MD Referrals Ltd ν. CJSC Intertechelectro κ.α., Αρ. Αγωγής: 4184/12, 21/2/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A82 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4184/12 Μεταξύ: MD Referrals Ltd, από την Πάφο Ενάγουσας - και -
- CJSC Intertechelectro, από τη Ρωσία
- Generation Holding AG, από την Αυστρία
- P.E.C. Powerenergy Cyprus Ltd, από τη Λεμεσό
- Mark Shabad, από το Ηνωμένο Βασίλειο
- Gregory Schtulberg, από το Ηνωμένο Βασίλειο
- Clarus Management Ltd, από τη Ρωσία
- Alexander Korolenko, από τη Ρωσία
- Αντώνης Αντωνίου Λατούρος, από την Αραδίππου Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 26.7.2013 από την Εναγόμενη 1 21.2.2014 Για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κ. Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Καριτζιής για Α. Καριτζής & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο στις 14.9.
- Στρεφόταν εναντίον οκτώ Εναγομένων, φυσικών και νομικών προσώπων. Την 10.5.2013 καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησης. Την 25.11.2013, κατόπιν αδείας, η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 3 - 8 αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα και απορρίφθηκε, κατ΄ ακολουθία χαριστικής πληρωμής που, όπως ειπώθηκε, έγινε. Με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη 1 αιτείται την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την αναστολή της αγωγής στην έκταση που αφορά απαιτήσεις ή αγώγιμα δικαιώματα ή διαφορές που, κατ΄ ισχυρισμό της Ενάγουσας, προκύπτουν, βασίζονται ή έχουν σχέση καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τη Γραπτή Συμφωνία Αντιπροσωπείας (ΣΑ) ημερομηνίας 24.9.
- Ο λόγος είναι ότι η ΣΑ εμπεριέχει ρήτρα διαιτησίας με την οποία οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει ή έχει σχέση με αυτή, περιλαμβανομένων και ζητημάτων αναφορικά με την ύπαρξη, εγκυρότητα ή τερματισμό της, θα παραπέμπεται προς επίλυση σε διαιτησία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης και σύμφωνα με τους κανόνες αυτού. Η Αίτηση στηρίζεται σε στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26.7.2013 της Μαρίας Τοπούζογλου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Εναγόμενης
- Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση αντίγραφο της ΣΑ και εφίσταται η προσοχή στον όρο 6 όπου αναφέρεται ότι: «All differences arising out of or in connection with this agreement, including all matters regarding its existence, validity or termination, which cannot be settled by the Parties amicably, shall be finally and exclusively settled by arbitration in the International Arbitration Court under the Stockholm Chamber of Commerce in accordance with the Rules of the aforesaid Court.» Σε δική μου μετάφραση: «Όλες οι διαφορές που προκύπτουν από ή σε σχέση με αυτή τη συμφωνία, περιλαμβανομένων όλων των ζητημάτων αναφορικά με την ύπαρξη, την εγκυρότητα ή τον τερματισμό της, τα οποία δεν μπορούν να επιλυθούν από τα μέρη φιλικά, θα διευθετούνται τελεσίδικα και αποκλειστικά με διαιτησία στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης, και σύμφωνα με τους Κανονισμούς του προαναφερομένου Δικαστηρίου.» Κατά τα άλλα, η ένορκη δήλωση Τοπούζογλου αναλώνεται σε νομική επιχειρηματολογία και συνιστά τη βάση των όσων αναπτύχθηκαν από τους δικηγόρους της Εναγόμενης 1 στην αγόρευσή τους. Η Ενάγουσα καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην οποία προβάλλονται λόγοι ένστασης που αφορούν τόσο το νομότυπο της Αίτησης όσο και το ζήτημα της ρήτρας διαιτησίας. Σε αυτούς θα αναφερθώ εξετάζοντας την ουσία τους. Αναφέρεται στην Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης ότι αυτή υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.11.2013 του Ανδρέα Δαμιανού και στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας περιλαμβανομένης ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 17.10.2012 του Ανδρέα Χάγιαννη. Ωστόσο, η ένορκη ημερομηνίας 8.11.2013 που συνοδεύει την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης είναι του Ανδρέα Χάγιαννη και όχι του Ανδρέα Δαμιανού. Πρόδηλα πρόκειται για αβλεψία. Ο ομνύοντας, γιος του διευθυντή της Ενάγουσας, υιοθετεί το περιεχόμενο της προηγούμενης του ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω αναφέρεται στην οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας και ότι αυτή βρίσκεται σε αδράνεια χωρίς οποιοδήποτε εισόδημα, με μόνη δραστηριότητα της την προώθηση της παρούσας αγωγής. Ακόμα και οι δικηγόροι που την εκπροσωπούν στην παρούσα αγωγή δεν έχουν λάβει οποιαδήποτε αμοιβή και θα πληρωθούν στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας εφόσον η Ενάγουσα εισπράξει αποζημιώσεις. Έγιναν προσπάθειες ώστε η Ενάγουσα να εξασφαλίσει δανειοδότηση με σκοπό την προώθηση διαιτητικής διαδικασίας στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης που δεν καρποφόρησαν. Από έρευνα στην οποία προέβηκε ο ομνύοντας διαπιστώνει ότι τα έξοδα έναρξης και προώθησης τέτοιας διαιτητικής διαδικασίας είναι πολλαπλάσια και υπέρμετρα δυσανάλογα από τα δικαστικά έξοδα στην Κύπρο. Δεν αμφισβητείται ότι η επισυναπτόμενη στην ένορκη δήλωση Τοπούζογλου είναι η σχετική συμφωνία των μερών και εμπεριέχει την αναφερόμενη ρήτρα διαιτησίας. Άλλωστε, αυτό γίνεται παραδεκτό και στην παράγραφο 20.9 της Έκθεσης Απαίτησης. Το λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος που αναφέρεται σε αναστολή της αγωγής στην έκταση που αφορά απαιτήσεις ή αγώγιμα δικαιώματα ή διαφορές που προκύπτουν, βασίζονται ή έχουν σχέση με την ΣΑ δεν εμποδίζει την Εναγόμενη 1 να προβάλει, με τη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της, πως όλες οι απαιτήσεις της Ενάγουσας προκύπτουν, βασίζονται ή έχουν σχέση με τη ΣΑ. Οι ισχυρισμοί της Εκθεσης Απαίτησης είναι αυτοί που καθορίζουν ποιες από τις αξιούμενες θεραπείες ή κατά πόσο όλες προκύπτουν, βασίζονται ή έχουν σχέση με τη ΣΑ. Σημασία έχει τι η Ενάγουσα διατείνεται στο δικόγραφο της. Οι αξιώσεις της Ενάγουσας εδράζονται σε συμβατικές σχέσεις με την Εναγομένη
- Με τη συνομολόγηση της ΣΑ η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 δεσμεύτηκαν συμβατικά η μια έναντι της άλλης και δημιουργήθηκαν υποχρεώσεις και δικαιώματα εκατέρωθεν. Αργότερα την 19.5.2000 υπογράφηκε στην Κύπρο Συμφωνία Πώλησης Μετοχών (ΣΠΜ) μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 -
- Αναφέρεται πως: «32.5 Η Σύμβαση Αντιπροσώπευσης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που πήγαζαν από αυτήν, αναστέλλονταν καθ΄ όλη τη διάρκεια ισχύος και μέχρι τη λήξη ή τον τερματισμό της Σύμβασης Πώλησης Μετοχών, οπόταν και οι πρόνοιες της Σύμβασης Αντιπροσώπευσης θα ενεργοποιούνταν και/ή τίθεντο σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή εκ νέου. 32.6 Σε περίπτωση ολοκλήρωσης της Σύμβασης Πώλησης των Μετοχών, η Σύμβαση Αντιπροσώπευσης θα τερματιζόταν πάραυτα και αυτόματα και οποιαδήποτε δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις είχαν στο μεταξύ δημιουργηθεί προς όφελος ή έναντι των Εναγομένων 1 - 3 ή οποιωνδήποτε από αυτές και/ή της Ενάγουσας θα ακυρώνονταν.» Η ΣΠΜ διέπετο από τους νόμους της Κύπρου και προνοούσε πως οποιαδήποτε αγωγή θα καταχωρείτο στα Δικαστήρια της Κύπρου ή σε άλλο πιο κατάλληλο δικαστήριο. Δικογραφείται (παράγρ. 39.10) πως οι Εναγόμενες 1 - 3 ενεργώντας αντισυμβατικά εμπόδιζαν την Ενάγουσα από του να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει της ΣΠΜ, αλλού όμως (παράγρ.41) αναφέρεται πως η Ενάγουσα εκπλήρωσε στο ακέραιο τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι των Εναγομένων 1 - 3 που πηγάζουν από τη ΣΠΜ. Την 20.2.2012 οι Εναγόμενες 1 - 3 απέστειλαν επιστολή προς την Ενάγουσα «ενημερώνοντας την για τη λήξη» της ΣΠΜ. Η Ενάγουσα απέστειλε απαντητική επιστολή προς τις Εναγόμενες 1 - 3 εφιστώντας την προσοχή τους στον όρο για αναβίωση της ΣΑ και στη συνέχεια ζήτησε πληροφορίες επικαλούμενη όρο της ΣΑ. Την 22.8.2012 η Ενάγουσα με νέα επιστολή της κάλεσε τις Εναγόμενες 1 - 3 σε συμμόρφωση με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη ΣΠΜ και/ή την ΣΑ σε περίπτωση μη εφαρμογής της πρώτης. Την 10.9.2012 η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της τερμάτισε και/ή κατάγγειλε τη ΣΑ και τη ΣΠΜ λόγω «παράβασης από μέρους των Εναγομένων 1 - 3 των συμβατικών τους υποχρεώσεων και/ή λόγω της εκ της συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 - 3 αποκήρυξη των εν λόγω Συμβάσεων». Η Ενάγουσα προβάλλει στο παρακλητικό μέρος της Εκθεσης Απαίτησης διαζευκτικές αξιώσεις. Στη βάση ότι η ΣΠΜ έχει ολοκληρωθεί και/ή εκπληρωθεί από την ίδια και ίσχυε μέχρι που η ίδια δικαιωματικά την τερμάτισε την 10.9.2012, αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση της ΣΠΜ από τις Εναγόμενες 1 -
- Διαζευκτικά και εάν απορριφθεί η πιο πάνω βάση, ότι η ΣΑ ενεργοποιήθηκε και τέθηκε σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή εκ νέου και πως η ίδια νόμιμα την τερμάτισε λόγω παράβασης από τις Εναγόμενες 1 - 3 των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Αξιώνονται αποζημιώσεις και σε αυτή τη βάση. Στο παρακλητικό της Εκθεσης Απαίτησης αξιώνονται αποζημιώσεις και κάτω από διάφορους άλλους τίτλους που όμως απορρέουν είτε από τη ΣΑ είτε από τη ΣΠΜ. Είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι η ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στον όρο 6 της ΣΑ εμπίπτει και καλύπτεται από τις πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Αρ.101/1987). Δεν έχει αμφισβητηθεί από την Ενάγουσα και είναι διαπίστωσή μου ότι η γραπτή (άρθρο 7) συμφωνία των μερών είναι εμπορικής φύσεως (άρθρο 2
(5)) και έχει διεθνή χαρακτήρα εφόσον η έδρα των εργασιών της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 βρίσκεται σε διαφορετικές χώρες, Κύπρο και Ρωσία αντίστοιχα (άρθρο 2
(2)(α)), ενώ περαιτέρω ο τόπος διεξαγωγής της διαιτησίας ορίστηκε στην Στοκχόλμη της Σουηδίας (άρθρο 2
(2)(β)(i)). Η θεμελιακή διάσταση στις θέσεις των αντιδίκων έγκειται στο ότι η Εναγόμενη 1 υποστηρίζει πως «δυνάμει μεταξύ άλλων του Αρθρου 8 του ρηθέντα Νόμου 101/87, το Δικαστήριο εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις, είναι υπόχρεο και/ή οφείλει (MANDATORY) να διατάξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας», ενώ η Ενάγουσα υποβάλλει πως «η ύπαρξη συμβατικού όρου για παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία αποτελεί μόνο ισχυρό λόγο αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και όχι ακλόνητο και αμάχητο κανόνα τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει αυστηρά και χωρίς άλλο». Το Αρθρο 8
(1)του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 προνοεί ότι: «Σε περίπτωση που εγείρεται αγωγή για ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή οφείλει [δική μου έμφαση], αν το ζητήσει το ένα των μερών πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσης του επί της ουσίας της διαφοράς [δική μου έμφαση], να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, εκτός αν εύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής [δική μου έμφαση], ή μη δεκτική εκτέλεσης.» Ο Νόμος αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του Μοdel Law on International Commercial Arbitration (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Βank Fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)Α.Α.Δ. 585). Το Αρθρο 6 του Νόμου προνοεί ότι: «Στα ζητήματα που υπόκεινται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου χωρεί παρέμβαση του Δικαστηρίου μόνο ως ο παρών Νόμος ορίζει.» Το Αρθρο 6 του Νόμου είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 5 του Model Law. Στο σύγγραμμα International Commercial Arbitration in UNCITRAL, Model Law Jurisdictions, An International Comparison of the UNCITRAL Model Law on International Commercial Arbitration, εκδ. 2000, του Dr P.Binder, αναφέρεται πως ο σκοπός του άρθρου 5 ήταν να αποκλείσει τη γενική ή κατάλοιπη εξουσία που αφήνεται στα δικαστήρια των χωρών που δεν έχουν υιοθετήσει το Model Law. Η Ενάγουσα υποστήριξε τη θέση της με νομολογία που αφορά σε ρήτρες αλλοδαπής δικαιοδοσίας (Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD και άλλων Πολ.Εφ. 13/2009, 27.3.2012, Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 C.L.R. 290, Jadvanska v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners και άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, Τhe Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641, Sonco Canning Limited v. Adriatica
(1972)1 C.L.R. 210, Solectra Ltd. v. C.I.S. Gmbh & Co K.G. & others
(1991)1 Α.Α.Δ. 851) ή ρήτρες διαιτησίας που δεν ήταν διεθνείς. (Balkancarimpex FTOV. Leasco Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 815) και που συνεπώς, και στις δύο περιπτώσεις, δεν είχε εφαρμογή ο Νόμος. Περαιτέρω η αναφορά σε αποφάσεις δικαστηρίων άλλων χωρών είναι εντελώς αποπροσανατολιστική. Τα δικαστήρια της κάθε χώρας εφαρμόζουν τη νομοθεσία της χώρας τους. Μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα θα είχαν οι αναφερθείσες αποφάσεις και τούτο με την προϋπόθεση ότι η επί του προκειμένου νομοθεσία τους εμπεριείχε πρόνοια ανάλογη του δικού μας Αρθρου 8
(1). Αναφέρθηκε ακόμα η Ενάγουσα στην KSB TESMA A.E.T.E. ν. ΝΕΜΕΣΙΣ Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ., Αρ.Αγωγής 3132/10 Ε.Δ. Λευκωσίας όπου αναφέρθηκε πως όταν τηρούνται οι πρόνοιες του Νόμου 101/87 τότε το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να ικανοποιήσει το αίτημα για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας νοουμένου ότι η αίτηση δεν είναι καταχρηστική. Δεν είναι επιτρεπτό να εισάγονται εξαιρέσεις ή προϋποθέσεις εκεί όπου το γράμμα του νόμου είναι ξεκάθαρο και δεν αφήνει τέτοια περιθώρια. Μόνο εάν το Δικαστήριο εξεύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης, όπως ο Νόμος ρητά και εξαντλητικά ορίζει, μπορεί να αποκλίνει από του να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη GZF Poly Oil Ltd v. Vladimir A. Katic κ.α., Γεν.Αίτηση 349/07 Ε.Δ. Λεμεσού, όπου αναφέρθηκε πως παρά την ύπαρξη αλλοδαπής ρήτρας διαιτησίας, (προφανώς εννοείτο ρήτρα διεθνούς διαιτησίας) ή ρήτρας εκδίκασης της υπόθεσης σε αλλοδαπό δικαστήριο, το Δικαστήριο μπορεί να μην εφαρμόσει τη συμφωνία των διαδίκων «εκεί όπου εισάγονται ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν την αντίθετη πορεία». Είναι η κατάληξη μου, σε συμφωνία με τις εισηγήσεις των δικηγόρων της Εναγόμενης 1, πως από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι πρόκειται για ρήτρα διεθνούς εμπορικής διαιτησίας και τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος, η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία είναι επιτακτική εκτός και αν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης. Τα ζητήματα που εγείρονται με την αγωγή μπορεί να εντάσσονται θεματικά στην ευρύτητα της επίδικης ρήτρας διαιτησίας, η ουσία όμως του ζητήματος έγκειται στο κατά πόσο τα μέρη μεταγενέστερα συμφώνησαν διαφορετικά. Οι πλέον σημαντικές θέσεις για το ζήτημα που εξετάζεται είναι οι δικογραφημένες στις παραγράφους 32.5, 32.6 και
- Ότι δηλαδή τα μέρη στη συμφωνία που εμπεριέχει τη ρήτρα διαιτησίας κατάρτησαν σε μεταγενέστερο χρόνο νέα συμφωνία ρυθμίζοντας τις σχέσεις τους διαφορετικά. Ρητά συμφώνησαν την αναστολή της πρώτης συμφωνίας διαρκούσης της ισχύος της δεύτερης και ουσιαστικής ακύρωσης της σε περίπτωση ολοκλήρωσης της τελευταίας. Κατά πόσο η Ενάγουσα μπορεί να επιτύχει να καταδείξει πως η ΣΠΜ ολοκληρώθηκε, δεδομένης και της θέσης της για τερματισμό της από την ίδια την 10.9.2012, δεν είναι ζήτημα που μπορεί να επιλυθεί στην παρούσα διαδικασία και εκτός του πλαισίου της κυρίας δίκης. Επομένως η πτυχή της αξίωσης της Ενάγουσας που εδράζεται στη θέση ότι η ΣΠΜ ολοκληρώθηκε θέτει εκτός εικόνας τη ΣΑ. Η πτυχή αυτή της αξίωσης έχει ως βάση τη ΣΠΜ που δεν εμπεριέχει ρήτρα διαιτησίας, αλλά ρητά προνοεί ότι αγωγή μπορεί να καταχωριστεί στα Κυπριακά Δικαστήρια. Δεν υποστηρίχτηκε, και σωστά, πως η συμφωνία περί διαιτησίας είναι άκυρη ή μη δεκτική εκτέλεσης. Όμως αυτή μπορεί να είναι ανενεργής στην περίπτωση που η ΣΠΜ έχει ολοκληρωθεί, όπως προβάλλεται στο πρώτο σκέλος της αξίωσης της Ενάγουσας. Στο σύγγραμμα M.J.Mustill and S.G. Boyd, The Law and Practice of Commercial Arbitration in England, 2η Εκδ. σελ.464-5, αναφέρεται πως ανενεργής (inoperative) μπορεί να χαρακτηριστεί μια συμφωνία που, παρά το ότι δεν είναι άκυρη εξ΄ υπαρχής, έχει για κάποιο λόγο σταματήσει να έχει εφαρμογή στο μέλλον. Μια από τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτό μπορεί να συμβεί είναι λόγω κάποιας μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ των μερών. Στο σύγγραμμα J.B. Casey, International and Domestic Commercial Arbitration (Carswell, 1993) παράγρ. 4-14 αναφέρεται πως μια συμφωνία διαιτησίας είναι ανενεργή όταν υφίσταται συμφωνία αλλά για κάποιο λόγο δεν είναι πλέον εφαρμόσιμη. Για παράδειγμα όταν υπάρχει ισχυρισμός πως τα μέρη έχουν με μετέπειτα συμφωνία ή συμπεριφορά καταλήξει στην αναστολή της λειτουργίας της . Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία στις 12.7.
- Δεν καταχώρισε έκθεση υπεράσπισης. Πριν ακόμα την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης είχε παρουσιαστεί σε αίτηση ημερομηνίας 17.10.2012 που είχε καταχωριστεί από την Ενάγουσα για την εξασφάλιση ενδιάμεσου διατάγματος. Παρουσιάστηκε στις 11.12.2012 και 15.1.
- Αναφορικά με το διαδικαστικό στάδιο κατά το οποίο μπορεί να γίνει επίκληση του ΄Αρθρου 8
(1)η Ενάγουσα αντί να επικεντρωθεί στις επί του προκειμένου μη διφορούμενες πρόνοιες που ενσωματώνονται στο ίδιο το άρθρο ανέτρεξε και πάλιν σε νομολογία (Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Κουρουκλίδης και άλλος
(2002)1 Α.Α.Δ. 1374), που δεν αφορά περιπτώσεις που εφαρμοζόταν ο Νόμος. Ούτε ζήτημα καθυστέρησης μπορεί να εξεταστεί. Το χρονικό κριτήριο είναι ένα και μόνο. Η αίτηση πρέπει να καταχωριστεί «πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσης του επι της ουσίας της διαφοράς». Στην περίπτωση της Εναγόμενης 1 τέτοια έκθεση θα ήταν η έκθεση υπεράσπισης από την Εναγόμενη 1. Τέτοια δεν καταχωρίστηκε ούτε οιοδήποτε άλλο εκ μέρους της έγγραφο που να αναφέρεται στην ουσία της όποιας διαφοράς της με την Ενάγουσα ή άλλο διάδικο. Επομένως η υπό κρίση αίτηση μπορούσε να καταχωριστεί στο χρονικό στάδιο που αυτή καταχωρίστηκε χωρίς τούτο να συνιστά κώλυμα για επιτυχή έκβαση της. Αναφέρεται ακόμα από την Ενάγουσα πως το αίτημα της Εναγόμενης 1 δεν μπορεί να ικανοποιηθεί γιατί ό,τι εξαιτείται είναι αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και όχι παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία όπως ορίζεται στο ΄Αρθρο 8
(1). Η αναφορά στο ΄Αρθρο 8
(1)για παραπομπή δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο αποστέλλει την υπόθεση στο διαιτητικό δικαστήριο ή διατάσσει οιονδήποτε των διαδίκων να λάβει θετικά μέτρα για εκκίνηση της διαιτητικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο παραπέμπει τη διαφορά σε διαιτησία στην έννοια ότι διακηρύττει ότι το κατάλληλο βάθρο εκδίκασης είναι το διαιτητικό δικαστήριο. Εφόσον δε το ίδιο το δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδικάσει τη διαφορά θα πρέπει να ρυθμίσει την ενώπιον του διαδικασία και αυτό γίνεται με την αναστολή της. Ο σχολιασμός ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει επιδείξει ίχνος προθυμίας για επίλυση της διαφοράς στο διαιτητικό δικαστήριο είναι ατυχής. Η Ενάγουσα είναι αυτή που προβάλλει απαιτήσεις εναντίον της Εναγόμενης 1 και αυτή είναι που αναμένεται, εάν επιθυμεί την επίλυση της διαφοράς, να προσφύγει στο διαιτητικό δικαστήριο. Διάφορες άλλες παράμετροι που επικαλείται η Ενάγουσα, όπως ότι η μαρτυρία που θα καλέσει βρίσκεται στην Κύπρο, ότι η ΣΑ υπογράφηκε και ολοκληρώθηκε στην Κύπρο, ότι όλες οι υπηρεσίες που παρείχε η Ενάγουσα στα πλαίσια της ΣΑ παρασχέθηκαν στην Κύπρο και ότι άλλες συναφείς συμφωνίες διέπονται από το Κυπριακό δίκαιο και δίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια, δεν μπορούν να έχουν σημασία στα πλαίσια του ΄Αρθρου 8
(1). Ούτε και ότι τα έξοδα που θα πρέπει η Ενάγουσα να επωμιστεί στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης θα είναι ψηλά και ότι η Ενάγουσα αδυνατεί να τα αντιμετωπίσει είναι παράγοντας σχετικός. Η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 3 - 8, που δεν δεσμεύονταν από τη συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία, έχει, όπως προειπώθηκε, αποσυρθεί και απορριφθεί. Η απόσυρση έγινε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η έγκριση νέας αγωγής εναντίον τους για τα ίδια ζητήματα. Όμως, ακόμη κι αν η αγωγή υφίστατο εναντίον των Εναγομένων 3 - 8, τούτο δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την εφαρμογή των προνοιών του ΄Αρθρου 8
(1). Η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών δεν είναι παράμετρος που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη όταν καλείται να εφαρμόσει τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 8
(1). Αναφέρεται στην Βoart Sweden A.B. v. N.Y.A. Stromnes A.B.
(1988)41 Β.L.R. 295, 303, ότι από μόνο του το γεγονός ότι υπάρχουν πολλοί διάδικοι και διάφορα επίδικα ζητήματα που συσχετίζονται, αλλά όχι όλοι οι διάδικοι δεσμεύονται από τη ρήτρα διαιτησίας, δεν συνιστά εμπόδιο στο δικαίωμα των διαδίκων που είναι μέρη στη συμφωνία διαιτησίας να επικαλεστούν τη ρήτρα. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται. Διατάσσεται η αναστολή της αγωγής καθ΄όσον αφορά όλες τις απαιτήσεις και τα αγώγιμα δικαιώματα και τις διαφορές που προκύπτουν, βασίζονται ή έχουν σχέση καθ΄ οιοδήποτε τρόπο με τη ΣΑ. Η αγωγή παραμένει για εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου στην έκταση που αφορά τις αξιώσεις της Ενάγουσας δυνάμει της ΣΠΜ και στη βάση της θέσης της ότι αυτή ολοκληρώθηκε. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης 1 και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αναστολή λόγω ρήτρας διεθνούς διαιτησίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο