← Κύπρος

Tsircon Company Ltd ν. Alfa Concrete Public Company Ltd κ.α., Aγωγή αρ. 5723/13, 27/3/2014

Tsircon Company Ltd ν. Alfa Concrete Public Company Ltd κ.α., Aγωγή αρ. 5723/13, 27/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 5723/13 Μεταξύ: Tsircon Company Ltd Ενάγοντα Και

  1. Alfa Concrete Public Company Ltd
  2. Alfa Beton Limited
  3. Ανδρέας Αντωνίου
  4. Χαράλαμπος Αντωνίου
  5. Ιωάννης Φωτίου Εναγομένων -------------------------- Αίτηση για Παρεμπίπτοντα Διατάγματα 27.3.2014 Για την ενάγουσα/αιτήτρια: Κα Φ. Τσιρίδου Για τους εναγόμενους 1, 3, 4 και 5/καθ' ων: κ. Α. Χαβιαράς Για την εναγόμενη 2/καθ'ης 2: Κα Μ. Σωκράτους για A. Chr. Theophilou LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε η ενάγουσα στις 13.12.2013, διεκδικεί από τους εναγόμενους 1-5, το ποσό των €455.617,48 πλέον τόκους, ως οφειλόμενο υπόλοιπο για υλικά και/ή πρόσμικτα φάρμακα σκυροδέματος με τα οποία προμήθευσαν την εναγόμενη 1 κατά την περίοδο 2006 μέχρι σήμερα. Αξιώνουν, περαιτέρω, το ανωτέρω ποσό υπό μορφή αποζημιώσεων για απάτη, δόλο, συνωμοσία προς εξαπάτηση και/ή για πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα, καταδολίευση πιστωτών και για άλλα παρεμφερή αστικά αδικήματα. Με μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 17.1.2014, η ενάγουσα αιτήθηκε την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων όλων των εναγομένων (παρακλητικό 1), αποκάλυψης των περιουσιακών τους στοιχείων (Παρακλητικό 2) και διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 2 (Παρακλητικό 3). Το Δικαστήριο έκρινε πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους εναγόμενους, οι οποίοι καταχώρισαν γραπτές ενστάσεις. Η εκδοχή της ενάγουσας, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της κ. Άγγελου Τσιρίδη και τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια, είναι σε συντομία η ακόλουθη: Η ενάγουσα εμπορεύεται είδη οικοδομής και πρόσμικτα φάρμακα έτοιμου σκυροδέματος, η δε εναγόμενη 1, δημόσια εταιρεία, υπήρξε πελάτιδα της από το έτος 2004 και εξακολουθούσε, μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, να προμηθεύεται προϊόντα από την ενάγουσα. Σε διάφορες ημερομηνίες, κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα, η εναγόμενη 1 προμηθευόταν υλικά από την ενάγουσα και το υπόλοιπο της κατά την 14.1.2014 υπερέβαινε τις €420.000, με βάση την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
  6. Από το έτος 2010, η εναγόμενη 1 ζητούσε διευκολύνσεις και από το τέλος του 2012 εξοφλούσε τα τρέχοντα τιμολόγια, χωρίς να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους που είχε συσσωρευθεί, το οποίο διατηρήθηκε στο ίδιο περίπου ύψος μέχρι σήμερα. (Σχετική είναι η αλληλογραφία Τεκμήρια 2-14). Το Νοέμβριο 2012 ιδρύθηκε η εναγόμενη 2 εταιρεία με αρχικούς μετόχους και διευθυντές τους εναγόμενους 3, 4 και
  7. Οι εναγόμενοι 3 και 4 είναι αδέλφια και ο εναγόμενος 5 επ' αδελφή γαμπρός τους. Τα ίδια άτομα (εναγόμενοι 3, 4 και 5) είναι οι διευθυντές και κύριοι μέτοχοι της εναγόμενης 1 εταιρείας. (βλ. Τεκμήρια 17 και 18). Στις 4.4.2013, οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 μεταβίβασαν όλες τις μετοχές που κατείχαν στην εναγόμενη 2 στην εταιρεία Forenli Assets Ltd, εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (BVI). Την ίδια ημερομηνία έπαυσαν και από διοικητικοί σύμβουλοι της εναγόμενης 2 και στη θέση τους διορίστηκε η ίδια πιο πάνω εταιρεία (Forenli). Τα πιο πάνω γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του τον Δεκέμβριο, όταν αποτάθηκαν στους δικηγόρους τους, επειδή ενημερώθηκαν από κοινό γνωστό (τον κ. Χρ. Μοδίτη) ότι υπήρχε φήμη πως οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 ίδρυσαν νέα εταιρεία στην οποία μεταβίβαζαν τα περιουσιακά στοιχεία και το πελατολόγιο της εναγόμενης 1, ώστε να αποφύγουν να πληρώσουν τα χρέη που όφειλαν σε μη εξασφαλισμένους πιστωτές. Το ίδιο πρόσωπο, του ανέφερε πως σε συνάντηση που είχε με τον εναγόμενο 3, ο τελευταίος αρνήθηκε ότι είχε συσταθεί τέτοια εταιρεία. Διαπίστωσαν, όμως, ότι συστάθηκε η εναγόμενη 2 εταιρεία η οποία μάλιστα λειτουργούσε στον ίδιο χώρο, έχοντας τα ίδια στοιχεία επικοινωνίας με την εναγόμενη 1, όπως φαίνεται από σχετικό έγγραφο που εντόπισε υπάλληλος της ενάγουσας σε κάδο απορριμμάτων της εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 15) και αντίγραφο σχετικής καταχώρισης στο Χρυσό Οδηγό (Τεκμήριο 16) όπου φαίνονται τα στοιχεία της εναγόμενης
  8. Από τις έρευνες του δικηγόρου τους προέκυψε, περαιτέρω, ότι η εναγόμενη 1 μεταβίβασε 17 οχήματα στην εναγόμενη 2 ενώ και μερικά άλλα που είχαν μεταβιβαστεί σε τρίτα άτομα, κατέληξαν στην εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 24). Αποτάθηκαν, επίσης, στο κτηματολόγιο και διαπίστωσαν ότι η εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια 24 ακινήτων, αξίας πολλών εκατομμυρίων, τα οποία όμως βαρύνονται όλα με υποθήκες (Τεκμήριο 30). Η εναγόμενη 2 είναι ιδιοκτήτρια ενός κτήματος που δεν έχει επιβαρύνσεις (Τεκμήριο 31). Οι ανησυχίες τους, αναφέρει, ενισχύθηκαν από σχετική δημοσίευση στην επίσημη εφημερίδα (Τεκμήριο 34) με βάση την οποία κοινοποιήθηκε ο διορισμός του Κρις Ιακωβίδη ως παραλήπτη διαχειριστή της περιουσίας της εναγόμενης
  9. Περί τα μέσα Δεκεμβρίου, καταλήγει, οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 ζήτησαν από την ενάγουσα όπως εκδώσει τιμολόγιο στο όνομα της εναγόμενης 2 για παραγγελίες που έγιναν από την εναγόμενη
  10. (Τεκμήριο 32) και στις 13.1.2014 έγινε σχετική πληρωμή τιμολογίων από την εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 33). Όλα τα ανωτέρω υποδηλώνουν, κατά τον ενόρκως δηλούντα, τον κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1 προκειμένου να αποφύγει να αποπληρώσει τα χρέη της και είναι, ως εκ τούτου, αναγκαίο να χορηγηθούν οι ζητούμενες προσωρινές θεραπείες. Με τις ενστάσεις τους, οι εναγόμενοι 1-5, υποστηρίζουν πως δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα για τους ακόλουθους, κυρίως, λόγους: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  11. (β) Το, κατ' ισχυρισμόν, χρέος της εναγομένης 1 δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και η αγωγή είναι, ως εκ τούτου, πρόωρη. (γ) Ουδεμία συμβατική σχέση συνδέει την ενάγουσα με τους εναγόμενους 2, 3, 4 και
  12. (δ) Υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής και της αίτησης. (ε) Η ενάγουσα απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα. (στ) Τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη παρέμβαση στα καθήκοντα του παραλήπτη και διαχειριστή της εναγόμενης
  13. (ζ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των εναγομένων. Την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης 2, υπογράφει ο εναγόμενος 4 Χαράλαμπος Αντωνίου (στη συνέχεια «ΧΑ» και την κοινή ένσταση των εναγομένων 1, 3, 4 και 5, ο εναγόμενος 3 Ανδρέας Αντωνίου (στη συνέχεια «ΑΑ»). Η εκδοχή τους είναι σε συντομία, η ακόλουθη: Κατ' αρχάς δεν αρνούνται ότι υπήρξε εμπορική συνεργασία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης
  14. Αμφισβητούν, όμως, το ύψος του διεκδικούμενου υπολοίπου. Όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο εναγόμενος 3, περί το τέλος του έτους 2012 συμφωνήθηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 ότι οι όποιες οφειλές της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα στις 31.12.12 θα παγοποιούνταν. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα συνέχιζε να παραχωρεί υλικά στην εναγόμενη 1 και η εναγόμενη 1 θα ξοφλούσε πλέον μόνο τα τρέχοντα τιμολόγια. Όπως εξηγεί, ο λόγος που έγινε αυτή η συμφωνία/διευθέτηση ήταν επειδή και οι δύο πλευρές αναγνώριζαν την πραγματική κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στην οικοδομική βιομηχανία. Η μεγάλη ελάττωση του κύκλου εργασιών της εναγόμενης 1, αναφέρει, δεν επέτρεπε την πληρωμή καθυστερημένων τιμολογίων και ταυτόχρονα την αγορά νέων υλικών. Έτσι τα δύο μέρη (ενάγουσα και εναγόμενη 1) για να συνεχίσουν να εργάζονται και να συνεργάζονται κατέληξαν στην πιο πάνω συμφωνία. Η ενάγουσα, καταλήγει, ποτέ δεν ανακάλεσε αυτή την συμφωνία και οι οικονομικές συνθήκες δεν έχουν αλλάξει προς το καλύτερο ούτως ώστε να επιτρεπόταν η αναθεώρηση της. Κατά συνέπεια η έγερση της αγωγής είναι πρόωρη και ως συνέπεια τούτου η ενάγουσα δεν έχει ούτε καλή αιτία αγωγής ούτε προοπτική επιτυχίας. Ο εναγόμενος 3 δέχεται ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος 5 υπήρξαν μέτοχοι της εναγόμενης 2 αλλά, αναφέρει, έπαυσαν να συμμετέχουν στην εταιρεία από τον Απρίλιο του έτους 2013 και έκτοτε, δεν έχουν οποιαδήποτε εμπλοκή ή συμφέρον στην εναγόμενη
  15. Ουδεμία αποξένωση περιουσίας της εναγόμενης 1 έλαβε χώρα, αναφέρουν, ως ισχυρίζεται η ενάγουσα. Η εναγόμενη 1, εξηγούν, θεώρησε ότι έπρεπε να ελαττώσει τον στόλο των οχημάτων της, λόγω της μείωσης του κύκλου των εργασιών τους. Για τον ίδιο λόγο έκρινε ότι κάποια εργοτάξια δεν ήταν αναγκαία και τα ενοικίασε στην εναγόμενη
  16. Όλες οι μεταβιβάσεις οχημάτων από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 2, καθώς και οι ενοικιάσεις εργοταξίων, είχαν καλό και νόμιμο αντάλλαγμα και ουδεμία χαριστική μεταβίβαση έγινε, όπως παραπλανητικά, κατά τους ενόρκως δηλούντες, υποστήριξε ο Άγγελος Τσιρίδης, στην ένορκη δήλωση του. Επισυνάπτοντας δέσμες τιμολογίων και αποδείξεων για τις πωλήσεις των οχημάτων (Τεκμήριο ΑΑ1 και ΧΑ(Α)) καθώς και των συμβολαίων ενοικίασης των εργοταξίων (Τεκμήρια ΧΑ(Β)), υποστήριξαν πως οι τιμές που πωλήθηκαν τα οχήματα και ενοικιάστηκαν τα εργοτάξια, ήταν οι τρέχουσες τιμές αγοράς. Δεν υπάρχει, κατά τους εναγόμενους 3 και 4, οτιδήποτε το επιλήψιμο στις πιο πάνω συναλλαγές και ουδεμία συνωμοσία ή δόλια ενέργεια έλαβε χώρα, πέρα από το γεγονός πως δύο ανεξάρτητες νομικές οντότητες, έτυχε να δραστηριοποιηθούν στον ίδιο επαγγελματικό χώρο. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία. Η συνήγορος της ενάγουσας, εισηγήθηκε πως από τη μαρτυρία που περιέχεται στην ένορκη δήλωση του Άγγελου Τσιρίδη καταδεικνύεται συζητήσιμη υπόθεση εναντίον όλων των εναγομένων για όλες τις αδικοπραξίες που αποδίδονται στους εναγόμενους. Επισημαίνοντας την εμπλοκή των εναγομένων 3, 4 και 5 στη σύσταση της εναγόμενης 2, το γεγονός ότι υπήρξαν οι αρχικοί διευθυντές και μέτοχοι της εταιρείας αυτής, η οποία δραστηριοποιήθηκε στον ίδιο χώρο με την εναγόμενη 1, στην οποία μεταβίβασε περιουσιακά της στοιχεία, υποστήριξε πως ο σκοπός της δημιουργίας της εναγόμενης 2, δεν μπορεί να είναι άλλος παρά η αποφυγή αποπληρωμής των χρεών της εναγόμενης 1, μεταφέροντας τα περιουσιακά της στοιχεία στην εναγόμενη
  17. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο, επεσήμανε, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 μεταβίβασαν τις μετοχές τους στην εταιρεία Forenli των BVI, την περίοδο που άρχισαν να μεταβιβάζουν τα οχήματα της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη
  18. Είναι, κατά την εισήγηση της, φανερό πως οι πραγματικοί μέτοχοι της εταιρείας Forenli είναι οι εναγόμενοι 3, 4 και
  19. Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, συνέχισε, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι εναγόμενοι 3, 4 και 5, με τη συμπεριφορά που επέδειξαν, είναι ικανοί να αποξενώσουν τα περιουσιακά στοιχεία, μεταβιβάζοντας τα από μια εταιρεία σε άλλη. Όσον αφορά το διάταγμα αποκάλυψης, εισηγήθηκε πως οι περιστάσεις της υπόθεσης και η όλη στάση των εναγομένων δικαιολογεί την έκδοση του ώστε να είναι σε θέση το Δικαστήριο να επιβλέψει τη συμμόρφωση των εναγομένων με το διάταγμα παγοποίησης της περιουσίας τους. Τέλος, εισηγήθηκε πως υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης και των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 2 και είναι δίκαιο, υπό τις περιστάσεις, όπως διοριστεί τρίτο πρόσωπο ως διαχειριστής ή παραλήπτης προκειμένου να προστατευθεί η περιουσία και να διασφαλιστεί ότι δεν θα αποξενωθεί για να εξαπατηθεί η ενάγουσα. Οι συνήγοροι των εναγομένων, υποστήριξαν με τη σειρά τους, πως δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ουδεμία από τις τρεις προϋποθέσεις ικανοποιήθηκε, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι. Ειδικότερα: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υπόδειξαν πως η ενάγουσα απέτυχε να στοιχειοθετήσει συζητήσιμη υπόθεση, αφενός γιατί δεν υπάρχει συμβατική σχέση της ενάγουσας με τους εναγόμενους 2-5 ενώ, αφ' ετέρου, δεν υπάρχει ληξιπρόθεσμο και απαιτητό χρέος της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα. Εισηγήθηκαν περαιτέρω, πως οι ισχυρισμοί των εναγομένων παρέμειναν αναντίκρουστοι αφού δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των ΑΑ και ΧΑ, οι οποίοι με την ένορκη δήλωση τους, αρνήθηκαν όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Η αποδιδόμενη δόλια πρόθεση στους εναγόμενους, αναφέρουν, στηρίζεται σε εικασίες και δεν μπορούν να θεμελιώσουν τα σοβαρά αστικά αδικήματα τα οποία της καταλογίζονται. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι, που να θεμελιώνει τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί μεταβίβασης του πελατολογίου της εναγόμενης 1 στην εναγόμενη
  20. Οι μεταβιβάσεις των οχημάτων, επεσημαίνουν, έγιναν με βάση την αγοραία αξία τους, όπως τεκμηριωμένα αναφέρεται στις ένορκες δηλώσεις των ΧΑ και ΑΑ. Υποδεικνύοντας, περαιτέρω, πως η ενάγουσα συνεργάστηκε με την εναγόμενη 2, υποστήριξαν πως αυτό υποδηλώνει πως την θεωρούν αφερέγγυα και δεν υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η όποια απόφαση εκδοθεί εναντίον της. Υπόδειξαν, επίσης, πως με το ζητούμενο διάταγμα παγοποίησης, ζητείται δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων ύψους μέχρι €500.000 για κάθε ένα από τους εναγόμενους, ενώ η απαίτηση της ενάγουσας δεν έχει αποκρυσταλλωθεί και σε κάθε περίπτωση δεν ξεπερνά το ποσό των €420.000, με βάση την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε με την ένορκη δήλωση του ο Άγγελος Τσιρίδης. Παραπέμποντας σε νομολογία, υποστήριξαν πως κανένα από τα ζητούμενα διατάγματα δικαιολογείται. Καθόσον αφορά το διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων δεν δικαιολογείται, εφόσον με βάση τη νομολογία, η ενάγουσα όφειλε να είχε μεριμνήσει η ίδια για την εξασφάλιση της και όχι να αναμένει από το Δικαστήριο να την εξασφαλίσει. Σε κάθε περίπτωση, επεσήμαναν, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των εναγομένων 1 και 2, οι οποίες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εάν εκδοθούν τα διατάγματα, αφού δεν θα είναι σε θέση να λειτουργήσουν, σε αντίθεση με την ενάγουσα που δεν διατρέχει τέτοιο κίνδυνο. Όσον αφορά τα παρακλητικά 2 και 3, υποστήριξαν πως δεν δικαιολογούνται τόσο λόγω της δραστικότητας τους όσο και γιατί δεν είναι αναγκαία κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
  21. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
  22. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
  23. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει την αίτηση, σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στα πλαίσια της αίτησης και των ενστάσεων, αντίστοιχα. Συνεκτιμώντας, περαιτέρω, όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν εισηγηθεί, κατέληξα ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Για τους λόγους που ακολουθούν κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος παγοποίησης εναντίον όλων των εναγομένων ως το παρακλητικό 1 ενώ τα παρακλητικά 2 και 3, λόγω και της δραστικότητας τους, δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαία. Ειδικότερα, με βάση τη μαρτυρία η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί κατ' ουσίαν, η εναγόμενη 1 φέρεται να οφείλει στην ενάγουσα ένα σημαντικό ποσό. Παρότι αμφισβητήθηκε το τελικό υπόλοιπο, είναι αποδεκτό ότι υπάρχει ένα μεγάλο υπόλοιπο που χρονολογείται από το έτος
  2. Προβάλλεται, βέβαια, ισχυρισμός πως υπήρξε συμφωνία/διευθέτηση για την παγοποίηση του ποσού και την αποπληρωμή μόνο των νέων παραγγελιών και τιμολογίων που θα εκδίδοντο από την ενάγουσα. Από την αλληλογραφία, όμως, που κατατέθηκε δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα εγκατέλειψε τις προσπάθειες της για ανάκτηση του παλαιού υπολοίπου. Όσον αφορά τα αποδιδόμενα αστικά αδικήματα της συνωμοσίας προς καταδολίευση και εξαπάτηση της ενάγουσας από όλους τους εναγόμενους, εκτιμώ ότι η μαρτυρία που κατατέθηκε, εκ πρώτης όψεως κρινόμενη, καταδεικνύει συζητήσιμη υπόθεση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, εφόσον:
  3. Κατά το χρόνο της σύστασης της εναγόμενης 2 (Νοέμβριο του έτους 2012) από τους εναγόμενους 3, 4 και 5, η εναγόμενη 1, της οποίας μέτοχοι και διευθυντές ήταν τα ίδια πιο πάνω πρόσωπα, όφειλε στην ενάγουσα ένα σημαντικό ποσό που υπερέβαινε τις €400.000, με βάση το Τεκμήριο
  4. Είχε επίσης και πολλά ενυπόθηκα χρέη, όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμήριο 30).
  5. Οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 μεταβίβασαν τις μετοχές που κατείχαν στην εναγόμενη 2 στην εταιρεία Forenli που είναι εγγεγραμμένη στις BVI τον Απρίλιο του έτους 2013 και την ίδια ημερομηνία έπαυσαν από διευθυντές και στη θέση τους διορίστηκε η πιο πάνω εταιρεία ως ο μόνος διευθυντής και γραμματέας της. Παρόλο που οι εναγόμενοι 3 και 5, με βάση την ένορκη δήλωση του ΑΑ, ισχυρίζονται ότι δεν έχουν έκτοτε εμπλοκή ή συμφέρον στην εναγόμενη 2, η θέση της ενάγουσας ότι όλοι οι εναγόμενοι, λόγω και της στενής συγγενικής τους σχέσης, εξακολουθούν να έχουν τον έλεγχο της εναγόμενης 2, μέσω της εταιρείας Forenli, παρουσιάζεται, τουλάχιστον, συζητήσιμη. Να σημειωθεί ότι η εμπλοκή του ΧΑ, αδελφού του εναγόμενου 3 (ΑΑ) τεκμαίρεται εμμέσως πλην σαφώς μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των δύο.
  6. Κατά το χρόνο μεταβίβασης των μετοχών, ως ανωτέρω, άρχισαν να μεταβιβάζονται οχήματα από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 2 ενώ, παράλληλα, η εναγόμενη 1 ενοικίασε στην εναγόμενη 2 τα εργοτάξια της, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο ΧΑ (Τεκμήριο ΧΑ(Β)).
  7. Από τα Τεκμήρια 15 και 16, προκύπτει ότι η εναγόμενη 2 δραστηριοποιείται στα ίδια υποστατικά με την εναγόμενη 1, διατηρώντας τα ίδια στοιχεία επικοινωνίας. Φέρεται δε να προβαίνει σε παραγγελίες προς την ενάγουσα, μέσω της εναγόμενης 1, η οποία ελέγχεται από τους εναγόμενους 3, 4 και
  8. Όλα τα ανωτέρω, σφαιρικά κρινόμενα, δικαιολογούν τους φόβους και τις ανησυχίες της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 2 συστάθηκε από τους εναγόμενους 3, 4 και 5 με προοπτική την απόκτηση του πελατολογίου και των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1 για να μην αποπληρώσει τα χρέη προς τους μη εξασφαλισμένους πιστωτές της, όπως είναι και η ενάγουσα. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις θέσεις των εναγομένων και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις των ΑΑ και ΧΑ, αντίστοιχα, με βάση τους οποίους οι μεταβιβάσεις και ενοικιάσεις έγιναν με καλό αντάλλαγμα. Οι αναφερθείσες θέσεις καθώς και όλες οι άλλες υπερασπίσεις των εναγομένων που εγείρονται με τις ενστάσεις τους, δεν αναιρούν τη δυναμική των ισχυρισμών της ενάγουσας στα πλαίσια των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
  9. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, δεν απαιτείται, στο στάδιο αυτό, η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του (βλ. ΤΑ Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802). Όπως εξάλλου αναφέρθηκε πιο πάνω, το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του νομικού και πραγματικού υποβάθρου της υπόθεσης. Όσον αφορά την 3η προϋπόθεση, οι εναγόμενοι εισηγήθηκαν πως δεν έχει καταδειχθεί κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, κάτι που μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις θα μπορούσε να δικαιολογηθεί. (βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1759 και Spitertrade Com Fin. Ltd v. Χ"Γαβριήλ
(2003)1 Α.Α.Δ. 121). Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, ενόψει της συμπεριφοράς των εναγομένων και των ενεργειών τους, όπως έχουν καταγραφεί πιο πάνω, το Δικαστήριο εκτιμά ότι ο κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων είναι υπαρκτός. Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω πως και το ισοζύγιο της ευχέρειας δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων ως το Παρακλητικό 1. Οι συνήγοροι των εναγομένων εισηγήθηκαν πως η αίτηση πρέπει να αποτύχει γιατί υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την ενάγουσα. Ως τέτοια εισηγήθηκαν την μη αποκάλυψη των ισχυρισμών τους σε σχέση με το αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των οχημάτων, πληροφορίες, υποστήριξαν, που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν με εύλογη επιμέλεια. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την εισήγηση των εναγομένων ότι υπήρξε προσπάθεια απόκρυψης ή παραποίησης των γεγονότων από την πλευρά της ενάγουσας. Το ζήτημα όμως αυτό δεν χρειάζεται να απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο αφού η αίτηση δεν εξετάστηκε μονομερώς αλλά πήρε τη μορφή δια κλήσεως, μετά από σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου για επίδοση της αίτησης στους εναγομένους. Εισηγήθηκαν, επίσης, πως υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Ούτε αυτή η εισήγηση κρίνεται βάσιμη. Όπως υποδείχθηκε πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Νόρας Σιακατίδου, Πολ. Έφεση Αρ. 52/2010, ημερομηνίας 19.3.2014, με αναφορά καις την υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, το κρίσιμο στοιχείο για την καταχώριση της αίτησης δεν είναι ο χρόνος της αιτίας αγωγής ή της καταχώρισης της, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο περιήλθαν σε γνώση της ενάγουσας τα γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την υποβολή της αίτησης για παροχή προσωρινής θεραπείας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση η ενάγουσα έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το πώς και πότε περιήλθαν σε γνώση τους οι ενέργειες των εναγομένων. Αποτάθηκε δε στο Δικαστήριο αμέσως μετά που εξασφάλισε όλες τις πληροφορίες από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών σε σχέση με τη μεταβίβαση των οχημάτων καθώς και για την ακίνητη περιουσία των εναγομένων 1 και 2, από το Κτηματολόγιο. Καταλήγω πως ουδείς από τους λόγους ένστασης ευσταθεί. Ενόψει της αποδοχής της αίτησης και της προσωρινής θεραπείας ως το παρακλητικό 1, η οποία κρίνεται ικανή να προστατεύσει τα δικαιώματα της ενάγουσας σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, κρίνω πως δεν δικαιολογείται η ικανοποίηση των παρακλητικών 2 και 3 της αίτησης, λόγω και της δραστικότητας τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εκδίδεται παρεμπίπτον διάταγμα, με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής, ως το Παρακλητικό 1 της αίτησης, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1-5, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. Τα Παρακλητικά 2 και 3 απορρίπτονται. (Υπ.) ........... Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Παρεμπίπτοντα διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.