← Κύπρος

Χριστάκη Μιχαήλ ν. Olympic Insurance Company Ltd, Αριθμός αγωγής: 1484/2012, 18/3/2014

Χριστάκη Μιχαήλ ν. Olympic Insurance Company Ltd, Αριθμός αγωγής: 1484/2012, 18/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 1484/2012 Μεταξύ: Χριστάκη Μιχαήλ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και Olympic Insurance Company Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγόμενων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 7.11.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18.3.2014 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα-αιτητή: κ. Αλ. Σαουρής Για εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κ. Νικολάου (κα Μαυρή για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων που είναι ασφαλιστές, σύμφωνα με την αγωγή του πρώτου είναι για το ποσό των €7.261,

  1. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει τις ζημιές και τα έξοδα που υπέστη ο ενάγοντας για σκοπούς επιδιόρθωσης του οχήματός του, το οποίο, στον ουσιώδη χρόνο ενεπλάκη σε δυστύχημα και ενώ ήταν ασφαλισμένο από τους εναγόμενους, αυτοί, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων αρνούνται και/ή αμελούν να τον αποζημιώσουν για τη σχετική ζημιά που υπέστη, η οποία ανέρχεται στο παραπάνω ποσό. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 16.4.2013 και μετά από αίτηση ορισμού του ενάγοντα, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 21.6.2013, ημερομηνία κατά την οποία επαναορίστηκε για οδηγίες στις 11.10.2013 και ώρα 8:30, με οδηγίες για εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων μέχρι τότε. Στις 11.10.2013 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για τους εναγόμενους η δικηγόρος κα Ζένιου, ενώ για τον ενάγοντα δεν υπήρξε καμιά εμφάνιση. Μολονότι, τόσο αυτός όσο και ο δικηγόρος του κλήθηκαν επανειλημμένα, εντούτοις ουδέποτε παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο. Συνεπεία αυτού, μετά από σχετικό αίτημα της κυρίας Ζένιου, στις 10:35 απέρριψα την αγωγή χωρίς έξοδα (δε ζητήθηκαν), λόγω παράλειψης προώθησής της από τον ενάγοντα. Ο τελευταίος, στις 7.11.2013 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά επαναφορά (Reinstatement) της αγωγής. . Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.33 Θ.1, Δ.48 Θ. 9 και Δ.
  2. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του δικηγόρου του ενάγοντα, Νικόλαου Χρ. Νικολαϊδη: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Νικόλαος Χρ. Νικολαϊδης εκ Λεμεσού ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  3. Είμαι ο δικηγόρος του Ενάγοντα γνωρίζω καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είμαι εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκο δήλωση.
  4. Την 11/10/13, η παρούσα αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες για να γίνει αποκάλυψη εγγράφων μέχρι τότε.
  5. Ο Ενάγοντας προχώρησε, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου, με αποκάλυψη εγγράφων στις 11/9/2013 ενώ οι Εναγόμενοι δεν το έπραξαν παρακούοντας τις οδηγίες του Δικαστηρίου.
  6. Στις 11/10/13 όμως, και παρόλο που, ως ανάφερα, οι Εναγόμενοι δεν είχαν συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, εκμεταλλευόμενοι την ατυχή απουσία μου, ζήτησαν και/ή συναίνεσαν στην απόρριψη της αγωγής, και η αγωγή απορρίφθηκε.
  7. Η απουσία μου ή μάλλον η καθυστέρησης μου να μεταβώ στο Δικαστήριο στις 11/10/13, δεν οφειλόταν σε αμέλεια μου αλλά στο γεγονός ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού - Ποινική Δικαιοδοσία, εξέδωσε μια μακροσκελή ποινή στην Ποινική Υπόθεση αρ. 3866/12, την οποίαν χειριζόμουν εγώ.
  8. Λόγω του γεγονότος ότι ευρισκόμουν εντός της αιθούσης του Ποινικού Δικαστηρίου, για την ως άνω υπόθεση και εκφωνούταν η ποινή, δεν ήταν δυνατόν να διακόψω το Δικαστήριο για να εξέλθω της αιθούσης και να ζητήσω από άλλο συνάδελφο να εμφανιστεί στην παρούσα αγωγή.
  9. Λόγω του γεγονότος ότι, ως ανάφερα ανωτέρω, οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων, λανθασμένα πίστεψα ότι απλά θα ζητούσαν μια άλλη ημερομηνία για να προχωρήσουν στην αποκάλυψη, όχι την απόρριψη της αγωγής.
  10. Θα ήθελα να τονίσω ότι πολλές φορές στο παρελθόν οι συνάδελφοι των Εναγομένων καθυστέρησαν να εμφανιστούν, ουδέποτε, όμως, εμφανίστηκα και ζήτησα να απορριφθεί η υπεράσπισης των Εναγομένων ή να ορισθεί η αγωγή για απόδειξη ή άλλως πως. Πάντοτε τηλεφωνούσα στους συνηγόρους των Εναγομένων ή τους απέστελλα μήνυμα και τους ανάμενα να εμφανιστούν για να εμφανιστώ και εγώ ενώπιον του Δικαστηρίου.
  11. Είναι φανερός ο λόγος που οι Εναγόμενοι ζήτησαν και/ή συναίνεσαν στην απόρριψη της αγωγής αφού με μια ματιά των δικογράφων των Εναγομένων γίνεται αντιληπτό ότι με νομικίστικες σοφιστείες προσπαθούν να πετύχουν την απόρριψη της αγωγής και/ή απόφαση υπέρ τους.
  12. Οι Εναγόμενοι προσπαθούν, πάση θυσία, να αποφύγουν την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής αφού γνωρίζουν ότι στην περίπτωση που εκδικαστεί η ουσία θα αποτύχουν και το Σεβαστό Δικαστήριο θα αποφασίσει υπέρ του Ενάγοντα.
  13. Οι Εναγόμενοι με διάφορες προδικαστικές ενστάσεις, τώρα με την απόρριψη της αγωγής, και/ή άλλως, προσπαθούν να αποφύγουν την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Το Σεβαστό Δικαστήριο, όμως, δεν πρέπει να επιτρέψει περαιτέρω την εν λόγω συμπεριφορά των Εναγομένων και πρέπει να τους αναγκάσει να αντιμετωπίσουν τον Ενάγοντα στην αίθουσα του Δικαστηρίου για να εκδικαστεί η ουσία της αγωγής και όποιος έχει το δίκαιο με το μέρος του να πετύχει και η άλλη πλευρά να αποτύχει.
  14. Ο Ενάγοντας έχει πολύ καλή υπόθεση και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή του και σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα και/ή αιτούμενη θεραπεία ο Ενάγοντας θα υποστεί αδικία και προσβολή των δικαιωμάτων του.
  15. Με την επαναφορά της αγωγής ουδεμία βλάβη θα γίνει στα συμφέροντα της Εναγόμενης. Αντίθετα θα δοθεί δυνατότητα στα διάδικα μέρη να εκδικαστεί η υπόθεση των και να απονεμηθεί κατά τούτου δικαιοσύνη.
  16. Για όλους τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι είναι ορθόν και δίκαιον και προς το συμφέρον της δικαίας απονομής της δικαιοσύνης όπως η πιο πάνω αγωγή επαναφερθεί». Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  17. Η Ένορκη Δήλωση του Νικόλαου Χρ. Νικολαϊδη ημερομηνίας 07/11/2013 που υποστηρίζει την Αίτηση του Ενάγοντα δεν συνιστά μαρτυρία και/ή αποδεκτή μαρτυρία και/ή εισαγάγει μαρτυρία η οποία είναι ανεπίτρεπτη και τα όσα προβάλει είναι αβάσιμα και ανεδαφικά.
  18. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση του Αιτητή είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή γίνεται από δικηγόρο χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση ή λογική εξήγηση έτσι που δεν μπορεί να υποστηρίξει το αίτημα της παρούσας Αίτησης και/ή αντίθετα με την νομολογία επί του θέματος ο ενόρκως δηλούντας εμφανίζεται με τη διπλή ιδιότητα μάρτυρα δικηγόρου γεγονός ανεπίτρεπτο υπό τις περιστάσεις.
  19. Η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και/ή είναι εκπρόθεσμη και/ή καταχωρήθηκε μετά την πάροδο 15 ημερών από την απόρριψη της αγωγής κατά παράβαση των προνοιών της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  20. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική καθώς δεν έχει προηγηθεί από τον Ενάγοντα οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα με βάση το οποίο να δίδεται άδεια ή οδηγία ή διαταγή του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου των 15 ημερών που προβλέπονται από τη Δ.33 Θ.5 για καταχώρηση της παρούσας Αίτησης ενώ η συμπερίληψη της Δ.57 στην νομική βάση της παρούσας Αίτησης δεν μπορεί να έχει καμία εφαρμογή υπό τις περιστάσεις.
  21. Η Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική καθώς με την Αίτηση ζητείται επαναφορά της παρούσας αγωγής χωρίς να ζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός της απόφασης του Δικαστηρίου για την απόρριψη της παρούσας αγωγής.
  22. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων ένστασης δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή το συμφέρον της δικαιοσύνης συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της παρούσας Αίτησης.
  23. Δεν δίδεται μαρτυρία και/ή ικανοποιητική μαρτυρία για την παράλειψη του Ενάγοντα ή του δικηγόρου του να εμφανιστεί κατά την προγραμματισμένη ημερομηνία της αγωγής ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου για οδηγίες την 11/10/2013 και/ή η όλη στάση και συμπεριφορά του Ενάγοντα συνιστά αδιαφορία για την προώθηση της υπόθεσης του έτσι που δεν δικαιολογείται η επαναφορά της.
  24. Ο Ενάγοντας δεν έχει καλή και συζητήσιμη υπόθεση και/ή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας στην παρούσα αγωγή έτσι που επαναφορά της θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους.
  25. Τυχόν έκδοση διατάγματος για επαναφορά της αγωγής ισοδυναμεί με παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγομένων σε μια σύντομη δίκη χωρίς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και/ή των δικαιωμάτων τους προς διασφάλιση ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων.
  26. Τυχόν έκδοση διατάγματος για επαναφορά καταστρατηγεί τον παράγοντα της τελεσιδικίας και/ή κατ επέκταση επηρεάζει με τον τρόπο αυτό τα δικαιώματα των Εναγομένων.
  27. Το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει όπως απορριφθεί η Αίτηση καθώς τυχόν έγκριση του αιτήματος επαναφοράς θα προκαλέσει περισσότερη βλάβη παρά η μη έγκριση του αιτήματος.
  28. Η μαρτυρία του Ενάγοντα / αιτητή στην Ένορκη Δήλωση του είναι κατασκευασμένη και με ψευδείς και/ή αβάσιμους λόγους προσπαθεί να επιτύχει την επαναφορά αγωγής.
  29. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων ένστασης ο Ενάγοντας / αιτητής δεν έχει δείξει ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε το Δικαστήριο να επιτρέψει την επαναφορά αγωγής.
  30. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων ένστασης κανένα εκ των γεγονότων, ισχυρισμών και/ή επιχειρημάτων που προσπαθεί να εισαγάγει ο Ενάγοντας/Αιτητής δικαιολογεί την αίτηση του διά επαναφορά της αγωγής.
  31. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγων ένστασης το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι γενικό και/ή ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση της επαναφοράς αγωγής». Η νομική βάση της ένστασης είναι ίδια ακριβώς με αυτή της αίτησης και στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εκ των δικηγόρων των εναγόμενων, Πελαγίας Κυριακίδου. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Πελαγίας Κυριακίδου και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Μια πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: Η Δ.33 Θ.1 επί της οποίας βασίζεται η αίτηση δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Η εν λόγω διαταγή διαλαμβάνει για την εξουσία του Δικαστηρίου να απορρίψει αγωγή την ημέρα που είναι ορισμένη για ακρόαση, όταν αυτή πρόκειται να αρχίσει και οι διάδικοι δεν εμφανίζονται, καθώς και να διατάξει την επαναφορά της, εάν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο, ανάλογα με τις συνθήκες της υπόθεσης. Ούτε οι Θ.Θ.2, 3 και 4 της ίδιας Διαταγής ισχύουν, επειδή και αυτοί αναφέρονται και πάλιν στο τι μπορεί να συμβεί κατά την ημέρα που η αγωγή είναι ορισμένη για ακρόαση που πρόκειται να αρχίσει και στην πρώτη περίπτωση απουσιάζει οποιοσδήποτε διάδικος, στη δεύτερη ο εναγόμενος και στην τρίτη ο ενάγοντας. Το ίδιο ισχύει και για τη Δ.33 Θ.5, η οποία αποτελεί το δικαιοδοτικό βάθρο αίτησης παραμερισμού απόφασης, η οποία εκδόθηκε επειδή ένας διάδικος παρέλειψε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της ακρόασης, που δεν είναι η περίπτωσή μας, στην οποία επιδιώκεται η επαναφορά αγωγής, η οποία ήταν ορισμένη για οδηγίες και απορρίφθηκε, λόγω παράλειψης προώθησής της από τον ενάγοντα. Των παραπάνω λεχθέντων, για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής οι γενικές αρχές που ισχύουν και για παραμερισμό απόφασης και για επαναφορά αγωγής (βλ. τις υποθέσεις Παπανικολάου ν. Κότσαπα

(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1800 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Τσαγγαρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 162/2010, ημερομηνίας 17.12.2013). Σύμφωνα με την πρώτη: «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι΄ αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου. (Δέστε σχετικά Άννα Νικολάου Χαραλάμπους ν. Κ & T. Andreou Ltd κ.α. Π.Ε. 11120, ημερ. 13.9.02 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204)». Ομοίως και στη δεύτερη, σύμφωνα με την οποία: «Σύμφωνα με τη νομολογία, τα δικαστήρια κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας για επαναφορά ή όχι ενός ένδικου μέσου που έχει απορριφθεί, προσπαθούν να ισοζυγίσουν από τη μια το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί η υπόθεση του ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου και από την άλλη να διασφαλίσει την ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων και την τελεσιδικία. Το Εφετείο δεν υποκαθιστά τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, εκτός και αν αυτή ασκήθηκε λανθασμένα (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204)». Καθόλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd ν. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941: «Μετάφραση στα Ελληνικά (ελεύθερη):- "Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να δια[*946]σφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d) ). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση"». Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι ένστασης είναι συναφείς οπότε και θα συνεξεταστούν. Η κεντρική θέση των εναγόμενων που απορρέει από αυτούς είναι ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, επειδή η υποστηριχτική της ένορκη δήλωση προέρχεται από το δικηγόρο του ενάγοντα και όχι από τον τελευταίο. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Rybolovlev κ.ά. v. Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82 επισημαίνονται τα εξής: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036)». Και λίγο παρακάτω: «.μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι. Καταρχήν, σύμφωνα με τις παραπάνω νομολογιακές αρχές, το γεγονός ότι ένας δικηγόρος προβαίνει σε ένορκη δήλωση, δεν αποτελεί άνευ άλλου λόγο αποκλεισμού της ένορκης δήλωσης από το μαρτυρικό υλικό. Η βασική αρχή που πηγάζει από την παραπάνω απόφαση είναι ότι οι δικηγόροι θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και σ' αυτά τα πλαίσια να μην προβαίνουν σε ένορκη δήλωση ή να εμφανίζονται ως μάρτυρες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Και σε τέτοια περίπτωση, ο δικηγόρος κωλύεται λόγω ασυμβίβαστου να συνεχίζει να χειρίζεται την υπόθεση του πελάτη του. Στην προκειμένη περίπτωση, κανένα πρόβλημα αντιμετωπίζει η ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα για τον ενάγοντα και κατ' επέκταση η υπό κρίση αίτηση, επειδή, η ένορκη δήλωση, ναι μεν προέρχεται από το δικηγόρο του ενάγοντα αντί από τον ίδιο, ωστόσο, το περιεχόμενό της, ουδεμία σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης ή με οποιοδήποτε επίδικο θέμα της αγωγής έχει για να τίθεται θέμα αποστασιοποίησης του δικηγόρου του ενάγοντα από αυτά. Με απλή ανάγνωση του περιεχομένου της εν λόγω ένορκης δήλωσης γίνεται αντιληπτό, ότι με αυτή, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα παραθέτει τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο, γεγονός που οδήγησε σε απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα - πελάτη του και τούτο, στην προσπάθειά του να με πείσει να δεχτώ την αίτηση του τελευταίου και να επαναφέρω την αγωγή. Θα έλεγα πως, δεδομένων των λόγων που επικαλείται ο ενάγοντας σ' αυτά τα πλαίσια, μόνο ο δικηγόρος του θα μπορούσε να ορκιστεί και να παραθέσει τα σχετικά γεγονότα. Επομένως, το γεγονός ότι προέβη στη σχετική ένορκη δήλωση ο κ. Νικολαίδης, εκτός από θεμιτό και επιτρεπτό, ήταν και αναγκαίο. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που κατά κάποιο τρόπο συνδέεται με τους υπό αναφορά λόγους ένστασης, το οποίο δε θα ήθελα να αφήσω ασχολίαστο. Εάν η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική επειδή προέρχεται από το δικηγόρο του ενάγοντα και όχι από τον ίδιο τον ενάγοντα, πόσο έγκυρη και κανονική είναι η αντίστοιχη ένορκη δήλωση των εναγόμενων που υποστηρίζει την ένστασή τους στην αίτηση, αν ληφθεί υπόψη πως, ούτε και αυτή προέρχεται από τους εναγόμενους, αλλά, από την εκ των δικηγόρων τους - όπως η ίδια ομολογεί στην παράγραφο 1 της εν λόγω ένορκης δήλωσης - Πελαγία Κυριακίδου; Η απάντηση είναι ότι όσο έγκυρη και κανονική είναι η πρώτη ένορκη δήλωση, άλλο τόσο είναι και η δεύτερη. Με μόνο λόγο το γεγονός ότι για λόγους που έχουν αναφερθεί η Δ.33 Θ.Θ. 1 μέχρι 5 δεν ισχύουν στην υπό κρίση αίτηση, απορρίπτονται ως αβάσιμοι και οι επόμενοι δύο λόγοι ένστασης. Υπεισέρχομαι τώρα στην ουσία της αίτησης. Σ' αυτά τα πλαίσια, θα εξετάσω κατά πόσο δικαιολογημένα ο ενάγοντας παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στις 11.10.2013, οπότε και απορρίφθηκε η αγωγή του και μαζί μ' αυτό θα αποφανθώ και επί της διαγωγής που επέδειξε στη συνέχεια μέχρι και τις 7.11.2013 που καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επιδιώκει την επαναφορά της αγωγής του. Τέλος, θα τοποθετηθώ και για τις πιθανότητες επιτυχίας που συγκεντρώνει η αγωγή του. Σε σχέση με το πρώτο, ο δικηγόρος του ενάγοντα, με την ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται τα εξής: Στις 11.10.2013, οι εναγόμενοι, παρότι δεν είχαν συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, εκμεταλλευόμενοι την ατυχή απουσία του «ζήτησαν και/ή συναίνεσαν στην απόρριψη της αγωγής..». Η απουσία του ή μάλλον η καθυστέρησή του να μεταβεί στο Δικαστήριο δεν οφειλόταν σε αμέλειά του, αλλά, στο γεγονός ότι βρισκόταν ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, το οποίο εκφωνούσε μακροσκελή απόφαση επί της ποινής σε υπόθεση που χειριζόταν ο ίδιος και δεν ήταν δυνατό να διακόψει το Δικαστήριο για να εξέλθει της αίθουσας και να ζητήσει από άλλο συνάδελφό του να εμφανιστεί στην παρούσα υπόθεση. Επειδή, όπως ανέφερε, οι εναγόμενοι δε συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για αποκάλυψη εγγράφων, λανθασμένα πίστεψε ότι απλά θα ζητούσαν μια άλλη ημερομηνία για το σκοπό αυτό και όχι την απόρριψη της αγωγής. Παρατηρώ τα εξής: Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δε συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες μου για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων είναι άσχετο με την υποχρέωση που είχε ο ενάγοντας - όπως και οι εναγόμενοι φυσικά - να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο την ημέρα που η υπόθεσή του ήταν ορισμένη καθώς και με την παράλειψή του να το πράξει με αποτέλεσμα να απορριφθεί η αγωγή του. Απ' εκεί και πέρα, τίποτε απ' όσα επικαλείται ο δικηγόρος του, δικαιολογεί την απουσία είτε του ενός είτε του άλλου από το Δικαστήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Καταρχήν, το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών για τον ενάγοντα, υπαινίσσεται έστω, ότι η αγωγή απορρίφθηκε με πρωτοβουλία του Δικαστηρίου και όχι μετά από αίτημα της δικηγόρου που παρουσιάστηκε για τους εναγόμενους (στους οποίους, σε δύο περιπτώσεις καταλογίζει ότι ζήτησαν και/ή συναίνεσαν στην απόρριψη της αγωγής) αποτελεί ένα μικρό δείγμα του πόσο «υπεύθυνη» είναι η στάση του ο ενόρκως δηλούντα για τον ενάγοντα που τυγχάνει να είναι και ο δικηγόρος του, έναντι του Δικαστηρίου, ο οποίος, δε φθάνει που για λόγους που θα παραθέσω αμέσως, εντελώς αδικαιολόγητα παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, γεγονός που οδήγησε σε απόρριψη της αγωγής του πελάτη του, ακολούθως, δεν μπήκε καν στον κόπο να ζητήσει να πληροφορηθεί υπεύθυνα για το λόγο ή λόγους που συνέβη αυτό. Έτσι, εάν ζητούσε να του αναγνωστεί το σχετικό πρακτικό, θα διαπίστωνε ότι το Δικαστήριο, ενώ είχε επιληφθεί της υπόθεσης για πρώτη φορά στην παρουσία μόνο της δικηγόρου των εναγόμενων, αρκετή ώρα προτού την απορρίψει και σε κάθε περίπτωση, μετά τις 8:30 που ήταν ορισμένη, την απέρριψε μετά από αίτημα της δικηγόρου των εναγόμενων και αφού στο μεταξύ, όλες οι προσπάθειες της κυρίας Ζένιου καθώς και οι δικές μου για εντοπισμό και παρουσία του ιδίου, απέβησαν άκαρπες. Συνεπώς, όταν στις 10:35 απέρριψα την αγωγή, την απέρριψα για το λόγο που αναγράφεται στο πρακτικό της ημέρας (λόγω παράλειψης προώθησής της από τον ενάγοντα) και μετά από αίτημα της δικηγόρου των εναγόμενων και όχι αυτεπάγγελτα, όπως αναληθώς ισχυρίζεται κατά μία εκδοχή ο δικηγόρος του ενάγοντα. Ούτε και η άλλη θέση του ενόρκως δηλούντα για τον ενάγοντα, σύμφωνα με την οποία, οι εναγόμενοι εκμεταλλεύτηκαν την ατυχή απουσία του ιδίου και ζήτησαν απόρριψη της αγωγής, ευσταθεί. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, διερωτώμαι ποιος εμπόδιζε την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων να ζητήσει αμέσως απόρριψη της αγωγής, αφότου της επιλήφθηκα και διαπιστώθηκε ότι τόσο ενάγοντας όσο και ο δικηγόρος του ήταν απόντες, κάτι που δεν έκανε κα Ζένιου; Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, καμία νομική υποχρέωση είχε η κα Ζένιου να καταβάλει προσωπικά προσπάθειες εντοπισμού του αντιδίκου - συναδέλφου της (τον οποίο περίμενε αρκετή ώρα για να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο), προτού ζητήσει απόρριψη της αγωγής (άλλο θέμα εάν επικροτώ τη στάση της επειδή θεωρώ ότι έτσι έπρεπε να λειτουργήσει στα πλαίσια της συναδελφικής αλληλεγγύης που θα πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ δικηγόρων). Τέλος, εάν, είτε οι εναγόμενοι είτε η δικηγόρος που τους εκπροσωπούσε στις 11.10.2013, σκέφτονταν ή λειτουργούσαν τυχοδιωκτικά, όπως τους καταλογίζεται από το δικηγόρο του ενάγοντα, εκτός από απόρριψη της αγωγής, θα μπορούσαν να ζητήσουν και τα έξοδά της, κάτι που όμως, δεν έκαναν. Προστίθενται και τα εξής: Τι εννοεί ο δικηγόρος του ενάγοντα όταν ισχυρίζεται ότι η απουσία του ή μάλλον η καθυστέρησή του να μεταβεί στο Δικαστήριο στις 11.10.2013, δεν οφειλόταν σε αμέλειά του; Μήπως ότι εμφανίστηκε αργότερα και του αναφέρθηκε από το Δικαστήριο ότι απορρίφθηκε ενωρίτερα η αγωγή; Αν αυτό εννοεί, η θέση μου είναι ότι κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε οποτεδήποτε στις 11.10.2013 και προς τούτο, επικαλούμαι το σχετικό πρακτικό που αποτελεί την αυθεντική πηγή πληροφόρησης και αδιάψευστο μάρτυρα του για το τι έγινε την ημέρα αυτή. Και κάτι ακόμη. Χωρίς να είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσο διήρκησε η απαγγελία της απόφασης επί της ποινής στην υπόθεση που χειριζόταν ο δικηγόρος του ενάγοντα την ίδια μέρα που ήταν ορισμένη και η αγωγή του και πάλιν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (μιας και όχι τυχαία πιστεύω, ουδεμία αναφορά γίνεται στην ώρα που ήταν ορισμένη η ποινική υπόθεση, τι ώρα της επιλήφθηκε το Δικαστήριο και τι ώρα συμπληρώθηκε η απαγγελία της απόφασης) για ένα πράγμα είμαι σίγουρος. Ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, όσο μακροσκελής και να ήταν η απόφαση, το Δικαστήριο που τη εξέδωσε, δεν μπορεί να χρειάστηκε 27 μέρες για να την απαγγείλει. Παρόλα αυτά, ουδεμία εξήγηση ή δικαιολογία δίδεται είτε από τον ενάγοντα είτε από το δικηγόρο του, γιατί θα έπρεπε να παρέλθει τόσο χρονικό διάστημα, από την ημέρα που απορρίφθηκε η αγωγή μέχρι και τη μέρα που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ο ενόρκως δηλών για τον ενάγοντα που είναι και ο δικηγόρος του, παραδέχεται πως γνώριζε ότι ήταν ορισμένη και η παρούσα υπόθεση στις 11.10.2013. Εάν ο ενάγοντας, είτε ακόμη και ο δικηγόρος του, ο οποίος είναι φανερό ότι ανέλαβε προσωπικά το βάρος να με πείσει για το λόγο ή λόγους που αφέθηκε έκθετη σε απόρριψη η αγωγή στις 11.10.2013, ως επίσης και ότι αυτό δεν οφείλεται σε αμέλεια του ιδίου, αλλά, στη δικαιολογημένη απουσία του από το Δικαστήριο την ημέρα αυτή, ήθελαν να είναι στοιχειωδώς πειστικοί, το ελάχιστο που όφειλαν να κάνουν είναι να καταχωρούσαν την υπό κρίση αίτηση, αν όχι την ίδια μέρα, έστω τις αμέσως επόμενες δυο - τρεις μέρες και όχι 27 ολόκληρες μέρες από τη μέρα που απορρίφθηκε η αγωγή. Το γεγονός ότι, εντελώς ανεξήγητα, επομένως και αδικαιολόγητα δεν το έκαναν συνιστά και αποδεικνύει διαγωγή ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόμενων, οπότε κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το γεγονός ότι αδικαιολόγητα παρέλειψαν να εμφανιστούν στο Δικαστήριο στις 11.10.2013 αρνούμαι να επαναφέρω την αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, επί της ουσίας του λόγου που επικαλείται ο δικηγόρος του ενάγοντα προκειμένου να δικαιολογήσει την παράλειψή του να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στις 11.10.2013, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής, τα ακόλουθα αποτελούν το δικό μου αντίλογο: Δεδομένου ότι ο κ. Νικολαίδης ήξερε πως θα έπρεπε να παρουσιαστεί την ίδια μέρα ενώπιον δύο Δικαστηρίων όφειλε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να εκπροσωπηθεί ο πελάτης του από κάποιο άλλο δικηγόρο στο Δικαστήριο που επέλεξε να μην εμφανιστεί προσωπικά ο ίδιος. Θα μπορούσε ακόμη να ζητήσει από τον πελάτη του να εμφανιστεί ο ίδιος στην παρούσα υπόθεση, είτε ακόμη, με κάποιο τρόπο να ενημερώσει σχετικά με το πρόβλημα που αντιμετώπιζε και που δεν του επέτρεπε να παρουσιαστεί και στην παρούσα υπόθεση τους αντιδίκους συναδέλφους του, κάτι που επίσης, εντελώς αδικαιολόγητα και ανεξήγητα δεν έκανε. Ούτε και μπορώ να δεχθώ ότι υπάρχει οποιοδήποτε Δικαστήριο το οποίο θα αρνείτο να του δώσει κάποιο χρόνο, σε λογικά φυσικά πλαίσια, προκειμένου να προβεί σε οτιδήποτε από τα παραπάνω και όχι μόνο. Για παράδειγμα δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι εάν ζητούσε από το ποινικό Δικαστήριο να του επιτραπεί να τηλεφωνήσει στους αντιδίκους συναδέλφους του για να τους παρακαλέσει να τον περιμένουν να τελειώσει πρώτα την ποινική υπόθεση που είχε και να εμφανιστούν μαζί ενώπιόν μου οποτεδήποτε αργότερα, θα απέρριπτε το αίτημα. Και σε τέτοια περίπτωση, αδυνατώ να πιστέψω ότι και οι συνάδελφοί του δε θα έδειχναν ανάλογη κατανόηση για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε. Όπως και να έχει όμως το πράγμα, ό, τι ενδιαφέρει περισσότερο και από τις δικές μου θέσεις σε σχέση με τους λόγους που επικαλείται ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει την απουσία του από το Δικαστήριο στις 11.10.2013, κυρίως όμως να με πείσει να δεχτώ την αίτηση και να επαναφέρω την αγωγή είναι οι ακόλουθες νομολογιακές αρχές: Σύμφωνα με την υπόθεση Στυλιανού ν. Σκύρα Λίμα Λτδ
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1234: «Ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη θα θέλαμε να σημειώσουμε αναφορικά με την ουσία της αίτησης ότι ο λόγος της απουσίας του δικηγόρου που χειριζόταν προσωπικά την υπόθεση (άλλες υποχρεώσεις ενώπιον δικαστηρίου και πειθαρχικού συμβουλίου άλλης επαρχίας), δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επαναφορά της αγωγής. Οι δικηγόροι θα πρέπει να προβαίνουν στα κατάλληλα διαβήματα για τον ορθό προγραμματισμό των υποχρεώσεων τους, έτσι που να αποφεύγεται ο ταυτόχρονος ορισμός δύο αγωγών για ακρόαση την ίδια μέρα και ώρα, ιδιαίτερα όταν η μια αγωγή θα ακουσθεί στο δικαστήριο μιας επαρχίας και η άλλη σε δικαστήριο άλλης επαρχίας». Τα ίδια λέχθηκαν και στην Παπανικολάου (ανωτέρω) που είναι μεταγενέστερη και επαναλαμβάνονται και στην εντελώς πρόσφατη υπόθεση Χριστοφόρου (ανωτέρω επίσης), σύμφωνα με την οποία: «Εν πάση περιπτώσει, παγίως η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου θεωρεί ότι η απουσία δικηγόρου δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει επαναφορά αγωγής» Η αναφορά στις σχετικές με το θέμα αρχές δε θα ήταν πλήρης, χωρίς παράθεση και όσων ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 (B) A.A.Δ. 698: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της». Ό, τι απομένει να κριθεί είναι κατά πόσο η ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα για τον ενάγοντα περιέχει ικανοποιητικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τις πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής (βλ. την Παπανικολάου και πάλιν (ανωτέρω)). Η απάντηση είναι αρνητική. Ίχνος τέτοιων στοιχείων υπάρχει στην ένορκη δήλωση του δικηγόρου του ενάγοντα, ο οποίος, πέραν όσων αναφέρει στην προσπάθειά του να με πείσει ότι δικαιολογημένα παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο στον ουσιώδη χρόνο, επί της ουσίας της υπόθεσης περιορίζεται στις ακόλουθες γενικές, αόριστες και εντελώς ατεκμηρίωτες αναφορές και ισχυρισμούς: Οι εναγόμενοι προσπαθούν πάση θυσία να αποφύγουν την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, επειδή γνωρίζουν ότι στην περίπτωση που εκδικαστεί η ουσία θα αποτύχουν και το Δικαστήριο θα αποφασίσει υπέρ του ενάγοντα (παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης). Ο ενάγοντας έχει πολύ καλή υπόθεση και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή του (παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης). Με κάθε σεβασμό, εάν ο ενάγοντας ήθελε να ικανοποιήσει τη σχετική προϋπόθεση όφειλε να προβεί ο ίδιος σε ένορκη δήλωση, με την οποία να παραθέτει κάποια στοιχεία μαρτυρίας, συναφώς με την ουσία της αγωγής και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης, τα οποία, εξ αντικειμένου, να τεκμηριώνουν αμυδρά έστω, κάποιες πιθανότητες επιτυχίας της αγωγή του. Προφανώς, οι παραπάνω αναφορές του δικηγόρου του, δεν ικανοποιούν το συγκεκριμένο κριτήριο - προϋπόθεση που αποτελεί αναγκαίο όρο για σκοπούς επαναφοράς της αγωγής. Για να συμβεί το τελευταίο, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να έχει νόημα για τον ενάγοντα, ο οποίος ασφαλώς, δεν μπορεί να το επιζητεί επί ματαίω. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση επαναφοράς αγωγής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.