← Κύπρος

TERMITE ESTATES LTD ν. GATTO S.P.A. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1872/06, 30/4/2014

TERMITE ESTATES LTD ν. GATTO S.P.A. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1872/06, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1872/06 Μεταξύ: TERMITE ESTATES LTD Εναγόντων και

  1. GATTO S.P.A.
  2. G & P CUCINE ITALIANE LTD Εναγομένων Αίτηση για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 30.4.
  3. Για Εναγόμενους 1 - Αιτητές: κα Χρ. Κάντου για Georgios E. Konnaris & Co LLC. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Θρασυβούλου για Αντρέας Γιωρκάτζης & Σια. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.3.09, στη βάση μονομερούς αίτησης ημερ. 16.3.09, για έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, λόγω παράλειψης αυτών να εμφανισθούν, εκδόθηκε εναντίον των τελευταίων απόφαση για το ποσό των €68.880,23 με τόκο 8% ετησίως από 20.4.06 μέχρι 14.10.08 και τόκο 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα καθώς και απόφαση δηλωτική του ότι η συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 1 που επιμαρτυρείται από την ενέγγυα πίστωση με αρ. 156/05/11544 είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη ως αποτελούσα το αποτέλεσμα δόλου των Εναγομένων 1 και/ή 2 και ή συνήφθει με ψευδείς παραστάσεις. Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 22.10.13, οι Εναγόμενοι 1 (στο εξής οι Αιτητές) αιτούνται διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η πιο πάνω απόφαση. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 22.10.13 και βασίζεται στις Δ.2 Κ.2, 3, Δ.6 Κ.1(θ), 4-7, Δ.17 Κ.10, Δ.26 Κ.14 και Δ.48 Κ.1-7, 9(h), 10-12 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 805/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1348/2000 του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση ημερ. 22.10.13 του κ. Ηλία Κονναρή, δικηγόρου, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα που αναφέρει και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση, καθότι αυτοί βρίσκονται στο εξωτερικό. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρονται τα ακόλουθα: Έχει στην κατοχή του φάκελο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεσης, αφού αντίγραφο της αγωγής προσκόμισε στο γραφείο του ο κ. Πέτρος Ερμογένους διευθυντής της εταιρείας G & Ρ Cucine Italiane Ltd, αντιπρόσωπος των Αιτητών, οι οποίοι είναι ιταλική εταιρεία που εμπορεύονται μεταξύ άλλων και κουζίνες. Προσκομίζοντας την αγωγή ο κ. Ερμογένους τους παρακάλεσε να εμφανιστούν εκ μέρους των Αιτητών σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ο κ. Κονναρής εμφανίστηκε στην αίτηση ζητώντας χρόνο για καταχώρηση ενστάσεως όμως την 1.6.06 ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο όπως αποσυρθεί λόγω έλλειψης επικοινωνίας. Την Δευτέρα 14.10.13 δέχθηκε τηλεφώνημα καθώς επίσης και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από τον κ. Fulvio Fati Pozzodivalle, δικηγόρο από την Ιταλία, ο οποίος τον πληροφορούσε ότι ήλθε σε επικοινωνία μαζί του μέσω του κ. Ερμογένους. Ο κ. Pozzodivalle τον ενημέρωσε ότι εκπροσωπεί τους Αιτητές, εναντίον των οποίων εκκρεμεί απόφαση δυνάμει Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου που εκδόθηκε στα πλαίσια της ανωτέρω αγωγής. Ερευνώντας το φάκελο της υπόθεσης ο κ. Κονναρής διαπίστωσε τη σχέση τους με την υπόθεση, η οποία περιορίστηκε στην απλή εμφάνιση τους για να ζητηθεί χρόνος για ένσταση σε αίτηση των Εναγόντων για μη πληρωμή τραπεζική ενέγγυας πίστωσης. Επίσης από τις επιδόσεις που υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι τόσον η αγωγή όσον και η αίτηση αλλά και τα διατάγματα δεν επιδόθηκαν δεόντως και σύμφωνα με τους Θεσμούς και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Συγκεκριμένα δεν επιδόθηκε στους Αιτητές ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος αλλά το ίδιο το κλητήριο ενώ δεν επιδόθηκαν όλα τα αναγκαία δικόγραφα και η μετάφραση αυτών αλλά μόνο το κλητήριο ένταλμα μαζί με το διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης κλητηρίου στα ελληνικά και μία επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων. Είναι θέση των Αιτητών ότι η όλη διαδικασία πάσχει καθότι δεν έλαβαν δεόντως γνώση (ελλειπή ή καθόλου γνώση για την ύπαρξη της αγωγής) περί των δικογράφων και της ουσιαστικής απαίτησης των Εναγόντων, ως απαιτούν τόσον ο τότε ισχύων Κανονισμός αρ. 1348/2000 όσον και ο Κανονισμός αρ. 805/
  4. Περαιτέρω προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης ότι δεν εκδόθηκε απόφαση εναντίον των τότε Εναγομένων
  5. Είναι ισχυρισμός των Αιτητών ότι δολίως και σκοπίμως οι Ενάγοντες πρόσθεσαν ως Εναγόμενους 2 την κυπριακή εταιρεία G & Ρ Cuccine Italiane Ltd ούτως ώστε να μην απαιτείται άδεια για σφράγιση της αγωγής. Είναι επίσης ισχυρισμός τους ότι το Πιστοποιητικό Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου (τεκμήριο 1) εμπεριέχει αναληθή στοιχεία τα οποία το καθιστούν επίσης άκυρο αφού αναφέρει: (α) ότι η επίδοση του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 και 17 του Κανονισμού αρ. 805/04, β) ότι επιδόθηκε η απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 13 του ίδιου Κανονισμού πράγμα το οποίο δεν έγινε, γ) ότι οι Αιτητές έλαβαν γνώση της απόφασης και είχαν δυνατότητα προσβολής της ενώ δεν αποδεικνύεται κάτι τέτοιο από το φάκελο του Δικαστηρίου αφού δεν έγινε επίδοση της απόφασης και δ) ότι η αγωγή επιδόθηκε δεόντως σύμφωνα με το άρθρο 13 του πιο πάνω Κανονισμού. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν τέτοια επίδοση δια ταχυδρομείου ούτως ώστε να περιέλθει σε ουσιαστική γνώση η εκκρεμότητα της αγωγής και να δύναται να ενστούν. Οι Αιτητές έχουν επίσης καλή υπόθεση καθότι η οποιαδήποτε συμφωνία έγινε μεταξύ τους και των G & Ρ Cucine Italiane Ltd. Οι ίδιοι δεν γνωρίζουν τους Ενάγοντες και οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους αναφορικά με την έκδοση τιμολογίων έγινε κατόπιν οδηγιών των G & Ρ Cuccine Italiane Ltd. Ο ισχυρισμός δε ότι τα εμπορεύματα στάληκαν λανθασμένα στους Ενάγοντες δεν ευσταθεί διότι η αποστολή έγινε σύμφωνα με την παραγγελία που έθεσαν σε αυτούς οι G & Ρ Cuccine Italiane Ltd. Επίσης οι Αιτητές δεν έλαβαν οποιαδήποτε εμπορεύματα πίσω. Περαιτέρω η πάροδος 3 ετών μέχρι την έκδοση αποφάσεως αλλά και η μη επίδοση σε αυτούς της αποφάσεως μέχρι και σήμερα οδήγησαν τους Αιτητές στο συμπέρασμα ότι δεν εκκρεμεί κάτι εναντίον τους αφού και ο κ. Ερμογένους, διευθυντής των Εναγομένων 2, τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει κάτι που να εκκρεμεί και όλα έχουν διευθετηθεί. Αντ' αυτού απ' ότι φαίνεται ο κ. Ερμογένους έδωσε διαβεβαιώσεις στους Ενάγοντες ότι αποκλειστική ευθύνη για την απαίτηση τους φέρουν οι Αιτητές, αποσείοντας κάθε ευθύνη από την εταιρεία του. Οι Αιτητές έλαβαν γνώση για την εναντίον τους απόφαση την προηγούμενη εβδομάδα με την επικείμενη εκτέλεση του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου πιθανόν την 22.10.
  6. Η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης δεν οφείλεται στους Αιτητές αλλά στους Ενάγοντες που δεν προώθησαν εγκαίρως την υπόθεση τους. Ως εκ των άνω είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και να δοθεί το δικαίωμα στους Αιτητές να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) καταχώρησαν στις 14.2.14 ένσταση στην αίτηση, η οποία στηρίζεται Δ.1, Δ.2 Κ.2, 3, Δ.6 Κ.1(θ), 4-7, Δ.16, Δ.17 Κ.
  7. Δ.26 Κ.14, Δ.39, Δ.48 1-4, 8-13 και Δ.64 Κ.1-2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στον Ε.Κ. αρ. 805/2004, στον Ε.Κ. αρ. 1348/2000, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι:
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.17 Κ.10 και της Δ.26 Κ.14 για τον παραμερισμό απόφασης.
  9. Δεν παρέχονται καθόλου και/ή επαρκή και/ή βάσιμα δικαιολογητικά για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης.
  10. Η επίδοση της αγωγής έγινε καθόλα νόμιμα με την ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης και σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου και/ή του Κανονισμού αρ. 1348/
  11. Εν πάση περιπτώσει το θέμα της επίδοσης αποτελεί δεδικασμένο εφόσον έχει εξετασθεί στα πλαίσια έκδοσης του Πιστοποιητικού Ευρωπαικού Εκτελεστού Τίτλου ημερ. 3.6.
  12. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει κανένα στοιχείο και/ή κανένα ουσιαστικό στοιχείο ως προς την ύπαρξη βάσιμης υπεράσπισης στα πλαίσια της αγωγής.
  13. Η συμπεριφορά των Αιτητών είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας.
  14. Ζητήματα δικαιοδοσίας και κανονικότητας της επίδοσης επιλύονται αποκλειστικά στα πλαίσια σχετικής ενδιάμεσης αίτησης και συνεπώς το Δικαστήριο στερείται εξουσίας παροχής της αιτούμενης θεραπείας.
  15. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι πρόδηλα αντικανονική και/ή παράτυπη καθότι ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει αν γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται προσωπικά ή αν τα έχει πληροφορηθεί και/ή για γεγονότα που προέρχονται από πληροφορίες δεν καθορίζεται και/ή δεν αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Βικτώριας Σταύρου, εκ των Διευθυντών αλλά και Γραμματέως των Καθ' ων η αίτηση. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης και αναφέρονται περαιτέρω βασικά τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 20.4.06 ενώ την ίδια μέρα καταχώρησαν και αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στις 3.5.06 εξασφάλισαν διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Αιτητές της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και η επίδοση πραγματοποιήθηκε στις 5.5.
  16. Στις 18.5.06, 26.5.06 και 1.6.06 οι Αιτητές εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο κ. Ηλία Κονναρή. Οι Αιτητές έλαβαν δεόντων γνώση της αγωγής, των δικογράφων και της ουσιαστικής απαίτησης των Καθ' ων η αίτηση εφόσον τους έγινε επίδοση καθόλα νόμιμη, με την ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης και σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου και/ή του Κανονισμού αρ. 1348/
  17. Με τον Κανονισμό αρ. 1348/2000, έχουν ουσιαστικά καταργηθεί οι πρόνοιες της Δ.6 Κ.6 και έτσι για επιδόσεις σε χώρες κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα και όχι ειδοποίηση περί αυτού. Περαιτέρω ο Κανονισμός αρ. 1348/2000 δεν υποχρεώνει την μετάφραση των δικαστικών εγγράφων που επιδίδονται σε εναγόμενους όταν η επίδοση ή κοινοποίηση των δικαστικών εγγράφων γίνεται απευθείας ταχυδρομικώς. Οι Αιτητές γνώριζαν την ύπαρξη της αγωγής και τους λόγους για τους οποίους εγκαλούνταν καθώς και τη δυνατότητα τους να υπερασπισθούν εαυτούς. Αυτό συνάγεται από τα ακόλουθα: Μετά την επίδοση στις 5.5.06, επικοινώνησαν, μέσω κάποιου Marco Canuti, με την κα Σταύρου σε μία προσπάθεια να βρεθεί εξώδικη διευθέτηση του όλου προβλήματος που είχε προκύψει και η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταχώρηση της αγωγής και το όλο θέμα συζητήθηκε σε έκταση. Περαιτέρω οι οι Αιτητές μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν στους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση επιστολή στην Ιταλική γλώσσα (τεκμήριο 1 και μετάφραση αυτής στην αγγλική τεκμήριο 2) ενώ οι Καθ' ων η αίτηση απάντησαν μέσω των δικηγόρων τους με επιστολή (τεκμήριο 3) στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην ύπαρξη της αγωγής που εκκρεμούσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Επίσης οι Αιτητές διόρισαν δικηγόρους για την υπεράσπιση τους, οι οποίοι εμφανίστηκαν επανειλημμένα στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Τα όσα αναφέρονται από τους Αιτητές αναφορικά με το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου είναι άσχετα για τους σκοπούς της υπό εκδίκαση αίτησης αφού δεν ζητείται η ακύρωση ή ο παραμερισμός του εν λόγω Πιστοποιητικού, το οποίο εκδόθηκε από το Δικαστήριο και συντάχθηκε από τον Πρωτοκολλητή αυτού. Περαιτέρω οι Αιτητές καθυστέρησαν στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Συγκεκριμένα οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση της εναντίον τους απόφασης την προηγούμενη βδομάδα (από 22.10.13) με την επικείμενη εκτέλεση του Ευρωπαϊκού μΕκτελεστού Τίτλου. Όμως οι Αιτητές γνώριζαν, τουλάχιστον από τις 16.6.13, για τις αποφάσεις και την διαδικασία στα πλαίσια της αγωγής, όπως αποδεικνύεται από την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 16.6.13 (τεκμήριο 4), με την οποία ζητείται η διεξαγωγή έρευνας του φακέλου. Συνεπώς οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση τέσσερεις και πλέον μήνες αργότερα. Οι Αιτητές για να δικαιολογήσουν την εξόφθαλμη καθυστέρηση να ενεργήσουν άμεσα ισχυρίζονται ουσιαστικά ότι παραπλανήθηκαν από τους Καθ' ών η Αίτηση και τους αντιπρόσωπους τους στην Κύπρο ότι όλα είχαν διευθετηθεί. Οι Αιτητές όφειλαν από τη στιγμή που τους επιδόθηκε η αγωγή τουλάχιστον να διερευνούσαν και να παρακολουθούσαν το θέμα και να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Αντί αυτού όχι μόνο επαναπαύθηκαν στα όσα υποτίθεται τους διαβεβαίωσε ο κ. Ερμογένους, τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν προσδιορίζονται χρονικά, αλλά ούτε και προσπάθησαν στη συνέχεια να βεβαιωθούν έστω ότι τα όσα αυτός τους ανέφερε ευσταθούσαν. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την επιστολή τεκμήριο 5, που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, οι δικηγόροι των Αιτητών τους πληροφορούσαν στις 26.5.06 ότι θα έπαυαν να τους αντιπροσωπεύουν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και ότι θα έπρεπε μέχρι την 1.6.06 να διορίσουν νέο δικηγόρο. Παρά ταύτα οι Αιτητές δεν μπήκαν καν στον κόπο να διορίσουν νέο δικηγόρο ούτε και εμφανίστηκαν ξανά ενώπιον του Δικαστηρίου δείχνοντας ξεκάθαρα πλήρη αδιαφορία για την διαδικασία. Η συμπεριφορά τους αυτή, για την οποία δεν μπορούν να μέμφονται κανέναν άλλον εκτός από τον εαυτό τους, καταδεικνύει εκ μέρους τους αδικαιολόγητη αδιαφορία για την υπόθεση τους και προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Περαιτέρω το τεκμήριο 5 καταρρίπτει και την θέση του κ. Κονναρή ότι υπήρχε έλλειψη επικοινωνίας αφού η εν λόγω επιστολή απευθύνεται προς τους Αιτητές και συγκεκριμένα στον Marco Cerutti. Τέλος οι Αιτητές δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης. Συγκεκριμένα τα όσα αναφέρουν σχετικά είναι γενικά και αόριστα και στερούνται της απαραίτητης πειστικότητας και στοιχειοθέτησης ώστε να επιτρέπουν τη θεμελίωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Αναφορικά με το ότι οι Αιτητές «δεν γνωρίζουν τους Ενάγοντες» τα τεκμήρια 1 και 2 καταρρίπτουν τον εν λόγω ισχυρισμό. Η θέση των Αιτητών ότι «δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι τα εμπορεύματα εστάλησαν λανθασμένα διότι η αποστολή των εμπορευμάτων έγινε συμφώνως της παραγγελίας που έθεσαν σε αυτούς οι G & Ρ Cuccine Italiane Ltd» έρχεται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς τους που προβάλλονται στα τεκμήρια 1 και 2 ενώ είναι άξιο απορίας γιατί οι Αιτητές προχώρησαν στην είσπραξη ολόκληρου του ποσού της ενέγγυας πίστωσης ημερομηνίας 8.12.05 παρά το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση τους όχλησαν επανειλημμένως να προβούν σε ακύρωση της λόγω του ότι αφίχθηκαν άλλα από τα παραγγελθέντα προϊόντα όπως επίσης είναι άξιο απορίας γιατί κάθε μία κατάσταση συσκευασίας αναφέρεται σε αριθμό παραγγελίας που δεν αντιστοιχεί στην παραγγελία των Καθ' ων η Αίτηση και φέρει όνομα άλλο από το όνομα των Καθ' ων η αίτηση. Οι ισχυρισμοί δε των Αιτητών για δόλο εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση με την προσθήκη των Εναγομένων 2 ως διαδίκων απορρίπτονται στην ολότητα τους και αποτελούν ακόμη μία προσπάθεια των Αιτητών στην δημιουργία εντυπώσεων. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν στο σημείο αυτό. Νομική Πτυχή. Οι αρχές που διέπουν το θέμα του παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε από πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί και εφαρμόζονται και στην Κυπριακή νομολογία (βλ. Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Η γενική αρχή του Δικαίου όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί (βλ. Phylactou ανωτέρω) και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, έχει διακριτικό χαρακτήρα. Μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιακούς για την απονομή της δικαιοσύνης ήτοι από τη μια την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη της ταχείας διεκπεραίωσης των διαδικαστικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Phylactou ανωτέρω, πέραν των πιο πάνω, προστίθεται ότι «η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι σε περίπτωση που η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο κριθεί ως κακή, με την έννοια ότι ο τελευταίος δεν λαμβάνει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής (δικαστικής διαδικασίας εναντίον του), το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae, αυτόματα να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται δηλ. θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αυτό γιατί το να εκδοθεί μια απόφαση εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς να του γίνει επίδοση της αγωγής ουσιαστικά παραγνωρίζει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος και Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 243 και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044). Το βάρος απόδειξης φέρει σε τέτοιους είδους αιτήσεις ο Εναγόμενος - Αιτητής. Όσον αφορά το θέμα της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αυτή πρέπει να προκύπτει χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού και χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Phylactou (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία λοιπόν που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον Αιτητή πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1 (βλ. Evans ανωτέρω και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν υποδηλούν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Χρειάζεται δηλ. κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής από τον Αιτητή διαφορετικής από αυτή του Καθ' ου η αίτηση. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Ως δε λέχθηκε στην Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 2118 υπεράσπιση ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας όταν είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη ενώ όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται. Η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισης. Αυτό γιατί η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο αλλά περιέχει γεγονότα και αυτά μπορεί να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες αλλά δεν χωρούν διαζεύξεις ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα (βλ. και El Fath Co. For International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ 1255 Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1Α Α.Α.Δ. 364 με αναφορά στη σχετική νομολογία έχει αναφερθεί ότι το «απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση» (βλ. και Phylactou ανωτέρω). Συνεπώς η αίτηση μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας Αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. Miluca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941, Κουμουλή ν. Yasmingh κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 323, Χριστοφόρου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας
(2000)1 Α.Α.Δ. 86 και Φραντζής ανωτέρω). Ερχόμενος στη συνέχεια στην παρούσα αίτηση θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι η εξέταση αυτής θα γίνει στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Οιεσδήποτε αναφορές στις αγορεύσεις των διαδίκων, σε γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στα πιο πάνω, δεν θα ληφθούν υπόψην καθότι ως είναι νομολογημένο οι αγορεύσεις δεν αποτελούν παραδεκτή μέθοδο εισαγωγής μαρτυρίας (βλ. El Fath ανωτέρω). Περαιτέρω εφόσον δεν γίνεται αμφισβήτηση γεγονότων και στοιχείων που παρατίθενται στις ένορκες δηλώσεις με τον ορθό δικονομικό τρόπο, δεν επιτρέπεται τέτοια αμφισβήτηση μέσω αναφορών στις αγορεύσεις. Πριν προχωρήσω στην ουσία της αίτησης θα εξετάσω κάποιες από τις λοιπές θέσεις των διαδίκων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι Πιστοποιητικό Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου που έχει εκδοθεί εμπεριέχει αναληθή στοιχεία τα οποία το καθιστούν άκυρο, θα πρέπει να λεχθεί ότι η εγκυρότητα ή όχι του εν λόγω Τίτλου είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα σε αιτήσεις παραμερισμού απόφασης, όπως η παρούσα, και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης. Για αυτό άλλωστε ως φαίνεται και από τις αγορεύσεις του συνηγόρου των Αιτητών αυτό δεν προωθείται. Αποτελεί δε θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι νομότυπη καθότι ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει αν γνωρίζει τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται προσωπικά ή αν τα έχει πληροφορηθεί και/ή για γεγονότα που προέρχονται από πληροφορίες δεν καθορίζεται και/ή δεν αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του. Η μαρτυρία, η οποία υποστηρίζει αιτήσεις ενδιάμεσης φύσης, όπως η παρούσα, παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.48. Η ένορκη αυτή δήλωση πρέπει να συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη Δ.39. Σύμφωνα με τη Δ.39 Κ.2 η ένορκη δήλωση πρέπει να περιορίζεται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει εξ ιδίας γνώσης αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του. Ένορκη δήλωση, η οποία δεν βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών του είναι αντικανονική. Η εξαίρεση που προβλέπεται από τη Δ.39 Κ.2 συναρτάται με την τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την επίκλησή της (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Στην παρούσα ο ενόρκως δηλών κ. Κονναρής αναφέρει ότι εμπλοκή του στην υπόθεση ήταν ότι εμφανίσθηκε αρχικά σε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αλλά την 1.6.06 ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο όπως αποσυρθεί λόγω έλλειψης επικοινωνίας. Αναφέρει δε ότι μετά από τηλεφώνημα και ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ημερ. 14.10.13 που δέχθηκε από δικηγόρο από την Ιταλία που εκπροσωπεί τους Αιτητές έκανε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης. Προκύπτει δε από την ένορκη του δήλωση ότι πλείστα τα όσα αναφέρει τα στηρίζει στα όσα διαπίστωσε από το φάκελο της υπόθεσης. Για άλλα θέματα όμως που δεν προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης όπως: (α) το ότι ουδέποτε έγινε στους Αιτητές επίδοση της αγωγής μέσω ταχυδρομείου ώστε να περιέλθει σε ουσιαστική γνώση η εκκρεμότητα της αγωγής και να δύναται να ενστούν, (β) το ότι αυτοί δεν έλαβαν δεόντως γνώση (ελλειπή ή καθόλου γνώση για την ύπαρξη της αγωγής) περί των δικογράφων και της ουσιαστικής απαίτησης των Εναγόντων, (γ) το ότι δολίως και σκοπίμως οι Ενάγοντες πρόσθεσαν τους Εναγόμενους 2 ώστε να μην απαιτείται άδεια για σφράγιση της αγωγής, (δ) το ότι η πάροδος 3 ετών μέχρι την έκδοση αποφάσεως αλλά και η μη επίδοση της απόφασης σε αυτούς μέχρι και σήμερα οδήγησαν τους Αιτητές στο συμπέρασμα ότι δεν εκκρεμεί κάτι εναντίον τους αφού και ο κ. Ερμογένους, διευθυντής των Εναγομένων 2, τους διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει κάτι που να εκκρεμεί και όλα έχουν διευθετηθεί και (ε) τα γεγονότα με βάση τα οποία κατ' ισχυρισμό στοιχειοθετείται καλή υπεράσπιση, ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση (κάτι που άλλωστε δεν μπορεί να ισχυρισθεί ενόψει των όσων αναφέρει για το περιορισμένο της εμπλοκής του στην υπόθεση) αλλά ούτε και αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Πέραν δε της συγκεκριμένου περιεχομένου επικοινωνίας που είχε με το δικηγόρο των Αιτητών στην Ιταλία δεν αναφέρει, οποιαδήποτε επικοινωνία ή πληροφόρηση από τους ίδιους τους Αιτητές. Συνεπώς η ένορκη δήλωση του κ. Κονναρή, όσον αφορά τα θέματα αυτά, κρίνεται ότι δεν συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της Δ.39 Κ.2 και ως πρόδηλα αντικανονική, τα συγκεκριμένα γεγονότα και τα στοιχεία που παρατίθενται, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην προς υποστήριξη της αίτησης. Παρά το ότι η πιο πάνω κρίση μου σφραγίζει ουσιαστικά μοιραία την τύχη της αίτησης, εφόσον δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί για το ότι οι Αιτητές δεν έλαβαν γνώση της αγωγής και για τα γεγονότα που παραθέτουν και στα οποία στηρίζουν τη θέση τους ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω όλα τα θέματα. Το πρώτο και κύριο θέμα, το οποίο πρέπει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσο οι Αιτητές έχουν αποκαλύψει στο δέοντα βαθμό ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Για αυτό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Με την έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες - Καθ' ων αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα αυτούσιες τις θεραπείες που τους αποδόθηκαν με την απόφαση ημερ. 26.3.
  1. Αυτές δε στηρίζονται στους ακόλουθους δικογραφημένους ισχυρισμούς: Κατά τον επίδικο χρόνο οι Ενάγοντες ασχολούνταν µε την ανέγερση δύο πολυκατοικιών αποτελούµενων από 20 διαµερίσµατα στην Λεµεσό. Για τον εξοπλισµό των διαµερισµάτων αυτών συνήψαν συµφωνία µε τους Εναγοµένους 1 (που είναι εταιρεία συσταθείσα στην lταλία) µέσω των εις Κύπρο αντιπρόσωπων αυτών Εναγοµένων 2, όπως σχεδιάσουν και κατασκευάσουν συγκεκριµένων διαστάσεων και προδιαγραφών αντικείµενα τα οποία θα µεταφέρονταν στην Κύπρο και θα παραδίδονταν στους Ενάγοντες. Έτσι οι Ενάγοντες παρήγγειλαν τα εξής αντικείμενα, τα οποία είχαν σχεδιάσει οι Εναγόµενοι 1: (α) 20 σειρές πάγκων κουζίνας, (β) 180 εντοιχισµένα ερµάρια, (γ) 13 πόρτες εισόδου, (δ) 54 εσωτερικές πόρτες, (ε) 5 πόρτες πυρασφάλειας και (στ) 13 πάγκους µπάνιου. Οι Ενάγοντες πλήρωσαν στους Εναγόµενους 1, ως προκαταβολή για την κατασκευή και παράδοση των αντικειµένων αυτών, το ποσό των Λ.Κ.4.000 το οποίο κατέβαλαν στους Εναγόµενους
  2. Οι όροι της µεταξύ των Εναγόντων και των Εναγοµένων 1 συµφωνίας για την προµήθεια των αντικειµένων περιέχονταν µεταξύ άλλων στην ενέγγυα πίστωση ηµεροµηνίας 16.11.05 που οι Ενάγοντες άνοιξαν µέσω της UNIVERSAL ΒΑΝΚ για το ποσό των €73.742,60 µε δικαιούχους τους Εναγοµένους
  3. Κατόπιν παράκλησης των Εναγοµένων 1 και/ή 2 µε την αιτιολογία ότι για να καταστεί δυνατή η φόρτωση των αντικειµένων που παραγγέλθηκαν θα έπρεπε να εµβαστεί στους Εναγοµένους 1 ποσό €61.496,23, το οποίο οι Εναγόµενοι 2 αδυνατούσαν να εµβάσουν στους Εναγοµένους 1 από την πίστωση που ανοίχθηκε από τους Ενάγοντες γιατί η συγκεκριµένη πίστωση δεν ήταν µεταβιβάσιµη, κατέβαλαν στους Εναγόµενους 1, Λ.Κ.7.000 και παράλληλα αφού ακυρώθηκε η πιο πάνω ενέγγυα πίστωση ανοίχθηκε νέα ηµεροµηνίας 8.12.05 µε αριθµό 156/05/11544 µε δικαιούχους τους Εναγόµενους 1 για το ποσό των €61.496,23 µέσω της Λαϊκής Τράπεζας. Ήταν ρητός καl/ή εξυπακουόµενος όρος της µεταξύ των Εναγόντων και Εναγοµένων 1 συµφωνίας που αποδεικνύεται και από το λεκτικό της νέας ενέγγυας πίστωσης ότι τα αντικείµενα που θα φορτώνονταν θα ήταν όπως η παραγγελία των Εναγοµένων
  4. Για σκοπούς διευκρίνησης των αντικειµένων που θα φορτώνονταν υπήρξε τροποποίηση της νέας ενέγγυας πίστωσης, την οποία οι Εναγόµενοι 1 αποδέχθηκαν και έτσι κατέστη όρος της νέας ενέγγυας πίστωσης ότι τα αντικείµενα που θα φορτώνονταν θα είναι αυτά που αναφέρονται πιο πάνω και επί των τιµολογίων θα αναφέρεται ότι τα αντικείµενα που θα φορτωθούν θα είναι σύµφωνα µε το προτιµολόγιο ηµερ. 23.9.05 που εξέδωσαν οι Εναγόµενοι
  5. Κατά ή περί την 13.2.06 οι Ενάγοντες έλαβαν ειδοποίηση ότι αφίχθηκαν στο λιµάνι Λεµεσού µε συγκεκριμένο πλοίο δύο εµπορευµατοκιβώτια που φέρεται ότι περιείχαν 497 κιβώτια µε προµηθευτές τους Εναγόµενους
  6. Κατά ή περί την 20.2.06 οι Ενάγοντες µετά από οδηγίες της Λαϊκής Τράπεζας υπέγραψαν τα αναγκαία έγγραφα για να καταστεί δυνατή η παράδοση σε αυτούς των αφιχθέντων εµπορευµάτων οπότε και διαπιστώθηκε ότι τα έγγραφα αφορούσαν άλλα από τα παραγγελθέντα αντικείµενα, γεγονός που διαπιστώθηκε και µεταγενέστερα κατά το άνοιγµα των δύο εµπορευµατοκιβωτίων. Οι Εναγόµενοι 1 δόλια σε συνεργασία µε τους Εναγοµένους 2 και µε σκοπό την εξαπάτηση των Εναγόντων χρησιµοποίησαν την ενέγγυα πίστωση ηµερ. 8.12.05 και απέστειλαν στην Κύπρο εµπορεύµατα άλλα από αυτά που οι Ενάγοντες παράγγειλαν. Παρά δε το ότι οι Ενάγοντες ενηµέρωσαν τους Εναγόµενους 1 και 2 για τα πιο πάνω, αµέσως µετά την διαπίστωση τους, καλώντας αυτούς όπως µη προχωρήσουν στην είσπραξη του ποσού των €61.496,23, ενηµερώνοντας σχετικά και την Λαϊκή Τράπεζα, ενεργώντας δόλια και/ή αµελώς και/ή κατά παράβασης της µεταξύ των και των Εναγόντων συµφωνίας εισέπραξαν το πιο πάνω ποσό. Υπήρξε δε έγγραφη παραδοχή του διευθυντή των Περαιτέρω οι Ενάγοντες κατέβαλαν για έξοδα ετοιµασίας ενέγγυας πίστωσης, μεταφορικά, έξοδα ασφάλειας για την µεταφορά των προϊόντων, έξοδα εκφόρτωσης των προϊόντων και τοποθέτησης τους σε Γενική Αποθήκη Αποταµίευσης και έξοδα εκτελώνισης, το συνολικό ποσό των €7.
  7. Οι Εναγόµενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν στους Ενάγοντες. Οι σχετικοί ισχυρισμοί των Αιτητών έχουν ήδη αναφερθεί ανωτέρω. Οι Καθ' ων η αίτηση μέσω της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αρνούνται ουσιαστικά τους ισχυρισμούς αυτούς. Είναι σαφές δε ότι δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών των Αιτητών ούτε και αξιολόγησης της μαρτυρίας με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων στο στάδιο αυτό (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Παρόλα αυτά, ως έχει προαναφερθεί, για να αποδείξουν οι Αιτητές την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην παρούσα χρειάζεται κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση μιας εκδοχής. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω, από τα στοιχεία που παρέθεσαν οι Αιτητές παρατηρούνται τα ακόλουθα: Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε συμφωνία έγινε μεταξύ τους και των G & Ρ Cucine Italiane Ltd (Εναγομένων 2) και ότι οι ίδιοι δεν γνωρίζουν τους Ενάγοντες και οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους αναφορικά με την έκδοση τιμολογίων έγινε κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων
  1. Δεν προσκόμισαν όμως οποιαδήποτε συμφωνία με τους Εναγόμενους 2 ούτε άλλο στοιχείο που να καταδεικνύει τέτοια, ούτε και κάτι άλλο που να καθιστά πειστική τη θέση τους ότι η έκδοση τιμολογίων έγινε κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων
  2. Περαιτέρω οι Αιτητές απορρίπτουν τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι τα εμπορεύματα στάληκαν λανθασμένα στους Ενάγοντες καθότι, ως υποστηρίζουν, η αποστολή έγινε σύμφωνα με την παραγγελία που έθεσαν σε αυτούς οι G & Ρ Cuccine Italiane Ltd. Ούτε όμως για αυτό έχουν προσκομίσει ή παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία που να στοιχειοθετεί κάτι τέτοιο για σκοπούς της παρούσας. Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ενώ οι Αιτητές θέτουν ισχυρισμών στους οποίους στηρίζουν την εκδοχή τους και τη θέση τους για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και ενώ λογικά θα αναμενόταν ότι τουλάχιστον για κάποιους εξ αυτών θα είχαν κάποια στοιχεία εντούτοις δεν παρέθεσαν κανένα ίχνος υποστηρικτικού στοιχείου για κανένα ισχυρισμό τους. Όλοι λοιπόν οι ισχυρισμοί τους για το θέμα αυτό παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί, στερούμενοι της απαραίτητης πειστικότητας και στοιχειοθέτησης ώστε να μην επιτρέπουν κατά την κρίση μου τη θεμελίωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης (βλ. Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστα Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν αποτύχει να αποκαλύψουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα προχωρήσω και στην εξέταση του θέματος της παράλειψης ή μη των Αιτητών να εμφανιστούν καθώς επίσης και της καθυστέρησης τους ή μη να προωθήσουν την παρούσα αίτηση. Για το σκοπό δε αυτό κρίνω ότι είναι αναγκαίο όπως προβώ σε μια αναδρομική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Από την εξέταση του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν λοιπόν τα ακόλουθα: Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής καταχωρήθηκε την 20.4.
  1. Την ίδια μέρα οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος με το οποίο να απαγορεύει στην Λαική Τράπεζα να πληρώσει στους Εναγόμενους 1 το ποσό των €61.496,23 δυνάμει της ενέγγυας πίστωση με αρ. 156/05/
  2. Η αίτηση δεν προχώρησε μονομερώς αλλά στις 28.4.06 διατάχθηκε η επίδοση της. Στις 3.5.06 οι Αιτητές εξασφάλισαν, κατόπιν μονομερούς αίτησης ίδιας ημερομηνίας, διάταγμα για επίδοση στους Εναγόμενους 1, εκτός δικαιοδοσίας, ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και της αίτησης ημερ. 20.4.06, με διπλοσυστημένη επιστολή ή με μια εκ των ειδικών υπηρεσιών παράδοσης εγγράφων σε συγκεκριμένη διεύθυνση των Εναγομένων 1 στην Ιταλία. Ως χρόνος εντός του οποίου οι Εναγόμενοι 1 είχαν το δικαίωμα εμφάνισης ορίσθηκε αυτός των 30 ημερών από την επίδοση. Το διάταγμα δεν διέτασσε η επίδοση να γίνει σύμφωνα με τον Κανονισμό αρ. 1348/2000, ούτε και μετάφραση οποιονδήποτε εγγράφων. Στις 8.5.06 η αίτηση ορίσθηκε εκ νέου για επίδοση στις 18.5.
  3. Στις 18.5.06 εμφανίσθηκε για τους Εναγόμενους 1 ο κ. Η. Κονναρής και ζήτησε χρόνο 10 ημερών για να καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση. Έτσι η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες στις 26.5.05, με οδηγίες να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τότε. Στις 26.5.06 εμφανίσθηκε και πάλι ο κ. Η. Κονναρής και ζήτησε η υπόθεση να παραμείνει την επόμενη Τρίτη καθότι, ως δήλωσε, λόγω ελλείψει ενδιαφέροντος, θα εξέφραζε την πρόθεση να αποσυρθούν από δικηγόροι των Εναγόμενων
  4. Το Δικαστήριο ανέφερε ότι, νοουμένου ότι ο κ. Κονναρής θα ειδοποιούσε τους Εναγόμενους 1 και θα τους επεσήμανε τι θα συμβεί, θα εξέταζε το αίτημα όταν θα εγειρόταν. Έτσι η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες την 1.6.
  5. Εκείνη την ημέρα εμφανίσθηκε πάλι ο κ. Η. Κονναρής, ο οποίος δήλωσε ότι πληροφόρησε τους Εναγόμενους 1 για το θέμα και μίλησε μαζί τους και μέσω του διευθυντή, ο οποίος μιλά ιταλικά. Του ανέφεραν ότι δεν είχαν πρόβλημα όπως εκδοθεί διάταγμα και γίνει απόλυτο το διάταγμα. Ρωτήθηκε δε από το Δικαστήριο εάν εμφανίζεται και δεσμεύεται αλλά απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια ρωτήθηκε από το Δικαστήριο εάν αυτά έγιναν προφορικά και απάντησε ότι έγιναν προφορικά αλλά ότι στάληκε και φαξ. Του δόθηκε χρόνος από το Δικαστήριο και αφού επανήλθε την ίδια μέρα παρέδωσε στο Δικαστήριο την επιστολή που έστειλε με φαξ στους Εναγόμενους 1 (κατατέθηκε τεκμήριο Α). Πρόσθεσε δε ο κ. Κονναρής ότι πέραν της επιστολής υπήρξε και τηλεφωνική επικοινωνία. Η εν λόγω επιστολή, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, έχει ως αποστολέα το δικηγορικό γραφείο Georgios E. Konnaris & Co και υπογράφεται από τον κ. Η. Κονναρή, έχει ως παραλήπτη τον κ. Marco Cerutti για τους Εναγόμενους 1 και είναι ημερ. 26.5.
  6. Είναι δε συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα και με αυτήν οι Εναγόμενοι 1 ενημερώνονται ότι θα παύσουν οι εν λόγω δικηγόροι να τους εκπροσωπούν στην υπόθεση 1872/06 Ε.Δ. Λεμεσού, ότι η υπόθεση είναι ορισμένη την 1η Ιουνίου και ότι μέχρι τότε θα πρέπει να διορίσουν άλλο δικηγόρο και πρέπει να καταχωρήσουν ένσταση στην αίτηση ημερ. 20.4.
  7. Ενόψει των ανωτέρω του δόθηκε άδεια να αποσυρθεί από δικηγόρος των Εναγομένων
  8. Στη συνέχεια ο κ. Νικολάου που εμφανίστηκε για τους Ενάγοντες αιτήθηκε διάταγμα ως η αίτηση και όπως αυτό γίνει απόλυτο. Λαμβάνοντας υπόψην όλα τα πιο πάνω και αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι με βάση την ένορκη δήλωση της κας Λαμάρη ημερ. 18.5.06 και την εμφάνιση του κ. Κονναρή στην αίτηση, προέκυπτε ότι οι Εναγόμενοι 1 έλαβαν γνώση αυτής και ότι δεν προτίθενται να ενστούν, προχώρησε στην εξέταση της αίτησης και εξέδωσε προσωρινό διάταγμα ως η αίτηση. Στο φάκελο της υπόθεσης υπάρχει ένορκη δήλωση της κας Λαμάρη ημερ. 8.5.06, στην οποία επισυνάπτεται φορτωτικό έγγραφο, ιστορικό φόρτωσης και δελτίο παραλαβής καθώς και τα έγγραφα που στάληκαν στους Εναγόμενους 1 με την υπηρεσία ΤΝΤ και παραδόθηκαν σε αυτούς στις 5.5.06, στη διεύθυνση που αναφέρεται στο διάταγμα ημερ. 3.5.
  9. Συγκεκριμένα τα εν λόγω έγγραφα ήταν το κλητήριο ένταλμα της αγωγής και το διάταγμα ημερ. 3.5.06 στα ελληνικά και μια επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών ημερ. 3.5.06 στα αγγλικά. Με την τελευταία αυτή επιστολή οι Εναγόμενοι 1 ενημερώνονται ότι οι Ενάγοντες στις 20.4.06 ήγειραν εναντίον των Εναγομένων 1 και των Εναγομένων 2, την Αγωγή υπ' αρ. 1872/06 ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού. Παρατίθενται δε στην επιστολή αυτούσιες οι θεραπείες που ζητούνται με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον των Εναγομένων. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1 ενημερώνονται για την έκδοση του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας καθώς και ότι έχουν δικαίωμα να εμφανισθούν και να υπερασπισθούν εαυτούς στη διαδικασία με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εντός 30 ημερών από την επίδοση και ότι σε περίπτωση που δεν το πράξουν αυτό θα εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Τέλος οι Εναγόμενοι 1 ενημερώνονται και για την αίτηση ημερ. 20.4.06 καθώς και για την επόμενη δικάσιμο της αίτησης και το δικαίωμα τους να εμφανισθούν και να ενστούν σε αυτή. Στο φάκελο υπάρχει επίσης και άλλη ένορκη δήλωση της κας Λαμάρη ημερ. 18.5.06 στην οποία αναφέρεται ότι λόγω του ότι η επίδοση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα έγινε στους Εναγόμενους 1 στις 5.5.06, χρόνος που δεν ήταν ικανοποιητικός σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, προφανώς με δεδομένο ότι η αίτηση ήταν ορισμένη στις 8.5.06, οι Ενάγοντες προέβησαν στις 11.5.06, μέσω της ίδιας υπηρεσίας ΤΝΤ, σε επίδοση στους Εναγόμενους 1 της αίτησης, της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και αντιγράφου του διατάγματος ημερ. 3.5.06, το οποίο συνοδευόταν με επιστολή στην αγγλική γλώσσα. Στις 25.2.09 οι Αιτητές καταχώρησαν την έκθεση απαίτησης τους. Στη συνέχεια στις 16.3.09 καταχώρησαν την μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και εξασφάλισαν την επίδικη στην παρούσα απόφαση στις 26.3.
  10. Στις 3.6.09 οι Αιτητές, στη βάση της εν λόγω απόφασης, εξασφάλισαν, κατόπιν αίτησης τους ίδια ημερομηνίας, Πιστοποιητικό Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου. Στις 22.10.13 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης και στις 23.10.13 εξασφαλίσθηκε το αιτούμενο διάταγμα το οποίο ορίσθηκε επιστρεπτέο την 1.11.
  11. Την ημέρα εκείνη το διάταγμα κατέστη απόλυτο. Στη συνέχεια κατόπιν αίτηση των Εναγόντων και αφού το Δικαστήριο άκουσε και τις δύο πλευρές, με απόφαση του ημερ. 31.3.14, ακύρωσε το διάταγμα με το οποίο το διάταγμα ημερ. 23.10.13 κατέστη απόλυτο και όρισε τόσο την μονομερή αίτηση ημερ. 22.10.13 όσο και το διάταγμα ημερ. 23.10.13 για επίδοση. Στις 14.4.14 τόσο η εν λόγω αίτηση όσο και το διάταγμα ακυρώθηκαν εκ συμφώνου και την ίδια ημέρα έγινε ακρόαση της παρούσας. Επανερχόμενος στην παρούσα θα εξετάσω στη συνέχεια την θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει το κατά πόσο η αγωγή επιδόθηκε δεόντως. Η θέση αυτή έχει δύο σκέλη: Το ένα σκέλος της θέσης των Καθ' ων η αίτηση στηρίζεται στο ότι το θέμα της εξέτασης της επίδoσης τους εισαγωγικού της δίκης εγγράφου ή ισοδύναμου έγγραφο έχει ήδη εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια έκδοσης του Πιστοποιητικού Ευρωπαϊκού Εκτελεστού Τίτλου και συνεπώς υπάρχει δεδικασμένο. Να σημειωθεί ότι σε σχέση με αυτό οι Καθ' ων η αίτηση δεν παραπέμπουν σε οποιαδήποτε σχετική νομολογία. Αναφέρουν απλά ότι ενόψει αυτού το Δικαστήριο δεν μπορεί να επανεξετάσει δική του απόφαση αναφορικά με τη νομότυπη επίδοση. Αυτή η θέση δεν ευσταθεί. Δεδικασμένο προκαλείται από τελική απόφαση επί της ουσίας (final judgment on the merits) (βλ. Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner & Keeler Ltd (No 2) [1966] 2 All E.R. 536). Το κατά πόσο μια ενδιάμεση ή προσωρινή απόφαση μπορεί να θεωρηθεί τελική επί της ουσίας εξετάστηκε στην υπόθεση Desert Sun Loan Crop v. Hill [1996] 2 All E.R. 847 (CA) όπου τέθηκε ως γενικός κανόνας ότι το Δικαστήριο που εκδικάζει τελικά την ουσία δεν δεσμεύεται από προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση έστω κι αν αυτή άπτεται ζητημάτων ουσίας π.χ. όταν ζητείται ενδιάμεσο διάταγμα, εφόσον δεν πρόκειται για τελική, αλλά για προσωρινή απόφαση. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι καμία απόφαση σε ενδιάμεση αίτηση, εκτός από την θεραπεία που αποδίδεται (η οποία μπορεί να είναι ή να μην είναι τελικής φύσης) δεν είναι τελική, για να θεωρείται ότι αποτελεί δεδικασμένο εκτός εάν αποτελεί κώλυμα σε περαιτέρω διαδικασία για το ίδιο θέμα (βλ. Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner and Keeler Ltd and others (No. 3) [1969] 3 All E.R. 897 και Georghiou v. Voniati
(1978)JSC 239), κάτι που κατά την κρίση μου δεν συμβαίνει στην παρούσα εφόσον το Δικαστήριο εξέτασε το θέμα της επίδοσης περιορίζοντας τις διαπιστώσεις του στα πλαίσια και τους σκοπούς εκείνης της διαδικασίας που είναι προφανώς διαφορετική από την παρούσα. Το άλλο σκέλος της θέσης υποστηρίζει ότι ζητήματα δικαιοδοσίας και κανονικότητας της επίδοσης της αγωγής επιλύονται αποκλειστικά στα πλαίσια σχετικής ενδιάμεσης αίτησης, η οποία δεν έχει γίνει στην προκειμένη. Παραπέμπουν σχετικά στην υπόθεση S.P.P. Projects Limited Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ 762, όπου κρίθηκε από το Εφετείο ότι, ενόψει του ότι ουσιαστικά οι εφεσείοντες με την αίτηση τους στο πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίωκαν αποκλειστικά την ανατροπή του βάθρου στο οποίο στηρίχθηκε η διαταγή του Δικαστηρίου για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, θα έπρεπε να γίνει αίτηση για παραμερισμό του σχετικού διατάγματος και όχι για ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος και παραμερισμό της επίδοσης του στο εξωτερικό, η οποία εξετάσθηκε ανεξάρτητα από το εν λόγω διάταγμα. Θα πρέπει να λεχθεί ότι στα πλαίσια της παρούσας οι Αιτητές δεν ζητούν αλλά ούτε και δικαιούνται να ζητούν τον παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Αυτό που θα εξετασθεί είναι το κατά πόσο οι Αιτητές είχαν γνώση της αγωγής-δικαστικής διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον τους και κατά πόσο είχαν την ευκαιρία να υπερασπισθούν εαυτούς. Από την ένορκη δε δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προκύπτει αντίφαση αναφορικά με το που εδράζουν τη θέση τους σε σχέση με την επίδοση. Αυτό γιατί σε ένα σημείο υποστηρίζουν ότι δεν έλαβαν δεόντως γνώση (ελλειπή ή καθόλου γνώση για την ύπαρξη της αγωγής) ως απαιτούσε ο τότε ισχύων Κανονισμός αρ. 1348/2000, λόγω του δεν τους επιδόθηκαν όλα τα αναγκαία δικόγραφα και η μετάφραση τους εφόσον τους επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα με το διάταγμα για επίδοση στα ελληνικά και μια επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων αλλά όχι η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ σε άλλο ισχυρίζονται ότι ουδέποτε έλαβαν τέτοια επίδοση δια ταχυδρομείου ούτως ώστε να περιέλθει σε ουσιαστική γνώση η εκκρεμότητα της αγωγής και να δύνανται να ενστούν. Πέραν όμως της εν λόγω αντίφασης που καθιστά μη πειστική τη θέση τους, αναφερόμενοι σε «ελλειπή ή καθόλου γνώση για την ύπαρξη της αγωγής» εισάγουν και διαζευκτικά γεγονότα κάτι που σύμφωνα με τη νομολόγια δεν είναι επιτρεπτό. Δεν εξηγούν δε τι σημαίνει ελλειπή γνώση. Δεν τίθεται καν ισχυρισμός ότι λόγω μη μετάφρασης των επιδοθέντων εγγράφων δεν κατανόησαν ότι επρόκειτο για αγωγή-δικαστική διαδικασία που εγέρθηκε και εκκρεμούσε εναντίον τους. Φαίνεται από το περιεχόμενο του φακέλου, ως εκτέθηκε ανωτέρω, ότι μετά την επίδοση που έγινε στους Εναγόμενους 1 στις 5.5.06, του κλητηρίου εντάλματος, του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και της επεξηγηματικής επιστολής και μετά την επίδοση στις 11.5.06 που τους επιδόθηκε η αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, στις 18.5.06 εμφανίσθηκε για αυτούς δικηγόρος, ο οποίος ζήτησε χρόνο για να καταχωρίσει ένσταση στην αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος και δεν έθεσε οποιοδήποτε θέμα είτε μη επίδοσης είτε μη κατανόησης των όσων επιδόθηκαν στους Εναγόμενους
  1. Ο ίδιος δικηγόρος εμφανίσθηκε στις 26.5.05, εκφράζοντας πρόθεση να αποσυρθεί «λόγω ελλείψει ενδιαφέροντος» ως δήλωσε. Αποσύρθηκε δε, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, από δικηγόρος των Εναγομένων 1 την 1.6.06, εφόσον προηγουμένως ανέφερε ότι πληροφόρησε τους Εναγόμενους 1 για το θέμα και ότι του ανέφεραν μάλιστα ότι δεν είχαν πρόβλημα όπως εκδοθεί διάταγμα και γίνει απόλυτο το διάταγμα. Προσκόμισε δε σχετική επιστολή που έστειλε με φαξ στους Εναγόμενους 1 και πρόσθεσε ότι πέραν της επιστολής υπήρξε και τηλεφωνική επικοινωνία. Δεν αμφισβητήθηκε δε η μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση ότι μετά την επίδοση στις 5.5.06, επικοινώνησαν οι Εναγόμενοι 1, μέσω κάποιου Marco Canuti, με την κα Σταύρου σε μία προσπάθεια να βρεθεί εξώδικη διευθέτηση του όλου προβλήματος που είχε προκύψει και η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταχώρηση της αγωγής και το όλο θέμα συζητήθηκε σε έκταση. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι οι Αιτητές μέσω των δικηγόρων τους απέστειλαν στους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση επιστολή στην οποία οι Καθ' ων η αίτηση απάντησαν μέσω των δικηγόρων τους με επιστολή ημερ. 26.5.06 στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στην ύπαρξη της αγωγής που εκκρεμούσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Συνάγεται λοιπόν αβίαστα από τα αμέσως πιο πάνω ότι, ακόμη και εάν η επίδοση εθεωρείτο ως μη νομότυπη, οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση της αγωγής και του περιεχομένου της και μάλιστα ανέθεσαν σε δικηγόρο για να τους εκπροσωπήσει. Το γεγονός ότι ο δικηγόρος εμφανίσθηκε μόνο στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση μονομερούς διατάγματος και μετά αποσύρθηκε δεν αλλοιώνει τα πιο πάνω εφόσον εν πάση περιπτώσει το εν λόγω διάταγμα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με την αγωγή και η σχετική αίτηση τους επιδόθηκε όπως και το κλητήριο ένταλμα. Όσον δε αφορά το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος αντί της ειδοποίησης αυτού, αυτό εξετάσθηκε στην πολύ πρόσφατη V.K.C. Quality Investments Ltd v. Shammusi-Denn Alabi, Shitta Bey, Πολ. Έφεση Αρ. 113/2012, ημερ. 4.3.14, όπου έγινε αναφορά και στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. Ε23/2013 κ.α., ημερ. 13.9.
  2. Εκεί σημειώθηκε ότι Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007 (ο οποίος αντικατέστησε τον Κανονισμό 1348/2000 αλλά περιέχει όμοιες διατάξεις) υπερισχύει των εθνικών προνοιών που διέπουν το θέμα της επίδοσης. Σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο» εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν. Κρίθηκε έτσι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλλε στη θεώρηση του ότι ήταν αναγκαία η επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου και ότι η αποστολή αντιγράφου του κλητηρίου παραβίαζε την Δ.6 Κ.
  1. Αυτή η προσέγγιση, λέχθηκε, παραγνωρίζει την ύπαρξη του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και της ανάγκης για διασφάλιση της εσωτερικής αγοράς που ήταν και ένας από τους πρωταρχικούς σκοπούς για τη θέσπιση του Ε.Κ. 1393/
  2. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση είναι καθοδηγητικό ως προς την ερμηνεία του όλου θέματος: «Πράγματι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός προσπάθησε να άρει τους διάφορους φραγμούς στην επίδοση δικαστικών εγγράφων και να επιταχύνει και βελτιώσει την επίδοση μεταξύ κρατών μελών, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει τα πλεονεκτήματα της ενιαίας αγοράς και γι' αυτό οι πρόνοιες του θα πρέπει να τυγχάνουν εφαρμογής. Το γεγονός ότι η Δ.6 θ.6 «δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής» ενόψει της εισαγωγής του ΕΚ 1393/2007, δεν θα έπρεπε να ανησυχήσει ιδιαίτερα την ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστή, εφόσον προείχε η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Εν πάση περιπτώσει, είναι κοινή διαπίστωση ότι οι δικοί μας Θεσμοί χρήζουν εκσυγχρονισμού. Όμως μέχρι να γίνει αυτό κατορθωτό, τα δικαστήρια έχουν υποχρέωση να τους ερμηνεύουν με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνουν τη διαδικασία, που είναι εξάλλου και ο πρωταρχικός σκοπός για τον οποίο έχουν θεσπιστεί οι Θεσμοί (βλ. HE.NI.PA. Estates Co Ltd v. Club Dido Gesmbh
(1995)1 CLR 371)». Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η παρούσα δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί ex debito justitiae. Παρά λοιπόν το ότι οι Εναγόμενοι 1 έλαβαν την απαραίτητη γνώση για την ύπαρξη της αγωγής και της εν γένει εναντίον τους δικαστικής διαδικασίας και παρά το ότι ανέθεσαν την υπόθεση και εμφανίσθηκε για αυτούς δικηγόρος εντούτοις δεν καταχώρησαν ποτέ σημείωμα εμφάνισης. Όφειλαν δε από τη στιγμή που έλαβαν γνώση της αγωγής τουλάχιστον να διερευνούσαν και να παρακολουθούσαν το θέμα και, μετά την αποχώρηση του δικηγόρου τους, να φροντίσουν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Δεν το έπραξαν και έτσι μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης τους στις 25.2.09, οι Ενάγοντες, μετά από μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης ημερ. 16.3.09, εξασφάλισαν στις 26.3.09 εναντίον των Εναγομένων 1 την απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός με την παρούσα. Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε ως προαναφέρθηκε στις 22.10.13. Λαμβανομένων λοιπόν υπόψην των ανωτέρω όσον αφορά το γιατί οι Αιτητές δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή, η παράλειψη τους αυτή έμεινε χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση. Σε σχέση δε με το κατά πόσο υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην ένορκη τους δήλωση οι Αιτητές αναφέρουν ότι έλαβαν γνώση για την εναντίον τους απόφαση μια εβδομάδα πριν τις 22.10.13 με την επικείμενη εκτέλεση του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου. Αντίθετα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση οι Καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν τον εν λόγω ισχυρισμό και υποστηρίζουν ότι οι Αιτητές γνώριζαν από πριν για την έκδοση της απόφασης και εντούτοις καθυστέρησαν στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Στηρίζουν δε τη θέση τους στο ότι στο φάκελο της υπόθεσης υπάρχει επιστολή του κ. Κονναρή ημερ. 16.6.13 με την οποία ζητείται η διεξαγωγή έρευνας του φακέλου και ως εκ τούτου υποστηρίζουν ότι οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα τέσσερεις και πλέον μήνες αργότερα. Πράγματι στο φάκελο της υπόθεσης υπάρχει επιστολή του δικηγορικού γραφείου Georgios E. Konnaris & Co LLC, η οποία φέρει ημερ. 16.6.13, η οποία αποτείνεται προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και με αυτήν ζητείται να επιτραπεί η επιθεώρηση του φακέλου της υπόθεσης. Επισυνάπτεται δε σχετικά δήλωση/εξουσιοδότηση των δικηγόρων των Εναγομένων 1 στην Ιταλία, η οποία όμως δεν φέρει ημερομηνία. Από τη στιγμή λοιπόν που αμφισβητήθηκε η πιο πάνω θέση των Αιτητών εναπόκειτο σε αυτούς να δώσουν κάποια εξήγηση ή να δικαιολογήσουν τα όσα προκύπτουν από την προαναφερόμενη επιστολή τους, προσκομίζοντας την αναγκαία προς τούτο μαρτυρία (βλ. Iacovou Brothers (Construction) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1Β Α.Α.Δ 1377) π.χ. με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, κάτι που όμως δεν έπραξαν. Τα όσα δε αναφέρονται στις αγορεύσει των Αιτητών σχετικά δεν αποτελούν, ως έχει προαναφερθεί, μαρτυρία και συνεπώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψην. Συνεπώς οι Αιτητές δεν απέσεισαν ούτε το βάρος απόδειξης του ότι δεν υπήρξε μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Από την ανάγνωση δε της Δ.17, η οποία αφορά την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης και την έκδοση απόφασης συνεπεία της παράλειψης αυτής, προκύπτει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει γνώση του κλητηρίου εντάλματος θα πρέπει να καταχωρήσει το ενδεδειγμένο σημείωμα εμφάνισης. Οι Αιτητές στην παρούσα παρά το ότι έλαβαν γνώση της εν λόγω αγωγής και του περιεχομένου της, χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία, παρέλειψαν να καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης. Περαιτέρω δεν δικαιολόγησαν την καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας αίτησης. Η συμπεριφορά τους αυτή κρίνω λοιπόν ότι καταδεικνύει εκ μέρους τους αδικαιολόγητη αδιαφορία για την εναντίον τους αγωγή και υπό τις περιστάσεις προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των αντιδίκων τους. Αυτό αποτελεί σύμφωνα με τη σχετική νομολογία βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού ακόμη και στις περιπτώσεις που αποδεικνύεται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Καταληκτικά ενόψει των ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση - Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών - Εναγομένων 1, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση παραμερισμού απόφασης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.