← Κύπρος

ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΡΑΔΙΠΙΩΤΗ, από τη Λευκωσία, με την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας και των υποθέσεων του ανίκανου προσώπου ΛΟΛΛΟΥ ΑΡΑΔΙΠΙΩΤΗ ν. P

ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΡΑΔΙΠΙΩΤΗ, από τη Λευκωσία, με την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας και των υποθέσεων του ανίκανου προσώπου ΛΟΛΛΟΥ ΑΡΑΔΙΠΙΩΤΗ ν. PATHMA CHANDRA ΑΡΑΔΙΠΙΩΤΟΥ, Αρ. Αγωγής 293/14, 15/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A169 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 293/14 Μεταξύ: ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΡΑΔΙΠΙΩΤΗ, από τη Λευκωσία, με την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας και των υποθέσεων του ανίκανου προσώπου ΛΟΛΛΟΥ ΑΡΑΔΙΠΙΩΤΗ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα -και- PATHMA CHANDRA ΑΡΑΔΙΠΙΩΤΟΥ, από τη Σρι Λάνκα και τώρα στη Λεμεσό Εναγομένης ------------------------------- Αίτηση και Διάταγμα ημερ. 22.1.2014 15 Aπριλίου 2014 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Α. Χατζημιλτή Για Εναγομένη-Καθ' ης η Αίτηση: κ. Η. Ηλία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Δικαστήριο μετά από μονομερή αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή εξέδωσε τα ακόλουθα διατάγματα: «Προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο ενεργεί για λογαριασμό της, να μεταβιβάσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, διαθέσει και/ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το ακίνητο το οποίο βρίσκεται στην διεύθυνση Παύλου Μεράνου 5, 4106 Άγιος Αθανάσιος στη Λεμεσό, στο τεμάχιο γης με τα κτηματολογικά στοιχεία Αρ. Εγγραφής 0/11753, Φύλλο/Σχέδιο 54/43, Τεμάχιο 1335, μερίδιο 17/60, που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση από του ν' αποσύρει και/ή άλλως πως αφαιρέσει ή απομακρύνει οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που είναι στο κοινό όνομα του Ανίκανου και της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση, κατατεθειμένα στο λογαριασμό προθεσμίας (γραμμάτιο) αρ. 3331096-5 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Ο Ενάγων είναι ο Διαχειριστής της περιουσίας του ανικάνου προσώπου Λόλλου Αραδιπιώτη Στέλιος Αραδιπιώτης, ο οποίος τυγχάνει γιός του. Ως ανίκανο πρόσωπο έχει κηρυχθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.7.2013 (Τεκμ.Α). Ο Λόλλος Αραδιπιώτης είναι σήμερα 92 ετών και έχει δυο παιδιά από τον πρώτο του γάμο, τον Ενάγοντα και την αδερφή του. Όταν ήταν 81 ετών τέλεσε γάμο με την Εναγομένη ηλικίας 44 ετών τότε από την Σρι Λάνκα. Κατά ή περί τις 28.8.2013 εκ μέρους του ανίκανου προσώπου έχει υποβληθεί αίτηση διαζυγίου στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Με βάση την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα που στηρίζει την Αίτηση είναι η θέση της πλευράς του ότι λόγω της θέσης ισχύος που είχε η Εναγόμενη έναντι του ανικάνου προσώπου, ο οποίος εκτός από το θέμα μεγάλης ηλικίας είχε σωματικά και πνευματικά προβλήματα, η τελευταία προέβη σε διάφορες ενέργειες κατά τρόπο δόλιο και/ή με περιστάσεις που συνιστούσαν ψυχική πίεση σ' αυτόν, με αποτέλεσμα αφενός να τον αποξενώσει από τα παιδιά του κατακρατώντας ακόμα και το κινητό του τηλέφωνο και από την άλλη τον εξανάγκασε να της μεταβιβάσει ως δωρεά την επίδικη ακίνητη περιουσία (διατηρώντας δικαίωμα επικαρπίας στο όνομα του). Αυτό συνέβη κατά τις 25.6.

  1. Αργότερα, στις 20.9.2013, με τον ίδιο τρόπο τον εξανάγκασε να ανοίξει κοινούς λογαριασμούς με την ίδια σε πιστωτικά Ιδρύματα και ειδικά στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. (Αρχικό ποσό κατάθεσης €20.000). Επίσης διατυπώνεται η θέση ότι η Εναγόμενη λόγω της θέσης ισχύος που βρισκόταν και με τρόπο δόλιο ή συνιστώντα ψυχική πίεση τ6ον εξανάγκασε να αποσύρει €250.000,00, ποσό το οποίο χρησιμοποίησε εν τέλει η Εναγόμενη οικειοποιούμενη παράνομα αυτό. Ο ενόρκως δηλών επίσης περιγράφει τις άθλιες συνθήκες που βίωνε το ανίκανο πρόσωπο κατά το τελευταίο ειδικά διάστημα υπό το κράτος και τον έλεγχο της Εναγομένης. Αυτά τα πληροφορήθηκε η οικογένεια πρόσφατα κυρίως από γείτονες του ζεύγους. Δεν θεωρώ αναγκαίο να σταθώ στις επί μέρους αναφορές που γίνονται για συγκεκριμένα περιστατικά. Όσον αφορά την περιουσία του ανικάνου προσώπου ο ενόρκως δηλών πληροφορήθηκε από κτηματομεσίτη ότι υπήρξε πρόθεση της Εναγομένης να πουλήσει το ακίνητο και να μετακομίσει στη Σρι Λάνκα. Όταν ο ενόρκως δηλών και η αδελφή του αντιλήφθηκαν το μέγεθος του προβλήματος και την μη δυνατότητα του πατέρα τους να τους ενημερώνει άρχισαν να τον επισκέπτονται και να ζητούν εξηγήσεις από την Εναγομένη. Τελικά δε στις 17.6.2013 ο ενόρκως δηλών μαζί με τον πατέρα του επισκέφθηκε ειδικό ψυχίατρο στη Λεμεσό και επί τη βάση της εξέτασης που έγινε εξεδόθη ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Παπά και στη συνέχεια εξασφαλίστηκε διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 3.7.2013 με βάση το οποίο η Διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων του ανικάνου προσώπου ανατέθηκε στο γιο του. Κατά τον Ιούνιο του 2013 ο ενόρκως δηλών ενημερώθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ότι ο πατέρας του βρισκόταν εκεί και η Εναγόμενη, η οποία κάλεσε ασθενοφόρο για να τον μεταφέρει εκεί, αρνείτο να τον παραλάβει ενώ ιατρικά δεν παρουσίαζε τίποτε παθολογικό. Ο ενόρκως δηλών μετέβηκε στο Νοσοκομείο παρέλαβε τον πατέρα του και τον μετέφερε στο σπίτι του στη Λευκωσία. Ενώ από το Νοσοκομείο κατόρθωσε να παραλάβει την ταυτότητα του πατέρα του, η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση αρνείται μέχρι σήμερα να του παραδώσει το διαβατήριο, τα βιβλιάρια τραπεζικών λογαριασμών, το βιβλιάριο υγείας και τις ιατρικές εξετάσεις αυτού. Η Εναγόμενη δε αρνείται να εγκαταλείψει το επίδικο ακίνητο. Στο δε ανίκανο πρόσωπο έγιναν περαιτέρω εξετάσεις σύμφωνα με το Τεκμ.ΣΤ και διαγνώστηκε ανοϊκή και παρκινσονική συνδρομή με αφετηρία πριν από πέντε, έξη χρόνια. Κατά το παρόν στάδιο το ανίκανο πρόσωπο διαμένει σε στέγη ηλικιωμένων, υπάλληλος της οποίας ανάφερε στην οικογένεια του ανικάνου προσώπου ότι έγινε πρόσφατα προσπάθεια επικοινωνίας από άγνωστο τηλέφωνο από γυναίκα η οποία ισχυριζόταν ότι ήταν συγγενής του προσώπου αυτού από το εξωτερικό. Το γεγονός αυτό όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκε αλλά διαφάνηκε ότι η κλήση γινόταν από συγκεκριμένο κατάστημα από άγνωστη γυναίκα. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είχε πληροφορίες πριν από λίγες μέρες ότι επιχειρείτο και πάλι να πωληθεί το ακίνητο, μάλιστα στην εξευτελιστική τιμή των €30.000,
  2. Εξηγείται επίσης ότι από το καλοκαίρι του 2013 που για πρώτη φορά αντιλήφθηκαν το μέγεθος του προβλήματος έγιναν υπεράνθρωπες προσπάθειες να εξασφαλιστούν τα απαιτούμενα τεκμήρια και πληροφορίες ώστε να προωθηθούν οι διαδικασίες και δη η παρούσα Αίτηση, η οποία δυστυχώς δεν μπορούσε ενωρίτερα να προωθηθεί, ειδικά επί του ότι ο Ενάγων δεν είχε πρόσβαση στα προσωπικά έγγραφα του ανικάνου προσώπου και η Εναγόμενη τους παραπληροφορούσε επί του όλου θέματος. Είναι η θέση της πλευράς του Ενάγοντα ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι δικαιούται στις αξιώσεις και θεραπείες που επιδιώκει με την παρούσα αγωγή και ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, υπάρχει ορατός κίνδυνος το επίδικο ακίνητο να μεταβιβαστεί ή να πουληθεί ή και να υποθηκευτεί από την Εναγόμενη όπως επίσης είναι δυνατό η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση ως αλλοδαπή ανά πάσα στιγμή να εγκαταλείψει την Κύπρο με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο ή δύσκολο να αποδοθεί δικαιοσύνη αργότερα έχοντας ιδιαίτερα υπόψη και το γεγονός ότι το ανίκανο πρόσωπο βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία. Η καταχωρηθείσα ένσταση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ίδιας της Εναγόμενης έχει τις εξής παραμέτρους: (α) Εγείρεται προδικαστική ένσταση ότικαθότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει διότι ενώ υπάρχει ισχυριζόμενος δόλος και θα έπρεπε να εγερθεί επί κλητηρίου γενικής οπισθογράφησης αυτό δεν γίνεται, κατά συνέπεια η παρούσα αγωγή να πρέπει να απορριφθεί. Επίσης σ' αυτό το πλαίσιο μπορεί να τεθεί και ακόμα μιας νομικής φύσεως πτυχή, ότι δηλαδή το διάταγμα που στηρίζει την ιδιότητα του Ενάγοντα ως διαχειριστή της περιουσίας και των υποθέσεων του ανικάνου προσώπου εκδόθηκε παράτυπα, αντικανονικά και βασιζόμενο σε ψευδείς λόγους, αφού κατά τη θέση της Εναγομένης ο Λόλλος Αραδιπιώτης κατά πάντα χρόνο και μέχρι σήμερα έχει σώας τας φρένας. (β) Υπάρχει ισχυρισμός για παράλειψη του Ενάγοντα να αποκαλύψει πλήρως και ειλικρινά στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη με την Αίτηση γεγονότα και επίσης τα γεγονότα που καταδείκνυαν ή δικαιολογούσαν το κατεπείγον στα αιτήματα του. (γ) Μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου
  3. Στην ένορκη δήλωση της Εναγομένης που στηρίζει την ένσταση διατυπώνεται άρνηση των θέσεων του Ενάγοντα και υπάρχει ισχυρισμός ότι από την ημέρα του γάμου της Εναγομένης με το εν λόγω πρόσωπο δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα μέχρι που τα ίδια τα παιδιά του κατάφεραν να τον στρέψουν εναντίον της έχοντας καθαρά οικονομικούς στόχους. Διερωτάται μάλιστα η Εναγόμενη πώς από το 2004 χρονολογία τέλεσης του γάμου της με το σύζυγο της τα παιδιά του δεν επέδειξαν προηγουμένως οποιοδήποτε ενδιαφέρον προς αυτόν. Ενώ παραδέχεται τη μεταβίβαση του ακινήτου, αρνείται έντονα τις θέσεις για δόλο και ψυχική πίεση προς αυτόν αλλά ισχυρίζεται ότι η μεταβίβαση έγινε «ως επιβράβευση για τη συμπαράσταση που είχε εκ μέρους της για τα τόσα χρόνια μαζί του καθώς και τη βοήθεια και την φροντίδα που είχε απ' αυτή σ' αντίθεση με τα παιδιά του». Κάτω από τις ίδιες δε συνθήκες έχει ανοιχθεί και κοινός λογαριασμός στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Δέχεται δε ότι κατά ή περί τον Μάιο του 2013 ενδιαφέρθηκε για αγοραστή του ακινήτου πλην όμως είναι η θέση της ότι «όλα έγιναν κατόπιν οδηγιών του συζύγου της». Αρνείται δε το περιστατικό όπως παρουσιάζεται για το νοσοκομείο Λεμεσού και ισχυρίζεται ότι η ίδια όντας νοσοκόμα αντέδρασε λόγω του ότι αργούσαν πολύ να το εξετάσουν και ήταν η γνώμη της ότι θα έπρεπε να κρατηθεί για νοσηλεία. Καταληκτικά αναφέρει ότι ο Ενάγων-Αιτητής καθώς και η αδελφή όψιμα και καθυστερημένα έδειξαν «ενδιαφέρον» για τον πατέρα τους και της απαγορεύουν να δει ακόμη και τον σύζυγο της φοβούμενη μήπως αποκαλυφθεί η αλήθεια. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι η έκδοση και η διατήρηση των εν λόγω διαταγμάτων έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ίδια καθότι με την έκδοση του διατάγματος δεν έχει πλέον κανένα οικονομικό έσοδο, αφού κατά πάντα χρόνο ήταν εξαρτώμενη του συζύγου της. Οποιοδήποτε βοήθημα και επίδομα λάμβανε κατατίθετο στο λογαριασμό του με αποτέλεσμα αφού εξεδόθη το διάταγμα δεν μπορούσε να λάβει κανένα ποσό και έτσι δεν είχε ούτε καν τα αναγκαία να ζήσει. Περαιτέρω της δημιουργήθηκαν προβλήματα με ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καθώς επίσης προβλήματα με την παραμονή της στην Κύπρο. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η νομική βάση της Αίτησης αλλά και της ένστασης είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς και τα άρθρα 4

(1), 5
(1)και
(2)και 9 του Κεφ.6. Εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 Αφού η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάζει τα κάτωθι: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον ο,τιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D
(1999)1 Α.Α.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Στην κρινόμενη περίπτωση, στην βάση της κοινής θα έλεγα θέσης, ότι αντικείμενο του διατάγματος είναι και η επίδικη της αγωγής περιουσίας έχει υπόσταση και το άρθρο 4 του Κεφ.6, άρθρο το οποίο, όπως έχει νομολογηθεί, θα κριθεί στη βάση των ιδίων παραμέτρων. (Βλ. Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231, Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α
(2001)1 Α.Α.Δ. 396).). Έχοντας εξετάσει την παρούσα υπόθεση υπό το πρίσμα των δυο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 παρατηρώ ότι, ενώ διατυπώνεται η θέση περί πρόθεσης ακύρωσης του διατάγματος που νομιμοποιεί τον Ενάγοντα, το εν λόγω διάταγμα παραμένει σε ισχύ μέχρι τώρα. Επίσης παρατηρείται ότι η ονομαζόμενη ως προδικαστική ένσταση ως έχει περιγραφεί στο (α) ανωτέρω, δεν μπορεί να εξεταστεί ουσιαστικά στην παρούσα φάση της διαδικασίας. Εκείνο που κρίνεται εν προκειμένω είναι αν τα στοιχεία τα παρουσιαζόμενα από τον Αιτητή, έστω και υπό το πρίσμα της αμφισβήτησης της ένστασης είναι τέτοια ώστε να ικανοποιούν το Δικαστήριο για τις πρώτες δυο προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Οι θέσεις του Ενάγοντα είναι ότι η Εναγόμενη λειτούργησε με δόλο και/ή με συνθήκες τέτοιες που συνιστούν αθέμιτη επιρροή επί του συζύγου της, ο οποίος τουλάχιστον δυνάμει του Τεκμ.Α που στηρίζει την Αίτηση παρουσιάζεται δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου να είναι ανίκανο πρόσωπο και να χρήζει η περιουσία του διαχείρισης τουλάχιστον κατά το χρόνο που τούτο επετεύχθη, δηλαδή 3.7.2013, περίοδος η οποία είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Επίσης ακλόνητο είναι ότι υπήρξε μεταβίβαση της ακίνητης περιουσίας του προσώπου αυτού προς τη σύζυγο του κατά το χρόνο που αναφέρεται, δηλαδή γύρω στο καλοκαίρι του
  2. Επίσης αδιαμφισβήτητο είναι το ότι υπήρξε πρόθεση πώλησης της ακινήτου αυτής περιουσίας πρόσφατα με τον τρόπο που περιγράφηκε. Δεν είναι του παρόντος να εξεταστεί όπως έχω πει η βασιμότητα της ούτω καλούμενης προδικαστικής ενστάσεως εκ μέρους της Εναγομένης για την εγκυρότητα της εγερθείσης απαίτησης σε συνάρτηση με τον ποιού τύπου κλητηρίου εντάλματος έπρεπε να χρησιμοποιηθεί. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί επειδή υπάρχει ισχυριζόμενος δόλος και ως τέτοια έπρεπε να εγερθεί σε κλητήριο γενικής οπισθογράφησης. Η Δ.2 θ.6
(4)των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: "In all other actions in the District Court (except actions for libel, slander, malicious prosecution, false imprisonment, seduction or breach of promise of marriage, and actions in which fraud is alleged by the plaintiff); the writ of summons may, at the option of the plaintiff, he specially indorsed with a statement of his claim, or of the remedy or relief to which he claims to be entitled. (Form 2.)" Στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη Π.Ε. 63/10, ημερομηνίας 17.12.2013 το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι παρά το ότι στο κλητήριο διατυπώνονταν ισχυρισμοί για δόλο κ.α. και είχε εγερθεί ένσταση παρατυπίας αφού η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικώς αντί σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, επικυρώθηκε η πρωτόδικη αντίληψη ότι δεν υπάρχει δικαίωμα επιλογής για τον Ενάγοντα μεταξύ της χρήσης του τύπου 1 και του τύπου 2 σε περίπτωση που υπάρχει ισχυρισμός για δόλο. Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο έπρεπε να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή τύπος
  1. Προχώρησε δε το πρωτόδικο Δικαστήριο στην διόρθωση της παρατυπίας με χρήση της Δ.
  2. Η πρωτόδικη προσέγγιση έτυχε επικύρωσης και ως προς την δεύτερη πτυχή. Είναι χρήσιμο να λεχθούν τα πιο κάτω από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. «Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Επομένως ούτε ο δεύτερος λόγος έφεσης ευσταθεί.» Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω και ιδιαίτερα το γεγονός ότι σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο δεν έχει παρά να εξακριβώσει αν έχουν καταδειχθεί σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων και όχι βέβαια αν αποδείχθηκε η απαίτηση, κρίνω ότι τα υπάρχοντα στοιχεία έχουν καταδείξει ακριβώς τέτοιες ενδείξεις δικαιωμάτων αναφορικά με τα αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα, ώστε να στοιχειοθετούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  3. Αυτά που έχουν λεχθεί από την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν έχουν τη δυναμική ανατροπής των ενδείξεων δικαιωμάτων που σ' αυτό το στάδιο έχουν το χαρακτηριστικό ορατής πιθανότητας επιτυχίας όπως έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων. Ούτε και οι προδικαστικές ενστάσεις έχουν τέτοια ανατρεπτική ισχύ ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν εναντίον της στοιχειοθέτησης των δυο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
  4. Ακόμη αυτά που έχουν λεχθεί για την μη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων από τον Ενάγοντα θεωρώ ότι δεν μπορεί να πετύχουν λόγω του ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για άλλη εκδοχή επί της ουσίας της υπόθεσης και όχι μη αποκάλυψη γεγονότων. Εκείνο που με έχει προβληματίσει είναι αν όντως ο Αιτητής έχει καταδείξει το επείγον κατά το στάδιο της ex-parte αίτησης. Είναι γεγονός ότι εκτός από το επείγον σαν θέμα χρονικής επάρκειας το άρθρο 9 ομιλεί για ιδιαίτερες περιστάσεις. Το άρθρο 9 του Κεφ.6 έχει ως εξής: «9.-
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Οι ιδιαίτερες περιστάσεις εν προκειμένω βασίζονται στην ίδια την ιδιομορφία της υπόθεσης αφενός της νομιμοποίησης του Ενάγοντα ως εκ του διατάγματος το οποίο κηρύσσει τον πατέρα του ανίκανο πρόσωπο και παραμένει ισχυρό και αφετέρου της ειδικής σχέσης που είχε το ανίκανο πρόσωπο με την Εναγόμενη. Ερχόμενη τώρα να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 καθώς και το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις ως προς τη δυνατότητα αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας αλλά και διάθεσης των ποσών που βρίσκονται στους επίδικους λογαριασμούς ώστε να προέχει η διαφύλαξη του status quo. Βέβαια με απασχόλησε το θέμα της επικαλούμενης βλάβης της Εναγομένης ως εκ της προβαλλόμενης αδυναμίας της να συντηρήσει τον εαυτό της. Αυτό όμως φαίνεται να προκύπτει κυρίως σε σχέση με την Αίτηση διαζυγίου και όχι εν αυστηρή εννοία με το διάταγμα. Εξάλλου δεν έχει εξειδικευθεί από την ίδια πώς ένας λογαριασμός προθεσμίας γραμματίου θα μπορούσε να επιλύσει τα θέματα που εγείρει, ούτε έχει δώσει εναλλακτικές τοποθετήσεις στο Δικαστήριο ώστε να μπορεί να γίνει ενδεχομένως ad hoc ρύθμιση απαλλαγής συγκεκριμένου ποσού για τους σκοπούς που επικαλείται. Επίσης κρίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας λειτουργεί υπέρ του Ενάγοντα ειδικά στη βάση του ότι παραμένει ισχυρό το διάταγμα με το οποίο νομιμοποιείται η Διαχείριση της περιουσίας του ανίκανου προσώπου και της πρόδηλης ανάγκης να διασφαλιστεί αυτή η περιουσία μέχρι τελικής διεκπεραίωσης της υπόθεσης. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η Αίτηση εγκρίνεται, τα διατάγματα οριστικοποιούνται μέχρι δηλαδή της αποπεράτωσης της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης κρίνω ορθότερο να είναι έξοδα δίκης εκ του αποτελέσματος της ουσίας. (Υπ.) .............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.