Χρίστος Χ΄ Χριστοφή ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς (Λεμεσού) κ.α., Αρ. Αγωγής: 985/08, 28/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A175 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 985/08 Μεταξύ: Χρίστος Χ΄ Χριστοφή Ενάγοντα και
- Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς (Λεμεσού)
- Αντώνη Παναγιώτη Φράγκου Εναγομένων Όπως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομ. 5/5/2008 Μεταξύ: Χρίστος Χ΄ Χριστοφή Ενάγοντα και
- Κοινοτικό Συμβούλιο Παρεκκλησιάς (Λεμεσού)
- Αντώνη Παναγιώτη Φράγκου
- Θεόδωρου Παναγιώτη Φράγκου
- Ελένης Θεοδώρου Φράγκου 5.Κωνσταντίνου Θεοδώρου Παναγιώτου Εναγομένων Ημερομηνία: 28/4/2014 Εμφανίσεις: Για εναγόμενο 2: κα Ρ. Χ΄ Παντελή Για εναγόμενους 3-5: κα Δ. Νικολάου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Ο. Λάμπρου) ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 13/2/2104 ο δικηγόρος του ενάγοντα και ενώ η ακροαματική διαδικασία είχε ήδη ξεκινήσει και βρισκόταν σε πολύ αρχικό στάδιο, ζήτησε άδεια και απέσυρε την αγωγή εναντίον των εναγομένων 2-
- Να σημειωθεί ότι σε προηγούμενο στάδιο είχε προηγηθεί η απόσυρση της αγωγής εναντίον και των εναγομένων
- Η ενέργεια του ενάγοντα να αποσύρει την αγωγή εναντίον των εναγομένων 2-5 βρήκε σύμφωνους τους δικηγόρους των τελευταίων, οι οποίοι όμως διαφώνησαν εάν η απαίτηση που ο εναγόμενος 3 καταχώρησε εναντίον του εναγομένου 2 και η Αναταπαίτηση του εναγομένου 2 εναντίον του εναγομένου 3 μπορούσαν μετά την απόσυρση της αγωγής να εκδικαστούν και να αποφασισθούν. Επί του θέματος διϊστάμενες ήταν οι απόψεις των ευπαίδευτων συνηγόρων οι οποίοι με τις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν ανέπτυξαν ο καθένας τα δικά του επιχειρήματα. Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω το ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Το κλητήριο ένταλμα που αρχικά αφορούσε μόνο τους εναγόμενους 1 και 2 καταχωρήθηκε στις 3/4/2008 και με την αγωγή του ο ενάγοντας αξίωνε μεταξύ άλλων αναγνωριστική απόφαση του δικαιώματος του, για την επ' ονόματι του εγγραφή συγκεκριμένου ακινήτου. Στις 11/4/2008 και 18/4/2008 καταχωρήθηκαν σημειώματα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων 2 και 1 αντίστοιχα. Στις 11/4/2008 καταχωρήθηκε επίσης εκ μέρους του ενάγοντα αίτηση με την οποία ζητούσε την προσθήκη των εναγομένων 3-
- Στη συνέχεια και μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε στην αίτηση αυτή, συμπληρωματική ένορκος δήλωση και στις 5/5/2008 εκδόθηκε διάταγμα από το Δικαστήριο με το οποίο επιτράπηκε η προσθήκη. Ακολούθησε στις 16/5/2008 η καταχώρηση τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και στις 3/6/2008 σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων 3-
- Αφού στις 17/11/2008 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα εναντίον όλων των εναγομένων, ακολούθησε και μετά από αίτηση που προηγήθηκε, η καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 1 στις 27/4/2009, της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγομένου 2 στις 11/3/2009 και της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 3-5 μαζί με Ανταπαίτηση του εναγομένου 3 στις 30/4/
- Στις 10/9/2009 καταχωρήθηκε επίσης εκ μέρους του ενάγοντα Απάντηση στην Υπεράσπιση του εναγομένου
- Την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε επίσης Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του εναγομένου 2 καθώς επίσης και Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του εναγομένου
- Στις 8/5/2009 ο εναγόμενος 3 καταχώρησε ειδοποίηση προς τον συνεναγόμενο του/εναγόμενο
- Με αυτήν ο εναγόμενος 3 αρνείται ότι ο ενάγοντας και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο δικαιούται σε εγγραφή του επίδικου ακινήτου και αξιώνει την επ' ονόματι του εγγραφή του ακινήτου δυνάμει αδιάλειπτης και αδιαφιλονίκητης κατοχής για περίοδο πέραν των 30 χρόνων. Ανάλογη ειδοποίηση καταχωρήθηκε στις 30/7/2009 και από τον εναγόμενο 2 προς τον εναγόμενο 3, με την οποία αξιώνει επίσης την επ' ονόματι του εγγραφή του επίδικου ακινήτου προβάλλοντας ότι ο πατέρας του από το 1949 κατείχε και καλιεργούσε το ακίνητο αδιάλειπτα και αδιαφιλονίκητα κάτι που και ο ίδιος συνέχισε να πράττει από το 1979 και εντεύθεν προβάλλοντας περαιτέρω ότι στην αγωγή 6055/06 του Ε.Δ. Λεμεσού εκδόθηκε υπέρ του διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι διατάζονταν να παύσουν να επεμβαίνουν στο τεμάχιο 108/2 Α καθώς και σε άλλα τεμάχια. Ακολούθησε στις 9/9/2009 η καταχώρηση Έκθεση Απαίτησης από τον εναγόμενο 3 εναντίον του εναγομένου
- Μετά από αίτηση ορισμού που καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα στις 10/9/2009, ακολούθησε ο ορισμός της υπόθεσης για οδηγίες στις 16/10/
- Την ημερομηνία αυτή οι δικηγόροι που εμφανίσθηκαν για τους διαδίκους πληροφόρησαν το Δικαστήριο ότι εκκρεμούσε διαδικασία για ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων μεταξύ των συνεναγομένων και γι' αυτό ζήτησαν όπως η υπόθεση ορισθεί για οδηγίες. Έτσι η υπόθεση ορίσθηκε για τον σκοπό αυτό στις 16/12/2009, για «συμπλήρωση δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων» όπως καταγράφεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου. Στις 16/12/2009 η δικηγόρος του εναγομένου 2 ανάφερε ότι θα προχωρούσε σε καταχώρηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εναντίον του εναγομένου 3 με αποτέλεσμα η αγωγή να επαναορισθεί για οδηγίες στις 27/1/2010 «για συμπλήρωση των δικογράφων». Στις 27/1/2010 καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης του εναγομένου 2 στην Έκθεση Απαίτησης του εναγομένου 3 και η Ανταπαίτηση του, ενώ την τελευταία αυτή ημερομηνία, η αγωγή επαναορίσθηκε για οδηγίες «με σκοπό την ολοκλήρωση των δικογράφων μεταξύ εναγομένων 2 και 3» για τις 5/3/2010, κάτι που επαναλήφθηκε με αποτέλεσμα τον επαναορισμό της υπόθεσης για τον ίδιο σκοπό στις 19/3/2010 και 20/4/2010, κάτι που τελικά έγινε στις 22/3/2010 με την καταχώρηση της Απάντησης του εναγομένου 3 στην Υπεράσπιση του εναγομένου 2 και της Υπεράσπισης του εναγομένου 3 στην Ανταπαίτηση του εναγομένου
- Στη συνέχεια δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως όλες οι πλευρές προβούν σε ένορκο αποκάλυψη εγγράφων, κάτι που έγινε από τους εναγομένους 1 στις 26/5/2010, από τον εναγόμενο 2 στις 28/5/2010, από τον ενάγοντα την 1/6/2010 και από τον εναγόμενο 3 στις 7/6/
- Την τελευταία αυτή ημερομηνία καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 2 συμπληρωματική ένορκος δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και στις 16/6/2010 δηλώθηκε από τους συνηγόρους ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων, ούτε επίσης και στην καταχώρηση της συμπληρωματικής αποκάλυψης που έγινε από τον εναγόμενο 2 χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίσθηκε επανειλημμένα για ακρόαση και στις 16/1/2014 που ήταν και πάλι ορισμένη για τον σκοπό αυτό, η αγωγή εναντίον των εναγομένων 1 αποσύρθηκε και ορίσθηκε για τις 28/1/2014 έτσι ώστε οι δικηγόροι των διαδίκων να αγορεύσουν επί της διαδικασίας που θα έπρεπε να ακολουθηθεί, ζήτημα το οποίο ξεκαθάρισε την επομένη 29/1/2014 οπόταν και η υπόθεση επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 4/2/
- Την ημερομηνία αυτή κατατέθηκε εκ συμφώνου αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας του επαρχιακού κτηματολογίου Λεμεσού με ταυτόχρονη δήλωση των συνηγόρων για αποδοχή της αλήθειας του περιεχομένου του ως προς τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα. Στις 13/2/2014 που η υπόθεση είχε ορισθεί για συνέχιση, ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα άδεια η οποία και του δόθηκε να αποσύρει την αγωγή ανεπιφύλαχτα εναντίον όλων των εναγομένων, δηλαδή των εναγομένων 2-5 χωρίς έξοδα. Στο αίτημα αυτό συγκατάνευσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όλων των εναγομένων και παράλληλα ζήτησαν άδεια και απέσυραν, επίσης ανεπιφύλαχτα, τις Ανταπαιτήσεις των εναγομένων 2 και 3 εναντίον του ενάγοντα. Μετά την εξέλιξη αυτή οι συνήγοροι των εναγομένων 2-5 ζήτησαν αναβολή της ακρόασης για να μελετήσουν κατά πόσο η διαδικασία μπορούσε να συνεχισθεί μεταξύ πλέον των συνεναγομένων αφού όπως προαναφέρεται ο εναγόμενος 3 είχε καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης εναντίον εναγομένου 2, ο εναγόμενος 2 Έκθεση Υπεράσπισης στην Έκθεση Απαίτησης του εναγομένου 3 και Ανταπαίτηση, ενώ ακολούθησε και καταχώρηση Απάντησης του εναγομένου 3 στην Υπεράσπιση του εναγομένου 2 και Υπεράσπισης του στην Ανταπαίτηση του. Η Δ.10 Θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ρυθμίζει την περίπτωση που ένας εναγόμενος απαιτεί εναντίον άλλου εναγομένου συνεισφορά ή αποζημίωση και το εδάφιο
(1)της Διαταγής αυτής διαλαμβάνει ότι: « Όταν ο εναγόμενος απαιτεί εναντίον άλλου εναγομένου, (α) ότι δικαιούται συνεισφοράς ή αποζημίωσης ή, (β) Ότι δικαιούται οιανδήποτε άλλη θεραπεία σχετική με την αρχική αιτία της αγωγής και ουσιαστικά την ίδια ή μερική θεραπεία που απαιτεί ο ενάγοντας ή, (γ) ότι οιονδήποτε σημείο ή ζήτημα σχετικό με το αρχικό θέμα της αγωγής είναι ουσιαστικά το ίδιο με ζήτημα που εγείρεται μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου που απαιτεί και ότι πρέπει να εκδικασθεί όχι μόνο μεταξύ του ενάγοντος και εκείνου του εναγομένου ή άλλου εναγομένου ή μεταξύ οιουδήποτε εξ' αυτών, ο εναγόμενος που απαιτεί μπορεί χωρίς άδεια να εκδώσει και να επιδώσει σε αυτόν τον άλλο εναγόμενο ειδοποίηση που να αναφέρει την απαίτηση ή να ειδικεύσει το τοιούτο ζήτημα.
(2)Δεν θα απαιτείται εμφάνιση στην τέτοια ειδοποίηση και θα ακολουθείται η ίδια διαδικασία για την εκδίκαση αυτής της απαίτησης, ζητήματος ή σημείου μεταξύ των εναγομένων ωσάν να ήτο τριτοδιάδικος.
(3)Τίποτε που περιέχεται εδώ δεν θα επηρεάζει τα δικαιώματα του ενάγοντος εναντίον οιουδήποτε εναγομένου στην αγωγή». Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται δυνάμει της συγκεκριμένης διάταξης επεξηγήθηκε στην υπόθεση Γ. Ιωαννίδης v. Ν. Χαραλάμπους
(1992)1 ΑΑΔ 558 στην οποία και λέχθηκαν τα ακόλουθα. «Η ακολουθητέα διαδικασία που προνοεί η επίδικη παράγραφος αφορά τόσο τα προδικαστικά στάδια όσο και το στάδιο της ακρόασης. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άλλη από εκείνη που καθορίζεται στους θεσμούς 7 και 8 της Δ.
- Στην παρούσα περίπτωση ο Εφεσείων είχε καθήκον όσο και δικαίωμα να υποβάλει την απορριφθείσα αίτηση για οδηγίες εν όψει του γεγονότος ότι η απαίτηση του εναντίον του συνεναγομένου του αφορούσε πλήρη κάλυψη του ποσού της αποζημίωσης αναφορικά με το οποίο εκκρεμούσε απαίτηση εναντίον του όχι υπό την ιδιότητα του αδικοπραγήσαντα μαζί με το συνεναγόμενό του, αλλά λόγω ευθύνης του εκ προστήσεως που πήγαζε από τη σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου που υφίστατο μεταξύ του και του οδηγού του αυτοκινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην παρούσα περίπτωση είχαν εφαρμογή όλες οι πρόνοιες της Δ.10 εκτός εκείνων που προβλέπουν για άδεια του Δικαστηρίου για την έκδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου, η οποία περιττεύει εφόσο ο Εφεσίβλητος 2 ήταν ήδη διάδικος στην αγωγή. Το κείμενο της Δ.10, θ. 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας αντιγράφει πλήρως το κείμενο της αντίστοιχης Αγγλικής Διάταξης 16Α, θ.
- Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1962, Τόμος 1, σ.390, η εφαρμογή του πιο πάνω θεσμού οριοθετείται ως εξής: "Application of the Rule. Except where the two defendants are sued as tortfeasors liable in respect of the same damage, it is necessary for a defendant who claims against his co - defendant relief of any of the kinds mentioned in the rule to issue and serve upon him a third party notice under this rule and a summons for third party directions under r.7." Στην εξεταζόμενη περίπτωση η σχέση των συνεναγομένων, δεν βασίζεται σε αδικοπραξία και για το λόγο αυτό και μετά την ειδοποίηση συνεισφοράς που ο εναγόμενος 3 αρχικά και στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 αντάλλαξαν μεταξύ τους όπως είχαν δικαίωμα να πράξουν, θα έπρεπε να είχε ακολουθήσει πριν την ανταλλαγή των δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων, η καταχώρηση αίτησης για οδηγίες έτσι ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει αυτήν, να κρίνει και να αποφασίσει κατά πόσο θα έπρεπε να δώσει σχετικές οδηγίες. Τούτο προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα όπου ρητά αναφέρεται ότι η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί είναι αυτή που καθορίζεται στους θεσμούς 7 και 8 της Δ.10 και ότι η υποβολή τέτοιας αίτησης αποτελεί όχι μόνο δικαίωμα αλλά και καθήκον του εναγομένου που επιθυμεί να προωθήσει απαίτηση εναντίον συνεναγομένου του και η οποία δεν προκύπτει από αδικοπραξία. Εάν και κατά πόσον θα δοθεί άδεια για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και θα πρέπει να εξετασθεί από το Δικαστήριο, το οποίο με βάση τις πρόνοιες της Δ.10 Θ.12
(1)και τα γεγονότα της υπόθεσης θα εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων οπόταν στην κατάλληλη περίπτωση θα δώσει σχετικές οδηγίες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η πιο πάνω πρέπουσα διαδικασία δεν έχει τηρηθεί αλλά αντί αυτού, οι εναγόμενοι 2 και 3 αντάλλαξαν δικόγραφα μεταξύ τους χωρίς προηγουμένως να έχουν υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση σχετικών οδηγιών. Αυτό είναι απόλυτα απαραίτητο αφού το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει κατά πόσον επρόκειτο για κατάλληλη περίπτωση στην οποία εδικαιολογείτο να δώσει οδηγίες για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ συνεναγομένων. Η ανταλλαγή τέτοιων δικογράφων δεν αποτελεί αυτονόητο και αυτόδηλο δικαίωμα κάποιου εναγομένου αλλά υπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου το οποίο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα αποφασίσει το αίτημα μέσα από το πρίσμα των προνοιών της Δ.10 Θ.12
(1)(α), (β) και (γ). Ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προκύπτει και από τα όσα αποφασίσθηκαν στην Πορφύριος Ιωάννου v. Κώστας Βιολάρης & Υιοί Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1424, στην οποία βεβαίως εξετάσθηκε το ζήτημα της διαδικασίας εισαγωγής τριτοδιαδίκου, η οποία όπως και στην απόφαση Χαραλαμπίδης πιο πάνω αποφασίσθηκε έχουν εφαρμογή εκτός αυτής που προβλέπουν για άδεια του Δικαστηρίου για την έκδοση της ειδοποίησης τριτοδιαδίκου και στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα. «Στο πλαίσιο της συζήτησης, πρωτοδίκως και ενώπιόν μας, έγινε αναφορά στις υποθέσεις Maria Neokli Erotokritou v. Xeros
(1961)C.L.R. 377, Elias Photiou v. Azevedo and Guimaraes Ltd and Others
(1980)1 C.L.R. 536, Asimenos and Another v. Paraskeva and Another
(1982)1 C.L.R. 145, Droushiotis (Import-Export) Ltd v. L'Union Des Assurancesde Paris
(1983)1 C.L.R. 19, Manchester Lines Ltd v. Viamaz Coach Industry Ltd
(1983)1 C.L.R. 178, Ανδρέας Νικήτας ν. Medcon Construcrtion Limited και Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1Α.Α.Δ.643, The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O'Regan
(1998)1 Α.Α.Δ. 1087 και στην αντίστοιχη αγγλική Ο. 16 (Annual Practice 1960 σελ. 381 κ.επ). Είναι αυτονόητο πως μπορεί να τίθεται θέμα χορήγησης άδειας για έκδοση και επίδοση κλήσης τριτοδιαδίκου αν η περίπτωση εντάσσεται σε μια από τις τρεις που εξειδικεύει η Δ.10 θ1
(1)(α)(β)(γ). Και είναι σαφές πως, ενώ το θέμα δεν κρίνεται οριστικά σε εκείνο το αρχικό στάδιο, χρειάζεται τουλάχιστον να φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως η περίπτωση είναι τέτοια. Χωρίς εκ πρώτης όψεως διαπίστωση τέτοιας φύσης, δε διανοίγεται δυνατότητα άσκησης διακριτικής εξουσίας με αναφορά σε οτιδήποτε άλλο. Αυτά δε, ως είδος δικαιοδοτικής προϋπόθεσης, διαπιστώνονται καθηκόντως, και κάθε άλλο παρά μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε είτε επειδή άκουσε και τους εφεσίβλητους επί του θέματος είτε επειδή αναφέρθηκε στο θέμα. Ήταν στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου η αναζήτηση εξ αρχής και της θέσης των εφεσιβλήτων. [βλ. Δ.48 θ.8
(3)και συναφώς Annual Practice (ανωτέρω) σελ. 382] και δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως το πρωτόδικο δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του σε οποιοδήποτε τομέα. Είτε σε σχέση με τους χειρισμούς είτε σε σχέση με τη φύση των θεμάτων που εξέτασε. Περαιτέρω, είναι και λανθασμένη η άποψη πως είτε αγνοήθηκε μαρτυρία είτε ανεπιτρέπτως λήφθηκε άλλη υπόψη. Δεν υπάρχει υπόβαθρο σ' αυτή την εισήγηση. Το πρωτόδικο δικαστήριο εμφανώς προσέγγισε το θέμα πάνω στη βάση των ίδιων των ισχυρισμών του εφεσείοντα, όπως αυτός τους προέβαλε στην υπεράσπισή του. Και απέρριψε την αίτηση με καθαρή αιτιολογία, αναφερόμενη στις δυνατότητες όπως τις καθορίζει η Δ.10 θ1
(1)». Στην εξεταζόμενη περίπτωση και από τη στιγμή που η αγωγή εναντίον των εναγομένων 2 και 3 δεν προκύπτει από κοινή αδικοπραξία (joint tort feasors), θα έπρεπε να υποβληθεί αίτηση για οδηγίες έτσι ώστε να εξετασθεί πλέον από το Δικαστήριο εάν θα έπρεπε ή όχι να δοθούν οδηγίες για ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των συνεναγομένων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.10 Θ.12
(1)των Θεσμών. Η αναγκαιότητα για έκδοση τέτοιων οδηγιών υποστηρίζεται από τα αναφερόμενα στο Annual Practice του 1953 στη σελίδα 307 κάτω από τον τίτλο «Directions». «Directions must be obtained by the defendant issuing the notice (Chitty F., p.269
(24), or he will not be entitled to any relief against his co-defendant (see Tritton v.Bankart, 56 L. J. Ch. 629....» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ότι προκύπτει από τα πιο πάνω είναι η ανάγκη όπως δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο διαφορετικά ο εναγόμενος δεν δικαιούται σε θεραπεία εναντίον του συνεναγόμενου του. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν ήταν η ορθή. Συνεπώς και με βάση τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice πιο πάνω, κρίνεται ότι σε καμία περίπτωση, ακόμα δηλαδή και στην περίπτωση που ο ενάγοντας δεν είχε αποσύρει την αγωγή εναντίον των εναγομένων, οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν θα δικαιούνταν σε οποιαδήποτε θεραπεία έναντι του άλλου. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 3 βασίσθηκε στη θέση ότι η διαδικασία μεταξύ των συνεναγομένων είναι ορθή. Όμως από τη στιγμή που έχει κριθεί το αντίθετο τα όσα έχουν προβληθεί δεν χρειάζεται να εξετασθούν περαιτέρω. Με βάση όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται, κρίνεται ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου έγκυρη διαδικασία μεταξύ των συνεναγομένων 2 και 3, ούτε και ζήτημα που θα πρέπει να αποφασισθεί και συνεπώς η διαδικασία που ξεκίνησε με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής κρίνεται ως αποπερατωθείσα. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civii/interim sybject:diadikasia synenagomenou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο