← Κύπρος

LAFARGE CEMENT OAO ν. ASITANA HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 575/2012, 19/3/2014

LAFARGE CEMENT OAO ν. ASITANA HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 575/2012, 19/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 575/2012 Μεταξύ: LAFARGE CEMENT OAO, από Ρωσία Ενάγοντες Και

  1. ASITANA HOLDINGS LIMITED, από Λεμεσό
  2. ΜΙΧΑΗΛΙΝΑ ΖΗΝΩΝΟΣ, από Λεμεσό
  3. P.P.T. SECRETARIAL LIMIED, από Λεμεσό
  4. AGAFISTA TRADING LIMITED, από Λευκωσία
  5. ΝΑΤΑΛΙ ΚΟΥΡΕΚΙΑΝ, από Λευκωσία
  6. ΣΤΕΛΛΑ ΙΑΚΩΒΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, από Λευκωσία
  7. DIAGORAS (SECRETARIAL) LIMITED, από Λευκωσία
  8. DIAGORAS NOMINEES LIMITED, από Λευκωσία
  9. GOTHIRA HOLDINGS LIMITED, από Λεμεσό
  10. ΑΝΝΑ GRIGORIEVA, από Λεμεσό
  11. REIZOL HOLDINGS LIMITED, από Λεμεσό
  12. ΑΝΝΑ ΝΙΚΟΛΑΙΔΟΥ, από Λεμεσό Εναγόμενοι -------------- Αίτηση ημερ. 7.8.2013 για επιστροφή κατασχεθέντων εγγράφων. Ημερομηνία: 19 Μαρτίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 4, 6, 9, 10, 11 και 12/αιτητές: Κα Β. Παπαγιάννη για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ Για ενάγοντες/καθ' ων: κ. Μ. Κυριακίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 7.2.2012, το Δικαστήριο εξέδωσε (στις 13.2.2012) διάταγμα διεξαγωγής έρευνας τύπου Anton Piller εναντίον των αιτητών. Με το διάταγμα εξουσιοδοτούντο δύο δικηγόροι, υπό την ιδιότητα τους ως επιτηρητές δικηγόροι, συνοδευόμενοι από τους δικηγόρους των εναγόντων, να εισέλθουν στα υποστατικά των καθ' ων και μετά από έρευνα να φωτοτυπήσουν και λάβουν στην κατοχή τους συγκεκριμένα έγγραφα που καθορίζονται στο διάταγμα, τα οποία θα παρέδιδαν στην ασφαλή φύλαξη του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Στο διάταγμα υπήρχε όρος με βάση τον οποίο οι αιτητές δεν θα χρησιμοποιούσαν χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου οποιαδήποτε πληροφορία ή έγγραφα ήθελαν παραληφθεί, ως αποτέλεσμα της έρευνας, και δεν θα αποκάλυπταν οποιαδήποτε πληροφορία σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή θα καταχωρούσαν οποιαδήποτε άλλη πολιτική διαδικασία σε σχέση με το ίδιο ή σχετικό με την πιο πάνω αγωγή επίδικο θέμα. Είναι παραδεκτό ότι το ανωτέρω διάταγμα εκτελέστηκε στις 15.2.
  13. Ειδικότερα, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του εκ των επιτηρητών δικηγόρων Αθανάσιου Κορφιώτη, παραλήφθηκαν πέντε έγγραφα τα οποία τοποθετήθηκαν σε κλειστό φάκελο ο οποίος σφραγίστηκε. Στη συνέχεια ο σφραγισμένος φάκελος κατατέθηκε από τον κ. Κορφιώτη στον Πρωτοκολλητή για ασφαλή φύλαξη. Σχετική είναι η ένορκη δήλωση του κ. Κορφιώτη ημερομηνίας 6.3.2013 που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης. Μετά από την καταχώριση ένστασης εκ μέρους των εναγομένων/αιτητών, το Δικαστήριο ακύρωσε το διάταγμα με την Ενδιάμεση Απόφαση του ημερομηνίας 22.5.
