Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή κ.α. ν. Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης ΔΕΠΕ κ.α., Αρ. Αγωγής: 3413/13, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A193 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 3413/13 Μεταξύ:
- Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή
- Στέλιου Παπαστυλιανού
- Χριστάκη Θεοχάρους
- Άριστου Αριστείδου
- Αντώνη Προκοπίου
- Άνθιμου Πολυδώρου Εναγόντων και
- Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης ΔΕΠΕ
- Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης Eναγομένων Ημερομηνία: 30/4/2014 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές׃ κ. Χ. Τιμοθέου Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θ. Κατσικίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση που καταχωρήθηκε στις 4/10/2013 οι εναγόμενοι 1 και 2 αιτούνται την απόρριψη της αγωγής εναντίον τους αλλά και τη διαγραφή διαφόρων ισχυρισμών των εναγόντων που εκτίθενται στο δικόγραφο της Απάντησης. Η υπό κρίση αίτηση η οποία δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση, συνάντησε την ένσταση των εναγόντων και αφού καταχωρήθηκε εκ μέρους τους σχετική ειδοποίηση ένστασης που και πάλι δεν υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση, προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση, καθώς και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η αγωγή στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 2/8/2013 και με αυτήν οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις συνεπεία δυσφημιστικού, όπως ισχυρίζονται δημοσιεύματος το οποίο περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 3/7/2013 που απέστειλε ο εναγόμενος 2 προς το Γενικό Εισαγγελέα ως Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τη νομολογία η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο στην περίπτωση που το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, κάτι το οποίο εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του δικογράφου και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό. Όπως προκύπτει από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα από τη Δ.48 Θ. 9(j), αίτηση της φύσης αυτής, δεν χρειάζεται απαραίτητα να συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Στην υπόθεση Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 Β ΑΑΔ 1316 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία που ερμήνευσε την αντίστοιχη προς τη Δ.27 Θ.3 αγγλική δικονομική πρόνοια (Δ.25 Θ.4), καταλήγοντας ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται και εδώ με το ίδιο αυστηρό πνεύμα. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, στην υπόθεση in Re Pelmaco Development Ltd.
(1991)1 Α.Α.Δ. 246, 255, στην οποία το ζήτημα συσχετίζεται με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια: "Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος." Και πιο κάτω στην ίδια απόφαση λέχθηκε ακόμα ότι: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». (βλ. επίσης Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ 21). Είναι προφανές από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω ότι το Δικαστήριο με πολύ μεγάλη φειδώ πρέπει να αποστερεί διάδικο του δικαιώματος του να προσφύγει στο Δικαστήριο και πράττει τούτο όταν μόνο όταν το δικόγραφο κρίνεται ανακτίλεκτα ανυπόστατο. Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω αρχές και το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η απόρριψη της αγωγής εναντίον της εναγομένης
- Οι μοναδικές αναφορές στο πρόσωπο της εναγομένης 1 γίνονται στις παραγράφους 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης. Στην παράγραφο 2 αναφέρεται ότι η εναγόμενη 1 είναι δικηγορική εταιρεία και ο εναγόμενος 2 δικηγόρος, διευθυντής και μέτοχος σε αυτή. Στην παράγραφο 3 δικογραφείται ότι η Επιτροπεία της ΣΠΕ Κυπερούντας Λτδ, απέστειλε στο Γενικό Εισαγγελέα υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων επιστολή με την οποία κατάγγελλε τον εναγόμενο 2 «της δικηγορικής εταιρείας Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης ΔΕΠΕ ότι ενώ ενεργούσε σαν δικηγόρος της ΣΠΕ Κυπερούντας....». Στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται επίσης ότι ο εναγόμενος 2 και μετά από ενημέρωση που είχε από το Γενικό Εισαγγελέα «απέστειλε» στον τελευταίο κατά /ή περί τις 3/7/2013 επιστολή με την οποία δυσφήμιζε τα μέλη της επιτροπείας της ΣΠΕ Κυπερούντας. Αυτοί είναι οι μοναδικοί ισχυρισμοί που δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης και σχετίζονται με την εναγομένη
- Ως 1ος λόγος ένστασης προβάλλεται ότι η αγωγή εναντίον της εναγομένης 1 δεν θα πρέπει να απορριφθεί καθότι υπάρχει ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι την επίδικη επιστολή την απέστειλε η εναγόμενη εταιρεία 1 και ο εναγόμενος 2 ήταν το πρόσωπο που την υπόγραψε. Όμως τέτοιος ισχυρισμός πουθενά δεν δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξετασθεί μέσα από το συγκεκριμένο πρίσμα. Λαμβάνοντας υπόψη τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων κρίνεται ότι πράγματι δεν αποκαλύπτεται εναντίον της εναγομένης 1 αιτία αγωγής. Οι πιο πάνω αναφορές που είναι και οι μοναδικές σε ολόκληρο το σώμα της Έκθεσης Απαίτησης δεν αποκαλύπτουν τέτοια αιτία. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων που περιέχεται στη γραπτή του αγόρευση ότι δηλαδή από τις παραγράφους 2, 3 και 6 της Έκθεσης Απαίτησης προκύπτει ότι η επίδικη επιστολή είχε ως «αποστολέα- συγγραφέα την εναγομένη 1 και ως υπογράψαντα τον εναγόμενο 2». Και αυτό γιατί κανένας απολύτως τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται παρά μόνο όσα πιο πάνω εκτίθενται. Ούτε τα όσα εκτίθενται βεβαίως στην ειδοποίηση ένστασης των εναγόντων μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο αφού και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος, πιο πάνω, «Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (Δέστε: In Re Pelmako, ανωτέρω)». Παρά το γεγονός ότι και όπως η νομολογία υποδεικνύει η διαγραφή δικογράφου από το πολύ αυτό αρχικό στάδιο πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη φειδώ θεωρώ ότι σε σχέση με την εναγομένη 1 δεν υπάρχει οποιοδήποτε δικογραφημένο γεγονός που να αποκαλύπτει έστω και έμμεσα εναντίον της αιτία αγωγής έτσι ώστε να είναι δυνατό η αγωγή σε σχέση με αυτήν να μπορεί να διασωθεί. Η δικογράφηση ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος 2 είναι διευθυντής και μέτοχος στην εναγόμενη εταιρεία 1 δεν συνδέει χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου ισχυριζόμενου γεγονότος την εναγόμενη εταιρεία 1 με το αδίκημα της δυσφήμησης αφού δεν υπάρχει κανένας δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγόντων για οποιαδήποτε εμπλοκή ή άλλη σχέση της εναγόμενης 1 με το κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικό δημοσίευμα. Δεν θα συμφωνήσω όμως ότι το ίδιο συμβαίνει και σε σχέση με τον εναγόμενο
- Και αυτό γιατί ρητά καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι ο τελευταίος απέστειλε προς το Γενικό Εισαγγελέα ως Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων με κοινοποίηση στην επιτροπεία της ΣΠΕ Κυπερούντας Λτδ την επιστολή ημερομηνίας 3/7/2013, μέρος της οποίας συνιστά σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες, δυσφημιστικό δημοσίευμα το οποίο τείνει να βλάψει την υπόληψη τους. Τα όσα εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 2 στη γραπτή του αγόρευση ότι δηλαδή τα όσα περιέχονται στην επίδικη επιστολή καλύπτονται από τις υπερασπίσεις που θέτει ο Νόμος και ότι γι' αυτό σε καμία περίπτωση η αγωγή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας αφού οι ενάγοντες θα έπρεπε να είχαν δικογραφήσει την ύπαρξη κακοπιστίας εκ μέρους του εναγομένου 2, αυτά είτε ευσταθούν είτε όχι, δεν αποτελούν ζητήματα που μπορούν να εξετασθούν σε αυτό το στάδιο αλλά θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης κατά το στάδιο κρίσης της ουσίας της αγωγής. Αποδοχή αυτής της εισήγησης θα επέφερε καταστρατήγηση του κανόνα που έθεσε η νομολογία ότι η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με πολύ μεγάλη φειδώ και μόνο όταν το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο κάτι που δεν συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση όπου αποκαλύπτεται αιτία αγωγής σε σχέση με τον εναγόμενο
