← Κύπρος

Ανδρονίκη Ματθαίου ν. Δήμος Αγίου Αθανασίου, Αρ. Αγωγής: 3515/08, 21/3/2014

Ανδρονίκη Ματθαίου ν. Δήμος Αγίου Αθανασίου, Αρ. Αγωγής: 3515/08, 21/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A131 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3515/08 Μεταξύ: Ανδρονίκη Ματθαίου, από την Λεμεσό Ενάγουσα και Δήμος Αγίου Αθανασίου, από την Λεμεσό Εναγόμενου και

  1. Διευθυντή Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως μέσω του Υπουργείου Εσωτερικών
  2. K.V. Imperial Construction Ltd, από την Λεμεσό
  3. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Τριτοδιάδικων Ημερομηνία: 21.3.14 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κ. Σ. Βασιλείου για κα Α. Ιωάννου Για την Ενάγουσα / Καθ' ης η αίτηση: κα Μ. Ιακώβου για κ. Γ. Τσίκκο Για τον Τριτοδιάδικο 2 / Καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Χαρτζιώτης (για να ακούσει την απόφαση η κα Μ. Νεάγκου) Για τον Τριτοδιάδικο 3 / Καθ' ου η αίτηση: καμία εμφάνιση ....................................... Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από τον Εναγόμενο / Αιτητή στις 31.10.13 με την οποία εξαιτείται τροποποίηση της Υπεράσπισής του καθώς και της Έκθεσης Απαίτησης του εναντίον του Τριτοδιάδικου 3 με την προσθήκη μιας νέας παραγράφου ως ακολούθως: ως παράγραφο 2Α μετά την παράγραφο με αριθμό 2 στην Υπεράσπιση και ως παράγραφο 3Α μετά την παράγραφο με αριθμό 3 στην Έκθεση Απαίτησής του εναντίον του Τριτοδιάδικου
  4. Η παράγραφος που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται να εισαχθεί στα πιο πάνω δικόγραφα είναι η ίδια και στις δύο περιπτώσεις με μια μόνο διαφορά η οποία αναφέρεται πιο κάτω. Η αιτούμενη τροποποίηση συνίσταται στην προβολή των ακόλουθων ισχυρισμών. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η οδός Ηγουμενίτσας και, κατ' επέκταση, το πεζοδρόμιο επί του οποίου τραυματίσθηκε η Ενάγουσα δεν ήταν εγγεγραμμένος ως δημόσιος δρόμος και/ή ήταν δρόμος που έγινε στα πλαίσια διαμόρφωσης του ενιαίου σχεδιασμού του οικισμού στέγασης προσφύγων της Λινόπετρας στην Λεμεσό οπότε δικαιοδοσία και/ή υποχρέωση για την συντήρηση και/ή επιδιόρθωση και/ή καθαριότητα του είχε το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως και/ή το Υπουργείο Εσωτερικών και/ή ο Τριτοδιάδικος 3 και όχι ο Αιτητής. Επίσης, υπήρχε συμφωνία και/ή πρακτική λειτουργίας μεταξύ του Αιτητή και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και/ή του Υπουργείου Εσωτερικών και/ή του Τριτοδιάδικου 3 ότι ο Αιτητής θα εκτελεί ως εργολάβος συγκεκριμένες εργασίες για την συντήρηση και/ή επιδιόρθωση και/ή καθαριότητα του επίδικου δρόμου που τον εξουσιοδοτούσε να εκτελεί το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως και/ή το Υπουργείο Εσωτερικών και/ή ο Τριτοδιάδικος 3 αφού προηγουμένως κατατίθετο το αντίστοιχο οικονομικό κόστος της εκάστοτε εκ των προτέρων συμφωνημένης εργασίας στο ταμείο του Αιτητή από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως και/ή το Υπουργείο Εσωτερικών και/ή τον Τριτοδιάδικο
  5. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται και η προσθήκη στην ίδια παράγραφο του ακόλουθου ισχυρισμού στην Έκθεση Απαίτησης του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου
  6. Συγκεκριμένα ότι και αν ακόμα αποδειχθεί ότι ο δρόμος και/ή το επίδικο πεζοδρόμιο ήταν φθαρμένο και/ή καταστραμμένο και/ή είχε βαθούλωμα και η Ενάγουσα υπέστη το υπό αυτής ισχυριζόμενο ατύχημα ο Εναγόμενος καμία ευθύνη δεν φέρει γι' αυτό, αλλά την ευθύνη φέρει ο Τριτοδιάδικος 3 και/ή η Δημοκρατία και/ή το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως και/ή το Υπουργείο Εσωτερικών. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.10, Δ.25, θθ 1-5, Δ.48, θθ 1-9, Δ.63, θθ 1-2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30

(3)του Συντάγματος, την Νομολογία, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Στέλιου Μορφή, ο οποίος εργάζεται στο Τεχνικό Τμήμα του Αιτητή και είναι εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή όπως προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Τριτοδιάδικου 3, από τώρα και στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση», αν και στην Ειδοποίηση ένστασης αναφέρεται ότι αυτή υποβάλλεται και εκ μέρους του Τριτοδιάδικου
  1. Λανθασμένα βέβαια αφού η διαδικασία εναντίον του Τριτοδιάδικου 1 διακόπηκε στις 24.10.
  2. Οι υπόλοιποι διάδικοι δεν ενέστησαν στην αιτούμενη τροποποίηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση προβάλλονται οκτώ λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Αντώνη Μελά ο οποίος είναι Κτηματολογικός Λειτουργός και τοποθετημένος με απόσπαση στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας στην Λεμεσό. Για τους λόγους που επεξηγεί στην ένορκό του δήλωση είναι η θέση του κύριου Μελά ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορά στους λόγους ένστασης και τους αντίστοιχους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση θα γίνει κατά την εξέταση των υπό του Καθ' ου η αίτηση προβαλόμενων λόγων ένστασης. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε (στην σελίδα 716) πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε, ότι είναι η θέση της Νομολογίας, ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης ο Αιτητής δεν δικαιολογεί επαρκώς και/ή καθόλου το αίτημά του και/ή η υπό κρίση αίτηση είναι γενική και αόριστη. Δεν θα συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αρκούντως συγκεκριμένη και όπως από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προκύπτει επαρκώς δικαιολογημένη. Συνακόλουθα ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με τον τρίτο λόγο ένστασης η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, συγκεκριμένα, 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και 3 χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και αφού έχει ήδη ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Παρενθετικά αναφέρω ότι επί του σημείου τούτου δεν θα συμφωνήσω με την θέση που διατυπώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή στην αγόρευσή του ότι η καθυστέρηση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι μετριάζεται από το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησής του εναντίον του Καθ' ου η αίτηση και, συγκεκριμένα, 9 μήνες αργότερα. Σημειώνεται ότι για την διαδικασία που ηγέρθη εναντίον του Καθ' ου η αίτηση σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της υπόθεσης και την ως εξ' αυτής προκύπτουσα ανάγκη για διακοπή της διαδικασίας εναντίον του Τριτοδιάδικου 1 ευθύνεται, όπως από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει, ο ίδιος ο Αιτητής και κανένας άλλος. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 υποστηρίχθηκε, όπως και πιο πάνω είδαμε, ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, πως: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. .......................................................................................................................... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας και οι οποίοι είναι: (α) η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και (β) ο τυχόν επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί παρά την ύπαρξη και μεγάλης ακόμα καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς, ήτοι για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι πραγματικές διαφορές. Δεν παραγνωρίζω ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Οι ισχυρισμοί, όμως, που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται να προβληθούν κρίνονται ουσιώδεις και σημαντικοί και η προβολή τους αναγκαία για τον προσδιορισμό της επίδικης μεταξύ των διαδίκων διαφοράς. Επίσης, η υπό κρίση αίτηση δεν διέπεται από κακή πίστη και δεν υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, αλλά σε πολύ πρώιμο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και, συγκεκριμένα, μεσούσης της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα της πλευράς της Ενάγουσας. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 υποδείχθηκε ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας» και στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 (στην σελίδα 716) ότι: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κανονισμό 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Σημειώνεται, ότι η εξουσιοδότηση της τροποποίησης σε υποθέσεις Ναυτοδικείου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων ανάλογων με εκείνα τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάση του αντίστοιχου θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι της Δ.25, θ.
  1. Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Αναφορικά με την δικαιολογία που προβλήθηκε για την καθυστέρηση κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες τις παραγράφους 14 - 22 της ένορκης δήλωσης του κύριου Στέλιου Μορφή που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση (διατηρούνται η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης):
  2. «Ο λόγος που δεν προστέθηκαν τα πιο πάνω στοιχεία (στοιχεία τα οποία οι Εναγόμενοι αιτούνται να προσθέσουν με την παρούσα Αίτηση για τροποποίηση) είναι διότι ο επίδικος δρόμος (οδός Ηγουμενίτσας) στον οποίο η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη το επίδικο ατύχημα, βρίσκεται υπό ένα ιδιόμορφο καθεστώς εντός των Δημοτικών Ορίων των Εναγόντων (γεγονός το οποίο μάθαμε πρόσφατα). Και εξηγώ: Εντός των Δημοτικών Ορίων των Εναγομένων υπάρχει συνοικισμός στέγασης προσφυγών, ο οποίος περικλείει μια περιοχή στην οποία υπάρχουν δρόμοι, πεζοδρόμια και οικίες τα οποία κατασκεύασε η Δημοκρατία για την στέγαση των Κυπρίων προσφύγων. Όσο οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια εντός του εν λόγω συνοικισμού δεν είναι εγγεγραμμένα ως δημόσιοι οδοί, τότε την συντήρηση και επισκευή τους αναλαμβάνει με δικά της έξοδα η Δημοκρατία (και συγκεκριμένα το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως) η οποία δίνει οδηγίες στον Δήμο (Εναγόμενους) να τα επιδιορθώσουν, αφού πρώτα τους υποδείξει τι εργασίες πρέπει να κάνουν και αφού πρώτα καταβάλει στους Εναγόμενους το ποσό που θα στοιχίσει η εν λόγω εργασία.
  3. Λόγω της ιδιομορφίας των δρόμων και πεζοδρομίων που περιέχονται στον πιο πάνω συνοικισμό (ήτοι ενώ εντάσσονται στα δημοτικά όρια του Δήμου Αγίου Αθανασίου, ευθύνη για την επιδιόρθωση τους έχει η Δημοκρατία) και επειδή ο επίδικος δρόμος που αφορά την παρούσα Αγωγή εμπίπτει εντός του συνοικισμού προσφύγων στην Λινόπετρα του Αγίου Αθανασίου (Εναγόμενοι), έδωσα οδηγίες τότε (μετά την έγερση της Αγωγής και πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης) στην κυρία Έλενα Αντωνιάδου (ήταν δικηγόρος στο γραφείο της κυρίας Ιωάννου) να ερευνήσει με τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας κατά πόσον ο δρόμος είναι εγγεγραμμένος και κατά πόσον οι Εναγόμενοι είχαν ευθύνη για την επισκευή του.
  4. Ως με ενημερώνει ο κύριος Βασιλείου (δικηγόρος στο γραφείο της κυρίας Ιωάννου), από στοιχεία που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης που τηρείται στο γραφείο της κυρίας Ιωάννου (δικηγόρος Εναγομένων) η κυρία ΄Ελενα Αντωνιάδου επικοινώνησε την 03/12/2009 με το Τμήμα Δημοσίων Έργων με κάποια κυρία Μάγδα Αντωνίου, η οποία την διαβεβαίωσε ότι η οδός Ηγουμενίτσας (επίδικος δρόμος) εμπίπτει εντός των αρμοδιοτήτων και της ευθύνης των Εναγομένων και όχι της Δημοκρατίας ή του Τμήματος Δημοσίων Έργων.
  5. Με την πιο πάνω πληροφόρηση θεωρήσαμε ότι ο επίδικος δρόμος ενεγράφη μετά από ενέργειες της Δημοκρατίας, εντύπωση την οποία είχαμε μέχρι και πρόσφατα.
  6. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 2013 το Τμήμα Κτηματολογίου κοινοποίησε στο Τμήμα στο οποίο εργάζομαι νέα χωρομετρικά περιοχών των Εναγομένων (εντός των οποίων περιέχεται και ο συνοικισμός της Λινόπετρας) και σε αυτά τα νέα χωρομετρικά διαπιστώσαμε ότι μεταξύ άλλων, και η επίδικη οδός Ηγουμενίτσας στον συνοικισμό Λινόπετρας δεν φαινόταν ως εγγεγραμμένος Δρόμος.
  7. Στην συνέχεια (τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη), μετά από οδηγίες της κυρίας Βέρας Οικονόμου (Δημοτικού Μηχανικού στου Εναγόμενους) επικοινώνησα με το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως όπου και ενημερώθηκα ότι η εγγραφή του επίδικου δρόμου της οδού Ηγουμενίτσας (και άλλων μη εγγεγραμμένων οδών) θα γίνει μέχρι το τέλος του έτους 2013 και μέχρι τότε θα έχει υποχρέωση το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως για την συντήρηση και επιδιόρθωση των δρόμων και πεζοδρομίων στην επίδικη οδό Ηγουμενίτσας.
  8. Πληροφόρησα στην συνέχεια την κυρία Οικονόμου, η οποία μου ζήτησε να ενημερώσω σχετικώς τους Δικηγόρους των Εναγομένων, πράγμα το οποίο και έγινε τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη.
  9. Επικοινώνησα με τον κύριο Βασιλείου (στις 14/10/2013) από το γραφείο της κυρίας Ιωάννου και τον ενημέρωσα σχετικώς, ο οποίος μου είπε ότι θα πρέπει να γίνει Τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά και ότι σε δύο μέρες ξεκινά η Ακρόαση της υπόθεσης και ήταν σαφείς οι οδηγίες του Δικαστηρίου ότι η Ακρόαση θα ξεκινήσει (όπως και έγινε ως με ενημερώνει ο κύριος Βασιλείου).
  10. Στην συνέχεια, μετά και την έναρξη Ακρόαση της υπόθεσης, ήτοι 1 με 2 μέρες μετά την 16/10/2013, επισκέφθηκα τον κύριο Βασιλείου μαζί με την κυρία Οικονόμου, όπου και του εξηγήσαμε λεπτομερώς τα νέα δεδομένα που αφορούν τον επίδικο δρόμο και πεζοδρόμια στην οδό Ηγουμενίτσας των Εναγομένων και μας ενημέρωσε ότι κατά την επόμενη δικάσιμο θα ζητηθεί αναβολή ούτως ώστε να καταχωρηθεί Αίτηση Τροποποίησης τόσο της Υπεράσπισης των Εναγομένων όσο και της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγομένων εναντίον των Τριτοδιαδίκων αρ. 3». Υπό το φως των πιο πάνω ισχυρισμών θεωρώ ότι η δικαιολογία που δόθηκε για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν είναι πλήρως ικανοποιητική με δεδομένη και την μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της. Και αυτό γιατί κρίνω πως οι δικηγόροι του Αιτητή δεν θα έπρεπε να στηριχθούν αποκλειστικά στις δηλώσεις της Μάγδας Αντωνίου, πόσο μάλλον, από αυτές να θεωρήσουν ή να συμπεράνουν ότι ο επίδικος δρόμος ενεγράφη ως δημόσιος δρόμος, αφ' ης στιγμής η εν λόγω Μάγδα Αντωνίου, αν και λανθασμένα ως εκ των υστέρων και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή προκύπτει, ανέφερε στους δικηγόρους του Αιτητή ότι η επίδικη οδός εμπίπτει εντός των αρμοδιοτήτων και της ευθύνης του Αιτητή και όχι του Τμήματος Δημοσίων Έργων ή του Καθ' ου η αίτηση, δεν τους ανέφερε ρητά ότι η επίδικη οδός όντως ενεγράφη ως δημόσιος δρόμος. Θεωρώ ότι ο Αιτητής όφειλε να διερευνήσει επισταμένα το ζήτημα τούτο και να προβεί στην εξακρίβωσή του με την διεξαγωγή της αναγκαίας και της δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνας, κάτι το οποίο, όπως από τα πιο πάνω προκύπτει, δεν έπραξε. Υπό το φως των πιο πάνω το συμπέρασμα του Αιτητή ότι η επίδικη οδός ενεγράφη ως δημόσιος δρόμος δεν είχε το αναγκαία σοβαρό έρεισμα που οι δοσμένες περιστάσεις επέβαλλαν. Τα πιο πάνω δεν αναιρούν, όμως, ότι ο Αιτητής προέβαλε κάποια δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και η οποία ουσιαστικά συνίσταται, πρώτο, στο ότι μόλις πρόσφατα πληροφορήθηκε για τα γεγονότα που με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει να εισάξει στα δικόγραφά του και, δεύτερο, και, σημαντικότερο, στο ότι μέχρι σήμερα γνήσια τελούσε υπό λανθασμένη εντύπωση περί των πραγμάτων. Η παράλειψή του να διερευνήσει και εξακριβώσει την ακρίβεια της δήλωσης της κυρίας Μάγδας Ιωάννου, η οποία, προδήλως, ερείδεται στην εμπιστοσύνη που επέδειξε στο αρμόδιο για το θέμα αυτό κυβερνητικό τμήμα, δεν θα ήταν δίκαιο να σταθεί μοιραία στο αίτημά του. Για τους πιο πάνω λόγους η δικαιολογία που ο Αιτητής πρόβαλε προς δικαιολόγηση της καθυστέρησης έχει την σημασία και την βαρύτητά της κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δεν πρόκειται περί ανεπαρκούς ή μη ικανοποιητικής δικαιολογίας παρά μόνο περί μη πλήρους ικανοποιητικής δικαιολογίας. Πέραν τούτου λαμβάνω υπόψη μου ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι καλόπιστη και αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και ότι ο Αιτητής δεν ολιγώρησε στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης αφότου πληροφορήθηκε τα νέα γεγονότα. Τουναντίον, προέβη στην καταχώρησή της με σπουδή. Άρνηση έγκρισης της υπό κρίση αίτησης στην βάση των πιο πάνω κρίνω πως θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 1007 «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της απόφασης διατύπωθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. ..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο ένστασης η υπό κρίση αίτηση «αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών». Με την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση καθίσταται έκδηλο ότι ο υπό συζήτηση λόγος ένστασης δεν προβάλλεται ως αυτόνομος λόγος ένστασης. Η θέση περί κατάχρησης ερείδεται στην καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με την καθυστέρηση συμπαρασύρουν και το βάσιμο του υπό συζήτηση λόγου ένστασης. Κρίνω δε πως υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων αλλά και των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν η καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Επομένως, κρίνω ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Σύμφωνα με τον τέταρτο λόγο ένστασης η υπό κρίση αίτηση «έχει γίνει κακόπιστα και/ή με αυτή ο εναγόμενος προσπαθεί να κατασκευάσει και/ή να δημιουργήσει γεγονότα νέα ώστε να επιρρίψει την ευθύνη των δικών του αμελών πράξεων και/ή παραλήψεων, στην Κυπριακή Δημοκρατία» (διατηρούνται η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης). Ούτε αυτός ο λόγος ένστασης κρίνω πως ευσταθεί. Ο Αιτητής δικαιολογεί την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης με επαρκώς πειστικούς διατυπωμένους ισχυρισμούς, οι οποίοι, αξίζει να σημειωθεί, ουσιαστικά, δεν αντικρούσθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Επομένως, δεν μπορώ να δω πού βρίσκεται το κακόπιστο της αίτησης. Συν τοις άλλοις, ο ισχυρισμός περί κατασκευασμένων γεγονότων είναι γενικόλογος και αόριστος και δεν προωθεί το βάσιμο του υπό συζήτηση λόγου ένστασης. Κανένας ισχυρισμός απτός και συγκεκριμένος δεν προβλήθηκε από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση που να αντικρούει ή να διαψεύδει τα υπό του Αιτητή ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία και αποτελούν το έρεισμα για το αίτημά του. Συμπέρασμα κακοπιστίας πρέπει να εξάγεται αβίαστα από το ενώπιον του Δικαστηρίου παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό (Βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 204/09, ημερομηνίας 25.4.12). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να θεμελιώνουν κακοπιστία. Υπό το φως των πιο πάνω καμία κακοπιστία δεν διακρίνω στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με τον πέμπτο λόγο ένστασης με «την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέοι ισχυρισμοί και το κυριότερο νέα βάση αγωγής ή και δικαίωμα απαίτησης κατά των τριτοδιαδίκων 1 και 3, αφού πλέον η βάση αγωγίμου δικαιώματος του εναγομένου κατά του τριτοδιαδίκου διαφοροποιείται και θα είναι η κυριότητα και ευθύνη του πεζοδρομίου και όχι μόνο η επόπτευση ή και εκ προστίσεως ευθύνη» (διατηρούνται η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης). Με την αιτούμενη τροποποίηση αναδύεται εν πρώτοις νέα βάση υπεράσπισης. Αυτό, όμως, ποσώς θα με απασχολήσει αφού η Ενάγουσα ουδεμία ένσταση φέρει στην αιτούμενη τροποποίηση. Σημαντικά είναι, επίσης, τα όσα επί του προκειμένου αναφέρονται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή επικαλούμενος την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 204/09, ημερομηνίας 25.4.12, που πιο πάνω μνημονεύονται. Αναφορικά με όσα αναφέρονται ως να αφορούν τον Καθ' ου η αίτηση έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 708: «Στη σελ. 627 του ίδιου βιβλίου διατυπώνεται με καθαρότητα το κριτήριο του τι αποτελεί νέα απαράδεκτη βάση αγωγής. "The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42 Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action {Raleigh v. Goschen,
(1898)1 Ch. p.81}.». Το βιβλίο στο οποίο γίνεται αναφορά στο πιο πάνω απόσπασμα είναι, όπως από την απόφαση του Εφετείου ευκρινώς προκύπτει, η Ετήσια Πρακτική του 1959 (Annual Practice
(1959)). Προκύπτει, επίσης, ευκρινώς από τα πιο πάνω ότι η τροποποίηση δεν επιτρέπεται μόνο αν η νέα βάση αγωγής που επιχειρείται να εισαχθεί στο δικόγραφο του ενάγοντα είναι απαράδεκτη. Και είναι απαράδεκτη μόνο όταν μεταβάλει την αγωγή προσδίδοντας της ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν κρίνεται απαράδεκτη όταν απλά εισάγει μια νέα υπόθεση. Δεν θεωρώ ότι η αιτούμενη τροποποίηση μεταβάλει την απαίτηση του Αιτητή εναντίον του Τριτοδιάδικου σε μια απαίτηση εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση είναι η περίπτωση εκείνη με την οποία απλά εισάγεται μια νέα υπόθεση, ήτοι ότι την ευθύνη για την συντήρηση, επιδιόρθωση και καθαριότητα του επίδικου πεζοδρομίου φέρει ο Καθ' ου η αίτηση στην βάση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η επίδικη οδός δεν ήταν εγγεγραμμένος δρόμος, ισχυρισμός στον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση έχει την δυνατότητα με την Υπεράσπισή του να απαντήσει. Συναφώς στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν διέκρινα οποιαδήποτε αδυναμία προς την πιο πάνω κατεύθυνση από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με τον έκτο λόγο ένστασης η αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει τον Καθ' ου η αίτηση και θα έχει επιτπώσεις στην όλη πορεία της υπόθεσης. Συναφής με τον λόγο αυτό είναι και ο τελευταίος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο η αιτούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει τον Καθ' ου η αίτηση δυσμενώς στην υπεράσπισή του και δυνατόν να επιφέρει βλάβη και/ή ανεπανόρθωτη ζημία που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Κανένας, όμως, απτός ισχυρισμός δεν προβάλεται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση που να τεκμηριώνει ή να δικαιολογεί τις πιο πάνω θέσεις. Και πάλι ο Καθ' ου η αίτηση αρκείται σε γενικόλογους ισχυρισμούς που δεν προωθούν την ένστασή του. Με την ένορκο δε δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ό,τι γίνεται είναι μια στείρα επανάληψη των υπό συζήτηση λόγων ένστασης. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι δηλώσεις που προβάλλονται από συνηγόρους στα πλαίσια των αγορεύσεών τους δεν λαμβάνονται υπόψη αφού είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτές δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και King's Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 ΑΑΔ 733). Με τον έκτο λόγο ένστασης αναφέρεται, επίσης, ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα καταστήσει αναγκαία και την τροποποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας κατά του Καθ' ου η αίτηση. Η πιο πάνω θέση ξενίζει πραγματικά. Η Ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση και ο Καθ' ου η αίτηση ως τριτοδιάδικος καμία σχέση δεν έχει με την απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του Αιτητή. Απαίτηση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση έχει μόνο ο Αιτητής για συνεισφορά. Αν δε αυτό είναι που υποκίνησε τον Καθ' ου η αίτηση να υποβάλει ένσταση στην υπό κρίση αίτηση κρίνω πως η προσέγγιση του είναι λανθασμένη. Καθότι και αν ακόμα το Δικαστήριο μετά το πέρας της δίκης καταλήξει ότι οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει να εισάξει στην Υπεράσπισή του ευσταθούν καμία αποζημίωση δεν θα επιδικασθεί εις βάρος του Καθ' ου η αίτηση. Αφού προϋπόθεση για απόδοση ευθύνης στον τελευταίο είναι πρώτα να βρεθεί υπόλογος ευθύνης ο Αιτητής. Το σημείο αυτό αποδυναμώνει έτι περισσότερο τον ισχυρισμό, αν και γενικός και αόριστος, του Καθ' ου η αίτηση περί δυσμενούς επηρεασμού της υπόθεσής του. Αναφορικά με το θέμα της παραγραφής που αναφέρεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση σημειώνεται ότι αυτός δεν μπορεί να εξετασθεί αφού δεν εγείρεται με την Ειδοποίηση ως λόγος ένστασης και συναφώς κανένας επί του προκειμένου ισχυρισμός δεν προβάλλεται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Διαφωνώ, επίσης, με την θέση που διατυπώνεται στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι το ζήτημα της παραγραφής αποτελεί ζήτημα που το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει αυτεπάγγελτα. Στην υπό εξέταση περίπτωση κρίνω ότι ισχύει ό,τι κατ' αναλογία ισχύει αναφορικά και με αγωγές. Για να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει ζήτημα παραγραφής αυτό θα πρέπει να εγερθεί εξειδικευμένα στην Υπεράσπιση. Και αυτό γιατί η παραγραφή αποτελεί διαδικαστική υπεράσπιση (procedural defence), κάτι το οποίο αντανακλάται στην Νομολογία μας, προσέγγιση η οποία με τον Νόμο 66(Ι)/2012 απέκτησε πλέον και νομοθετική ισχύ. Συνεκτίμηση των αρχών και εφαρμογή τους στα πλαίσια των γεγονότων της υπό εξέταση υπόθεσης κρίνω πως δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος. Δεν παραγνωρίζω, ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει καθυστέρηση και/ή περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Συναφής με το σχόλιο αυτό είναι ο έβδομος λόγος ένστασης. Συνεκτιμώντας, όμως, όλα τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και του ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε όχι με υπέρμετρη καθυστέρηση αφότου ο Καθ' ου η αίτηση προστέθηκε ως διάδικος στην διαδικασία, αλλά και όλα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί αναφορικά με την σημασία της αιτούμενης τροποποίησης ως προς την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των διαδίκων και ταυτόχρονα της δικαιοσύνης δεν έχω πεισθεί ότι με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα παραβιασθεί το δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση για εκδίκαση εντός εύλογου χρόνου. Τουναντίον, απόρριψη της υπό κρίση αίτησης θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των μεταξύ των διαδίκων εγειρόμενων στην υπόθεση διαφορών. Κρίνω, επίσης, ότι έγκριση της αίτησης υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν θα προκαλούσε στον Καθ' ου η αίτηση ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Αναφορικά με τα έξοδα ενδεικτικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, σελίδα 36, και που πιο κάτω παρατίθενται: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση». Εφαρμογή των πιο πάνω απολήγει στην επιδίκαση των εξόδων της υπό κρίση αίτησης υπέρ του Τριτοδιάδικου 3 / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου / Αιτητή κατά το ήμισυ. Αναφορικά δε με τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) αυτά για λόγους ευνόητους θα επιδικασθούν υπέρ του Τριτοδιάδικου 3 / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου / Αιτητή εξ' ολοκλήρου. Αναφορικά με την Ενάγουσα τα έξοδα της αίτησης που αφορούν στις εμφανίσεις της θα πρέπει να επιδικασθούν υπέρ της και εναντίον του Εναγόμενου / Αιτητή αφού η πλευρά της Ενάγουσας τα ζήτησε και κρίνω πως τα δικαιούται. Για ευνόητους λόγους υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου / Αιτητή θα πρέπει να επιδικασθούν και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses). Αναφορικά με τον Τριτοδιάδικο 2 δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αφού η πλευρά του Τριτοδιάδικου 2 δεν ζήτησε έξοδα. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) ως ανωτέρω καθορίσθηκαν θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Συνακόλουθα εκδίδονται διαταγές ως προς τα έξοδα ως ανωτέρω. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης εναντίον του Τριτοδιάδικου 3 να καταχωρηθούν εντός 2 (δύο) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και να επιδοθούν εντός 2 (δύο) ημερών από της καταχώρησής τους στον δικηγόρο της Ενάγουσας και του Τριτοδιάδικου 3 αντίστοιχα. Τυχόν Απάντηση της Ενάγουσας στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση του Τριτοδιάδικου 3 στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου 3 να καταχωρηθεί εντός 3 (τριών) ημερών από της επίδοσης. Αντίγραφα των τροποποιημένων δικογράφων να παραδοθούν στους δικηγόρους όλων των υπόλοιπων διαδίκων εντός του ιδίου χρόνου που το Δικαστήριο όρισε για την επίδοση των τροποποιημένων δικογράφων. Σε περίπτωση που ο χρόνος που πιο πάνω ορίσθηκε για επίδοση ή καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων είναι δημόσια αργία ο χρόνος αυτός μετατίθεται στην αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα. Η σύνταξη του παρόντος διατάγματος να ζητηθεί εντός της ημέρας. Παρακαλείται ο Πρωτοκολλητής όπως φροντίσει ώστε το παρόν διάταγμα συνταχθεί σε χρόνο που θα επιτρέπει την συμπλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων πριν τον ορισμό της αγωγής. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 4.4.14 και ώρα 9:00 π.μ.. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροποποίηση Υπεράσπισης και Έκθεσης Απαίτησης εναντίον Τριτοδιάδικου Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.