  14. Με την εξεταζόμενη αίτηση οι αιτητές ζητούν την επιστροφή των εγγράφων που κατασχέθηκαν στα πλαίσια εκτέλεσης του πιο πάνω διατάγματος ή και οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων τυχόν παραλήφθηκαν κατά την έρευνα και βρίσκονται στην κατοχή των εναγομένων. Την αίτηση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση της η εναγόμενη 6, Στέλλα Χρυσοστόμου, η οποία, αφού επιβεβαιώνει την παραλαβή των εγγράφων στην παρουσία της από τους συνηγόρους των εναγόντων και τον επιτηρητή δικηγόρο, υποστηρίζει ότι οι ενάγοντες και/ή οι δικηγόροι τους έχουν επανειλημμένα χρησιμοποιήσει πληροφορίες και στοιχεία που προκύπτουν από τα κατασχεθέντα έγγραφα, τόσο στα πλαίσια της παρούσας, όσο και στα πλαίσια άλλης αγωγής που καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Οι ενάγοντες καταχώρισαν γραπτή ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται το αίτημα για τους ακόλουθους, κυρίως, λόγους: (α) Ουδέποτε περιήλθαν στην κατοχή των εναγόντων ή των δικηγόρων τους τα έγγραφα που κατασχέθηκαν, αφού όλα τοποθετήθηκαν από τον επιτηρητή δικηγόρο σε φάκελο ο οποίος, αφού σφραγίστηκε, κατατέθηκε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για ασφαλή φύλαξη. (β) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την έφεση που καταχώρισαν οι ενάγοντες εναντίον της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 22.5.
  15. (γ) Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, καθόσον οι αιτητές δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, εν αντιθέσει με τους ενάγοντες, οι οποίοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αφού κινδυνεύουν να καταστραφούν ή να μεταφερθούν εκτός δικαιοδοσίας τα κατασχεθέντα έγγραφα. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία. Η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών, με αναφορά στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, του Steven Gee Q.C., 5η Έκδοση (σελίδες 526 και 527) εισηγήθηκε πως στην περίπτωση ακύρωσης μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος έρευνας, το Δικαστήριο κατά κανόνα διατάζει την επιστροφή των κατασχεθέντων εγγράφων. Ιδιαίτερα, επεσήμανε, στις περιπτώσεις όπου η ακύρωση του διατάγματος συναρτάται με απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, όπως συνέβη στην εξεταζόμενη περίπτωση. Η επιστροφή κατασχεθέντων εγγράφων, συνέχισε, είναι ακόμη πιο επιβεβλημένη στις περιπτώσεις όπου τα κατασχεθέντα έγγραφα είναι εμπιστευτικής φύσης, όπως τα επίδικα. Υποδεικνύοντας, περαιτέρω, την κακόπιστη και καταχρηστική συμπεριφορά των αιτητών, οι οποίοι χρησιμοποίησαν τις εμπιστευτικές πληροφορίες που περιέχονται στα κατασχεθέντα έγγραφα, εισηγήθηκε πως η περίπτωση είναι κατάλληλη για την έκδοση διαταγής για επιστροφή των εγγράφων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε πως δεν υπάρχει δυνατότητα έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος, γιατί τα κατασχεθέντα έγγραφα δεν βρίσκονται στην κατοχή των εναγόντων. Η αίτηση συνεπώς δεν έχει αντικείμενο και θα πρέπει γι' αυτό και μόνο το λόγο να απορριφθεί. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, εισηγήθηκε πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης διατάγματος επιστροφής των εγγράφων. Επεσήμανε επί του προκειμένου πως οι αιτητές δεν ισχυρίζονται ότι θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά εάν δεν τους επιστραφούν τα έγγραφα, αντίγραφα των οποίων βρίσκονται στην κατοχή τους. Απεναντίας, υποστήριξε, εάν εκδοθεί το διάταγμα και επιστραφούν τα έγγραφα στους εναγομένους, τότε υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να καταστραφούν και να μην μπορέσουν οι ενάγοντες να τα χρησιμοποιήσουν, σε περίπτωση που επιτύχουν στην Έφεση που έχουν καταχωρίσει. Αποτελεί κοινό τόπο ότι το ζήτημα της επιστροφής εγγράφων που έχουν κατασχεθεί στα πλαίσια εκτέλεσης διατάγματος τύπου «Anton Piller», ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Steven Gee, Commercial Injunctions, 5th edition, 2004, σελ. 526: "With Anton Piller relief which has been set aside, a successful respondent has to apply to the court (normally the court which set aside the order) to order the claimant to restore the documents and information taken from him, because although the respondent has a substantive right to the documents and the information, there is a discretion whether to grant the relevant remedies of specific restitution and an injunction to protect the information, because that information has been obtained under an order which has been set aside. If the information is confidential information protected by a duty of confidence, then the other party will also be subject to the equitable jurisdiction to protect confidential information". Στο ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 527, επισημαίνεται πως παρέχεται μεν διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέψει την χρησιμοποίηση του υλικού που κατασχέθηκε για καλό λόγο αλλά στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ουσιώδης απόκρυψη τα περιθώρια στενεύουν. Διαφωτιστική για την έννοια και τον τρόπο λειτουργίας των διαταγμάτων έρευνας είναι η υπόθεση Columbia Picture Industries v. Robinson

(1986)3 All E.R.
  1. Ένα διάταγμα Anton Piller είναι από τη φύση του δρακόντειο και άδικο για τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται χωρίς προειδοποίηση. Γι' αυτό η εμβέλεια του πρέπει να μην υπερβαίνει τα ελάχιστα αναγκαία πλαίσια προς επίτευξη του σκοπού που είναι η διαφύλαξη μαρτυρίας η οποία διαφορετικά θα μπορούσε να καταστραφεί ή να αποκρυβεί. Έτσι, δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί την κατακράτηση των εγγράφων πέραν του χρόνου που είναι αναγκαίος για να ληφθούν αντίγραφα από τους δικηγόρους του αιτητή. Μετά από αυτό, τα έγγραφα θα πρέπει να επιστρέφονται στον ιδιοκτήτη. Ο σκοπός τέτοιων διαταγμάτων δεν είναι να κατακρατά τα έγγραφα του ενάγοντα ο εναγόμενος μέχρι το τέλος της αγωγής, αλλά να τα κρατήσει για όσο χρόνο είναι αναγκαίος ώστε να λάβει φωτοαντίγραφα και να τα επιστρέψει. Εξέτασα την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, έχοντας συνεκτιμήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών. Η αίτηση στο βαθμό που στοχεύει στην έκδοση διατάγματος επιστροφής των κατασχεθέντων εγγράφων από τους ενάγοντες (Παρακλητικό Α) δεν θα μπορούσε να επιτύχει εφόσον, με βάση τα δεδομένα, οι ενάγοντες δεν έλαβαν αντίγραφα των εγγράφων που κατασχέθηκαν κατά την έρευνα. Η θέση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια στην ένορκη δήλωση της Πηνελόπης Γιώσα που συνοδεύει την ένσταση (παρα. 12) και δεν έχει αντικρουστεί από τους αιτητές. Όπως αναφέρει, ούτε οι ενάγοντες, ούτε οι δικηγόροι τους, αλλά ούτε εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος τους είχε ή έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε από τα κατασχεθέντα έγγραφα. Υποδεικνύει δε πως τα έγγραφα παραλήφθηκαν από τον επιτηρητή δικηγόρο και αφού τοποθετήθηκαν σε κλειστό φάκελο παραδόθηκαν στον Πρωτοκολλητή, χωρίς να λάβουν οι ενάγοντες ή οι δικηγόροι τους αντίγραφα. Η πιο πάνω θέση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του επιτηρητή δικηγόρου κ. Θ. Κορφιώτη, ημερ. 6.3.2012, η οποία βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Είναι, συνεπώς, ορθή η εισήγηση του συνηγόρου των εναγόντων πως η αίτηση στερείται αντικειμένου. Όσον αφορά το παρακλητικό Β, με το οποίο ζητείται η επιστροφή τυχόν άλλων εγγράφων που παραλήφθηκαν και πάλι προσκρούσει στο αδιαμφισβήτητο γεγονός πως δεν παραλήφθηκε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο κατά την έρευνα, πέραν των όσων αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του επιτηρητή δικηγόρου. Αξίζει να σημειωθεί πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται παραδεκτό ότι τα έγγραφα που κατασχέθηκαν, τοποθετήθηκαν από τον επιτηρητή δικηγόρο σε φάκελο, ο οποίος σφραγίστηκε στην παρουσία της, προκειμένου να κατατεθεί στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (βλ. παρα. 6 και 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Στη συνέχεια αναφέρει πως δεν γνωρίζει κατά πόσο παραλήφθηκαν και άλλα έγγραφα κατά την έρευνα, ή κατά πόσο φωτοτυπήθηκαν τα κατασχεθέντα και περιήλθαν στην κατοχή των εναγόντων ή τρίτων προσώπων. Με κάθε σεβασμό, η θέση αυτή στερείται λογικού και πραγματικού ερείσματος, εφόσον, όπως υποδείχθηκε πιο πάνω, τα κατασχεθέντα έγγραφα τοποθετήθηκαν σε φάκελο από τον επιτηρητή δικηγόρο ο οποίος σφραγίστηκε. Το παράπονο των αιτητών είναι, βεβαίως, πως καθώς ισχυρίζονται, οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν τις εμπιστευτικές πληροφορίες των κατασχεθέντων εγγράφων σε δύο περιπτώσεις, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης
  2. Το εάν οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν τις εμπιστευτικές πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση τους κατά την εκτέλεση του διατάγματος, είναι ένα θέμα και το εάν έλαβαν στην κατοχή τους αντίγραφα των κατασχεθέντων εγγράφων είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Οι ενάγοντες αρνούνται ότι χρησιμοποίησαν τις πληροφορίες κατά παράβαση του διατάγματος και δεν θεωρώ ορθό να αποφασιστεί στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας αυτό το ζήτημα, το οποίο δυνατό να τους καθιστά υπόλογους πιθανής διάπραξης του αδικήματος της παρακοής δικαστικού διατάγματος. Εκείνο που μπορεί να αποφασιστεί είναι το κατά πόσο έχουν στη κατοχή τους αντίγραφα των κατασχεθέντων εγγράφων, ώστε να αποφασιστεί εάν οι περιστάσεις δικαιολογούν ικανοποίηση του αιτήματος για έκδοση διατάγματος επιστροφής τους στους εναγόμενους. Επ' αυτού, καταλήγω, αβίαστα πως οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι οι ενάγοντες έχουν ή είχαν ποτέ στη κατοχή τους αντίγραφα των κατασχεθέντων εγγράφων. Όσον αφορά, τέλος, το παρακλητικό Γ, με το οποίο επιδιώκεται η επιστροφή των κατασχεθέντων εγγράφων, που έχουν κατατεθεί σε σφραγισμένο φάκελο στον Πρωτοκολλητή με την ένορκη δήλωση του επιτηρητή δικηγόρου, αδυνατώ να αντιληφθώ τη χρησιμότητα μιας τέτοιας διαταγής. Τα έγγραφα βρίσκονται κατατεθειμένα σε σφραγισμένο φάκελο εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, ο οποίος τελεί υπό τη φύλαξη του Πρωτοκολλητή. Οι εναγόμενοι έχουν αντίγραφα των κατασχεθέντων εγγράφων και δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, εάν δεν τους επιστραφούν τα πρωτότυπα. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ενόψει και του γεγονότος ότι εκκρεμεί έφεση κατά της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε το διάταγμα έρευνας, δεν θα εξασκούσα τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, ως το παρακλητικό Γ. Όσον αφορά τα παρακλητικά (Δ) και (Ε) εκτιμώ ότι καλύπτονται από τις ανωτέρω επισημάνσεις και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Εφόσον τα έγγραφα δεν βρίσκονται στην κατοχή των εναγόντων, δεν υπάρχει έδαφος για απαγόρευση της κυκλοφορίας τους σε τρίτα πρόσωπα. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται στην ολότητα της, με έξοδα υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 4, 6, 9, 10, 11 και 12/αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για επιστροφή κατασχεθέντων εγγράφων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.