποιο να παραβεί τη σύμβαση του με τρίτο. Άμεση επέμβαση (direct intervention): η μορφή αυτή συνίσταται στην άμεση επέμβαση του Α στο πρόσωπο ή την περιουσία του Β με τέτοιο τρόπο που να εμποδίζεται να εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με το Γ. Έμμεση επέμβαση (indirect procurement): η μορφή αυτή συνίσταται στην πρόκληση της παράβασης της σύμβασης μεταξύ του Β και του Γ με ενέργεια μέσω τρίτου προσώπου. Αναφορικά με το τι αποτελεί επαρκή αιτιολογία είναι αδύνατο να οριστεί επακριβώς. Είναι πολλοί οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη: Η φύση της σύμβασης, η θέση των μερών, οι λόγοι της παράβασης, τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την πρόκλησή της, η σχέση του Εναγομένου με το μέρος που παραβαίνει τη σύμβαση και ο σκοπός για τον οποίο προκαλεί την παράβαση. Η προώθηση των συμφερόντων του ιδίου του Εναγομένου δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκή αιτιολογία. Ειδικότερα έχει αναφερθεί: «The defence appears to be limited to fulfilment of a "moral duty" which appeals to the "good sense of the tribunal". The general principle is that justification must be based upon a duty and not mere protection of the defendant´s own interests". Όπως ορθά διατυπώθηκε στην αγόρευση των συνηγόρων του ενάγοντα τα αναγκαία στοιχεία που πρέπει να καταδειχθούν είναι τα ακόλουθα: Ύπαρξη συμβατικής σχέσεως αναγνωρισμένης από το νόμο Γνώση της ύπαρξης της σύμβασης από τον εναγόμενο Επέμβαση εκ προθέσεως επί της εν λόγω συμβατικής σχέσεως Έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας για την επέμβαση Συνακόλουθη ζημιά Η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι απαραίτητη προτού το Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσο στην παρούσα υπόθεση η εναγομένη προκάλεσε παράβαση σύμβασης όπως προνοείται στο άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Παρουσιάζεται ιδιαίτερη δυσκολία στην αξιολόγηση της μαρτυρίας στην παρούσα περίπτωση. Η κατ΄ ισχυρισμό θέσπιση σύμβασης και ο κατ΄ ισχυρισμό τερματισμός της αφορούν τον ενάγοντα και τον Nikulenko (Μ.Ε.3) χωρίς εμπλοκή της εναγομένης, συνεπώς είναι δύσκολο για την ίδια να γνωρίζει τα πραγματικά γεγονότα. Επιπλέον, δεν υπάρχουν αντικειμενικά τρόποι να ελεγχθούν οι ισχυρισμοί αυτοί. Θεωρώ σκόπιμο να προβώ σε κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς ενάγοντα. Η επικαλούμενη συμφωνία πώλησης του επίδικου ακινήτου, δεν έχει καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο. Δεν έχει επίσης γίνει σχετική αίτηση για παραχώρηση άδειας στον αγοραστή να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι του το επίδικο ακίνητο, στοιχεία τα οποία αντικειμενικά θα μπορούσαν να προσδώσουν υπόσταση στους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί των συμβατικών του σχέσεων με τον Μ.Ε.
  1. Και αυτό παρά το ότι δίδεται η δυνατότητα, τόσο από τους όρους της συμφωνίας όσο και από τον ίδιο το νόμο, και παρά το ότι η μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς ενάγοντα είναι ότι ο Nikulenko είχε πάρει νομική γνωμάτευση πριν υπογράψει την συμφωνία. Επιπρόσθετα, ενώ έγινε αποδεκτό από τον ίδιο τον ενάγοντα και τον Μ.Ε.3 ότι το ακίνητο κατά το χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης είχε τίτλο και μπορούσε να μεταβιβαστεί, υπήρχαν όροι στο συμβόλαιο που αφορούσαν την υποχρέωση του πωλητή για έκδοση ξεχωριστών τίτλων. Υπήρχε επίσης όρος στο συμβόλαιο για παροχή βοήθειας στον αγοραστή να λάβει δάνειο και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις ενώ, σύμφωνα με την εκδοχή του Μ.Ε.3, δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα και είχε τη δυνατότητα να καταβάλει το ποσό του συμβολαίου. Άλλωστε, σύμφωνα με την εκδοχή τόσο του ιδίου όσο και του ενάγοντα, δεν υπήρξε συζήτηση για το τίμημα αγοράς του ακινήτου. Είναι άξιον απορίας πως ο Μ.Ε.3, χωρίς να συζητήσει για την τιμή του ακινήτου που θα αγόραζε, η αξία του οποίου αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι είναι κατά €1 εκατομμύριο χαμηλότερη από την τιμή που συμφώνησε να το αγοράσει δίδοντας προκαταβολή €100.000 πριν να υπογραφεί η σύμβαση και ενώ, όπως ανέφερε, συμβουλεύτηκε δικηγόρο πριν υπογράψει τη σύμβαση, υπήρχαν στο συμβόλαιο όροι που δεν ίσχυαν στην προκείμενη περίπτωση. Περαιτέρω, δεν προχώρησε στην κατάθεση του συμβολαίου στο Κτηματολόγιο παρά την περί του αντιθέτου ισχυριζόμενη συμβουλή του δικηγόρου του, η δικαιολογία βέβαια που έδωσε στη μαρτυρία του είναι ότι θα γινόταν η μεταβίβαση του ακινήτου απευθείας στον ίδιο κατά την πληρωμή του υπολοίπου του τιμήματος στις 15.9.
  2. Δεν έδωσε όμως καμία εξήγηση γιατί δεν αποτάθηκε να λάβει άδεια από την αρμόδια Αρχή για μεταβίβαση του ακινήτου ενώ γι΄ αυτόν ήταν σημαντικό να προβεί σε μεταβίβαση στις 15.9.2010, ενώ ταυτόχρονα τερμάτισε την σύμβαση όταν κατ΄ ισχυρισμό πληροφορήθηκε ότι ήταν αντικείμενο προσωρινού διατάγματος, πριν ακόμα ακουστεί η υπόθεση και εκδοθεί απόφαση σ΄ αυτήν γιατί, προφανώς βιαζόταν να μεταβιβάσει το ακίνητο στο όνομα του. Ακόμα και η προκαταβολή που κατ΄ ισχυρισμό κατεβλήθη, έγινε σε μετρητά στο Κίεβο, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να επιμαρτυρεί το γεγονός. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η αντεξέταση όλων των μαρτύρων υπήρξε μακρά, χωρίς όμως να μπορεί η πλευρά της εναγομένης να αντιτάξει διαφορετική θέση στη βάση άλλης μαρτυρίας. Άλλωστε, θα ήταν δύσκολο να γίνει κάτι τέτοιο εν όψει των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης. Ένα άλλο στοιχείο που επισημαίνεται είναι ότι η μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα δόθηκε από τον ίδιο, τον υιό του, δύο πρώην υπαλλήλους του και ένα φίλο και συνεργάτη του, που φέρεται ως ο αγοραστής. Όλοι οι μάρτυρες ισχυρίστηκαν ότι ήταν παρόντες κατά τη σύναψη της συμφωνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου και δεν υπήρξε οποιοδήποτε στοιχείο που να μπορεί να αντιπαραταχθεί σ΄ αυτό. Αναφορικά με τον τερματισμό της συμφωνίας Τεκμ. 8, ενώ αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα του, δεν κλήθηκε ο δικηγόρος που την απέστειλε να την καταθέσει. Πέραν και ανεξάρτητα από αυτό ερωτηματικά εγείρονται και για το ότι απεστάλη επιστολή τερματισμού προτού ζητηθεί η μεταβίβαση του ακινήτου με την καταβολή του υπολοίπου ποσού, ενώ δεν υπήρχε σχετική άδεια για την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του και προτού τελειώσει η διαδικασία του προσωρινού διατάγματος. Και όλα αυτά ενώ, ο Μ.Ε.3 διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον ενάγοντα και την οικογένειά του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η εκδοχή τόσο του ενάγοντα όσο και του Μ.Ε.3 περί τερματισμού της συμφωνίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Από την άλλη η εναγομένη στη μαρτυρία της υπήρξε συνεπής και σταθερή χωρίς υπερβολές και εμπάθεια. Αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον Nikulenko και υπήρξε κατηγορηματική γι΄ αυτό. Δεν κρίνω ότι εξυπηρετούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την υπόθεση της να αρνηθεί την ύπαρξη συνομιλίας μαζί του, έχοντας υπόψη ότι μετά που πληροφορήθηκε για την ισχυριζόμενη πώληση του ακινήτου με ημερομηνία παράδοσης τις 15.9.2010, δέχθηκε να αποδεσμεύσει το ακίνητο νοουμένου ότι θα της διδόταν ασφάλεια ύψους €2.5 εκ. για την υπόθεση. Έχοντας καταλήξει ότι δεν υπήρξε τερματισμός οποιασδήποτε συμφωνίας συνεπεία της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος, η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακόμα όμως και σε περίπτωση που κατέληγα ότι υπήρξε τερματισμός της συμφωνίας, δεν κρίνω ότι, με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης, ο ενάγοντας απέδειξε ότι η εναγόμενη έχει διαπράξει το αδίκημα της πρόκλησης παράβασης σύμβασης με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ. 148, έχοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν το θέμα, όπως αναλύεται πιο πάνω. Η εναγομένη καταχώρησε την αγωγή 3600/2010 για ισχυριζόμενη παραβίαση συμφωνίας και/ή καταπιστεύματος και/ή απάτη και/ή συνωμοσία προς καταδολίευση με την οποία αξίωνε διάφορες δηλωτικές αποφάσεις αναφορικά με την ιδιοκτησία μετοχών, διάταγμα για την μεταβίβαση επ΄ονόματί της των εν λόγω μετοχών και αποζημιώσεις. Ζήτησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος όπου, μεταξύ άλλων, απαγορεύετο η αποξένωση του επίδικου ακινήτου, για σκοπούς εξασφάλισης της σε περίπτωση που εκδίδετο απόφαση στην αγωγή προς όφελος της, χωρίς να έχει γνώσει περί της ύπαρξης οποιασδήποτε σύμβασης πώλησης του επίδικου ακινήτου. Συνεπώς, ουδόλως μπορεί να συνδεθεί η έκδοση του εν λόγω διατάγματος με την ισχυριζόμενη πρόθεση της για παράβαση σύμβασης. Η δε προώθηση της αγωγής και της αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν θεωρώ ότι ισοδυναμεί με πρόθεση για παράβαση της σύμβασης μεταξύ του ενάγοντα και του Μ.Ε.
  3. Η εναγομένη συνέχιζε την προώθηση μίας νομικής διαδικασίας με στόχο την εξασφάλισή της σε περίπτωση που εκδιδόταν απόφαση υπέρ της στην αγωγή 6100/
  4. Δεν μπορώ να καταλήξω ότι κάτω από αυτό το πλέγμα γεγονότων η εναγομένη είχε πρόθεση να προκαλέσει την παράβαση της σύμβασης του ενάγοντα με τον Nikulenko. Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί είναι και η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας για την ισχυριζόμενη επέμβαση. Στην παρούσα περίπτωση, υπάρχει αιτιολογία που είναι η προώθηση της αγωγής και του προσωρινού διατάγματος εκ μέρους της εναγομένης. Το γεγονός ότι το διάταγμα τελικά απερρίφθη αναφορικά με την επίδικη περιουσία, γιατί, όπως αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου κρίθηκε ότι υπήρχε η αναγκαία εξασφάλιση από τα άλλα διατάγματα που δόθηκαν, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ως εισηγείται η πλευρά του ενάγοντα. Δεν μπορεί να απαιτείται από ένα διάδικο όταν του γνωστοποιηθεί ότι αντικείμενο του διατάγματος έχει πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο ότι θα πρέπει δίχως άλλο να το αποσύρει. Άλλωστε σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία που τέθηκε, στην επιστολή του δικηγόρου της εναγομένης (Τεκμ. 4), η εναγομένη ήταν έτοιμη να επιτρέψει τη μεταβίβαση του ακινήτου στον αγοραστή, εφόσον ο ενάγοντας δεσμευόταν για ποσό €2.5 εκ. για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του και η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Yπ.) ............ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.