- Η αγωγή εναντίον του δεν μπορεί επίσης να διαγραφεί ούτε για τους άλλους προβαλλόμενους λόγους, ότι δηλαδή είναι μηδαμινή και/ή ενοχλητική κ.λ.π. αφού τίποτε από την όψη των δικογράφων δεν καταδεικνύει κάτι τέτοιο. Ούτε βεβαίως μπορεί να θεωρηθεί ότι η καταχώρηση της δυνατό να αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ως είναι ένας από τους λόγους που προβάλλονται στην αίτηση για απόρριψη της αγωγής εναντίον του εναγομένου 2, λόγος που εν πάση περιπτώσει δεν έχει προωθηθεί με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου 2 και ο οποίος για το λόγο αυτό θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η διαγραφή εκείνων των ισχυρισμών των εναγόντων που εκτίθενται στην αίτηση και δικογραφούνται στο δικόγραφο της Απάντησης τους. Η Δ.19, Θ.26 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε θέμα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο δυνατόν να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής». Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Άλλων
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852 λέχθηκε ότι κύριος σκοπός της Δ.19, θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του πιο πάνω θεσμού δεν επιχειρείται και δεν εξετάζεται η εγκυρότητα του δικογράφου. Ενόψει της ομοιότητας της Δ.19, Θ.26 με την Αγγλική Order 19, r.27 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από την Αγγλική Νομολογία. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) αναφέρεται στη σελίδα 477 ότι η διατύπωση του κανόνα είναι ευρεία αλλά η εφαρμογή του περιορίσθηκε σε κάποιο βαθμό από τις αποφάσεις που δόθηκαν σε σχέση με αυτόν. Καθοριστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270 όπου διακηρύχθηκε ότι ο κανόνας ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πως να συντάσσουν τα δικόγραφα τους θα πρέπει να τηρείται ιερός. Από την άλλη, ο κανόνας αυτός υπόκειται στον περιορισμό ότι οι διάδικοι δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Αν το δικόγραφο διαδίκου είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία και να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, τότε, το δικόγραφο αυτό ξεπερνά τα δικαιώματα του διαδίκου. Στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι η μη συμμόρφωση με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων δεν αποτελεί πάντα λόγο διαγραφής κάποιου δικογράφου. Ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι η παραβίαση, τον επηρεάζει με κάποιο τρόπο δυσμενώς. Από την άλλη, κάθε διάδικος δικαιούται ex debito justitiae να απαιτεί όπως η υπόθεση του αντιδίκου του παρουσιασθεί με τρόπο καταληπτό ώστε να μπορεί να την αντιμετωπίσει. Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ. 4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ... " Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, ελέχθη ότι: "The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;.." .......................................................................................................................... Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd ν. Sir Robert McAIpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being -made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. .............................................................................................................................. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing». Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedent of Pleadings, 12η έκδοση σελ. 144, σκανδαλώδη ζητήματα σε οποιοδήποτε δικόγραφο μπορούν να διαγραφούν ή να τροποποιηθούν με διαταγή του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) ή απρεπή (indecent) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Στην Αγγλική υπόθεση Murray v. Epsom Local Board
(1897)1 Ch. D. 35 ισχυρισμός ότι μέλος των εναγομένων αμφισβητούσε την απαίτηση για δικό του προσωπικό όφελος και όχι για το δημόσιο συμφέρον διαγράφηκε. Ένα δικόγραφο θεωρείται, επίσης, σκανδαλώδες αν περιέχει υποβιβαστικές (degrading) κατηγορίες οι οποίες είναι άσχετες ή σε περίπτωση που οι κατηγορίες αυτές είναι σχετικές, αν αυτό προβαίνει σε αχρείαστες λεπτομέρειες. Από την άλλη, ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, για παράδειγμα, όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499 το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό ως μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής αν αποδειχθούν αληθινές. Στην Αγγλική υπόθεση Brooking v. Maudslay 55 LT 343, η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα περιείχε ισχυρισμούς για ανέντιμη συμπεριφορά του εναγόμενου. Στην Απάντηση του ο ενάγοντας ανάφερε ότι δεν επιζητούσε οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Υπό το φως της πιο πάνω δήλωσης κρίθηκε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν καταστεί επουσιώδεις, οπότε και διατάχθηκε η διαγραφή τους ως σκανδαλωδών και ως ισχυρισμών που τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόθεση του αντιδίκου. Με βάση τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συγκεκριμένα αποσπάσματα σε ένα δικόγραφο είναι σκανδαλώδη, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την φύση της αγωγής και αν κατά πόσο αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα. Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην εξέταση της αλήθειας τους. Έτσι, ισχυρισμοί με τους οποίους ζητούνται τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι επιτρεπτοί σε αγωγές η βάση των οποίων είναι αστικό αδίκημα, αλλά είναι ανεπίτρεπτοι σε αγωγές για παράβαση σύμβασης (βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 478). Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι οποιοδήποτε δικόγραφο ή οπισθογράφηση σε κλητήριο ένταλμα το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς τον αντίδικο ή να προκαλέσει σε αυτόν αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής μπορεί με διαταγή του Δικαστηρίου να διαγραφεί ή να τροποποιηθεί. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου έχει σκοπό να παρεμποδίζει την τάση όπως τα δικόγραφα να αποφεύγουν να εκθέτουν (evasive) ή να αποκρύβουν τα αληθινά αμφισβητούμενα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων και να εξασφαλίζει σε σχέση με τα δικόγραφα την διεξαγωγή της δίκης με δίκαιους όρους μεταξύ των διαδίκων προς εξασφάλιση μιας απόφασης η οποία αποτελεί το νόμιμο αντικείμενο της αγωγής. Ενώ οι διάδικοι δεν πρέπει να θεωρούνται με ευκολία ότι επηρεάζονται δυσμενώς ή ότι προκαλείται σε αυτούς αμηχανία από τα δικόγραφα του αντιδίκου τους, εντούτοις, κάθε διάδικος δικαιούται ex debito justitiae και στην βάση της αρχής που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270 που πιο πάνω αναφέρεται, να απαιτεί όπως η υπόθεση του αντιδίκου του, παρουσιασθεί με τρόπο καταληπτό ώστε να μπορεί να την αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, δικόγραφο προκαλεί αμηχανία όταν είναι ασαφές ή μη καταληπτό ή όταν εκθέτει άσχετο υλικό και με τον τρόπο αυτό εγείρει άσχετα θέματα τα οποία δυνατόν να προκαλέσουν έξοδα και καθυστέρηση και κατ' επέκταση, θα επηρεάσουν δυσμενώς την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Ένα δικόγραφο θεωρείται ακόμα ότι προκαλεί αμηχανία όταν περιέχει αχρείαστους ή άσχετους ισχυρισμούς. Επίσης, μια απαίτηση ή υπεράσπιση της οποίας ο διάδικος δεν νομιμοποιείται να κάνει χρήση, θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Επίσης, όταν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται, το δικόγραφο του θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Αμηχανία θεωρείται ότι προκαλείται όταν η υπεράσπιση της αλήθειας σε αγωγή για δυσφήμηση αφήνει τον ενάγοντα σε αμφιβολία για το τι είναι αυτό που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι αλήθεια και τι όχι. Άρνηση σε μία υπεράσπιση θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία όταν είναι ασαφής ή πολύ γενική. Ένα δικόγραφο πρέπει, επίσης, να εκθέτει την απαίτηση ή την υπεράσπιση επαρκώς και με σαφήνεια διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι προκαλεί αμηχανία και ότι επηρεάζει δυσμενώς τον αντίδικο, οπότε και υπόκειται σε διαγραφή. Από την άλλη, το γεγονός και μόνο ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή του. Ούτε και ένα δικόγραφο θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία για το λόγο και μόνο ότι περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντιφατικοί ή που εκτίθενται με τρόπο εναλλακτικό, νοουμένου ότι δικογραφούνται με σαφήνεια και σε ξεχωριστές παραγράφους. Επίσης, ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο δεν θεωρούνται ότι προκαλούν αμηχανία ή επηρεάζουν δυσμενώς τον αντίδικο επειδή είναι δύσκολο να τύχουν χειρισμού από αυτόν αν είναι ουσιώδεις και κατά τα άλλα δικογραφούνται ορθά. Επίσης, η απλή πολυλογία, δηλαδή η έκθεση ουσιωδών γεγονότων σε αχρείαστο μάκρος ή με αχρείαστες λεπτομέρειες, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή. Ούτε και το ότι διάδικος ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένος ισχυρισμός στο δικόγραφο του αντιδίκου του είναι αναληθής αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή. Ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία απλά και μόνο επειδή είναι πιθανόν οι ισχυρισμοί που εκτίθενται σε αυτό στο τέλος να αποδειχθούν αναληθείς ή επειδή εγείρει νομικά ζητήματα τα οποία δύνανται να αποδειχθούν λανθασμένα. Αν κατά πόσο ένα δικόγραφο προκαλεί αμηχανία ή επηρεάζει δυσμενώς τον αντίδικο επαφίεται στο Δικαστήριο να αποφασίσει υπό το φως των δοσμένων γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης. Η τάση των Δικαστηρίων είναι όπως δίδεται ένα εύλογο όριο (reasonable limit) και τότε μόνο το Δικαστήριο θα διατάξει την διαγραφή άσχετων ή αχρείαστων ισχυρισμών όταν η περίπτωση είναι ξεκάθαρη. Εκτός αν το δικόγραφο τείνει να επηρεάσει σοβαρά τον αντίδικο είναι συχνά σοφότερο όπως αυτό παραμείνει αμετάβλητο ή όπως γίνει αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 αναφέρεται ότι το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει αχρείαστα θέματα δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για διαγραφή. Δεν θα διαγραφεί δήλωση απλά και μόνο επειδή είναι αχρείαστη εφόσον κατά τα άλλα είναι αβλαβής. ΄Ετσι αν ουσιώδη γεγονότα διατυπώνονται με αχρείαστη μακρηγορία ή με αχρείαστη λεπτομέρεια το δικόγραφο δεν θα διαγραφεί. Αν, όμως, εντελώς επουσιώδη θέματα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο ώστε ο αιτητής να πρέπει να απαντήσει σε αυτά και με αυτό τον τρόπο εγείρονται άσχετα θέματα τα οποία προκαλούν έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε, αυτά θα διαγραφούν γιατί θα επηρεάσουν δυσμενώς την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης, το γεγονός και μόνο ότι η έκθεση απαίτησης περιέχει διάφορες βάσεις αγωγής δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία αν αυτές δικογραφούνται ξεχωριστά, όπως ούτε και το γεγονός ότι με την έκθεση απαίτησης αξιώνονται εναλλακτικές θεραπείες ή όταν με την Υπεράσπιση προβάλλονται ασυμβίβαστες υπερασπίσεις. Στην υπόθεση Vector Onega A. G. v. Του πλοίου Μ/V Girvas κ.α. (Αρ. 1)
(2000)1(Α) ΑΑΔ 16 λέχθηκε ότι πλατειασμός που δεν οδηγεί σε αοριστία ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 λέχθηκε ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφα. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί (βλέπε επίσης Merchants' and Manufacturers' Insurance Co v. Davies
(1938)1 KB 196). Στην Αγγλική υπόθεση Kemsley v. Foot and Ors.
(1951)2 KB 34 λέχθηκε ότι είναι μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις που διατάσσεται διαγραφή. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και από το δικό μας Εφετείο στην υπόθεση Vassilios Fasili and Others v. M.V. «SUN BOAT» Her Shipowners and/or Charterers and others
(1984)1 CLR 679. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι όταν το δικόγραφο διατυπώνεται με πολύ γενικό τρόπο ώστε να στερεί στον αντίδικο πληροφορίες τις οποίες ο τελευταίος δικαιούται και χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να προετοιμασθεί κατάλληλα για την δίκη θα πρέπει να αποταθεί για λεπτομέρειες. Τέλος, σύμφωνα με την Αγγλική Πρακτική του 1958 (Annual Practice) σελίδα 477, παρά το γεγονός ότι ο κανονισμός προνοεί ότι η διαταγή για διαγραφή μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα και κατά κανόνα πριν το κλείσιμο των δικογράφων διαφορετικά το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να διατάξει διαγραφή. Τέλος, με την αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται τα μέρη από το δικόγραφο των οποίων ζητείται η διαγραφή. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Vector Onega AG v. Πλοίου M/V Girvas
(2000)1Α ΑΑΔ 16, διαγραφή διατάζεται μόνο σε απλές και φανερές υποθέσεις. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει την παρούσα αίτηση στηριζόμενο αποκλειστικά στα όσα προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων αφού και όπως προαναφέρεται ούτε η αίτηση, ούτε και η ειδοποίηση ένστασης υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις. Ο πρώτος ισχυρισμός των εναγόντων του οποίου ζητείται η διαγραφή εκτίθεται στην παράγραφο 4 της Απάντησης και είναι ο ακόλουθος όπως ακριβώς καταγράφεται. «Ειδικότερων ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι εξαπάτησαν και εκμαίευσαν την επιστολήν ημερομηνίας 04/06/2013 πείθοντας υπάλληλο της ΣΠΕ Κυπερούντας Λτδ ότι η υπόθεση τους θα απερρίπτετο και του εζήτησαν γραπτώς να αποδεχθή την συνέχιση της εκπροσώπησης και μετά οι Εναγόμενοι αρνήθησαν να συνεχίσουν την υπόθεση». Η απαίτηση των εναγομένων για διαγραφή περιορίστηκε με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων στο σημείο αυτό, αφού με την αίτηση τους περιλαμβάνουν στο μέρος που ζητούν να διαγραφεί ακόμα μία φράση. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Υπεράσπισης οι εναγόμενοι στην παράγραφο 4 αναφέρονται στην επιστολή αυτή και ισχυρίζονται ότι με αυτήν τους ζητήθηκε όπως συνεχίσουν να εκπροσωπούν την ΣΠΕ σε διαδικασία ενώπιον του Ε. Δ. Λεμεσού. Είναι ισχυρισμός των εναγομένων ότι η πιο πάνω αναφορά των εναγόντων θα πρέπει να διαγραφεί γιατί αναφέρεται σε συμπεριφορά του εναγομένου 2 που συνέβη πριν το κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικό δημοσίευμα και γι' αυτό είναι εντελώς άσχετη με τα επίδικα θέματα και συνεπώς αχρείαστη. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή των εναγομένων. Μπορεί να πρόκειται όντως για συμπεριφορά πριν το επίδικο δημοσίευμα όμως από τη στιγμή που οι ίδιοι οι εναγόμενοι έκαμαν αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 4/6/2013 οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να απαντήσουν και να θέσουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Οι εναγόμενοι υπό στοιχείο Β (β) και (γ) της αίτησης, αιτούνται επίσης διαγραφή των ακολούθων ισχυρισμών από τις παραγράφους 5 και 6 της Απάντησης. Από την παράγραφο 5 της Απάντησης της φράσης «.. υποδηλούν την άγνοια τους για την πραγματική ουσία των λέξεων». Και από την παράγραφο 6 της φράσης «.. οι εναγόμενοι επικαλούμενοι τέτοιους ισχυρισμούς υποδηλώνουν την άγνοια τους για την Ελληνική γλώσσα». Είναι εισήγηση των εναγομένων ότι τα πιο πάνω αποτελούν μομφή και οπωσδήποτε δεν αποτελούν γεγονός που θα μπορούσε να δικογραφηθεί. Πράγματι εάν οι εναγόμενοι κατέχουν ή όχι και σε ποιο βαθμό την Ελληνική γλώσσα αναμφίβολα αυτό δεν αποτελεί γεγονός που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα αλλά περιέχει μειωτικά και απρεπή σχόλια τα οποία ως τέτοια πρέπει να διαγραφούν. Ζητούν επίσης οι εναγόμενοι με το αιτητικό Β (δ) της αίτησης διαγραφή της παραγράφου 7 της Απάντησης που είναι η ακόλουθη. «Οι ενάγοντες αρνούνται το περιεχόμενον των παραγράφων 9 και 10 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως μη ανταποκρινόμενον προς την αλήθεια». Δεν θα συμφωνήσω με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων. Αποτελεί δικαίωμα του κάθε διαδίκου να αρνείται ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο του αντίδικου του και τούτο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι παραβιάζει τις αρχές που διέπουν τη σύνταξη των δικογράφων. Εάν βεβαίως η γενική αυτή άρνηση αποτελεί ικανοποιητική δικογράφηση σε απάντηση των ισχυρισμών των εναγομένων είναι κάτι που το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν επιτρέπεται να εξετάσει και πολύ περισσότερο να διατάξει διαγραφή. Ζητείται επίσης η διαγραφή της παραγράφου 8 της Απάντησης (Β (ε) της αίτησης) και στην οποία αναφέρεται ότι «Οι ισχυρισμοί των εναγομένων γενικότερα αντί να απαντήσουν γιατί δυσφήμησαν τους ενάγοντες επέλεξαν τη μέθοδον των άσχετων ισχυρισμών και την υβρεολογία για να εκτονωθούν μέσω του δικογράφου τους από το μένος τους εναντίον των εναγομένων». Και αυτός ο ισχυρισμός των εναγόντων είναι σκανδαλώδης και ενοχλητικός και βεβαίως δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός το οποίο θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η δικογράφηση των πιο πάνω με την οποία αποδίδεται στους εναγομένους η ανάγκη για εκτόνωση είναι και σκανδαλώδης και ενοχλητική. Όπως συνάγεται από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω η αίτηση θα έχει μερική μόνο επιτυχία. Συνακόλουθα η αγωγή εναντίον της εναγομένης εταιρείας 1 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής καθώς και της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης εταιρείας 1 και εναντίον των εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Διατάσσεται περαιτέρω η διαγραφή των ακόλουθων ισχυρισμών από την Απάντηση των εναγόντων: 1. Από την παράγραφο 5 της Απάντησης της φράσης «υποδηλούν την άγνοια τους για την πραγματική ουσία των λέξεων» 2. Από την παράγραφο 6 της Απάντησης της φράσης «οι εναγόμενοι επικαλούμενοι τέτοιους ισχυρισμούς υποδηλώνουν την άγνοια τους για την Ελληνική γλώσσα» 3. Της παραγράφου 8 της Απάντησης Αναφορικά με τον εναγόμενο 2 και λόγω της μερικής μόνο επιτυχίας της αίτησης θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα αυτής επιδικασθούν και επιδικάζονται μόνο κατά το ήμισυ υπέρ του αιτητή/εναγομένου 2 και εναντίον των καθ' ων η αίτηση/ εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής εναντίον του εναγομένου 2. (Υπ.)............ Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Aντίγραφο, Πρωτοκολλητής civil/interim subject: diagraphi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο