Αναφορικά με την Ερμούλα Στυλιανίδου, Ειδ. Πτωχ: 150/13, 7/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A104 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Ειδ. Πτωχ: 150/13 Αναφορικά με την Ερμούλα Στυλιανίδου, από τη Λεμεσό Αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ημερ. 12/9/2013 Ημερομηνία: 7/3/2014 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/χρεώστρια׃ κ. Σ. Φασουλιώτης (για την απαγγελία της απόφασης κα Ε. Ιωάννου) Για καθ΄ ων η Αίτηση/πιστωτές: κ. Σ. Νεοκλέους (για την απαγγελία της απόφασης κα Σαββίδου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση, επιδιώκεται διάταγμα παραμερισμού και/ή ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Η αξίωση πληρωμής επί της οποίας οι αιτητές εδράζουν την ειδοποίηση πτώχευσης εδράζεται σε δύο αποφάσεις του Ε. Δ. Λεμεσού που εκδόθηκαν στα πλαίσια δύο διαφορετικών αγωγών. Της υπ' αριθμό 244/06 και της 106/09. Στην αγωγή 244/06 εκδόθηκε στις 10/6/2011απόφαση για το ποσό των €36.649.50= πλέον τόκους και έξοδα. Ενάγοντες σε αυτήν υπέρ των οποίων εκδόθηκε η απόφαση ήταν η Φιλίππα Βασιλάκη Δημητρίου, ο Βασίλης Δημητρίου και η Ελεονώρα Δημητρίου και εναγόμενοι εναντίον των οποίων εκδόθηκε η απόφαση τρία πρόσωπα μεταξύ των οποίων και η χρεώστρια. Στην αγωγή 106/09 ενάγοντες ήταν η Εταιρεία Μωσαϊκών ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ Λτδ και μοναδική εναγόμενη η χρεώστρια. Η απόφαση στην αγωγή αυτή εκδόθηκε στις 18/5/2010 και ήταν για το ποσό των €378.49= πλέον τόκους και έξοδα. Στα πλαίσια της διαδικασίας και πριν την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων, αυτοί δήλωσαν στο Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα. Ότι «μέσα στα πλαίσια της αγωγής 106/09 του Ε.Δ. Λεμεσού η εταιρεία Μωσαϊκών ΜΑΜΙΠΑ Λτδ εξασφάλισε εναντίον της αιτήτριας στις 2/11/2010 διάταγμα αποπληρωμής του εξ' αποφάσεως χρεόυς και των εξόδων με μηνιαίες δόσεις ύψους €50= από 1/12/2010 μέχρι εξόφλησης και ότι λόγω καθυστέρησης αποπληρωμής των πιο πάνω δόσεων η καθ' ης η αίτηση 4 προχώρησε στην καταχώρηση των ποινικών υποθέσεων 3513/11 και 12449/11 του Ε. Δ. Λεμεσού εναντίον της αιτήτριας για καταδολίευση της εξασφαλίζοντας και σχετικά εντάλματα και/ή διατάγματα αποπληρωμής των εν λόγω καθυστερημένων δόσεων». Στο άρθρο 3
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, καταγράφονται οι περιπτώσεις στις οποίες κάποιος χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης. Μία από τις περιπτώσεις αυτές και η οποία ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου, το οποίο και προβλέπει τα ακόλουθα: «Αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά μέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα». Το βάρος απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών, βαραίνει τους ώμους του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 (βλ. επίσης Re Nτίνος Ασπρής
(1988)JSC 93). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό του Νόμου, απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδοθεί ειδοποίηση πτώχευσης είναι όπως ο πιστωτής έχει εξασφαλίσει τελεσίδικη απόφαση εναντίον του χρεώστη, η εκτέλεση της οποίας δεν έχει ανασταλεί (βλ. Τάκη Οικονομίδη v. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1255). Στην υπόθεση Νίκανδρος Νικολαίδης κ.α. v. Aνδρέα Φεττά κ.α., διασαφηνίζεται ότι μια απόφαση είναι τελεσίδικη έστω και αν τελεί υπό αναστολή. Πρόσωπο δε που σε οποιοδήποτε χρόνο δικαιούται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή διάταγμα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε μια τέτοια απόφαση ή ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. άρθρο 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε). Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εκτός των πλαισίων που καθορίζει ο Καν. 40
(2)των Περί Πτωχεύσεων Κανονισμών και τα οποία σύμφωνα και με τη νομολογία που σχετίζεται με το θέμα, είναι αυστηρά περιορισμένα αφού ένας χρεώστης δεν μπορεί με ένορκο δήλωση, να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που εκτίθενται στον Κανονισμό, δηλαδή να έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισούται ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίσθηκε η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση (βλ. Λάρκος v. Ε. Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694, Λαική Τράπεζα Λτδ v. Δημήτρη Δημητρίου,
(2008)1 Α ΑΑΔ 425). Είναι επίσης νομολογημένο ότι οι περιοριστικοί λόγοι που θεσπίζει ο πιο πάνω κανονισμός, δεν εμποδίζουν κάποιο χρεώστη να επιδιώξει ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης και για άλλους λόγους, εκτός αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό αυτό. Στην περίπτωση όμως αυτή, η πρέπουσα διαδικασία, είναι η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της με την ένορκο δήλωση που προβλέπει ο Kαν. 40
(2)(βλ. Λαική Τράπεζα Λτδ v. Δημήτρης Δημητρίου, πιο πάνω, Re Costas Louka
(1986)2 JSC 365, και William and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση,σελ. 38, In Re a Debtor (No.30 of 1956, ex parte The Debtor v. Harman
(1957)2 ALL E.R. 216), Για τους πιο πάνω λόγους τα όσα προβάλλουν οι πιστωτές ότι η χρέωστρια ακολούθησε αντίθετη διαδικασία από αυτήν που προβλέπεται από τους Κανονισμούς καθώς δεν «καταχώρησε ένορκη δήλωση που να υπέχει θέση ένστασης της ειδοποίησης πτώχευσης, ούτε ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό/ακύρωση για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται από τον Καν. 40
(2)των Περί Πτωχευτικών Κανονισμών αλλά καταχώρησε στα πλαίσια της Ειδοποίησης Πτώχευσης που έχουν καταχωρήσει η οι Καθ' ων η Αίτηση/Πιστωτές», δεν μπορεί να ευσταθήσει. Και αυτό γιατί τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αίτηση, βρίσκονται εκτός αυτών που καθορίζονται στον Καν. 40
(2)και συνεπώς η μόνη οδός που παρέχεται για την ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης είναι αυτή που ακολουθήθηκε. Όπως προκύπτει από την ειδοποίηση πτώχευσης οι αιτητές εδράζουν την αξίωση τους για πληρωμή σε δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν εναντίον της χρεώστριας από το Ε. Δ. Λεμεσού στις αγωγές με αριθμούς 244/06 και 106/09. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν αυτό είναι επιτρεπτό, εάν δηλαδή μια ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να εδράζεται σε περισσότερες από μία δικαστική απόφαση. Στο σύγγραμμα William' s and Muir Hunter on Bankruptcy στην 19η έκδοση στη σελίδα 36 και κάτω από τον τίτλο Amending Notice: several plaintiffs or defendants αναφέρονται τα ακόλουθα: «Two judgments cannot be included in one notice, and leave to amend will normally be refused. When two plaintiffs brought an action to recover a debt, and the defendant put in a defence and counterclaimed damages against the plaintiffs and two other persons, and the action was settled by the defendant consenting to judgment on the claim for the amount claimed and costs, and for the plaintiffs and the other two defendants on the counterclaim and for the costs of the counterclaim, it was held that the judgments on the claim and for the costs on the counterclaim ought to be treated as separate judgments, and should not be comprised in one bankruptcy notice. But where an action was brought against the debtor and five others, and judgment was recovered against him and three co-defendants, and the notice stated that the judgment had been recovered against all the defendants, but was otherwise correct, an amendment was allowed. Where a judgment is against several persons jointly, a notice may issue against one without including the others» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι μία ειδοποίηση πτώχευσης δεν μπορεί να εδράζεται σε δύο αποφάσεις και τυχόν αίτηση τροποποίησης που υποβάλλεται θα πρέπει να απορριφθεί, αίτηση που εν πάση περιπτώσει δεν έχει υποβληθεί στην εξεταζόμενη περίπτωση και συνεπώς τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται προς εξέταση. Οι πρόνοιες δε του άρθρου 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 τις οποίες επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών δεν έχουν εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση αφού αυτές διέπουν το ζήτημα που αφορά την υποβολή αίτησης και όχι ειδοποίησης πτώχευσης. Από τη στιγμή λοιπόν που οι αιτητές επέλεξαν και βάσισαν την ειδοποίηση τους σε δύο αποφάσεις, πράγμα που δεν είναι επιτρεπτό, αυτή θα πρέπει να παραμεριστεί. Πέραν όμως αυτού ένα άλλο πολύ σοβαρό ζήτημα εγείρεται προς εξέταση αφού όπως η χρεώστρια επικαλείται δύο από τους αιτητές έχουν αποβιώσει εδώ και πολλά χρόνια και συνεπώς αυτοί είναι ανύπαρκτοι διάδικοι. Όπως η χρεώστρια αναφέρει στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση παραμερισμού και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 «......... οι εκ των αιτητών Βασίλης Δημητρίου και Ελεονώρα Δημητρίου έχουν αποβιώσει πολύ πριν από την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον μου. Ως εκ τούτου πρόκειται για ανύπαρκτους διαδίκους στην παρούσα διαδικασία». Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης γίνεται άρνηση διαφόρων ισχυρισμών της χρεώστριας και μεταξύ αυτών και των πιο πάνω, χωρίς όμως να διαψεύδεται ρητά ο ισχυρισμός της για το θάνατο των δύο αυτών προσώπων και χωρίς προπάντων να αναφέρεται θετικά ότι αυτοί βρίσκονται στη ζωή. Πρόσθετα με τα πιο πάνω, ο ισχυρισμός αυτός της χρεώστριας, γίνεται δεκτός στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών όπου και υποστηρίζεται ότι λόγω θανάτου οποιουδήποτε των αιτητών στην ειδοποίηση πτώχευσης δεν δημιουργείται οποιοδήποτε κώλυμα και ότι η ειδοποίηση πτώχευσης δεν θα πρέπει να παραμεριστεί και/ή ακυρωθεί επειδή δύο από τους αιτητές έχουν αποβιώσει. Όπως δηλαδή προκύπτει από τα πιο πάνω, γίνεται τελικά παραδεκτό ότι αυτά τα πρόσωπα έχουν αποβιώσει. Εγείρεται λοιπόν ως ζήτημα προς εξέταση κατά πόσον η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να συνεχισθεί εφόσον δύο από τα τέσσερα πρόσωπα τα οποία έχουν ζητήσει την έκδοση της έχουν αποβιώσει. Στην Lioufis and Co. Λτδ v. Ανδρονίκου κ.α.,
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 773 λέχθηκαν τα ακόλουθα καθοδηγητικά. « .......... η ύπαρξη των εναγόντων δε θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank ν. Comptoir D'Escompte de Mulhouse[1925] A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Τα στοιχεία, τα οποία ο ενάγων υποχρεούται να παραθέσει για την ταυτότητα του στον τίτλο της αγωγής, προβλεπόμενα από τη Δ.2, θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σκοπούν στον προσδιορισμό τόσο της οντότητας όσο και της ταυτότητας του ενάγοντα. Η κίνηση του μηχανισμού για την έγερση της αγωγής προϋποθέτει την ύπαρξή του. Με τα στοιχεία τα οποία παρέχονται, δίνεται η ευκαιρία στον εναγόμενο να ελέγξει και, εν ανάγκη, να αμφισβητήσει την οντότητα του ενάγοντα. Όπου η ταυτότητα των διαδίκων δε διευκρινίζεται στον τίτλο της αγωγής, όπως στην περίπτωση συνεταίρων που ενάγουν με την εμπορική επωνυμία του συνεταιρισμού, οι θεσμοί προβλέπουν μηχανισμό για τη διασαφήνιση της ταυτότητας τους - (βλ. Δ.7)». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Lioufis πιο πάνω «Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής». Στη συγκεκριμένη περίπτωση που δεν πρόκειται για αγωγή κρίνεται ότι ορθά καταχωρήθηκε αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης αφού και όπως και πιο πάνω αναφέρεται, αυτή είναι η ορθή διαδικασία για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης για λόγους άλλους από εκείνους που εκτίθενται στον Καν. 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Η καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης εκ μέρους δύο αποβιωσάντων, δημιουργεί το ερώτημα ποιος εκ μέρους των αποβιωσάντων αυτών προσώπων εξουσιοδότησε τους δικηγόρους να προχωρήσουν και να ζητήσουν την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης; Και σε ποιον τελικά θα κατέληγαν τα χρήματα στην περίπτωση στην οποία τα κατέβαλλε η χρεώστρια; Όπως αποφασίσθηκε και στην Lioufis πιο πάνω, «Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας». Η κατάχρηση όπως είναι γνωστό, μπορεί να λάβει διάφορες όψεις και μορφές και το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να την καταστείλει. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση των διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση. Η δικαιοδοσία αυτή είναι σύμφυτη και αποβλέπει όπως εξηγείται, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν το δικαίωμα του οποίου γίνεται η προσεπίκληση μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Γίνεται δε αναφορά στην υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All E.R. 566 (CA), όπου λέχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην απόκτηση παρεμφερούς πλεονεκτήματος (collateral advantage) (βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS (1979 All E.R. 97 (CA)). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, στη σελ. 222, είναι διαφωτιστικό για το υπό εξέταση ζήτημα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως κύριο λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που υπάρχουν για τη κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για τη παρεμπόδιση κατάχρησης των διαδικασιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για το οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Re a Debtor
(1955)2 All E.R. 65 ( C.A.) στη σελ. 78 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The so- called 'rule' in bankruptcy is, in truth, no more than an application of a more general rule that court proceedings may not be used or threatened for the purpose of obtaining for the person so using or threatening them some collateral advantage to himself, and not for the purpose for which such proceedings are properly designed and exist; And a party so using or threatening proceedings will be liable to be held guilty of abusing the process of the court, and, therefore, disqualified from invoking the powers of the court, and therefore, disqualified from invoking the powers of the court by proceedings which he has abused». Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην Re a Judgment Summons
(1953)1 All E.R. 424, όπου αναφέρεται ότι δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης, όταν θα αποτελούσε καταπιεστικό μέσο για τα δικαιώματα του χρεώστη. Εφόσον στοιχειοθετείται καταπίεση, η διαδικασία αναστέλλεται προς διαφύλαξη του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το δικονομικό μέτρο. Πότε προκύπτει κατάχρηση, εξηγείται στην υπόθεση Re Shaw
(1928)Ch. 206, σελ. 211, στην οποία γίνεται και αναφορά σε προηγούμενη επί του θέματος νομολογία: «It cannot, in my opinion, be too clearly understood that bankruptcy proceedings, which are in their nature quasi criminal, must not be used for the purpose of obtaining a collateral advantage. An attempt to do so, even though unsuccessful, will be sufficient to disentitle a present case the debtor refused to pay the costs to the Sherbourne Trust Ltd, and that demand was not insisted upon, does not absolve the petitioning creditors from the consequences of having made that demand. The principle upon which the court acts in these cases is that it treats a demand of this nature as evidence that bankruptcy proceedings were taken not with the bona fide intention of obtaining adjudication but for some collateral purpose». Στην υπόθεση London Clubs, πιο πάνω, ακυρώθηκαν δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης, καθότι κρίθηκε ότι υπό τα δεδομένα της υπόθεσης εκείνης, η πτωχευτική διαδικασία που είχε ξεκινήσει, συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας, αφού χρησιμοποιόταν για άλλους σκοπούς αντίθετους με αυτούς στους οποίους αποσκοπεί η πτωχευτική διαδικασία. Στη συγκεκριμένη υπόθεση και με βάση του ότι τα δύο από τα τέσσερα πρόσωπα τα οποία έχουν ζητήσει την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή αλλά παρόλα αυτά η ειδοποίηση πτώχευσης τους φέρει ως αιτητές και με βάση επίσης τα όσα αποφασίσθηκαν στην Lioufis πιο πάνω ότι δηλαδή «Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας», κρίνεται ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση η καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης συνιστά κατάχρηση και ως τέτοια θα πρέπει να κατασταλεί και έτσι και γι' αυτό το λόγο η αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης θα πρέπει να πετύχει. Η καταχώρηση της συγκεκριμένης ειδοποίησης πτώχευσης αποτελεί κατάχρηση και για ακόμα ένα πρόσθετο λόγο. Δεν είναι δυνατό και επιτρεπτό ένας οποιοσδήποτε πιστωτής να χρησιμοποιεί από τη μια την πτωχευτική διαδικασία και από την άλλη όχι μόνο να εξασφαλίζει διάταγμα μηνιαίων πληρωμών εναντίον κάποιου χρέωστη, όπως έγινε στην αγωγή 106/09, στην οποία η εταιρεία Μωσαϊκών ΜΑΜΙΠΑ Λτδ εξασφάλισε εναντίον της χρεώστριας ένα τέτοιο διάταγμα αλλά και να προχωρεί στην καταχώρηση εναντίον της ποινικών υποθέσεων για καταδολίευση και να εξασφαλίζει και σχετικά διατάγματα αποπληρωμής των καθυστερημένων δόσεων. Ενόψει της κατάληξης μου θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω άλλο περαιτέρω ζήτημα. Συνακόλουθα η ειδοποίηση πτώχευσης ημερ. 6/8/2013 παραμερίζεται. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της χρεώστριας/αιτήτριας στην αίτηση παραμερισμού και εναντίον των καθ' ων η αίτηση/καταχωρούντων την ειδοποίηση πτώχευσης. Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο διαφανεί ότι η πράξη πτώχευσης έχει διαπραχθεί, δηλώνεται ότι τέτοια πράξη δεν έχει διαπραχθεί ( βλ. William's on Bankruptcy, 18η έκδοση, σελ. 43). (Υπ.) ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής bankruptsy/interim subject/etisi paramerismou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο