← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ηomayon Mohebe, Aρ. Υπόθεσης: 28861/13, 7/3/2014

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Ηomayon Mohebe, Aρ. Υπόθεσης: 28861/13, 7/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A105 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Κατσικίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 28861/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού εναντίον Ηomayon Mohebe, από το Ιράν Ημερομηνία: 7 Μαρτίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου, για να ακούσει απόφαση για αυτήν ο κ.Λ. Μάρκου Για τον κατηγορούμενο: Ουδείς παρουσιάζεται αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος παρόν ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3, 4, 5, και 6 επί του κατηγορητηρίου. Ήτοι βρέθηκε ένοχος: Στην κατηγορία 2, στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, o κατηγορούμενος την 14.12.2013 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι την άδεια οδήγησης που αναφέρεται στην 1η κατηγορία. Στην κατηγορία 3, στο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας, o κατηγορούμενος την 14.12.2013 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση του αστυνομικού 1810 Α. Νικόλα από τη Λεμεσό, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό της ως τον Radu David από τη Ρουμανία. Στην κατηγορία 4, στο αδίκημα της εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας χωρίς την συγκατάθεση του Λειτουργού Μετανάστευσης κατά παράβαση του άρθρου 12

(1)
(5)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας, o κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία προς την κατηγορούσα αρχή, μεταξύ της 2ας Αυγούστου 2012 και της 14ης Δεκεμβρίου 2013 στην Τύμπου της Επαρχίας Λευκωσίας, εισήλθε στη Κυπριακή Δημοκρατία μέσω μη εγκεκριμένου αερολιμένος δηλαδή μέσω του αερολιμένος Τύμπου. Στην κατηγορία 5, στο αδίκημα της παραμονής στο έδαφος της Κ. Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του κατά παράβαση των άρθρων 2 και 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  2. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας o κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία προς την κατηγορούσα αρχή, μεταξύ της 2ας Αυγούστου 2012 και της 14ης Δεκεμβρίου 2013 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού ενώ ήταν αλλοδαπός δηλαδή Ιρανός Ρωσίδα υπήκοος παρέμεινε στη Δημοκρατία χωρίς να εξασφαλίσει την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Στην κατηγορία 6, στο αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη στη Κύπρο κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(θ) και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 14.12.13 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης και η είσοδος του στην Κύπρο δεν επιτρέπετο ευρέθη στη Δημοκρατία. Η κατηγορία 1 επί του κατηγορητηρίου διεκόπη από την κατηγορούσα αρχή με επακόλουθο ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από αυτήν. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3, 4, 5 και 6, είναι καταγραμμένα στη Γραπτή Έκθεση Γεγονότων την οποία η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α΄ και ανέγνωσε. Αυτά δε έχουν ως ακολούθως: Την 14/12/2013, δόθηκε πληροφορία στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ότι στην οικία αριθμός 4Β, που βρίσκεται στην οδό Λιοπετρίου, στην περιοχή Ομόνοια Λεμεσός, αποκρύπτονται τεκμήρια τα οποία σχετίζονται με υπόθεση πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, παράνομης κατοχής περιουσίας (ηλεκτρονικές συσκευές) και παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β, δηλαδή πιστολιού. Στην συνέχεια της ίδιας ημέρας 14/12/2013 και μεταξύ των ωρών 20:50 - 21:30, οι Αστ. 1945, 3981 και Αστ. 1810 (Μ2) του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, διενήργησαν δυνάμει Δικαστικού εντάλματος έρευνας στην εν λόγω κατοικία. Παρόντες κατά την έρευνα ήταν και οι ένοικοι της οικίας Mohammadreza Moghadam, από το Ιράν και η Ευρωπαία σύζυγος του Gina Ciobanu. Επίσης, εντός της οικίας ήταν και ο κατηγορούμενος ο οποίος φιλοξενείτο τις τελευταίες ημέρες από το πιο πάνω ζεύγος. Ερωτηθείς ο κατηγορούμενος από τον Μ2 ως προς τα στοιχεία του, ανάφερε ότι είναι Ρουμάνος και ονομάζεται Radu David και υπέδειξε στον Αστ. 1810 μία άδεια οδήγησης Ρουμανίας με αριθμό 18403172ΓΒ45033, εκδομένη στο όνομα που ανάφερε, η οποία είχε πάνω την φωτογραφία του. Ακολούθως ο Μ2 ανέκρινε προφορικά την Gina Ciobanu, η οποία του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι Ιρανός και όχι Ρουμάνος. Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο Μ2 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο ως προς τούτο και ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ονομάζεται HOMAYON MOHEBE και είναι από το Ιράν. Αμέσως ο Μ2 διενήργησε έλεγχο στα στοιχεία του, μέσω του Μ1 της ΥΑΜ όπου διαπιστώθηκε ότι αυτός εντοπίζεται στον κατάλογο ΣΤΟΠ-ΛΙΣΤ από τις 27/9/2012 ως απαγορευμένος μετανάστης, καθότι απελάθηκε για τη χώρα του στις 2/8/
  2. Ως εκ τούτου, την ίδια μέρα 14/12/2013 και ώρα 21:30, τον συνέλαβε για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Συγνώμη». Στις 15/12/2013 και ώρα 11:30 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού ο Μ3 συνέλαβε δυνάμει Δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Nothing». Η Μ5 αφού εξέτασε το τεκμήριο, ήτοι την ρουμάνικη άδεια οδήγησης, διαπίστωσε ότι είναι πλαστή. Την 17/12/2013 και μεταξύ των ωρών 14:00 - 16:00 η Μ7 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια του διερμηνέα της Ιρανικής γλώσσας Ραχίμ Χαβαριγιούμ. Στην ανακριτική κατάθεση του ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να απαντήσει στις περισσότερες από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, αλλά παράλληλα παραδέχτηκε ότι διαμένει παράνομα στο έδαφος της Δημοκρατίας και εισήλθε στην Δημοκρατία παράνομα, μέσω των κατεχομένων, δηλαδή μέσω του αερολιμένος Τύμπου. Από τα γεγονότα ως εκτέθησαν από την Κατηγορούσα Αρχή επισημαίνω ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και ότι όταν συνελήφθηκε από την Αστυνομία παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε περαιτέρω όπως το τεκμήριο που βρίσκεται στη κατοχή της αστυνομίας για την παρούσα υπόθεση, ήτοι η Ρουμανική άδεια οδήγησης με αρ. 18403172ΓΒ45033, να δημευθεί και καταστραφεί. Ο κατηγορούμενος, οποίος παρουσιάζεται αυτοπροσώπως, για σκοπούς μετριασμού της ποινής αποδέχθηκε και συμφώνησε με την έκδοση διατάγματος για τη δήμευση και καταστροφή του τεκμηρίου. Εξέφρασε στο Δικαστήριο την απολογία του και υποσχέθηκε ότι δε θα επιδείξει ξανά παραβατική συμπεριφορά. Ακόμη ανέφερε ότι επιθυμία του είναι να παραμείνει στην Κύπρο, αφού εδώ μεγάλωσε και προς τούτο θα υποβάλει αίτηση για να του παραχωρηθεί άδεια παραμονής. Τέλος ζήτησε να του δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία αφού είναι νεαρό άτομο. Αναμφίβολα τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αυτή αντικατοπτρίζεται μέσα από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, αφού και όπως έχει νομολογηθεί η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Η σοβαρότητα αυτή των αδικημάτων προκύπτει επίσης και από την ίδια τη φύση τους αφού αδικήματα αυτής της μορφής προσβάλλουν τα ήθη και τον πολιτισμό μας. Συγκεκριμένα για τα εν λόγω αδικήματα προβλέπονται οι εξής ποινές׃ Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335, του Ποινικού Κώδικα , Κεφ.154, ήτοι αυτού της 2ης κατηγορίας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ήτοι αυτού της 3ης κατηγορίας, τιμωρείται με ποινή την ποινή που προνοείται για τα αδικήματα που χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα, ήτοι με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500,00 ή και με τις δύο ποινές, της φυλάκισης και του προστίμου. Το αδίκημα της εισόδου στη Δημοκρατία χωρίς τη συγκατάθεση του λειτουργού Μενανάστευσης κατά παράβαση του άρθρου 12
(1)
(5)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105, ήτοι αυτού της 4ης κατηγορίας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 12 μηνών ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.000,00 ή και με τις δύο ποινές, της φυλάκισης και του προστίμου. Το αδίκημα της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής κατά παράβαση του άρθρου 19 (λ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105, ήτοι αυτού της 5ης κατηγορίας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 12 μηνών ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.000,00 ή και με τις δύο ποινές, της φυλάκισης και του προστίμου. Το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(θ) και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105, ήτοι αυτού της 6ης κατηγορίας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.5.000,00 ή και με τις δύο ποινές, της φυλάκισης και του προστίμου. Κατά κανόνα, αδικήματα κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων συνυπάρχουν και με αδικήματα πλαστογραφίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κάτι που όπως προκύπτει από τα γεγονότα, δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Στις περιπτώσεις αυτές, προκύπτει άμεσα η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών με δεδομένο ότι πρόκειται για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Διασαλεύουν, επίσης, την εμπορική πίστη και την πίστη στις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για την λειτουργία της κοινωνίας μας (Βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Στην υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 204, ο κατηγορούμενος ήταν Βουλγαρικής καταγωγής, ηλικίας 31 χρόνων, παντρεμένος με τρία παιδιά. Το 1998 ενώ βρισκόταν στην Κύπρο καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 15 μηνών για αδικήματα κλοπής επιταγών, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και απελάθηκε. Επανήλθε παράνομα ως απαγορευμένος μετανάστης και απελάθηκε για δεύτερη φορά το 2003 για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, χωρίς να κατηγορηθεί. Ακολούθως εισήλθε ξανά στην Κύπρο, χρησιμοποιώντας πλαστό Ελληνικό Διαβατήριο, το οποίο είχε αποκτήσει παράνομα. Καταδικάσθηκε μετά από δική του παραδοχή για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Η σοβαρότητα αδικημάτων όπως αυτά των κατηγοριών 2, 3, 4 και 5, και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φαίνεται και από το όσα αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου δικαστηρίου στην υπόθεση Atefi ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 190. Στην εν λόγω υπόθεση οι ποινές φυλάκισης από 2 μέχρι 10 μήνες για αδικήματα παρόμοιας φύσης ως της παρούσας επικυρώθηκαν και το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο εφεσείων, ύστερα από δική του παραδοχή, καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται μεταξύ δύο και δέκα μηνών για διάφορες κατηγορίες, για ψευδή δήλωση, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση πιστοποιητικού εγγραφής αλλοδαπού διά ψευδών παραστάσεων, παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και είσοδο στη Δημοκρατία από απαγορευμένο λιμάνι. Υποστηρίζει ότι οι επιβληθείσες ποινές είναι υπερβολικές. .............................................................................. Ο εφεσείων καταδικάστηκε σε σωρεία κατηγοριών και του επιβλήθηκε ποινή, όχι μόνο για το αδίκημα της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία ή της παράνομης διαμονής του, αλλά και για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Μάλιστα, οι ψηλότερες ποινές, αυτές των δέκα και οκτώ μηνών φυλάκισης, επιβλήθηκαν στις κατηγορίες για πλαστογραφία και κυκλοφορία ψευδούς εγγράφου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι ο εφεσείων, μέχρι τη σύλληψή του, δεν παρουσιάστηκε στις αρχές για να εκθέσει τους λόγους της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία. .............................................................................. Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε έδαφος στα εγερθέντα επιχειρήματα και συνεπώς η έφεση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Thuo David William v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 431, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών, παρότι κρίθηκε επιεικής από το Εφετείο. Αυτή αφορούσε αλλοδαπό που χρησιμοποίησε πλαστό διαβατήριο στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να μεταβεί στην Αγγλία. Λέχθηκε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, συντρέχει η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Τέλος σε σχέση με τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ποινική έφεση 225/13 ημερομηνίας 28/01/2014, Hussein Al Mohammed, ν. Αστυνομίας, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χατζηχαμπής απορρίπτοντας την έφεση εναντίον της εννεάμηνης ποινής αμέσου φυλακίσεως που επιβλήθηκε πρωτόδικα ως έκδηλα υπερβολικής, καταλήγοντας αναφέρει τα εξής: «Ενώπιόν μας ο εφεσείων παραπονείται για την έκταση της ποινής. Η αναφορά στη νομολογία που έχει γίνει από τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή και η δική μας αντίληψη της νομολογίας, δείχνει ότι η ποινή αυτή των εννέα μηνών βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της κλίμακας των ποινών οι οποίες επιβάλλονται και οι οποίες μπορεί να κυμαίνονται μέχρι και δύο χρόνια. Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε στα δεδομένα του εφεσείοντα, όπως τα έχει εκθέσει και σήμερα, που να δικαιολογεί οποιαδήποτε άποψη της ποινής ως εκδήλως υπερβολικής. Απεναντίας, η ποινή θεωρείται επιεικής και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να απορρίψουμε την έφεση.» Τα αδικήματα των κατηγοριών 4, 5 και 6, είναι επίσης πολύ σοβαρά. Αυτά, διαπράττονται με ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα στον τόπο μας σε βαθμό που δίκαια να μπορεί να θεωρείται ότι βρίσκονται σε έξαρση. Η ανησυχητική έξαρση στη διάπραξη των αδικημάτων αυτής της φύσης ενέχει σοβαρότατες συνέπειες στην οικονομική αλλά και κοινωνική ζωή του τόπου, στοιχεία που υπαγορεύουν την αντιμετώπιση τους με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα (Βλ. Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421). Ακόμη σε σχέση με το αδίκημα της 4ης κατηγορίας στην υπόθεση Tutunciyan v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 524, λέχθηκε ότι αυτό που καθιστά σοβαρό το αδίκημα της εισόδου στη χώρα, από λιμάνια και αερολιμένα ο οποίος βρίσκεται σε περιοχές που τελούν υπό την κατοχή της Τουρκίας, είναι η ενίσχυση που παρέχεται, με τέτοιες πράξεις, στην κατοχή. Η χρήση των λιμανιών και του αερολιμένα της Τύμπου στα κατεχόμενα πλήττει το κύρος της Δημοκρατίας και ενισχύει την κατοχή. Για τον λόγο αυτό η επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι ως θέμα αρχής εσφαλμένη. Στην δε υπόθεση Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 231, λέχθηκε, ότι η περιφρούρηση της Κυπριακής Επικράτειας αποτελεί θεμελιώδες καθήκον. Θα πρέπει να γίνει καθολικά σεβαστό ότι στην περίπτωση της Κύπρου, συντρέχουν ιδιαίτερα ισχυροί λόγοι για την αυστηρή εφαρμογή της αρχής του διεθνούς δικαίου που επιτρέπει τον αποκλεισμό αλλοδαπών προς διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. Το αδίκημα τέλος της κατηγορίας 5, ήτοι της παράνομης παραμονής, διαπράττεται επίσης με ολοένα και αυξανόμενη συχνότητα στον τόπο μας και βρίσκεται σε έξαρση με σοβαρότατες συνέπειες στην αγορά εργασίας και την οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου, στοιχεία που υπαγορεύουν επίσης την αντιμετώπιση του με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Abolfaze Tabrizi v. Αστυνομίας, ανωτέρω). Ακόμη στην υπό εξέταση περίπτωση η σοβαρότητα του αδικήματος της 6ης κατηγορίας, επαυξάνεται από το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην Κύπρο αφού είχε προηγηθεί η καταχώρηση του στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 27/09/2012, καθότι είχε κριθεί ως απαγορευμένος μετανάστης και απελάθηκε για τη χώρα του στις 02/08/2012. Παρά το ότι μπορεί να γίνει αντιληπτή από το Δικαστήριο η προσπάθεια του κατηγορούμενου να έλθει στην Κύπρο για τους λόγους που ανέφερε στην οποία και επιθυμεί να παραμείνει αφού εξασφαλίσει την απαραίτητη προς τούτο άδεια, θα πρέπει όμως, να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα πρόσωπα που επιθυμούν να έλθουν στην Κύπρο, οφείλουν να το πράττουν με το νόμιμο τρόπο και σεβόμενοι τους νόμους της Κυπριακής πολιτείας. Η είσοδος και η παραμονή τους στην Κύπρο θα πρέπει να γίνονται στα πλαίσια της νομιμότητας. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά παραπλάνησε τις αρμόδιες αρχές, παρουσιάζοντας σε αυτές πλαστή ρουμανική άδεια οδηγού. Η πιο πάνω συμπεριφορά του, καταδεικνύει την πλήρη περιφρόνηση του προς τους νόμους και τους κανόνες της πολιτείας της οποίας επεδίωξε και επιθυμεί τη φιλοξενία και δεν πρέπει να γίνει ανεκτή, και γι' αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα αυστηρότητα (βλ. Ahmat Al Kawaret v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 169/08, ημερομηνίας 10.12.08). Τα πιο πάνω, αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να έχουν αντίκρισμα στην ποινή που θα επιβληθεί. Η σοβαρότητα βεβαίως των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίζει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αδικημάτων όπως αυτά στην υπό εξέταση περίπτωση. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς λοιπόν μετριασμού της ποινής έλαβα υπόψη μου το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του στις κατηγορίες που βρέθηκε ένοχος, τη συνεργασία του με την αστυνομία, η οποία οδήγησε και στην ανακάλυψη και διαλεύκανση του αδικήματος της κατηγορίας 4 επί του κατηγορητηρίου, τις προσωπικές, και οικογενειακές του συνθήκες καθώς επίσης και τα όσα ο ίδιος ανέφερε για σκοπούς μετριασμού της ποινής σε σχέση σε σχέση με τα κίνητρα που τον οδήγησαν να διαπράξει τα αδικήματα. Ειδικότερα σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: · Ο κατηγορούμενος Homayon Mohebe είναι ηλικίας 26 ετών σήμερα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ιράν. Προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια, αφού οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν δύο χρονών. · Η μητέρα του, ηλικίας 44 χρονών, είναι απόφοιτος Πανεπιστημίου στην Περσία στον κλάδο της οδοντιατρικής. Στην Κύπρο βρισκόταν συνολικά 17 χρόνια και εργάστηκε σε διάφορες εργασίες, όμως πριν από πέντε χρόνια εγκατέλειψε την Κύπρο μαζί με την οικογένεια της και εγκαταστάθηκε στη Σουηδία για σκοπούς εργασίας. Υπάρχει κυρίως τηλεφωνική επικοινωνία μαζί της. · Ο πατέρας του, ηλικίας 46 χρονών, κατάγεται από την Περσία και ασκεί το επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων. · Ο κατηγορούμενος δεν ολοκλήρωσε το σχολείο στη χώρα του και από νεαρή ηλικία άρχισε να εργάζεται. Για ένα χρόνο περίπου εργάστηκε σε πλυντήριο χαλιών και για τρία χρόνια ως μηχανικός αυτοκινήτων. · Στην Κύπρο ήρθε για πρώτη φορά στην ηλικία των 14½ ετών, όπου ήδη βρισκόταν η μητέρα του. Διέμενε στην Επαρχία Λεμεσού και εργάστηκε κυρίως ως μηχανικός αυτοκινήτων. Λόγω του ότι δεν είχε άδεια παραμονής στην Κύπρο, πριν από δύο χρόνια απελάθηκε και επέστρεψε στη χώρα του. Ακολούθως, ήρθε και πάλι στην Κύπρο όπου εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας σε νυχτερινό μαγαζί στη Λεμεσό. Εργαζόταν τρεις φορές την εβδομάδα και λάμβανε μηνιαίως το ποσό των €600,00 περίπου, το οποίο αξιοποιούσε για κάλυψη των βασικών και ειδικών αναγκών του (όπως ενοίκιο, ρεύμα, νερό, διατροφή, έξοδα διακίνησης κ.λ.π.). · Δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας. Καπνίζει, δεν προβαίνει σε χρήση παράνομων ουσιών και δεν καταναλώνει καθόλου αλκοόλ. · Μετά την ολοκλήρωση της Δικαστικής διαδικασίας δεν θέλει να επιστρέψει στη χώρα του αφού όπως υποστηρίζει κινδυνεύει η ζωή του λόγω του ότι είναι Χριστιανός. Επίσης, ανέφερε στην αρμόδια λειτουργό ότι τον αναζητούν οι αρμόδιες αρχές καθότι δεν εκτέλεσε την απαιτούμενη στρατιωτική θητεία, αφού διέμενε μαζί με τη μητέρα του στην Κύπρο. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί, ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία υποδεικνύεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, και της ανάγκης για αποτροπή που επιβάλλουν η φύση τους καθώς επίσης οι συνέπειες που προκύπτουν από την διάπραξη τους σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Αποτιμώντας, λοιπόν, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα και χωρίς από την άλλη να μου διαφεύγουν τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και θα έστελνε και λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Τούτο, έχοντας δε κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Όμως η παρούσα υπόθεση κρίνω ότι μπορεί να διαφοροποιηθεί σε σχέση με τα αδικήματα της πλαστογραφίας και πλαστοπροσωπίας με άλλες υποθέσεις στις οποίες η διάπραξη αυτών καθ΄ αυτών των εν λόγω αδικημάτων ενείχε έντονο και το στοιχείο της αποκόμισης άμεσου οικονομικού οφέλους (βλέπε υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας ανωτέρω). Αυτό χωρίς να παραγνωρίζω ότι η διάπραξη των αδικημάτων από πλευράς του κατηγορούμενου ενέχει όπως συνάγεται από τα γεγονότα και το στοιχείο του προσχεδιασμού. Εν πάση περιπτώσει και επειδή ελλείπει όπως και πιο, πάνω αναφέρεται το στοιχείο της αποκόμισης άμεσου οικονομικού οφέλους από τον κατηγορούμενο, αυτή η διαφοροποίηση με έχει οδηγήσει στο να μεταχειριστώ τον κατηγορούμενο σε σχέση με την κολάσιμη αντιμετώπιση του με ηπιότερες ποινές φυλάκισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω επιβάλλω στον κατηγορούμενο, τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στην 5η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 6η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και να αρχίσουν να επιμετρούνται από την 19.12.13, ήτοι ημερομηνία από την οποία ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω διατάσσω όπως η Ρουμάνικη άδεια οδήγησης με αρ. 18403172ΓΒ45033, δημευθεί και καταστραφεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα εξετάσω τώρα, παρά το ότι δεν υπήρξε σχετική εισήγηση από τον κατηγορούμενο, εάν οι ποινές αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του, ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, N.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται στο άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Πρέπει εδώ αρχικά να λεχθεί ότι δεν κατέληξα στην κρίση μου σε σχέση με το θέμα αναστολής των ποινών φυλάκισης στην παρούσα αβασάνιστα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου, οι οποίες επισημαίνω πώς δεν έχουν διαφοροποιηθεί, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν ήδη υπόψη σε σχέση με την έκταση των επιβληθέντων ποινών φυλάκισης, δεν είναι, όμως, τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν και την αναστολή τους, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων και της ανάγκης για αποτροπή όχι μόνο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, αλλά και για άλλους επίδοξους νέους παραβάτες. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση. Ποσό € 17,00, έξοδα της διερμηνέως κας Ο' Keeffe Loulla, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία Ποσό €17,00 έξοδα της διερμηνέως κας Dargahi Parto, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία (Υπ.)...................................... Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ποινή πλαστοπροσωπία απαγορευμένος μετανάστης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.