← Κύπρος

ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ) ν. MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES PLC, Αριθμός Αγωγής: 2310/2008, 2830/2008, 28/4/2014

ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ) ν. MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES PLC, Αριθμός Αγωγής: 2310/2008, 2830/2008, 28/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A176 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 2310/2008 Μεταξύ: ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES PLC, από τη Λεμεσό Εναγόμενων Μετά από διάταγμα συνένωσης ημερομηνίας 30.10.2009 Αριθμός Αγωγής: 2830/2008 Μεταξύ: ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ (ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ), από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- MUSKITA ALUMINIUM INDUSTRIES PLC, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------------------------- Ημερομηνία: 28 Απριλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Γαλανός Για Εναγόμενους: κ. Χριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα ακόλουθα γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών: Οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο για τις αγωγές ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα των εργασιών τους τη Λεμεσό και μεταξύ άλλων ασχολούνταν με τη μεταφορά εμπορευμάτων εντός εμπορευματοκιβωτίων. Κατά τον ίδιο χρόνο, οι εναγόμενοι που είναι δημόσια εταιρεία, μεταξύ άλλων ασχολούνταν με την επεξεργασία και εμπορία αλουμινίου. Κατά ή περί τις 22.7.2007, οι ενάγοντες ζήτησαν από τους εναγόμενους (με τους οποίους συνεργάζονταν μέχρι τότε) να μεταφέρουν στο εργοστάσιό τους στη βιομηχανική περιοχή Ύψωνα ένα άδειο εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο θα φόρτωναν οι δεύτεροι με δικά τους εμπορεύματα, τα οποία θα μετέφεραν οι πρώτοι επί πληρωμή στο λιμάνι Λεμεσού. Κατά ή περί την ίδια μέρα, οι ενάγοντες μετέφεραν με δικό τους όχημα και καρότσα το εμπορευματοκιβώτιο στο χώρο του εργοστασίου των εναγόμενων. Οι τελευταίοι, με δική τους ευθύνη και/ή σύμφωνα με το γενικά παραδεκτό τρόπο φόρτωσης ανέλαβαν να φορτώσουν τα εμπορεύματα (αλουμίνιο) στο εμπορευματοκιβώτιο και να ειδοποιήσουν τους ενάγοντες αμέσως, όταν θα ήταν έτοιμοι να το μεταφέρουν στο λιμάνι. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και/ή της πρακτικής που ακολουθείται σε περιπτώσεις φόρτωσης εμπορευμάτων εντός εμπορευματοκιβωτίων ότι οι εναγόμενοι θα φόρτωναν τα επίδικα εμπορεύματά τους στο εμπορευματοκιβώτιο με επιμέλεια και προσοχή και σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς τρόπους φόρτωσης, έτσι ώστε να μη θέσουν σε κίνδυνο τα εμπορεύματα και το όχημα των εναγόντων και/ή τη ζωή οποιουδήποτε προσώπου. Οι εναγόμενοι, αφού φόρτωσαν το εμπορευματοκιβώτιο, το οποίο κλείδωσαν και σφράγισαν κάλεσαν του ενάγοντες να το μεταφέρουν στο λιμάνι. Οι τελευταίοι, ανάθεσαν την εν λόγω εργασία στο Μ.Ε.2, ο οποίος, στις 25.7.2007 μετέβη στο εργοστάσιο των εναγόμενων για να την εκτελέσει. Εκεί, αφού τοποθέτησε δεόντως το εμπορευματοκιβώτιο σε καρότσα την οποία έσυρε το ρυμουλκό όχημα των εναγόντων με αριθμό εγγραφής ΗΚΤ152 ξεκίνησε με προορισμό το λιμάνι Λεμεσού. Επισημαίνεται ότι οι εναγόμενοι διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες ότι το επίδικο φορτίο ήταν δεόντως φορτωμένο στο εμπορευματοκιβώτιο και ασφαλές να μεταφερθεί. Ωστόσο, κατά τη μεταφορά του από το Μ.Ε.2 στο λιμάνι, σε μία στροφή εντός του χώρου του λιμανιού, το όχημα των εναγόντων ανατράπηκε με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή της καρότσας και την πρόκληση ζημιών στο όχημα. Ζημιές υπέστησαν και οι εναγόμενοι, αφού, εξαιτίας της ανατροπής καταστράφηκε μέρος του επίδικου φορτίου. Απ' εκεί και πέρα, οι θέσεις μεταξύ των δύο πλευρών σε σχέση με την αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος διίστανται. Αποτελεί θέση των εναγόντων ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι και/ή ο υπάλληλός και/ή το εξουσιοδοτημένο από αυτούς πρόσωπο, κατά τη φόρτωση των εμπορευμάτων τους στο εμπορευματοκιβώτιο επέδειξαν τόση αμέλεια και/ή ενήργησαν κατά παράβαση του ορθού τρόπου φόρτωσης σε εμπορευματοκιβώτια και/ή κατά παράβαση του καθήκοντός τους να επιδείξουν εύλογη επιμέλεια. Οι κατ' ισχυρισμό τους λεπτομέρειες αμέλειας ακολουθούν (βλ. την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης στη βασική υπόθεση): «(α) Παρέλειψαν να φορτώσουν τα εμπορεύματα εντός του εμπορευματοκιβωτίου με τον σωστό και/ή ενδεδειγμένο τρόπο. (β) Παρέλειψαν να χρησιμοποιήσουν τα σωστά ξύλα και/ή υποστηρίγματα και/ή άλλα υλικά μεταξύ των τεμαχίων αλουμινίου με αποτέλεσμα αυτά να σπάσουν και να επιτρέψουν την μετατόπιση φορτίου και/ή του συγκεκριμένου φορτίου. (γ) Χρησιμοποίησαν λανθασμένα ξύλα και/ή υποστηρίγματα και/ή άλλο υλικό για συγκράτηση του φορτίου των αλουμινίων και/ή του συγκεκριμένου φορτίου και/ή μη δυνάμενα να αντέξουν το συγκεκριμένο φορτίο. (δ) Παρέλειψαν να προσδέσουν γερά και/ή κανονικά και/ή κατάλληλα το φορτίο της καρρότσας με αποτέλεσμα την μετατόπιση του φορτίου και την πρόκληση της ανατροπής. (ε) Γενικά ενήργησαν με επιπολαιότητα και/ή δεν επέδειξαν την εύλογη και απαιτούμενη επιμέλεια». Από την άλλη αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόμενων ότι κατά τη φόρτωση των επίδικων εμπορευμάτων τους εντός του εμπορευματοκιβωτίου ακολούθησαν τους γενικά παραδεκτούς τρόπους φόρτωσης εμπορευμάτων, ως επίσης και ότι η φόρτωσή τους έγινε με ασφαλή τρόπο, όπως γίνεται πάντοτε, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθούν στην εργασία τους. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η ανατροπή του οχήματος και της καρότσας οφειλόταν στην ψηλή υπό τις περιστάσεις ταχύτητα με την οποία κινείτο στον ουσιώδη χρόνο το όχημα των εναγόντων. Η συσκευασία των εμπορευμάτων εντός του εμπορευματοκιβωτίου προστίθεται, δεν επέτρεπε τη μετατόπισή του φορτίου, πράγμα που ενισχύεται και από το γεγονός ότι το εμπορευματοκιβώτιο ήταν σχεδόν γεμάτο οπότε δεν άφηνε περιθώρια μετατόπισης του φορτίου και/ή του κέντρου βάρους. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγόμενων παρατίθεται αυτούσιο: «

  1. Οι Εναγόμενοι υιοθετούν όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς και προχωρούν πάρα κάτω με την Ανταπαίτηση τους.». «
  2. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο οδηγός του οχήματος, για τις πράξεις και/ή παραλείψεις του οποίου οι Ενάγοντες είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο εκ προστήσεως ευθύνη, επέδειξε αμέλεια και/ή παρέβηκε τα νομοθετημένα καθήκοντά του, εν τούτοις οι Εναγόμενοι δεν γνωρίζουν τις αιτίες και/ή τις ακριβείς αιτίες του δυστυχήματος και ως αποτέλεσμα εφαρμόζεται η αρχή Res Ipsa Loquitur.» Η συνολική ζημιά που υπέστησαν οι ενάγοντες εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος (όπως έχει συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών στις 25.1.2012) ανέρχεται στο ποσό των €12.440,33, το οποίο αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων υπό μορφή αποζημιώσεων στη βασική υπόθεση. Συμφωνία μεταξύ των διαδίκων υπάρχει σε σχέση και με τις ζημιές που υπέστησαν οι εναγόμενοι, απότοκο κι αυτές του ίδιου ατυχήματος. Ανέρχονται στο ποσό των €9.602,74 αυτές, το οποίο οι εναγόμενοι αξιώνουν ανταπαιτητικώς εναντίον των εναγόντων στην ίδια υπόθεση, επίσης, υπό μορφή αποζημιώσεων. Το βασικό επίδικο θέμα της παρούσας υπόθεσης αφορά στο ερώτημα ποιος φέρει την ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Οι εναγόμενοι, όπως είναι η θέση των εναγόντων ή οι ενάγοντες, όπως είναι η θέση των τελευταίων, οι οποίοι, με την παράγραφο 5 της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησής τους, το αποδίδουν στην ψηλή υπό τις περιστάσεις ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα των εναγόντων στον ουσιώδη χρόνο, ενώ με την παράγραφο 9, κατά μία εκδοχή ισχυρίζονται πως δε γνωρίζουν τις αιτίες και/ή τις ακριβείς αιτίες του ατυχήματος και ως αποτέλεσμα, όπως είναι η θέση τους εφαρμόζεται η αρχή «res ipsa loquitur». Στην αγωγή 2830/2008, ουσιαστικά δεν υπάρχει κανένα επίδικο θέμα προς επίλυση - αντικείμενο εκδίκασης. Και τούτο, ως αποτέλεσμα του γεγονότος, ότι, στις 25.1.2012, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η αξίωση των εναγόντων έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους. Με αυτό δεδομένο και έχοντας υπόψη ότι ο συμψηφισμός απαιτήσεων δεν επιτρέπεται στο δικαιικό σύστημα απονομής πολιτικής δικαιοσύνης που ισχύει στην Κύπρο, οι ενάγοντες, δεδομένων και των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόμενων έναντι των αντίστοιχων - δικών τους ισχυρισμών που συνθέτουν τη σχετική απαίτησή τους δικαιούνται στην έκδοση απόφασης συναφώς με αυτή. Συγκεκριμένα, για το ποσό των €1.410,
  3. Αυτονόητο πως, η ανταπαίτηση των εναγόμενων στην ίδια υπόθεση, δεδομένης της φύσης της θα πρέπει να απορριφθεί. Οι Χαράλαμπος Χαραλάμπους, Κώστας Κωνσταντίνου, Νίκος Μαρκουλλής, Ηλίας Κυριάκου και Χριστάκης Κασάπης (Μ.Ε.1 μέχρι 5 αντίστοιχα) είναι οι πέντε μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων κατά τη δίκη. Από την άλλη, μαρτυρία για την υπόθεση των εναγόμενων έδωσαν, οι Κυριάκος Σωφρονίου, Ιωάννης Θεοδοσίου και Γιώργος Μενοίκου (Μ.Υ.1 μέχρι 3 αντίστοιχα). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Για όσους από τους μάρτυρες κατάθεσαν και ως πραγματογνώμονες ή μόνο με αυτή την ιδιότητα προστίθενται και τα εξής: Είναι καλά γνωστό, ότι ο πραγματογνώμονας οφείλει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε δικαστική κρίση. Ακολούθως, ενώ η μαρτυρία πραγματογνώμονα, κατά κανόνα θεωρείται μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα, η εκτίμηση της εν λόγω μαρτυρίας δε διαφέρει από την εκτίμηση της μαρτυρίας άλλων μαρτύρων και τούτο γιατί, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων είναι ίδιοι με τους κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των άλλων μαρτύρων. Τέλος, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σ' ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα σχετικά ακαδημαϊκά προσόντα που διαθέτει κανείς γύρω από το θέμα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας με βάση, είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του σ' ένα τομέα, η οποία, από μόνη της μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που διαθέτει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και του λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε (βλ. τη Νικολάου ν. Αστυνομίας

(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Δηλώνω ευθέως ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των τριών πρώτων από τους μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων είναι αρνητική. Για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια χωριστά για κάθε ένα από αυτούς θεωρώ ότι υπήρξε προσυνεννόηση μεταξύ τους επί της ουσίας όσων ανάφεραν σε σχέση με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, με αποκλειστικό σκοπό, όχι να αναδειχθεί η αλήθεια, αλλά, να βοηθήσουν τους ενάγοντες να στοιχειοθετήσουν την απαίτησή τους εναντίον των εναγόμενων. Σ' αυτά τα πλαίσια προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που δεν τεκμηριώνονται και ενίοτε καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της επιστημονικής μαρτυρίας που αποδέχομαι, η οποία, κατά κύριο λόγο προέρχεται από το Μ.Υ.3 και εν μέρει από το Μ.Υ.2, σε συνδυασμό ασφαλώς και με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, τον οποίο επίσης θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα. Όσα ακολουθούν αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία των υπό αναφορά μαρτύρων. Ειδικότερα: Ο Χαράλαμπος Χαραλάμπους (Μ.Ε.1) είναι επαγγελματίας οδηγός trailer για περίπου 20 χρόνια. Όπως ανάφερε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, στον ουσιώδη χρόνο ακολουθούσε στο χώρο του λιμανιού το Μ.Ε.2, ο οποίος οδηγούσε το επίδικο όχημα των εναγόντων. Αφού αναφέρθηκε στην ακολουθητέα διαδικασία εισόδου οχημάτων στο λιμάνι ισχυρίστηκε ότι όταν έφθασαν στο τέταρτο αλτ, είδε το όχημα του Μ.Ε.2 να ανατρέπεται πάνω σε μια δεξιά στροφή, γέρνοντας στην αριστερή πλευρά. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση, κατά την γνώμη του το ατύχημα οφείλεται στη μετακίνηση φορτίου. Ερωτηθείς που το στηρίζει αυτό, «ως έμπειρος οδηγός, το στοίβασμα, το στερέωμα.» ήταν η απάντησή του. Φυσικά, αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι δεν είδε πως ήταν φορτωμένο το επίδικο φορτίο προτού γείρει. Ότι ο μάρτυρας, προφανώς καθοδηγούμενος και σε συνεννόηση με άλλους μάρτυρες επιχείρησε να ευθυγραμμιστεί με τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων, απλώς και μόνο για να τους βοηθήσει να πετύχουν στην υπόθεσή τους είναι ολοφάνερο. Το γεγονός αυτό καταφαίνεται και από την απάντηση που έδωσε στην υποβολή που του έγινε ότι είναι αυθαίρετο το παραπάνω συμπέρασμά του, αφού δεν είδε πως ήταν φορτωμένο το επίδικο φορτίο πριν από το ατύχημα. «Κοίταξε και εμένα παλιά μου έτυχε αυτό το πράγμα, αλλά όχι να μου γείρει, έκανε κάποιο ελιγμό, όταν άνοιξαν τα container είδαν ότι είχε μετακινηθεί το φορτίο, διότι μου συνέβηκε και μένα, αλλά όχι να γείρει.» ήταν η απάντησή του. Με τη λογική του, το εύλογο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Αφού έτυχε και στον ίδιο αυτό το πράγμα, γιατί δεν προέκυψε και ανάλογο με το επίδικο ατύχημα; Και πώς μπορεί να προβαίνει στην εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος, που «συμπτωματικά», μόνο τους ενάγοντες βολεύει, αλλά και πόσο ίδιο είναι αυτό που του έτυχε με το επίδικο ατύχημα, τη στιγμή που, όπως απάντησε στην αμέσως επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε, «Δεν ξέρετε ότι είναι η ίδια περίπτωση με τη δική σας» απάντησε ως εξής: «Δεν πιστεύω ότι είναι η ίδια, διότι δεν ξέρω τι εμπόρευμα είχε, σαν το στοίβασμα των αλουμινίων μετά που φάνηκε ότι ήταν αλουμίνια, εμένα ήταν κάδος κάποιου τράχτου.» Βέβαια, οι λόγοι για τους οποίους το επίδικο ατύχημα δεν οφείλεται σε μετατόπιση του φορτίου απορρέουν από τη συνδυασμένη μαρτυρία όσων ανάφεραν οι μάρτυρες των εναγόμενων, τη μαρτυρία των οποίων θα σχολιάσω αργότερα. Και κάτι ακόμη. Όταν στη συνέχεια θα υπεισέλθω και στη μαρτυρία του οδηγού του οχήματος (Μ.Ε.2), θα διαφανεί ακόμη ένας λόγος για τον οποίο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής καταρρίπτεται η θέση του μάρτυρα και κατ' επέκταση των εναγόντων ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε μετατόπιση του φορτίου των εναγόμενων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αιτιολογήσω τους λόγους για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του υπό κρίση μάρτυρα, επί της ουσίας της, που έγκειται στον ισχυρισμό του ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε μετατόπιση του φορτίου των εναγόμενων μέσα στο εμπορευματοκιβώτιο που μετέφερε ο Μ.Ε.2 πάνω σε καρότσα με το όχημα των εναγόντων. Για τους ίδιους περίπου λόγους απορρίπτω και τη μαρτυρία του οδηγού του οχήματος των εναγόντων στον ουσιώδη χρόνο Κώστα Κωνσταντίνου (Μ.Ε.2), ο οποίος είμαι βέβαιος, ότι σε προσυνεννόηση με τον προηγούμενο μάρτυρα που είναι και συνάδελφός του, ανάφερε τα ίδια πράγματα και για τον ίδιο λόγο. Σε σχέση με αυτόν, μου προκαλεί εντύπωση και η κατ' απόλυτο τρόπο βεβαιότητά του για το λόγο του επίδικου ατυχήματος και συγκεκριμένα ότι μόνο όταν μετακινηθεί το φορτίο μπορεί να συμβεί αυτό, όπως ανάφερε απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων, τη στιγμή που, ακόμη και ο Μ.Ε.3 που κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας στην υπόθεση, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να οφειλόταν και σε διαφορετική αιτία το ατύχημα. Ο βασικός λόγος για τον οποίο και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής και όχι κατ' ανάγκη εμπειρογνωμοσύνης δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του μάρτυρα που με απόλυτη βεβαιότητα προέβαλε αναφορικά με το λόγο του επίδικου ατυχήματος είναι ο εξής: Όπως είπε αντεξεταζόμενος, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων, το εργοστάσιο των τελευταίων απ' όπου ξεκίνησε στον ουσιώδη χρόνο βρίσκεται σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου μέχρι το λιμάνι. Στη διαδρομή υπάρχουν και στροφές και σ' αυτές οδηγούσε το όχημα των εναγόντων με την ίδια ταχύτητα (15 με 20 χιλιόμετρα) που επιχείρησε να περάσει και από τη στροφή στην οποία έγινε το ατύχημα. Παρόλα αυτά, μόνο στην τελευταία άκουσε το θόρυβο μέσα στο φορτίο που προηγήθηκε της ανατροπής. Το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Δεδομένου ότι, όπως ανάφερε ο γραμματέας και μέτοχος των εναγόντων, Μ.Ε.4, στη διαδρομή που ακολούθησε ο υπό κρίση μάρτυρας υπάρχουν 4 στροφές, όπως αυτή στην οποία έγινε το ατύχημα, γιατί αυτό δεν έλαβε χώρα σε κάποια από αυτές τις στροφές; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο Νίκος Μαρκουλλής (Μ.Ε.3), όπως ανάφερε χωρίς να έχει αμφισβητηθεί είναι εμπειρογνώμονας ατυχημάτων και ασκεί το σχετικό επάγγελμα από το 1970. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του αναφορικά με την αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και τούτο γιατί, για λόγους που θα παραθέσω αμέσως θεωρώ ότι ο μάρτυρας απέστη του θεμελιακού του καθήκοντος που ήταν να με εφοδιάσει με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα μου επιτρέψουν να καταλήξω σε δικαστική κρίση, για ό, τι αποτελεί το ζητούμενο που είναι η διάγνωση της αιτίας ή αιτιών πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Απεναντίας θεωρώ ότι ο μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και περιβεβλημένος το μανδύα του εμπειρογνώμονα επιχείρησε απλώς να βοηθήσει τους ενάγοντες να αποδείξουν τη θέση τους ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν σε λόγο που αφορά τους εναγόμενους. Σ' αυτά τα πλαίσια, μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, προέβαλε ισχυρισμούς που δεν εδράζονται σε υπαρκτά δεδομένα, ενώ σε μία περίπτωση είμαι βέβαιος ότι δυστυχώς δεν έλεγε την αλήθεια. Ειδικότερα: Όπως ανάφερε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, στις 6.9.2007 κλήθηκε από το Μ.Ε.4 να επιθεωρήσει τις ζημιές του επίδικου οχήματος. Για το σκοπό αυτό ετοίμασε σχετική έκθεση (τεκμήριο 1). Στην τελευταία παράγραφο αυτής, ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής, που αποτελούν και τη μόνη αναφορά του σε σχέση με την αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος: «Κατά την άποψιν μας η ανατροπή του οχήματος που έλαβεν χώρα εντός του τελωνειακού χώρου & σε ξερή επίπεδην επιφάνεια οφείλεται εις την μετατόπιση του φορτίου της καρότσας που δεν ήταν γερά προσδεδεμένο.» Ωστόσο, κατά την αντεξέτασή του προέκυψε ότι στην έκθεσή του, μεταξύ της φράσης «της καρότσας που δεν» και της φράσης «ήταν γερά προσδεδεμένο.» υπήρχε η φράση «πρέπει να» την οποία αφαίρεσε (βλ. το τεκμήριο 3, η αρχική έκθεση). Ερωτηθείς γιατί αφαίρεσε τη φράση αυτή, «Ίσως αφαιρέθηκε το "δεν πρέπει", διότι δεν ήταν σωστός ο τρόπος που τα έθεσα. Αυτός ήταν ο λόγος.» απάντησε. Λίγο αργότερα, του υποβλήθηκε η εξής ερώτηση: «..δηλαδή θέλετε να μας πείτε ότι χωρίς να έχετε κάνει μέτρηση για το βάρος του φορτίου, χωρίς να το έχετε δει, χωρίς να έχετε επισκεφθεί τη σκηνή του δυστυχήματος, αφαιρέσετε τη λέξη "δεν πρέπει" και είστε σίγουρος ότι η μόνη αιτία για το δυστύχημα είναι η μετατόπιση του φορτίου;». Και η απάντησή του: «Μάλιστα, διότι είδα και τον τρόπο με τον οποίο ήταν υποστηριγμένες οι ράβδοι αυτοί μέσα στο εμπορευματοκιβώτιο.» Η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν η εξής: «Όταν γράφετε την πρώτη σας εκτίμηση δεν είχατε δει αυτό και ύστερα μετά από μια μέρα διαπιστώσατε ότι σίγουρα έπεσε λόγω μετατόπισης φορτίου το όχημα;» «Βεβαίως.» απάντησε. Θεωρώ πως, δικαίως μετά ο κ. Χριστοδούλου τού υπόβαλε ότι ο λόγος που διάγραψε την επίμαχη φράση από την έκθεσή του ήταν για μπορέσει να τεκμηριώσει - εκ του μη όντως προσθέτω με τη σειρά μου - τη βεβαιότητά του αναφορικά με την αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Η απάντησή του στην παραπάνω υποβολή, «Όχι δεν είναι αυτός ο λόγος. Ήταν θέμα πιο σωστής διατύπωσης.», όχι μόνο δεν πείθει αλλά, και τον εκθέτει να λέει ψέματα για ένα τόσο κεφαλαιώδους σημασίας θέμα που αφορά στην αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Προφανώς, ο μάρτυρας, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι αφαίρεσε την επίμαχη φράση από την έκθεσή του, για σκοπούς πιο σωστής διατύπωσης, τη στιγμή που είναι σαφές, ότι αυτό έγινε προκειμένου να μετατρέψει τη γενεσιουργό αιτία πρόκλησης του ατυχήματος, από απλό ενδεχόμενο, σε βέβαιο γεγονός. Ισχυρίστηκε ακόμη, ότι ο λόγος που είναι σίγουρος ότι η αιτία του ατυχήματος ήταν η μετατόπιση του φορτίου την ώρα που έστριβε το όχημα των εναγόντων πάνω στη στροφή είναι ο εξής: Αφ' ης στιγμής το όχημα κατά τη στιγμή της ανατροπής δεν έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και δεν είχε στρίψει απότομα, ο μοναδικός άλλος λόγος που μπορεί να ανατρέψει κινούμενο όχημα την ώρα που στρίβει είναι η μετατόπιση του φορτίου. Φυσικά, αντεξεταζόμενος συμφώνησε με τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων ότι το επίδικο όχημα θα μπορούσε να ανατραπεί και για άλλους λόγους, όπως, λόγω ελαττώματος του ίδιου του οχήματος και των ελαστικών του ή κακού κοτσαρίσματος του φορτηγού με την καρότσα. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Αντεξεταζόμενος και πάλιν, στην ερώτηση, νοουμένου ότι δεν υπήρχαν άλλοι εξωγενείς παράγοντες με το επίδικο φορτίο, στα πόσα χιλιόμετρα θα έπρεπε να πάρει τη στροφή το όχημα που το μετέφερε για να ανατραπεί, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Επαναλαμβάνω ότι εάν όλοι οι άλλοι παράγοντες ήταν ορθοί, κάποια ταχύτητα πιστεύω γύρω στα 40 με 50 χιλιόμετρα θα ανέτρεπε το όχημα, νοουμένου ότι μετατοπιζόταν το φορτίο». Αν υποτεθεί ότι η θέση αυτή του μάρτυρα είναι ορθή και επιστημονικά τεκμηριωμένη είναι σαφές ότι καταρρέει το βασικό του συμπέρασμα το οποίο καταγράφει και στην έκθεσή του, σύμφωνα με το οποίο, η ανατροπή του οχήματος οφείλεται στη μετατόπισή του φορτίου. Και τούτο γιατί, πολύ απλά, όπως ανάφερε ο οδηγός του οχήματος (Μ.Ε.2) καθώς και ο Μ.Ε.1 που τον ακολουθούσε και είδε το επίδικο ατύχημα, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ο Μ.Ε.2 οδηγούσε με ταχύτητα μεταξύ 15 και 20 χιλιομέτρων. Επομένως, ακόμη κι αν υπήρξε μετατόπιση του φορτίου μέσα στο εμπορευματοκιβώτιο, το όχημα των εναγόντων δεν μπορούσε να ανατραπεί εξαιτίας αυτής. Το πόσο αυθαίρετα είναι όσα ανάφερε ο μάρτυρας αναφορικά με την αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος καταφαίνεται και από το γεγονός, ότι, όταν ευθύς αμέσως κλήθηκε να πει στα πόσα χιλιόμετρα θα ανατρεπόταν το φορτίο χωρίς μετατόπιση, «Δύσκολο να το πει κάποιος.» ήταν η απάντησή του. Φυσικά, γιατί του ήταν δύσκολο να πει στα πόσα χιλιόμετρα θα ανατρεπόταν το επίδικο όχημα χωρίς μετατόπιση φορτίου και καθ' όλα εύκολο με μετατόπιση, τη στιγμή που στη δεύτερη περίπτωση ακόμη και από τη μαρτυρία του προκύπτει ότι υπεισέρχονται διάφοροι παράγοντες που συντείνουν στη μετατόπιση, μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Η αμηχανία που τον είχε κυριεύσει υπό βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων αντανακλάται από την απάντηση που έδωσε, όταν στη συνέχεια, ο κ. Χριστοδούλου, βασικά, στην προσπάθειά του να τον εκθέσει του υπέδειξε ότι το συμπέρασμά του ότι υπήρξε μετατόπιση του φορτίου που οδήγησε στην ανατροπή του οχήματος, δε συνάδει με τη θέση του ότι το όχημα των εναγόντων στον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο με 15 χιλιόμετρα. «Εγώ δεν είπα ότι δεν ανατρέπεται ένα όχημα και στα 15 και 20, σίγουρα είπα στα 40 δεν υπάρχει θέμα να κρατηθεί.» Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω, εντούτοις, επειδή θεωρώ αρκετά όσα έχουν αναφερθεί προκειμένου να εξηγήσω γιατί δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του υπό αναφορά, για το βασικό λόγο που κλήθηκε να καταθέσει και κατάθεσε ως μάρτυρας, μένω ως εδώ. Με μόνο λόγο ότι ο Μ.Ε.4 δεν ήταν παρών κατά το επίδικο ατύχημα στον ουσιώδη χρόνο, η μαρτυρία του, με μία εξαίρεση - στην οποία σχετική αναφορά ήδη έχει γίνει - υπέχει μηδενικής αξίας σε σχέση με την επίλυση του βασικού επίδικου θέματος της υπόθεσης. Το μόνο που θέλω να πω, πέραν του ότι δέχομαι τον ισχυρισμό του ότι κατά τη διαδρομή ενός περίπου χιλιομέτρου που ακολούθησε ο Μ.Ε.2 από το εργοστάσιο των εναγόμενων μέχρι και το λιμάνι, υπάρχουν 4 στροφές σαν κι αυτή στην οποία έγινε το επίδικο ατύχημα είναι το εξής: Τα διάφορα επιχειρήματα που και αυτός επιστράτευσε, στην προσπάθειά του να με πείσει ότι αποκλείεται να οδηγείτο με ταχύτητα πέραν των 15 με 20 χιλιομέτρων το επίδικο όχημα των εναγόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο, χωρίς να ισχυρίζομαι ότι κάτι τέτοιο συνέβη, στη βάση όσων ανάφερε ο μάρτυρας, δεν έχω πειστεί ότι αποκλείεται και να συνέβη. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας εντός του λιμανιού είναι τα 20 χιλιόμετρα δεν οδηγεί αφ εαυτού σε συμπέρασμα ότι τηρείται κιόλας από τους οδηγούς το συγκεκριμένο όριο ταχύτητας. Ούτε και η μαρτυρία του Μ.Ε.5 βοηθά τους ενάγοντες καθ' οιονδήποτε τρόπο, στην προσπάθειά τους να με πείσουν πως δε φέρει ευθύνη ο Μ.Ε.2 για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Και τούτο γιατί, αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι τα όσα είπε στο στάδιο της κυρίως εξέτασης είναι σε σχέση με το τι γίνεται συνήθως στο λιμάνι και όχι σε σχέση με το τι έγινε την ημέρα του επίδικου ατυχήματος, για το οποίο, όπως είπε, δε γνωρίζει τίποτα. Προφανώς αυτά που συνήθως γίνονται στο λιμάνι, δε σημαίνει πως έγιναν και κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του Κυριάκου Σωφρονίου ως μάρτυρα (Μ.Υ.1) είναι εξαιρετική. Ο μάρτυρας, που απαντούσε αυθόρμητα σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, μολονότι αντεξετάστηκε ικανά και σε έκταση από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του σε σχέση με οτιδήποτε ανάφερε. Ήταν σταθερός στις διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς του, ενώ η μαρτυρία του ενισχύεται ουσιωδώς και από το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, η οποία, καθώς έχει νομολογηθεί, συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Πέραν αυτών, ο μάρτυρας είναι και ο μόνος που είχε άμεση γνώση, αλλά και προσωπική εμπλοκή και ανάμιξη για ό, τι κατάθεσε συναφώς με το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία του και κατ' επέκταση η εκδοχή του σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης είναι και πιο λογική από την αντίστοιχη των εναγόντων. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, σε κάποιο βαθμό επιχειρήθηκε αμφισβήτησή του με την υποβολή θέσεων ή ερωτήσεων που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα των εναγόντων. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του υπό αναφορά μάρτυρα. Ειδικότερα: Εισαγωγικά να πω ότι ο μάρτυρας εργάζεται στους εναγόμενους από το 1973, ως υπεύθυνος για τις φορτώσεις εσωτερικού - εξωτερικού σε φορτηγά - εμπορευματοκιβώτια και στον ουσιώδη χρόνο είχε την ευθύνη επίβλεψης της φόρτωσης του επίδικου εμπορευματοκιβωτίου. Αφού ανάφερε τον τρόπο φόρτωσης ενός εμπορευματοκιβωτίου, κάτι που ισχύει και για το επίδικο εξήγησε με πειστικό τρόπο και το λόγο για τον οποίο δεν πρέπει να αφήνεται κενός χώρος μεταξύ των διαφόρων δεσμίδων αλουμινίου μέσα στο εμπορευματοκιβώτιο. Όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του δικηγόρου των εναγόμενων, «Όταν θα μείνει κενό έστω και 10 πόντους ή και πιο λίγο, μπορεί να υπάρχει τριβή του αλουμινίου μέσα στο χώρο που είναι εκεί και να πληγωθούν τα αλουμίνια, διότι το αλουμίνιο είναι ευαίσθητο μέταλλο και γδέρνεται εύκολα.».Τη θέση αυτή επανέλαβε και αντεξεταζόμενος, όταν απαντώντας σε κάποια ερώτηση του κ. Γαλανού, προκειμένου να αιτιολογήσει τη θέση του ότι κατά τη φόρτωση των επίδικων αλουμινίων δεν παρέμεινε κενός χώρος μεταξύ των πέντε συνολικά δεσμίδων αλουμινίου που τοποθετήθηκαν κατά πλάτος σε κάθε σειρά στο εμπορευματοκιβώτιο, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: «Τα 5, 10 και 15 και 20 εκατοστά καλύπτονται με το φάρδος του κάθε πακέτου. Ο στόχος είναι να είναι καλά εφαρμοσμένο για την προστασία, όπως έχω ξανααναφέρει του προϊόντος. Δεν μπορούν να υπάρχουν κενά μέσα, γιατί θα υπάρχει, θα υπάρξει μια καταστροφή ας πούμε του προϊόντος, διότι είναι ήδη βαμμένα, μπογιατισμένα ή αναδυόμενα και να γίνει μια ζημιά στο προϊόν. Γι' αυτό φροντίζουμε να μην υπάρχουν κενά μεταξύ τους.» Αμφισβητήθηκε για διάφορα πράγματα που είπε ο μάρτυρας, ωστόσο, το επιχείρημα που επικαλέστηκε προκειμένου να αιτιολογήσει και τη λογική με την οποία, όχι απλώς δεν υπήρχε μα ούτε και θα έπρεπε να υπάρχει κενός χώρος μέσα στο εμπορευματοκιβώτιο, όχι απλώς είναι ακαταμάχητο, αλλά παρέμεινε και αδιαμφισβήτητο. Ισχυρίστηκε ακόμη ο μάρτυρας ότι στο επίδικο εμπορευματοκιβώτιο υπήρχε κάποιος κενός χώρος, αλλά καθ' ύψος. Αριθμός φωτογραφιών τον επιβεβαιώνουν και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει περί αντιθέτου μαρτυρία. Απ' εκεί και πέρα, στο βαθμό που η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε ο μάρτυρας - καθώς και άλλοι μάρτυρες - ήταν με αναφορά στο βάρος του επίδικου φορτίου, δεν αποδίδω καθόλου σημασία, επειδή, οι διάφορες ερωτήσεις και υποβολές που έγιναν στο μάρτυρα δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα των εναγόντων. Όσο διασταλτικά και να ερμηνεύσω τις σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδουν στους εναγόμενους κατά τον ουσιώδη χρόνο με αυτά, αδυνατώ να αντιληφθώ με ποια από αυτές τους αποδίδουν και ότι τοποθέτησαν υπερβολική ή πέραν του επιτρεπόμενου ορίου βάρους, ποσότητα αλουμινίου στο εμπορευματοκιβώτιο. Πέραν τούτου είναι και το γεγονός, ότι, όπως ανάφερε ο Μ.Υ.3 με απόλυτα πειστικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, το βάρος του συγκεκριμένου φορτίου από μόνο του δε διαδραματίζει καθόλου ρόλο στην ανατροπή του οχήματος. Ο Ιωάννης Θεοδοσίου (Μ.Υ.2) εργάζεται ως πραγματογνώμονας - εκτιμητής ζημιών στην εταιρεία Ε.Ν. ΜΑΝΟΣ (ΚΥΠΡΟΣ) ΛΤΔ. Οι τελευταίοι είναι πραγματογνώμονες - διακανονιστές ζημιών. Στον ουσιώδη χρόνο, ο μάρτυρας εξέτασε το επίδικο ατύχημα για λογαριασμό των Γενικών Ασφαλειών Κύπρου, οι οποίες ασφάλισαν τη μεταφορά του επίδικου φορτίου των εναγόμενων. Για τις διαπιστώσεις του ετοίμασε τη σχετική έκθεση πραγματογνωμοσύνης (τεκμήριο 10). Δεδομένου ότι οι ζημιές κάθε πλευράς κατά το επίδικο ατύχημα έχουν συμφωνηθεί μεταξύ τους, ό, τι ενδιαφέρει από την έκθεση του μάρτυρα είναι το μέρος 3, με τίτλο «ΑΙΤΙΑ ΚΑΙ ΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΖΗΜΙΑΣ» το οποίο παρατίθεται αυτούσιο: «Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που εκτελέσαμε στο χώρο του ατυχήματος, το αίτιο της ζημιάς ήταν η υψηλή ταχύτητα με την οποία κινούταν το ρυμουλκούμενο όχημα. Σε στροφή 90 μοιρών το όχημα ανατράπηκε με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά το περιεχόμενο, το όχημα και να τραυματιστεί ο οδηγός. Σχετικά σημάδια από τους τροχούς του οχήματος φαίνονται στις επισυναπτόμενες φωτογραφίες. Σύμφωνα με τον οδηγό του οχήματος η ζημιά προκλήθηκε λόγω μετατόπισης του φορτίου εντός του εμπορευματοκιβωτίου. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που εκτελέσαμε, η συσκευασία των εμπορευμάτων εντός του εμπορευματοκιβωτίου δεν επέτρεπε την μετατόπιση φορτίου. Επιπλέον, το γεγονός ότι το εμπορευματοκιβώτιο ήταν σχεδόν γεμάτο, παρεμπόδιζε από μόνο του την μετατόπιση φορτίου. Για επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού παρακολουθήσαμε τις διαδικασίες φόρτωσης στο εργοστάσιο της ασφαλισμένης εταιρείας όπου και επιβεβαιώνεται ότι κάθε φόρτωση γίνεται από έμπειρο προσωπικό και επιβλέπεται από έμπειρο προσωπικό. Η φόρτωση γίνεται με την τοποθέτηση του εμπορεύματος σε δέσμες σε σχήμα ορθογωνίου και με την συμπλήρωση σειράς στοίβασης με τέτοιο τρόπο που να μην υπάρχουν κενά. Αυτό εξυπηρετεί την αποφυγή μετακίνησης φορτίου για αποφυγή ζημιών αλλά και την εκμετάλλευση του μέγιστου δυνατού αποθηκευτικού χώρου του εμπορευματοκιβωτίου. Η ζημιά αφορά αριθμό προφίλ αλουμινίου διάφορων ειδών τα οποία κτυπήθηκαν ή/και γδάρθηκαν κατά την πτώση του εμπορευματοκιβωτίου από το όχημα. Αναλυτική κατάσταση των ζημιωμένων προφίλ επισυνάπτεται. Τα ζημιωμένα προφίλ ελέγθηκαν στην παρουσία του υπεύθυνου ποιότητας των κυριών ασφαλισμένων αφού έγινε προσεκτική διαλογή στις εγκαταστάσεις τους.» Απ' εκεί και πέρα, ο μάρτυρας κατάθεσε και αριθμό φωτογραφιών (τεκμήριο11), απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις του δικηγόρου των εναγόμενων και αντεξετάστηκε από το δικηγόρο των εναγόντων. Δηλώνω ευθέως, ότι, στο βαθμό και την έκταση που με όσα ανάφερε ο μάρτυρας προσπάθησε να με πείσει ότι δεν υπήρξε μετατόπιση φορτίου στον ουσιώδη χρόνο, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Αναφορικά με αυτό το θέμα, ο μάρτυρας, με καθ' όλα πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο θεμελίωσε το επί του προκειμένου συμπέρασμά του το οποίο εδράζεται σε ορθή διερεύνηση η οποία διαλαμβάνει και πείραμα, το οποίο, εν μέρει εμφαίνεται και σε αριθμό φωτογραφιών που έβγαλε ο ίδιος και παρουσίασε στο Δικαστήριο (βλ. μεταξύ άλλων τις δύο πρώτες φωτογραφίες του τεκμηρίου 11). Το περιεχόμενο των εν λόγω φωτογραφιών αποτελεί πραγματική μαρτυρία και δε χρειάζεται να επαναλάβω την αξία της για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Πέραν τούτου, η μαρτυρία του υπό αναφορά, ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς και από τη μαρτυρία του προηγούμενου μάρτυρα καθώς και αντίστροφα. Εν μέρει ενισχύεται και από τη μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα που κατάθεσε καθαρά ως πραγματογνώμονας για την υπόθεση των εναγόμενων. Τέλος, ότι ο μάρτυρας ήταν αξιόπιστος, αλλά και ειλικρινής αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τα όσα ανάφερε απολήγουν σε βάρος των συμφερόντων της ασφαλιστικής εταιρείας που του ανάθεσε το έργο διαπίστωσης, διερεύνησης και εκτίμησης της ζημιάς που προκλήθηκε στο επίδικο φορτίο αλουμινίου των εναγόμενων στον ουσιώδη χρόνο, υπό την εξής έννοια: Όπως ανάφερε ο μάρτυρας, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων, η σχετική ασφαλιστική κάλυψη εμπορευμάτων που παρέχεται από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου στους εναγόμενους, για λογαριασμό των οποίων -ασφαλιστών - ενεργούσε ο ίδιος στον ουσιώδη χρόνο, εξαιρεί ζημιά που οφείλεται σε ανεπαρκές πακετάρισμα ή σε λανθασμένο τρόπο στοίβασης στο εμπορευματοκιβώτιο. Με αυτό δεδομένο, εάν ο μάρτυρας ήθελε να ευνοήσει κάποιο ή κάποιους, αυτοί ήταν οι ασφαλιστές - εργοδότες του και όχι οι εναγόμενοι. Και για να ευνοούσε τους πρώτους, θα έπρεπε τα ευρήματά του να τους επέτρεπαν να επικαλεστούν τη σχετική εξαίρεση κάλυψης της ζημιάς των εμπορευμάτων των εναγόμενων στον ουσιώδη χρόνο. Με απλά λόγια θα έπρεπε να είναι αντίθετα απ' ό, τι είναι, γεγονός το οποίο τους υποχρέωσε να καλύψουν την επίδικη ζημιά των εναγόμενων. Απ' εκεί και πέρα, οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του μάρτυρα, αναφορικά με την αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος και συγκεκριμένα ότι αυτό οφειλόταν στην ψηλή ταχύτητα με την οποία κινείτο το ρυμουλκούμενο όχημα των εναγόντων απορρέουν από τη μαρτυρία του επόμενου και τελευταίου μάρτυρα (Μ.Υ.3) που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων. Εν πάση περιπτώσει, ο μάρτυρας, ούτε ειδικός συναφώς με το θέμα είναι μα ούτε και έθεσε ενώπιόν μου οποιοδήποτε δεδομένο, που να τεκμηριώνει τη θέση του ως προς την αιτία πρόκλησης της ζημιάς. Από τη μαρτυρία του είναι σαφές, ότι την αποδίδει στην ψηλή ταχύτητα με την οποία κινείτο στον ουσιώδη χρόνο το όχημα των εναγόντων, με την μέθοδο της εις άτοπον απαγωγής, υπό την εξής έννοια. Αφού δεν υπήρξε μετατόπιση φορτίου, το όχημα ανατράπηκε λόγω υπερβολικής ταχύτητας. Ωστόσο, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του επόμενου μάρτυρα, η λογική αυτή μέθοδος, στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει. Ο Γιώργος Μενοίκου (Μ.Υ3) έχει σπουδάσει φυσική και τεχνολογική φυσική σε πανεπιστήμιο του εξωτερικού, ενώ κατέχει και μεταπτυχιακό δίπλωμα στον κλάδο της ιατροφυσικής του ίδιου πανεπιστημίου. Χωρίς ενδοιασμό, δηλώνω ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα είναι εξαιρετική. Απ' όσους μάρτυρες κατάθεσαν ως πραγματογνώμονες στην υπόθεση, θα έλεγα ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας, ήταν ο μόνος που πραγματικά, με υψηλό επίπεδο συναίσθησης ευθύνης, με έχει εφοδιάσει με όλα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και δεδομένα που θα μου επιτρέψουν να καταλήξω σε δικαστική κρίση. Σ' αυτά τα πλαίσια απάντησε σ' όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με απόλυτη ειλικρίνεια, αλλά και με απόλυτα πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο. Προπαντός, χωρίς πρόθεση να ευνοήσει είτε τη μια πλευρά είτε την άλλη. Απεναντίας, σεβόμενος πλήρως τον εαυτό του, αλλά και το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του, μ' έχει πείσει πέραν για πέρα τόσο για την ορθότητα όσων ανάφερε όσο και για την έγνοια του να δεχτώ τη μαρτυρία του, όχι επειδή ήθελε να βοηθήσει την πλευρά που τον παρουσίασε στο Δικαστήριο να καταθέσει ως μάρτυρας, αλλά, επειδή πίστευε στην ορθότητα και αλήθεια όσων κατάθεσε. Η ουσία της μαρτυρίας του έγκειται σε όσα ακολουθούν τα οποία μεταφέρω αυτούσια από τη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 12), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του: «Ανατροπή, όμως, κατά την καμπύλη τροχιά του οχήματος, θα μπορούσε να προκληθεί και σε πολύ χαμηλότερες ταχύτητες με την άσκηση δύναμης η οποία θα επέφερε την ταυτόχρονη μετατόπιση του κέντρου βάρους του όλου συστήματος. Τέτοια δύναμη θα μπορούσε να ασκηθεί από διάφορες αιτίες, όπως μετατόπιση φορτίου, απότομη κίνηση του οδηγού, δηλαδή απότομο στρίψιμο του τιμονιού του φορτηγού ή φρενάρισμα, βλάβη στο φορτηγό, κακό κοουτσάρισμα της καρότσας στο φορτηγό ή εξωγενείς παράγοντες. Θα πρέπει εδώ να διαχωρίσουμε τις έννοιες «βάρος» και «κέντρο βάρους». Αυτό που απαιτείτο για την ανατροπή της καρότσας είναι η μετατόπιση του «κέντρου βάρους» η οποία λαμβάνει χώρα μόνο αν ασκηθεί μία εξωτερική δύναμη επ' αυτού. Τα «βάρη» του εμπορευματοκιβωτίου, ή της καρότσας ή του φορτηγού δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία κατά την εξέταση των αιτιών του δυστυχήματος. Η ανατροπή του οχήματος χωρίς ολίσθηση είναι ένα πρόβλημα που αφορά αριστερόστροφες και δεξιόστροφές ροπές γύρω από ένα σημείο περιστροφής που στην περίπτωση του δυστυχήματος είναι οι αριστεροί τροχοί. Οι ροπές αυτές είναι όλες ανάλογες της μάζας (στην καθομιλουμένη του «βάρους») και συνεπώς η πιθανότητα ανατροπής είναι ανεξάρτητη της μάζας (του «βάρους»). Ο κύριος παράγοντας για τυχόν ανατροπή είναι η κατανομή της μάζας. Επανερχόμενος στις πιθανές αιτίες του δυστυχήματος, θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν έχω οποιοδήποτε στοιχείο που να ευνοεί την ύπαρξη μίας πιθανής αιτίας έναντι μίας άλλης, αλλά θα απέκλεια η ανατροπή να προκλήθηκε από μετατόπιση του φορτίου στο εμπορευματοκιβώτιο για τους εξής 7 λόγους: (α) Λαμβάνοντας υπόψη τις αναφορές για σχεδόν γεμάτο εμπορευματοκιβώτιο και την διαφαινόμενη τοποθέτηση του εμπορεύματος σε ορθογώνιες δέσμες, όπου μεγιστοποιείται η κατάληψη του διαθέσιμου χώρου, συμπεραίνεται ότι ελαχιστοποιείται ο εναπομείναντας χώρος για μετατόπιση του φορτίου. (β) Η μετατόπιση φορτίου προϋποθέτει την ύπαρξη κενού χώρου εντός του εμπορευματοκιβωτίου, ο οποίος θα καταληφθεί από δέσμες αλουμινίου σε περίπτωση μετατόπισης. Σε περιπτώσεις όπως την παρούσα στην οποία το εμπορευματοκιβώτιο είναι φορτωμένο με τόνους αλουμινίου, είναι αναγκαία η μετατόπιση αρκετών δεσμίδων αλουμινίου για να ασκηθεί τέτοια δύναμη ικανή να ανατρέψει την καρότσα. (γ) Η γεωμετρία των δεσμών (δηλαδή το ορθογώνιο σχήμα) και η κατανομή της μάζας σε σχέση με το διαμήκη άξονα περιστροφής, μαζί προδιαγράφουν υψηλή ροπή αδρανείας. Σώματα με υψηλή ροπή αδρανείας απαιτούν υψηλές δυνάμεις για να τεθούν σε περιστροφή σε σχέση με άλλα με μικρότερη ροπή αδρανείας. Με άλλα λόγια, για να υπάρξει μετατόπιση ορθογώνιων δεσμών αλουμινίου απαιτείται η άσκηση μεγαλύτερης δύναμης από ότι θα απαιτείτο στις περιπτώσεις κυλίνδρων ή νερού. Η μετατόπιση των αναγκαίων για τη μετατροπή της καρότσας δεσμών αλουμινίου προϋποθέτει την άσκηση υψηλής ισχύος δύναμης, η οποίας δεν θα δημιουργείτο σε ξηρή, επίπεδη επιφάνεια, με ταχύτητα 20km, με ανοιχτή στροφή. (δ) Εφόσον τα ξύλα τοποθετούνται κάθετα μεταξύ των δεσμών αλουμινίου και κανένα ξύλο δεν βρέθηκε συμπιεσμένο, αποκλείω το ενδεχόμενο μετατόπισης. Ακόμα και αν για οποιοδήποτε λόγο τα ξύλα έσπασαν ενώ βρίσκονταν ακόμα στο εμπορευματοκιβώτιο, και πάλι δεν θα υπήρχε μετατόπιση διότι θα συνέχιζαν να καταλαμβάνουν τον ίδιο χώρο, αποτρέποντας την ύπαρξη κενών για να υπάρξει μετατόπιση. (ε) Λόγω του μεγάλου βάρους και της μεγάλης τριβής που προκαλεί το μεγάλο βάρος, για την ανατροπή απαιτείται μεγάλη πλάγια δύναμη συνεπεία κάποιας βίαιης, απότομης κίνησης για να μετατοπιστεί το φορτίο από τα δεξιά προς τα αριστερά ή αντίθετα. (στ) Το ότι το όχημα έκανε 4 άλλες όμοιες στροφές από το εργοστάσιο της Muskita μέχρι το λιμάνι δημιουργεί το συμπέρασμα ότι αν υπήρχε κενός χώρος που θα επέτρεπε τη μετατόπιση φορτίου, το όχημα θα ανατρέπετο στην πρώτη στροφή. Τέλος, μου έχει ζητηθεί να σχολιάσω τον ισχυρισμό του οδηγού του οχήματος ότι άκουσε ένα θόρυβο στο εμπορευματοκιβώτιο προτού αρχίσει να γέρνει. Αυτό θα συνέβαινε σε κάθε περίπτωση για τον λόγο ότι το δυναμικό σύστημα φορτηγού - καρότσας είναι αρθρωτό. Παρόλο που κινούνται με την ίδια ταχύτητα, λόγω του βαριού φορτίου στην καρότσα, το κέντρο βάρους της καρότσας είναι πολύ υψηλότερο στον κάθετο άξονα σε σχέση με το κέντρο βάρους του φορτηγού. Συνεπώς, ακόμα και με την άσκηση της ίδιας πλάγιας (κεντρομόλου) επιτάχυνσης και στο φορτηγό και στην καρότσα, η ανατροπή της καρότσας θα προηγηθεί αυτής του φορτηγού. Αυτό διέπεται από τον τύπο SSF = T/2H που προανέφερα. Η καρότσα χρειάζεται πιο μικρή δύναμη για να ανατραπεί για αυτό και ανατρέπεται πριν το φορτηγό. Ο λόγος, όμως, για τον οποίον πέφτει η καρότσα μπορεί να είναι οποιοσδήποτε από τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, δηλαδή απότομη κίνηση του οδηγού, δηλαδή απότομο στρίψιμο του τιμονιού του φορτηγού ή φρενάρισμα, βλάβη στο φορτηγό, κακό κοουτσάρισμα της καρότσας στο φορτηγό ή εξωγενείς παράγοντες.» Το γεγονός ότι ο μάρτυρας περιορίστηκε απλώς να διατυπώσει τη γνώμη του ως προς τις πιθανές αιτίες ανατροπής τόσο του επίδικου οχήματος όσο και της καρότσας που έσυρε αυτό, επί της οποίας ήταν τοποθετημένο το εμπορευματοκιβώτιο με την επίδικη ποσότητα αλουμινίου των εναγόμενων, χωρίς να πάρει θέση για την πιθανή αιτία που ευνοεί ο ίδιος και τούτο, για λόγους που με απόλυτη ειλικρίνεια και πειστικότητα ανάφερε, παραθέτοντας, αλλά και εξηγώντας ταυτόχρονα με επίσης απόλυτα πειστικό και τεκμηριωμένο επιστημονικά τρόπο και τους λόγους για τους οποίους αποκλείει τη μετατόπιση φορτίου στο εμπορευματοκιβώτιο, ως πιθανή αιτία πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, αιτιολογεί επαρκώς, πιστεύω, την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, την οποία και αποδέχομαι στο σύνολό της. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης: Σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148: «Αμέλεια συvίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις δεv θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπo θα τελoύσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 2, σελ. 8 και 9: «Η αμέλεια ως αυτοτελές αδίκημα, μπορεί να ορισθεί ως η παράβαση υποχρέωσης επιμέλειας, που οφείλεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, η οποία προκαλεί ζημιά στον ενάγοντα. Εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, δηλαδή, ότι ο εναγόμενος υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντί του, ότι ο εναγόμενος παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι, ως συνέπεια της παράβασης, ο ενάγων υπέστη ζημιά.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 55 του ίδιου νόμου (Κεφ. 148): «Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται- (α) Ότι o εvάγovτας στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά». Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα («Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», ανωτέρω), σελ. 53 και 54: «Το άρθρο αυτό εισάγει στην Κύπρο την αρχή του κοινού δικαίου γνωστή ως 'res ipsa loquitur' ('το πράγμα μιλά από μόνο του'). Όπου η υποχρέωση είναι τόσο προφανής που να μην επιδέχεται άρνηση, υπάρχει πραγματικό τεκμήριο ότι αποτυχία τήρησής της δείχνει υπαιτιότητα. Έτσι, όταν το πράγμα που προκαλεί τη ζημιά αποδεικνύεται ότι βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο του εναγόμενου ή των υπηρετών του και το ατύχημα ήταν τέτοιο που στην κανονική πορεία των πραγμάτων δεν θα συνέβαινε, αν εκείνοι που είχαν τον έλεγχο ασκούσαν την απαιτούμενη επιμέλεια, τούτο αποτελεί εύλογη μαρτυρία, στην απουσία εξήγησης από τον εναγόμενο, ότι το ατύχημα ήταν αποτέλεσμα αμέλειας. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι πρόνοιες της παραγράφου (α) του άρθρου 55: πρέπει δηλαδή να αποδεικνύεται η στέρηση γνώσης ή μέσων γνώσης των περιστατικών του αδικήματος. Έτσι, το Εφετείο στην Savvides v. Mesaritis, θεώρησε ότι δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 55, γιατί ο εφεσείων-ενάγων είχε τα μέσα γνώσης και δεν τα εκμεταλλεύτηκε, τονίζοντας ότι το κριτήριο γνώσης είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό. Η αρχή του res ipsa loquitur θεωρείται ως κανόνας απόδειξης και όχι δικαίου, αλλά έστω και αν είναι κανόνας δικαίου, όπως λέχθηκε στην Savvides v. Mesaritis, δεν υπάρχει αμφισβήτηση του σκοπού της που είναι η χαλάρωση του βάρους που φέρει ο ενάγων να αποδείξει την υπόθεσή του.» Συναφώς με το θέμα παραπέμπω και στην υπόθεση Φιλίππου κ.ά. ν. Τσολάκη κ.ά.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1188, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Η επίκληση του κανόνα μπορεί να γίνει εφόσον το γεγονός ή τα γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη ζημιά τελούσαν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου (βλ. Αθανασίου και Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614) και οι δικογραφούμενοι ισχυρισμοί και ή τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί υποδεικνύουν ότι το ατύχημα δεν θα μπορούσε να είχε επισυμβεί χωρίς την εκ πρώτης όψεως ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του εναγόμενου. Όπως έχει σημειωθεί στην υπόθεση Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd
(1971)3 All E.R. 822 στην οποία δεν είχε γίνει ρητή επίκληση του κανόνα στα σχετικά δικόγραφα, ............................... Σε μετάφραση, "Κατά την άποψη μου δεν είναι αναγκαίο για το δόγμα αυτό να δικογραφηθεί. Εάν το ατύχημα αποδειχθεί ότι είχε επισυμβεί με τέτοιο τρόπο ώστε εκ πρώτης όψεως να μην μπορούσε να επισυμβεί χωρίς αμέλεια εκ μέρους των εναγομένων, τότε εναπόκειται στους εναγομένους να εξηγήσουν και να αποδείξουν πώς το ατύχημα θα μπορούσε να είχε επισυμβεί χωρίς αμέλεια .................................................................... Έχω πει ότι κατά την άποψη μου δεν είναι αναγκαίο να δικογραφηθεί res ipsa loquitur. Εάν τα γεγονότα που έχουν δικογραφηθεί και τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί δείχνουν ότι η αιτία ατυχήματος ήταν προφανώς κάποια αμέλεια, αυτό είναι αρκετό· ..........." (Βλ. επίσης Krasias v. Nicos Iacovides and Adamos Kkafas and another
(1972)1 C.L.R. 40). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου (βλ. Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Σολέας ν. Σολέα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 904, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 και Χατζηπαύλου ν. Ιντζιρτζιάν κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1278). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (πιο πάνω), τα γεγονότα της οποίας αφορούσαν ιατρική αμέλεια, "Υποδεικνύεται ότι το res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να υποδείξει ιατρική αμέλεια." Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κανόνας δύσκολα εφαρμόζεται σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων (βλ. Savvides v. Mesaritis
(1985)1C.L.R. 261 και Μιλτιάδους ν. Καϊάφα
(1992)1 Α.Α.Δ. 964). Οι λόγοι οι οποίοι καθιστούν δύσκολη την εφαρμογή του επεξηγούνται στο σύγγραμμα Charlesworth on Negligence (5η έκδοση, παράγραφος 985) ως ακολούθως: .................................... Σε μετάφραση, "Η εφαρμογή του δόγματος σπανίως δικαιολογείται σε τροχαία ατυχήματα. Τούτο ευσεβάστως, είναι ορθή αντιμετώπιση έχοντας υπόψη το σκοπό του δόγματος. Είναι πασίγνωστο, μπορούμε να προσθέσουμε, ότι η ανθρώπινη επιπολαιότητα καθώς επίσης και η απειρία οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές που καθιστούν δύσκολο και συχνά αδύνατο να βεβαιωθούν τα γεγονότα ή να αποδοθεί ευθύνη σε οποιοδήποτε από τους οδηγούς που ενέχονται πριν πρώτα επιβεβαιωθούν οι περιστάσεις του ατυχήματος." Τέλος παραπέμπω και στην υπόθεση Κώστα κ.ά ν. Δημητρίου κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1073, σύμφωνα με την οποία: «Το νομικό απόφθεγμα res ipsa loquitur αποτελεί αποδεικτικό κανόνα τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί ο ενάγων μόνο όπου τα ευρήματα του δικαστηρίου αναφορικά με την πρόκληση του ζημιογόνου γεγονότος δεν συμβιβάζονται με την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του. Στην Morides v. Ioannou
(1973)1 C.L.R. 117 λέχθηκε, με αναφορά στη Lloyde v. West Midlands Gas Board [1971] 2 All E.R. 1240, ότι το Άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 καθιερώνει το εν λόγω απόφθεγμα του αγγλικού κοινοδικαίου ως μέρος του κυπριακού δικαίου. Σύμφωνα με τη Lloyde (ανωτέρω) το res ipsa loquitur σημαίνει: ..................................... Σε μετάφραση: «ότι ο ενάγων αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως αμέλεια όπου: (ι) Δεν είναι δυνατό για τον ίδιο να αποδείξει επακριβώς ποια ήταν η σχετική πράξη ή παράλειψη η οποία έθεσε σε κίνηση τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στο ατύχημα πλην όμως (ιι) επί της μαρτυρίας ως έχει κατά τον σχετικό χρόνο είναι περισσότερο πιθανό ότι η πραγματική αιτία του ατυχήματος ήταν μια πράξη ή παράλειψη του εναγομένου ή κάποιου για τον οποίο ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη επίδειξης επιμέλειας για την ασφάλεια του ενάγοντα.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με υπαγωγή σ' αυτές των γεγονότων που έχει αποδειχθεί ότι διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο τίθεται το ερώτημα κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι η ζημιά που αναμφίβολα υπέστησαν οι ενάγοντες κατά το επίδικο ατύχημα ανάγεται σε αμέλεια των εναγόμενων, σύμφωνα με τις σχετικές λεπτομέρειες που καταλογίζονται από τους πρώτους στους δεύτερους με την παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης, η οποία εκτίθεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας των μαρτύρων, η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Οι ενάγοντες, εκτός από την υποχρέωση των εναγόμενων να είναι επιμελείς έναντί τους, την οποία απέδειξαν (υποχρέωση την οποία οι εναγόμενοι παραδέχονται ότι είχαν) καθώς και τη ζημιά που υπέστησαν κατά το επίδικο ατύχημα, καμιά από τις αμελείς πράξεις ή παραλείψεις που τους καταλογίζουν απέδειξαν και σε κάθε περίπτωση, πώς και με ποιο τρόπο οι κατ' ισχυρισμό τους αμελείς πράξεις ή παραλείψεις των εναγόμενων, ακόμη κι αν είχαν αποδειχθεί, συνέβαλαν στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος και κατ' επέκταση στη ζημιά που υπέστησαν οι ίδιοι συνεπεία αυτού. Με απλά λόγια δεν απέδειξαν τη σχέση αιτίου αιτιατού. Έπεται ότι η αγωγή τους στη βασική υπόθεση είναι έκθετη σε απόρριψη. Προχωρώ τώρα στο ερώτημα κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας «res ipsa loquitur» τον οποίο επικαλούνται οι εναγόμενοι για σκοπούς στοιχειοθέτησης της δικής τους απαίτησης για τις ζημιές που και αυτοί υπέστησαν κατά το επίδικο ατύχημα, για τις οποίες αξιώνουν εναντίον των εναγόντων, ανάλογο ποσό αποζημιώσεων δυνάμει ανταπαίτησης στην ίδια αγωγή. Και σ' αυτό το ερώτημα, η απάντηση είναι αρνητική και τούτο γιατί, οι εναγόμενοι που επικαλούνται την εφαρμογή της σχετικής αρχής, κατά παράβαση της σχετικής νομολογιακής αρχής (βλ. τη Φιλίππου κ.ά., ανωτέρω,) κατά τη δίκη επιχείρησαν με την προσκόμιση μαρτυρίας, αλλά και με σχετικές υποβολές του δικηγόρου τους προς τους μάρτυρες των εναγόντων να αποδείξουν αμέλεια εκ μέρους των εναγόντων. Έναντι του ισχυρισμού του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων τον οποίο προβάλλει στη σελίδα 12 της γραπτής του αγόρευσης, σύμφωνα με τον οποίο, οι εναγόμενοι έχουν εγκαταλείψει τη θέση ότι γνωρίζουν τις αμελείς πράξεις των εναγόντων και βασίζονται μόνο στην αρχή «res ipsa loquitur», αντιτείνω τα εξής: Οι δύο αγωγές, δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 30.10.2009 συνενώθηκαν. Περαιτέρω είναι γεγονός, ότι, οι εναγόμενοι, κατόπιν αίτησης τροποποίησης που καταχώρησαν, στις 17.12.2012 εξασφάλισαν διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησής τους και στις δύο αγωγές, με διαγραφή της σχετικής παραγράφου 9 (στη βασική υπόθεση που μας αφορά) και αντικατάστασή της με νέα παράγραφο. Με τη διαγραφείσα προέβαλλαν τον ισχυρισμό ότι ο οδηγός του οχήματος των εναγόντων, για τις πράξεις του οποίου ευθύνονταν εκ προστήσεως οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο επέδειξε αμέλεια και/ή παρέβηκε τα νομοθετημένα καθήκοντά του, με αποτέλεσμα να ανατρέψει το όχημα και την καρότσα και να προκαλέσει απώλεια και ζημιά στην περιουσία των εναγόμενων και στο εμπορευματοκιβώτιο. Οι σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων του οδηγού εκτίθενται στη συνέχεια στην ίδια παράγραφο. Με τη νέα - ισχύουσα παράγραφο, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται και πάλιν ότι ο οδηγός του οχήματος των εναγόντων, για τις πράξεις του οποίου ευθύνονταν εκ προστήσεως οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο επέδειξε αμέλεια και/ή παρέβηκε τα νομοθετημένα καθήκοντά του, πλην όμως, επειδή, όπως είναι η θέση τους, οι ίδιοι δε γνωρίζουν τις αιτίες και/ή τις ακριβείς αιτίες του δυστυχήματος, εφαρμόζεται η αρχή «res ipsa loquitur». Επισημαίνεται ότι οι δύο αγωγές, εκτός του ότι συνενώθηκαν, συνεκδικάστηκαν κιόλας, σε σχέση με το σύνολο των εκατέρωθεν απαιτήσεων, για τις οποίες, όλοι οι μάρτυρες έδωσαν μόνο μία φορά μαρτυρία. Με αυτό δεδομένο είναι αυτονόητο πως, για ό, τι ανάφεραν, αναπόφευκτα, αυτό, λαμβάνεται υπόψη και αξιολογείται σε σχέση με κάθε απαίτηση που είναι σχετικό. Απ' εκεί και πέρα, οι εναγόμενοι, ναι μεν αντικατέστησαν την παράγραφο 9 της ανταπαίτησής τους με νέα παράγραφο, πλην όμως, οι παράγραφοι 5 και 8 της υπεράσπισής τους παρέμειναν αμετάβλητες. Σύμφωνα με την πρώτη (πρώτη πρόταση): «Οι Εναγόμενοι περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η αιτία της ανατροπής του οχήματος και της καρότσας εντός του Λιμανιού Λεμεσού οφειλόταν στην υψηλή υπό τις περιστάσεις ταχύτητα με την οποία το όχημα κινούταν.» Σύμφωνα με τη δεύτερη: «Οι εναγόμενοι υιοθετούν όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς και προχωρούν πάρα κάτω με την Ανταπαίτηση τους.» Στην προκειμένη περίπτωση ότι η στάση των εναγόμενων αναφορικά με την αιτία αγωγής που θεμελιώνει την απαίτησή τους εναντίον των εναγόντων υπήρξε επαμφοτερίζουσα, υπό την έννοια ότι, από τη μια καταλογίζουν συγκεκριμένη μορφή αμέλειας στον οδηγό του επίδικου οχήματος στον ουσιώδη χρόνο, η οποία, όπως ισχυρίζονται αποτελεί και την αιτία του επίδικου ατυχήματος και από την άλλη επικαλούνται τον αποδεικτικό κανόνα του «res ipsa loquitur», για σκοπούς θεμελίωσης της ευθύνης των εναγόντων για το ατύχημα αποδεικνύεται από τ' ακόλουθα και σ' αυτά, τονίζω πως δε λαμβάνω υπόψη το γεγονός, ότι, όταν τροποποίησαν τα δικόγραφά τους παρέλειψαν να ζητήσουν διαγραφή και της παραγράφου 5 της υπεράσπισής τους, με την οποία (για να επαναλάβω) ισχυρίζονται ευθέως ότι αιτία του ατυχήματος ήταν η ψηλή υπό τις περιστάσεις ταχύτητα με την οποία κινείτο στον ουσιώδη χρόνο το όχημα των εναγόντων: Ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους, αντεξετάζοντας τον οδηγό του οχήματος των εναγόντων (Μ.Ε.2) κατά τον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ άλλων του υπόβαλε και τα εξής: Καταρχήν, ότι η ταχύτητά του στη στροφή που έγινε το ατύχημα ήταν αρκετά μεγαλύτερη από τα 15 χιλιόμετρα. Ευθύς αμέσως, ότι πήρε απότομα την εν λόγω στροφή «..και είναι γι' αυτό που έγειρε το αυτοκίνητο.». Οι επανειλημμένες δηλώσεις του κ. Χριστοδούλου προ και μετά τις παραπάνω υποβολές, ότι οι εναγόμενοι δε γνωρίζουν τις αιτίες του ατυχήματος και ότι δεν πρόκειται να προσφέρουν μαρτυρία, ως επίσης και ότι ο ίδιος εγκαταλείπει οποιοδήποτε ισχυρισμό για αμέλεια και τέλος, ότι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι βασίζονται στην αρχή «res ipsa loquitur», ούτε τις παραπάνω υποβολές του προς το μάρτυρα των εναγόντων διαγράφουν μα ούτε και, κυρίως, τους ακόλουθους ισχυρισμούς του Μ.Υ.2, ο οποίος κλήθηκε να καταθέσει και κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων ως πραγματογνώμονας και μάλιστα, μετά που ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων προέβηκε στις παραπάνω δηλώσεις: Καταρχήν, στη σχετική έκθεση που ετοίμασε ο μάρτυρας κατόπιν εντολής της ασφαλιστικής εταιρείας Γενικές Ασφάλειες Κύπρου, αναφορικά τη ζημιά που προκλήθηκε στα εμπορεύματα των εναγόμενων κατά το επίδικο ατύχημα (τεκμήριο 10), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε στο σύνολό του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, καθώς ήδη έχει αναφερθεί αφιερώνει ολόκληρο μέρος (μέρος 3) αναφορικά με τα αίτια και την έκταση της ζημιάς. Σε σχέση με το πρώτο αναφέρει τα εξής: «Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που εκτελέσαμε στο χώρο του ατυχήματος, το αίτιο της ζημιάς ήταν η υψηλή ταχύτητα με την οποία κινούταν το ρυμουλκούμενο όχημα.» Αντεξεταζόμενος δε, ερωτηθείς αν επιμένει ότι η αιτία του ατυχήματος είναι η ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα των εναγόντων στον ουσιώδη χρόνο απάντησε καταφατικά. Στην υποβολή που του έγινε αμέσως, πως δε γνωρίζει την αιτία ή τη γνωρίζει και δεν τη λέει και ότι αυτή είναι η μετατόπιση του φορτίου και όχι η ταχύτητα, «την αιτία της ζημιάς την αναφέρω στην έκθεσή μου» ήταν η απάντησή του. Μάλιστα, αργότερα ισχυρίστηκε και επέμενε ότι η διερεύνηση της αιτίας κάθε ζημιάς εμπίπτει στους όρους εντολής που έχουν από τους πελάτες και περαιτέρω ότι έχει τόσο πείρα όσο και ακαδημαϊκά προσόντα συναφώς με το θέμα. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Για να καταλήξω, η αποτυχία των εναγόμενων να αποδείξουν ότι το επίδικο ατύχημα οφειλόταν στη μεγάλη ταχύτητα με την οποία οδηγείτο από το Μ.Ε.2 το όχημα των εναγόντων στον ουσιώδη χρόνο, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι για λόγους που έχουν αναφερθεί δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του «res ipsa loquitur» στην παρούσα υπόθεση διαγράφουν και την τύχη της απαίτησης των εναγόμενων την οποία προβάλλουν εναντίον των εναγόντων δυνάμει ανταπαίτησης στη βασική υπόθεση, η οποία, επίσης θα πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα, για λόγους που επίσης έχουν αναφερθεί, στην αγωγή 2830/2008, οι ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση απόφασης ως η απαίτηση, ενώ η ανταπαίτηση των εναγόμενων, επίσης θα πρέπει να απορριφθεί. Ό,τι απομένει είναι η διαταγή σε σχέση με τα έξοδα των αγωγών, για τα οποία παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί στις 30.10.2009 διατάχθηκε η συνένωση των δύο αγωγών. Στη βασική υπόθεση που είναι και η μόνη για την οποία ουσιαστικά έγινε ακρόαση, οι εκατέρωθεν απαιτήσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν θα απορριφθούν, ενώ στην αγωγή 2830/2008, από τις 25.1.2012, που βασικά έγινε αποδεκτή η απαίτηση των εναγόντων, οπότε, την ίδια ώρα κατέστη άνευ αντικειμένου η ανταπαίτηση των εναγόμενων, δεν παρέμεινε οτιδήποτε προς εκδίκαση. Οι ενάγοντες θα μπορούσαν από την ημέρα αυτή να ζητήσουν διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών και απόφαση στην αγωγή 2830/2008, ως η απαίτησή τους. Τούτων λεχθέντων θεωρώ ότι η πλέον δίκαιη και ορθή υπό τις περιστάσεις διαταγή ως προς τα έξοδα είναι η εξής. Στην αγωγή 2310/2008 που είναι και η βασική, κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. Στην αγωγή 2830/2008, οι εναγόμενοι να επωμιστούν τα έξοδα των εναγόντων στην κλίμακα της εν λόγω αγωγής, μέχρι και τις 25.1.2012 που αποδέχτηκαν την εναντίον τους απαίτηση των εναγόντων. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των αγωγών. Η αγωγή 2310/2008 - απαίτηση και ανταπαίτηση - απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα, κάθε πλευρά τα δικά της. Στην αγωγή 2830/2008 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων για το ποσό των €1.410,23, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής - απαίτησης και ανταπαίτησης, ένα σετ εξόδων - μέχρι και τις 25.1.2012, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - αγωγή για αποζημιώσεις. Αμέλεια - η αρχή του Res Ipsa Loquitur cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.