← Κύπρος

Nίκου Βίκη ν. The Old Salt Yachting Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 1171/2013, 18/3/2014

Nίκου Βίκη ν. The Old Salt Yachting Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 1171/2013, 18/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A122 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 1171/2013 Μεταξύ: Nίκου Βίκη, από τη Λεμεσό Ενάγοντος και

  1. The Old Salt Yachting Co Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Έλενας Χαμπουλά, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερ. 1.7.2013 Ημερομηνία: 18.3.2014 Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κα Στυλιανού για Χρ. Κληρίδη Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση τους ημερ. 1.7.2013 οι Εναγόμενοι 1 και 2 - Αιτητές, όπως περιόρισαν την αίτηση τους κατά την ακρόαση της, ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή και/ή να διατάσσεται η παραπομπή των επίδικων θεμάτων ενώπιον αρμοδίου ναυτοδικείου και/ή οικογενειακού δικαστηρίου και/ή παντός αρμόδιου δικαστηρίου και/ή διάταγμα με το οποίο να απορρίπτεται η αγωγή του δικαστηρίου στερούμενου οποιασδήποτε διαδικασία για να επιληφθεί των επίδικων θεμάτων. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.33 θ.10, στη Δ.27 θ.3, Δ.19 θ.26 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου ως και στα άρθρα 19(α), 22(Β)

(1), 29
(2)(α), 31, 64Α και Παράρτημα του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο Νόμο περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο 1991, Ν.232/91άρθρα 14, στο άρθρο 111 του Συντάγματος ως τροποποιήθηκε στο άρθρο 2 και 16 των περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 1990 Ν.23/90, στο άρθρο 1
(1)(α-5) Administration of Justice Act 1956 και στις αρχές της επιείκειας. Υποστηρίζεται δε από την επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Έλενας Χαμπουλά ημερ. 1.7.13 όπου αναφέρει ότι είναι η Εναγόμενη 2, σύζυγος εν διαστάσει του Ενάγοντος και διευθύντρια της Εναγόμενης 1 και πλήρως εξουσιοδοτημένη από αυτή να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι: (α) η απαίτηση για δικαιώματα ελλιμενισμού του σκάφους της Εναγόμενης 1 ως οι παράγραφοι 9 και 15Β εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ναυτοδικείου, (β) η απαίτηση για τις 1.000 μετοχές, παράγραφοι 11, 12, 13, 14, 15Γ, Δ και Ε εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του οικογενειακού δικαστηρίου γιατί αφορούν περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά το γάμο της με τον Ενάγοντα σύμφωνα με τη θέση του δηλαδή ισχυριζόμενο καταπίστευμα μετοχών μεταγαμιαίων με αντάλλαγμα την αγορά του σκάφους από τον ίδιο, (γ) η απαίτηση για εξόφληση του ισχυριζομένου δανείου του Ενάγοντος προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία, είναι εικονικό αφορά την απόκτηση σκάφους μετά τη σύναψη του γάμου στο οποίο διεκδικεί συνεισφορά κατά το τουλάχιστο ½ δυνάμει των σχετικών προνοιών της νομοθεσίας που καθορίζει τις περιουσιακές σχέσεις των εν διαστάσει συζύγων. Αναφέρει ότι με τον Ενάγοντα παντρεύτηκε το
  1. Οι μετοχές της Εναγόμενης 1 ενεγράφησαν στο όνομα της το 2002 ως δωρεά από τον πατέρα της και όχι ως εμπιστευματοδόχου προς όφελος του Ενάγοντος. Το σκάφος αγοράστηκε το Μάρτη του
  2. Οι μετοχές ανήκουν στην ίδια ενώ ο Ενάγων είχε καταβάλει το ποσό της αγοράς του σκάφους αλλά επιβάρυνε εκ των υστέρων την κοινή περιουσία τους. Έχει ανταξιώσεις αναφορικά με προσωπικές τραπεζικές εγγυήσεις και άλλες περιουσιακές διαφορές που θα επιλυθούν στο οικογενειακό δικαστήριο. Το επίδικο σκάφος αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια της εγγάμου σχέσεως και συμβίωσης που ξεκίνησε το 2003 και συγκεκριμένα το 2006 και έτσι, σύμφωνα και με τη γνώμη του δικηγόρου της, δικαιούται σε ένα ½ τουλάχιστο μερίδιο στο σκάφος με βάση την πραγματική και/ή τεκμαιρόμενη συνεισφορά της. Ο Ενάγων αποποιήθηκε τη μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα του και περιορίστηκε στη διατήρηση του σκάφους στο όνομα της εταιρείας εφόσον θεωρούσε πάντοτε, όπως και η ίδια, ότι το σκάφος αποτελούσε μέρος της οικογενειακής περιουσίας. Δεν επιθυμεί να φανεί ότι το σκάφος είναι οικογενειακή περιουσία γιατί θα έχει περιπλοκές με το Φ.Π.Α.. Υποστηρίζει ότι (α) το σκάφος δεν αποκτήθηκε με πραγματικό δάνειο και ότι το δάνειο είναι εικονικό, (β) το σκάφος αγοράστηκε για να αντικαταστήσει το παλιό σκάφος του Ενάγοντος, (γ) το ποσό για την αγορά του σκάφους το κατέβαλε ο Ενάγων απευθείας στους πωλητές χωρίς να προηγηθεί κατάθεση του στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 1, (δ) ο Ενάγων ήθελε να εγγράψει το σκάφος στο όνομα της Εναγόμενης 1 εταιρείας αντί στο δικό του για σκοπούς φοροδιαφυγής. Για να αποφύγει την πληρωμή του ποσού των £15.617,40 ως Φ.Π.Α. ήταν να εγκριθεί το σκάφος ως επαγγελματικό. Η λύση ήταν να αγοραστεί το σκάφος στο όνομα της Εναγόμενης 1 εταιρείας η οποία είχε ασχοληθεί με τη διαχείριση σκαφών αναψυχής ως επαγγελματικά. Γι' αυτό το λόγο είναι που αργότερα ο Ενάγων αρνήθηκε να δεχθεί τη μεταβίβαση στο όνομα του. Το ποσό του Φ.Π.Α. επεστράφη στις 27.12.2006 όταν το σκάφος θεωρήθηκε ότι ήταν καθαρά επαγγελματικό Τεκμήριο
  3. (ε) Ο Ενάγων θεωρεί το κότερο ως σκάφος που του ανήκει για την προσωπική του αναψυχή και όχι ως περιουσία της εμπορικής επιχείρησης της οποίας είναι δανειστής. Υποστηρίζει πως η συμφωνία δανειοδότησης και το εγγυητήριο είναι εικονικά. Όταν η μητέρα της ανησυχούσε σχετικά με την προέλευση των λεφτών ότι δεν ήταν σωστό να εξακολουθεί να φαίνεται ιδιοκτήτρια της εταιρείας, μίλησε με τον Ενάγοντα και τους λογιστές για να ετοιμάσουν σχετικά έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών και αλλαγή διευθυντών. Ο Ενάγων άλλαξε ιδέα και δεν περατώθηκε η διαδικασία, αντ' αυτής οι λογιστές, κατόπιν οδηγιών του, ετοίμασαν ένα έγγραφο το οποίο έλεγε ότι ο Ενάγων θα παραχωρούσε δάνειο στην Εναγόμενη 1 εταιρεία για να αγοράσει το σκάφος και ότι η ίδια εγγυόταν στον Ενάγοντα την εξόφληση του δανείου. Ο Ενάγων τη διαβεβαίωση ότι το χαρτί αυτό απλώς θα το παρουσίαζε στις Αρχές σε περίπτωση που θα ζητούσαν εξηγήσεις για την προέλευση των λεφτών και ότι ουδεμία άλλη χρήση θα είχε. Αυτό το έγγραφο, συμφωνία δανειοδοτήσεως και εγγυητήριο, φέρει ψευδή ημερομηνία 5.5.2006 ενώ συνετάχθη περί τα τέλη Αυγούστου 2010 και για τη σύνταξη του οποίου οι λογιστές χρέωσαν €172 στην εταιρεία Τεκμήριο
  4. Όταν η μητέρα της ζήτησε από τον Ενάγοντα να μεταβιβαστούν οι μετοχές στο όνομα του και να μπει ο ίδιος διευθυντής και να ακυρωθεί η εικονική συμφωνία δανειοδότησης και το εγγυητήριο, αυτός συμφώνησε και ανέλαβε να δώσει εντολή στους λογιστές. Οι λογιστές έκαμαν τη σχετική προετοιμασία και χρέωσαν την εταιρεία €232,92 στις 24.3.2011, Τεκμήριο
  5. Ο Ενάγων άλλαξε γνώμη και έδωσε εντολή στους λογιστές να μην προχωρήσουν με την αλλαγή των μετόχων και διευθυντών. Υποστηρίζει πως η εικονική συμφωνία δανειοδότησης και η εγγραφή του σκάφους στο όνομα της Εναγόμενης 1 εταιρείας, έγινε για σκοπούς φοροδιαφυγής. Δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό και δεν υπήρξε δάνειο. Δεν υπήρχε εμπίστευμα και υποχρέωση για μεταβίβαση των μετοχών. Οι μετοχές θα μεταβιβάζοντο στον Ενάγοντα αν το ποσό που κατέβαλε για την αγορά του σκάφους ήταν από πόρους καθαρά δικούς του και δεν είχε μετακινήσει το χρέος και υποθηκεύσει την κοινή ιδιοκτησία συζυγική κατοικία και δεν υπήρχαν άλλες περιουσιακές διαφορές, τραπεζικές εγγυήσεις κλπ. Δεν υφίσταται δάνειο και επομένως δεν υπάρχει θέμα εξόφλησης του. Και για τους λόγους που έχει αναφέρει δεν υφίσταται εμπίστευμα ή άνευ όρων μεταβίβαση των μετοχών. Υποστηρίζει πως πίσω από το δήθεν εμπίστευμα μετοχών και εικονικών δανείων και εγγυήσεων ο Ενάγων επιχειρεί την καταδολίευση της. Αν επιτύχει με τις μεθοδεύσεις του το αποτέλεσμα θα είναι να περάσει στα χέρια του πλήρως εξοφλημένο το καινούριο σκάφος αγοραστικής αξίας €204.576, τέσσερεις φορές πιο ακριβό από το σκάφος που πώλησε, και επιπλέον θα του πληρωθεί και το ποσό της εγγυήσεως δηλαδή το ίδιο ποσό δηλαδή οι £30.000 που απέφερε η πώληση του παλιού του σκάφους θα μετατραπούν ως δια μαγείας σε €409.152 μείον η διαφορά μεταξύ των τιμών πωλήσεως του παλιού και αγοράς του καινούριου €153.
  6. Ο Ενάγων για την αγορά του σκάφους χρησιμοποίησε και λεφτά που από κοινού δανείστηκαν από τη ΣΠΕ Κουρείου Επισκοπής. Το εν λόγω δάνειο ήταν αναχρηματοδότηση προγενέστερου δανείου που χρησιμοποιήθηκε έναντι της αγοράς του σκάφους. Σαν αποτέλεσμα είναι δεσμευμένη και υπόλογη με το γραμμάτιο του Τεκμηρίου 10 ως και με την υποθήκη στην κατοικία τους. Κάτω από τις περιστάσεις υποστηρίζει ότι έχει δικαίωμα ιδιοκτησιακής φύσεως στο επίδικο σκάφος και είναι αδιανόητο ο Ενάγων να της ζητά να του εξοφλήσει ένα εικονικό δάνειο και να ζητά και τις μετοχές στην εταιρεία δηλαδή η ίδια σαν σύζυγος να του εξοφλήσει το σκάφος το οποίο να παραμείνει στην ιδιοκτησία του χωρίς αυτός να επιβαρυνθεί ένα σεντ. Υποστηρίζει ότι το θέμα είναι ότι μετά το γάμο τους ο Ενάγων αγόρασε το σκάφος εν μέρει με δικά του λεφτά και εν μέρει από δάνειο που συνήφθη και από τους δυο από τη ΣΠΕ Κουρείου Επισκοπής και με το οποίο δάνειο η συζυγική κατοικία είναι υποθηκευμένη. Στη συνέχεια ενέγραψε το σκάφος επί της Εναγόμενης 1 εταιρείας η οποία της ανήκει σαν οικογενειακή εταιρεία της οποίας τις μετοχές διεκδικεί όπως ταυτόχρονα διεκδικεί και εξόφληση του εικονικού δανείου. Είναι η θέση της πως το θέμα άπτεται της δικαιοδοσίας του οικογενειακού δικαστηρίου εφόσο σχετίζεται με περιουσιακό στοιχείο που αποκτήθηκε το 2006 κατά τη διάρκεια της εγγάμου σχέσεως και συμβίωσης όπως και η απαίτηση του Ενάγοντος για διακήρυξη ύπαρξης καταπιστεύματος μετοχών το οποίο καταπίστευμα κατ' ισχυρισμό δημιουργήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου το 2003 και περί το 2006 αποτελεί απαίτηση για καθορισμό των περιουσιακών σχέσεων μεταξύ των συζύγων. Το οικογενειακό δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει το περιουσιακό καθεστώς του επίδικου σκάφους και των μετοχών στην Εναγόμενη 1 ιδιοκτήτρια εταιρεία. Διαζευκτικά αν το θέμα άπτεται καθορισμού ιδιοκτησίας του σκάφους δηλαδή αν ανήκει στον Ενάγοντα ή στην Εναγόμενη 1 εταιρεία, ανεξάρτητα με τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων, είναι θέμα που εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ναυτοδικείου. Ο Ενάγων - Καθ' ου η αίτηση στις 20.9.2013 καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως την οποία βασίζει στους πιο κάτω λόγους: Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, διότι οι Εναγόμενες - Αιτήτριες με την Ένσταση τους ημ. 10.04.2013 στην Αίτηση του Ενάγοντα ημ. 12.03.2013 για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα εγείρουν τις ίδιες ενστάσεις δικαιοδοσίας. Το ποσό των €15.000 το οποίο ο Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγων διεκδικεί από την Αιτήτρια - Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν αποτελεί αξίωση για έξοδα ελλιμενισμού αλλά ποσό καταβληθέν από αυτόν για λογαριασμό της όχι χαριστικά. Ο Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγων δεν δικογραφεί αξίωση στην επαύξηση της περιουσίας της Αιτήτριας - Εναγόμενης
  7. Οι δικογραφημένες βάσεις της αγωγής του Καθ' ου η Αίτηση - Ενάγοντα είναι αξίωση από την Αιτήτρια - Εναγόμενη 1 λόγω δανείου, αξίωση λόγω εγγύησης του δανείου από την Αιτήτρια - Εναγόμενη 2, αξίωση των μετοχών της Αιτήτριας - Εναγόμενης 2 στην Αιτήτρια - Εναγόμενη 1 εταιρεία λόγω καταπιστεύματος και αξίωση εναντίον της Αιτήτριας - Εναγόμενης 1 για ποσό καταβληθέν για λογαριασμό της όχι χαριστικά, οι οποίες αξιώσεις δεν εμπίπτουν ούτε στη δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου, ούτε του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Οι μετοχές της Αιτήτριας - Εναγόμενης 2 στην Αιτήτρια - Εναγόμενη 1 εταιρεία, δεν είχαν ούτε έχουν οποιανδήποτε αξία. Το σκάφος Gypsy Queen της Αιτήτριας - Εναγόμενης 1 δεν ανήκει ούτε στην Αιτήτρια - Εναγόμενη 2 ούτε στον Καθ' ου η αίτηση - Ενάγοντα και δεν, συντρέχουν λόγοι άρσης του εταιρικού πέπλου. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος Καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος αρνείται τον ισχυρισμό πως αρμόδιο Δικαστήριο να εκδικάσει την αγωγή είναι το Ναυτοδικείο, υποστηρίζοντας ότι δεν διεκδικεί τέλη ελλιμενισμού σαν λιμενική αρχή αλλά από την ιδιοκτήτρια εταιρεία του σκάφους το ποσό που κατέβαλε προς εξόφληση δικών της υποχρεώσεων ελλιμενισμού και συνεπώς η απαίτηση του δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του Ναυτοδικείου. Αρνείται επίσης πως οι επίδικες διαφορές ανήκουν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου διότι οι αξιώσεις δεν αφορούν απαίτηση του σε επαύξηση της περιουσίας της Εναγομένης 2 διαρκούντος του γάμου ή με την προοπτική τέλεσης του αλλά η απαίτηση του εναντίον της Εναγομένης 1 εταιρείας αφορά δάνειο το οποίο εγγυήθηκε σαν εγγυητής της εταιρείας. Υποστηρίζει πως το πλέγμα των οικονομικών του σχέσεων με την Εναγομένη εταιρεία συνίσταται στην ιδιοκτησία των μετοχών της ως δικαιούχου με τη σύσταση εμπιστεύματος και ως δανειστής της. Η Εναγομένη 2 κανένα οικονομικό ή ιδιοκτησιακό συμφέρον δεν έχει σε ότι αφορά την Εναγομένη 1 εταιρεία, τις μετοχές της και τα περιουσιακά της στοιχεία. Αρνείται ότι χρησιμοποίησε την οικογενειακή στέγη για εξόφληση δικού του δανείου για την αγορά του σκάφους με την δέσμευση της, υποστηρίζει πως η αλήθεια συνίσταται στην υποθήκευση της γης, η οποία ανήκει στην μητέρα του, επί της οποίας κτίστηκε με αποκλειστικά του χρήματα η οικογενειακή στέγη. Η Εναγομένη 2 δεν πλήρωσε καμιά δόση στα δάνεια αυτά για την ανέγερση της οικογενειακής στέγης σε κτήμα της μητέρας του. Επίσης αρνείται ότι το δάνειο χρησιμοποιήθηκε για αγορά του σκάφους το οποίο αγοράστηκε από την πώληση προηγούμενου σκάφους του και από τα μερίσματα και απολαβές του από την επιχείρηση του και άλλους δικούς του πόρους. Με την παρούσα αγωγή δεν διεκδικεί οτιδήποτε από την επαύξηση της περιουσίας της Εναγόμενης 2 ούτε η αξία των μετοχών της Εναγομένης 2 έχει αυξηθεί οι οποίες του ανήκουν και κατέχονται δυνάμει εμπιστεύματος προς όφελος του. Το σκάφος αγοράστηκε με δικά του χρήματα και αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της Εναγομένης 1 εταιρείας οι μετοχές της οποίας του ανήκουν. Το σκάφος είναι περιουσιακό στοιχείο της Εναγομένης 1 εταιρείας η οποία του οφείλει τα ζητούμενα με την αγωγή ποσά. Η Εναγομένη 2 κατά το γάμο τους δεν είχε καμιά περιουσία και ό,τι απέκτησε το απέκτησε αποκλειστικά με δική του συνεισφορά και συνεπώς η σημερινή περιουσία της του ανήκει και δεν αποτελεί εξασφάλιση. Αναφερόμενος στους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2, υποστηρίζει πως ο φόρος προστιθέμενης αξίας επιστράφηκε στην εταιρεία αφού υποβλήθηκε φορολογική δήλωση από την εναγομένη 2 σαν διευθυντής της. Αρνείται πως το δάνειο προς την Εναγομένη 1 εταιρεία είναι εικονικό αφού, όπως ισχυρίζεται, ο ίδιος πλήρωσε την αξία του σκάφους, το οποίο ενεγράφη ως ιδιοκτησία της Εναγομένης 1 εταιρείας, χωρίς καμία συνεισφορά της Εναγομένης
  8. Ζήτησε δύο φορές να του μεταβιβαστούν οι μετοχές της εταιρείας, η Εναγομένη 2 όμως πρόβαλε παράλογες αξιώσεις. Υποστηρίζει πως το σκάφος χρησιμοποιήθηκε για τους επαγγελματικούς σκοπούς που αγοράστηκε και αν τίθεται θέμα πληρωμής ΦΠΑ για τη χρήση που ο ίδιος του έκαμε θα πρέπει να εκδοθεί τιμολόγιο. Τέλος αναφέρει πως κατά τρόπο ακατανόητο και ψευδόμενη η Εναγομένη 2 διεκδικεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του σκάφους το οποίο ανήκει στην Εναγομένη 1 εταιρεία, επιρρίπτοντας ευθύνες στον ίδιο για την κατάσταση του σκάφους ενώ αυτή είναι ο διευθυντής της εταιρείας στην οποία ανήκει. Σύμφωνα με τη νομολογία, το βάθρο για την εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο, το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα (βλ. Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 ΑΑΔ 168) και ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1 AAΔ (Ε) 729, 732, Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 ΑΑΔ 1059-1063, Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1999)1 (B) AAΔ.1107, 1111 και Δ. Κωνσταντίνου ν. Γ. Κωνσταντίνου
(2004)1 ΑΑΔ 1192, 1198). Η πλευρά των Εναγομένων - Αιτητών υποστηρίζουν ότι αρμόδιο για την εκδίκαση της διαφοράς είναι το Ναυτοδικείο γιατί η διαφορά αφορά δικαιώματα ελλιμενισμού και θέματα που αφορούν την κατοχή ή ιδιοκτησία πλοίου εγγεγραμμένου υπό Κυπριακή σημαία. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι η απαίτηση για τις 1000 μετοχές, που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου γιατί αφορούν περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά το γάμο της Εναγόμενης 2 με τον Ενάγοντα. Εις απάντηση ο δικηγόρος του Ενάγοντος-Καθ΄ ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η ένσταση είναι αβάσιμη διότι ο ενάγων δεν διεκδικεί τέλη ελλιμενισμού αλλά ποσό το οποίο οφείλει η Εναγόμενη 1 ως τέλη ελλιμενισμού τα οποία κατέβαλε για λογαριασμό της, όχι χαριστικά. Περαιτέρω ο Ενάγων δεν διεκδικεί την κατοχή του σκάφους της Εναγομένης 1 ούτε την ιδιοκτησία του. Ως προς τη θέση των Εναγομένων - Αιτητριών ότι η διεκδίκηση από τον Ενάγοντα των 1000 εγγεγραμμένων στο όνομα της Εναγομένης 2 μετοχών στην Εναγομένη ότι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, υποστηρίζει ότι είναι αβάσιμη διότι η διεκδίκηση δεν αφορά απαίτηση σε επαύξηση της περιουσίας της διαρκούντος του γάμου, αλλά απαίτηση εναντίον της λόγω σύστασης εμπιστεύματος μετά από δανειοδότηση της Εναγομένης 1 Εταιρείας από τον Ενάγοντα όταν οι μετοχές ήσαν εγγεγραμμένες στο όνομα της και δεν έχουν καμιά αξία. Εξέτασα την απαίτηση του Ενάγοντος όπως έχει παρατεθεί στην έκθεση απαίτησης του και αποκαλύπτει τέσσερις βάσεις αγωγής: (α) το δάνειο προς την Εναγομένη 1 εταιρεία, (β) την εγγύηση από την Εναγομένη 2 προς τον Ενάγοντα για αποπληρωμή του πιο πάνω δανείου, (γ) την ανάκτηση του ποσού των €15.000 από την Εναγομένη 1 Εταιρεία το οποίο όφειλε και ο Ενάγων κατέβαλε για λογαριασμό της, όχι χαριστικά, (δ) την ανάκτηση 1000 μετοχών της Εναγομένης 1 Εταιρείας οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της Εναγομένης 2 και κατέχονται από αυτήν ως καταπιστευματοδόχος για τον Ενάγοντα. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι πιο πάνω βάσεις αγωγής εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Ναυτοδικείου ή του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Εξέτασα με προσοχή την αξίωση του Ενάγοντος εναντίον της Εναγομένης 1 Εταιρείας και δεν συμφωνώ με τη θέση της δικηγόρου των Εναγομένων - Αιτητριών αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Ναυτοδικείου. Θεωρώ ότι το Ναυτοδικείο δεν έχει καθ΄ ύλην αρμοδιότητα να επιληφθεί της απαίτησης του Ενάγοντος. Ο Αγγλικός Νόμος The Administration of Justice Act, 1956, άρθρο 1
(1)(η) τον οποίο επικαλείται δεν δίδει δικαιοδοσία ναυτοδικείου σε διαφορές όπως η επίδικη. Στη βάση των ισχυρισμών του Ενάγοντος, όπως αυτοί προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης του, η διαφορά του Εναγόντος μετά της Εναγομένης 1 εταιρείας αφορά ενοχική διαφορά μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 1 εταιρείας και καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της διαφοράς είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Το επόμενο ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι πιο πάνω βάσεις αγωγής εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων ρυθμίζεται από το αρ. 11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90), όπως έχει τροποποιηθεί. Το αρ. 11 στο βαθμό που είναι σχετικό έχει ως εξής: «11
(1)Τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία που ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν- ..................................................................................................................... (ε) Θέματα γενικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία.» Στο αρ. 2 του Νόμου 23/90, όπως έχει τροποποιηθεί, βρίσκουμε τον πιο κάτω ορισμό του όρου «περιουσιακές σχέσεις» τον οποίο συναντούμε στο πιο πάνω αρ. 11
(2)(ε) του Νόμου 23/90: «'περιουσιακές σχέσεις' σημαίνει τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1998.» Στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο αρ. 232/91, ως τροποποιήθηκε, βρίσκονται στο ερμηνευτικό άρθρο 2, όσον αφορά την έννοια ή τον ορισμό της «περιουσίας» και στο άρθρο 14, του ίδιου Νόμου, σε σχέση με την αύξηση της περιουσίας και τη συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον έτερο. Οι δύο διατάξεις παρατίθενται αυτούσιες: Άρθρο 2: «'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.» Άρθρο 14
(1): «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις έχουν ερμηνευθεί σε αριθμό αποφάσεων, όπως τις Λογγίνου ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ..1347, Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ.1643, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1 Α.Α.Δ.1343 και Περικλέους ν. Εγγλέζου κ.α. Έφεση Αρ. 5/10 ημερ. 9.6.
  1. Στη Λογγίνου ν. Λογγίνου (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι η διεκδίκηση περιουσίας, επρόκειτο για αυτοκίνητο, ως ανήκουσας κατά κυριότητα σύμφωνα με τις αρχές της επιεικείας για τα εμπιστεύματα στον ένα σύζυγο, αποτελεί περιουσιακή διαφορά για την εκδίκαση της οποίας αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Στην Μιχαήλ ν. Γιάγκου (ανωτέρω) ενώ δεν διεκδικείται συμμετοχή στην περιουσία ως θεραπεία δυνάμει του άρθρου 14 του Ν.232/91, το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό πλήρη σύνθεση, αποφάσισε, υιοθετώντας το λόγο της Λογγίνου ν. Λογγίνου (ανωτέρω), ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα ώστε να καλύπτει όλες τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με το Νόμο 232/
  2. Υιοθετήθηκε απόσπασμα της απόφασης στη Λογγίνου ν. Λογγίνου (ανωτέρω), όπου ο Καλλής, Δ. το έθεσε στις σελ.1359-1360 ως εξής: «Με τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεση του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 232/
  3. Επομένως από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Νόμου 23/90 (όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 του Νόμου 26(Ι)/98) αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. Έπεται πως η παρούσα αγωγή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στην κρινόμενη περίπτωση ο εφεσείων στήριξε την αγωγή του στο δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα. Αυτά διέπονται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας (equity) (βλ. άρθρο 16 του Νόμου 23/90 και άρθρο 31 του Νόμου 14/60). Ακολουθεί πως η φύση της επίδικης θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Ο Χατζηχαμπής, Δ. (όπως ήταν τότε) που εξέδωσε την απόφαση τόνισε ότι: «Θα θέλαμε να τονίσουμε περαιτέρω ότι η έφεση έχει ουσιαστικά συμπλέξει δύο πράγματα τα οποία πρέπει να αντικρίζονται χωριστά: τη δικαιοδοσία και το εφαρμοστέο δίκαιο. Σύμφωνα με τη Λογγίνου ν. Λογγίνου, όλες οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων υπάγονται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι όλες αποφασίζονται με αποκλειστική αναφορά στο άρθρο 14 του Νόμου 232/
  4. Ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως υπεδείχθη και στη Λογγίνου ν. Λογγίνου, εξαρτάται από τη φύση της απαίτησης, το δε Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εξουσία, βάσει των άρθρων 11
(1), 14(β) και 16
(1)του Νόμου 23/90 και του άρθρου 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), να εφαρμόζει ανάλογα τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές. Τούτο, εξ άλλου, εξυπακούεται και από την αυτοτέλεια του κάθε συζύγου, που και συνταγματικά κατοχυρώνεται και αναγνωρίζεται στο άρθρο 13 του Νόμου 232/91. Η αναγνώριση δικαιοδοσίας στο Οικογενειακό Δικαστήριο σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων λοιπόν ούτε την αυτοτέλεια των συζύγων αντιστρατεύεται ούτε αποκλείει την εφαρμογή, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, είτε αυτός προέρχεται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91.» Στην Φιλίππου ν. Φιλίππου (ανωτέρω), περιουσιακή διαφορά βασιζόμενη σε εμπίστευμα, μεταξύ άλλων, σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου, κρίθηκε κατά πλειοψηφία, ότι ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αναφέρθηκαν τα εξής: «Από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. (Βλ. και Λογγίνου, πιο πάνω, όπως και Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 Α.Α.Δ.1461 και Μιχαήλ ν. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. Επομένως, και η υπό εξέταση περιουσιακή διαφορά, ως βασιζόμενη σε εμπίστευμα μεταξύ συζύγων, σε ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου, ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου το οποίο και ορθά της επιλήφθηκε.» Στην υπόθεση Περικλέους ν. Εγγλέζου (ανωτέρω), ο Ναθαναήλ, Δ. αναφέρει τα εξής για να επιβεβαιώσει τη ρητή πρόθεση του νομοθέτη να διευρύνει τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων επί όλων σχεδόν των θεμάτων: «Με άλλα λόγια, η νομολογία έχει αναγνωρίσει πως δεν παύει η διαφορά να εκδικάζεται κατ΄ αρμοδιότητα από το οικείο Οικογενειακό Δικαστήριο, έστω και αν η αξίωση διατυπώνεται με θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. Όπου ο σύζυγος ή η σύζυγος θεωρούνται να κατέχουν περιουσιακό στοιχείο στη βάση εμπιστεύματος, η διαφορά εμπίπτει στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αν το περιουσιακό αυτό στοιχείο κατέχεται από τρίτο πρόσωπο, τυχαίως ή με πρόθεση καταδολίευσης, θα ήταν παράλογο να θεωρείτο ότι η διαφορά εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου.» Στην παρούσα υπόθεση επίδικο αντικείμενο είναι οι μετοχές της Εναγομένης 1 εταιρείας οι οποίες κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος του ανήκουν σαν περιουσιακά στοιχεία. Μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων προκύπτει ότι η απαίτηση του Ενάγοντος για διακήρυξη ύπαρξης καταπιστεύματος μετοχών, ότι δηλαδή οι μετοχές της Εναγομένης 1 εταιρείας του ανήκουν και κατέχονται δυνάμει εμπιστεύματος προς όφελος του από την Εναγομένη 2, δημιουργήθηκε μετά τη σύναψη του γάμου τους το
  2. Επομένως πρόκειται για περιουσία η οποία αποκτήθηκε κατ' ισχυρισμό από το σύζυγο μετά τη σύναψη του γάμου, συναφώς ικανοποιούνται οι πρόνοιες του Ν.232/
  3. Εφόσον δε οι επίδικες μετοχές αποκτήθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.232/91 η δίκη που τις αφορά έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Ν.23/90 όπως έχει τροποποιηθεί. Έπεται πως η επίδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η απαίτηση του Ενάγοντος διασυνδέεται με άλλες περιουσιακές διαφορές μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων που το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιλύσει. Διαφορετική δε αντιμετώπιση θα κατακερμάτιζε σε πέραν του ενός Δικαστηρίου της διαφορές ενώ όλες εμπίπτουν φυσιολογικά στις οικογενειακές διαφορές, πράγμα ανεπιθύμητο. Ενόψει όλων των ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 64Α
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)όπως έχει τροποποιηθεί, θεωρώ ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης 2 συμπεριλαμβανομένων και των αιτήσεων στα πλαίσια αυτής, επομένως, η αγωγή συμπεριλαμβανομένης της Ανταπαίτησης, στο βαθμό που αφορά την Εναγομένη 2, διακόπτονται, όπως και οι αιτήσεις που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της αγωγής και παραπέμπονται στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας, ήτοι στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού προς εκδίκαση. Το ήμισυ των εξόδων της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 2-Αιτήτριας και εναντίον του Ενάγοντος. Ως προς τα έξοδα που προηγήθηκαν θα κριθούν στα πλαίσια της διαδικασίας που θα ακολουθήσει ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η αίτηση της Εναγομένης 1- Αιτήτριας απορρίπτεται. Το ήμισυ των εξόδων της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος-Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 1-Αιτήτριας. (Υπ.) .............................................. Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Δικαιοδοσία Δικαστηρίου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.