← Κύπρος

GREEN POWER ENERGY LTD ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 4990/13, 30/4/2014

GREEN POWER ENERGY LTD ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 4990/13, 30/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A189 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4990/13 Μεταξύ: GREEN POWER ENERGY LTD Εναγόντων Και

  1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
  2. ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Cyprus Popular Bank
  3. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ
  4. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  5. ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ
  6. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερ. 11.11.2013 30 Απριλίου 2014 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Χρ. Χαραλάμπους για Ρ. Ερωτοκρίτου Για Εναγομένους 1 & 2-Καθ' ων η Αίτηση: κα Πυρκώτου για Ανδρέα Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγομένους 3-Καθ' ων η Αίτηση: κα Βρυωνίδου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 4 & 5: κ. A. Γεωργίου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 6-Καθ' ου η Αίτηση: κ. Μ. Ευαγγέλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H ενάγουσα διατηρούσε καταθετικό λογαριασμό στην εναγόμενη 1, ο οποίος κατά το Μάρτιο 2013 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο ύψους US$1.034.289,
  7. Αντίγραφo της κατάστασης λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Μεσολάβησαν τα γνωστά γεγονότα με τα προβλήματα ρευστότητος των τραπεζών που οδήγησαν την Κύπρο σε βαθύτατη οικονομική κρίση. Προ του κινδύνου χρεωκοπίας των δύο μεγάλων τραπεζών, ιδιαίτερα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στη συνέχεια «Λαϊκής Τράπεζας») με ορατό το ενδεχόμενο κατάρρευσης ολόκληρης της οικονομίας της χώρας, στις 22.3.2013, ψηφίστηκε ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (Ν. 17

(1)/2013). Στα πλαίσια του πιο πάνω Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης, εξέδωσε διάφορα διατάγματα, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν την εκδικαζόμενη υπόθεση: Α) Το Περί Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013, (ΚΔΠ 94/2013, 25.3.2013) και Β) Το Περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013, 29.3.2013). Το άρθρο 25 του Νόμου (Ν. 17
(1)/13) προνοεί τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που το εφαρμοζόμενο μέτρο εξυγίανσης επηρεάζει δικαιώματα ιδιοκτησίας μετόχου, πιστωτή ή άλλου αντισυμβαλλόμενου του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, η Αρχή Εξυγίανσης διασφαλίζει ότι τυχόν απώλεια που υφίσταται το θιγόμενο μέρος δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ετίθετο, στο σύνολό του, απευθείας σε εκκαθάριση: Νοείται ότι, σε κάθε περίπτωση, υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3.» Ανάλογη πρόνοια υπάρχει και στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου στο οποίο αναφέρεται ότι η Αρχή Εξυγίανσης, κατά τη λήψη των μέτρων εξυγίανσης εφαρμόζει, ανάμεσα σε άλλα, την αρχή ότι: «Οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκεινται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση». Με βάση την παράγραφο 5
(1)του Διατάγματος 104/2013, τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής Τράπεζας μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου με ισχύ από η ώρα 06:10 της 29.3.2013. Μεταβιβάστηκαν επίσης και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε το ποσό των €100.000 (παράγραφος 5
(2)(β) της ΚΔΠ 104/2013). Στην παράγραφο 6 του ανωτέρω Διατάγματος προβλέπεται η διαδικασία και ο τρόπος αποτίμησης και απόδοσης της τυχόν ωφέλειας που θα προκύψει στην Τράπεζα Κύπρου από τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας προς την Τράπεζα Κύπρου. Ειδικότερα, στη παράγραφο 6 της ΚΔΠ 104/2013, υπό τον τίτλο Αποζημίωση, προβλέπονται τα ακόλουθα: «
  1. Εφόσον ολοκληρωθεί η διαδικασία αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Λαϊκής Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης θα προσδιορίσει εάν η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων υπερβαίνει την τελική αξία των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων και το ποσό της διαφοράς.
  2. Στην περίπτωση που η τελική αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, τίτλων ιδιοκτησίας και δικαιωμάτων υπερβαίνει της τελικής αξίας των μεταβιβαζόμενων υποχρεώσεων, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται με νέο διάταγμα να απαιτήσει από το Αποκτών πρόσωπο να εκδώσει προς τη Λαϊκή Τράπεζα τέτοιο αριθμό μετοχών Τάξης Α, όπως αυτές ορίζονται στο περί Διάσωσης με Ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Διάταγμα του 2013, προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής Τράπεζας χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης.» Πέραν του πιο πάνω Νόμου και Διαταγμάτων ψηφίστηκαν και άλλοι Νόμοι από τη Βουλή μέσα από τη γενικότερη προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας, όπως o Περί της Επιβολής Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμο του 2013 (Ν. 12
(1)/2013) κ.α. στους οποίους δεν χρειάζεται να γίνει περαιτέρω αναφορά στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Είναι αρκετό να ειπωθεί, πως αφότου τέθηκαν σε εφαρμογή τα μέτρα εξυγίανσης και διορίστηκε, όπως είναι παραδεκτό, η Εναγόμενη 2, ειδική διαχειρίστρια για την εφαρμογή των μέτρων από τη Λαϊκή Τράπεζα, οι καταθέτες της Λαϊκής δεν έχουν τη δυνατότητα να αποσύρουν τις καταθέσεις τους για ποσά που υπερβαίνουν τις €100.000 (εφόσον μέχρι του ποσού αυτού οι όποιες καταθέσεις μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου) λόγω των μέτρων εξυγίανσης που τέθηκαν, με βάση τους πιο πάνω Νόμους και τα Διατάγματα. Προ αυτής της κατάστασης, η ενάγουσα αντέδρασε με την καταχώριση της πιο πάνω αγωγής με την οποία ζητά όπως απαγορευθεί στους εναγόμενους να εξαλείψουν, επιβαρύνουν ή κατακρατήσουν για οποιοδήποτε σκοπό τις καταθέσεις της καθώς και αναγνωριστικές αποφάσεις ότι κατακρατούνται παράνομα από αυτούς οι καταθέσεις τους και διαζευκτικά, αποζημιώσεις για το ισόποσο του πιστωτικού υπόλοιπου που παρουσίαζε ο λογαριασμός της, λόγω παράβασης σχέσης πελάτη εμπιστευματοδόχου, αμέλειας, δόλου, απάτης, παράβασης νόμιμου και/ή συμβατικού καθήκοντος κλπ. Με την καταχώριση της αγωγής, αποτάθηκε μονομερώς, και εξασφάλισε παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στις εναγόμενες 1 και 3 (Τράπεζες «Λαϊκή» και «Κύπρου», αντίστοιχα) να αποξενώσουν, επιβαρύνουν ή διαθέσουν συγκεκριμένο ακίνητο ευρισκόμενο επί της Λεωφόρου Λεμεσού 154, 2025 Λευκωσία. Με την εξεταζόμενη αίτηση ζητούσε ακόμη δύο θεραπείες (Α και Β) που δεν χορηγήθηκαν μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση τους στους εναγόμενους. Με τα παρακλητικά Α και Β της αίτησης επιδιωκόταν ουσιαστικά η απαγόρευση στους εναγόμενους να προβούν σε οποιαδήποτε πράξη που θα συνεπαγόταν τη μείωση, μηδενισμό, αποξένωση, επιβάρυνση, συμψηφισμό ή με οποιοδήποτε τρόπο παρέμβαση επί του πιστωτικού υπολοίπου που παρουσιάζει ο λογαριασμός της ενάγουσας καθώς και τη λήψη οποιασδήποτε περαιτέρω απόφασης ή μέτρου που θα έχει ως αποτέλεσμα τον καθ' οιονδήποτε τρόπο επηρεασμό του πιστωτικού υπολοίπου. Τα παρακλητικά Α και Β στην πορεία αποσύρθηκαν και ότι απομένει να αποφασιστεί είναι το εάν δικαιολογείται ή όχι η οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος ως το παρακλητικό Γ της αίτησης που αφορά τη δέσμευση του πιο πάνω αναφερόμενου ακινήτου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Άννας Πολυκάρπου, η οποία αφού εξηγεί τους λόγους που δεν κατέστη δυνατό να ορκιστούν οι αιτητές - λόγω της απουσίας τους στο εξωτερικό - αναφέρεται επιγραμματικά στο ιστορικό που οδήγησε στην ψήφιση του αναφερθέντος Νόμου 17
(1)/2013 και Διαταγμάτων, παραθέτοντας τις βασικές του πρόνοιες. Παραθέτει, επίσης στοιχεία και λεπτομέρειες των καταθέσεων των εναγόντων, υπογραμμίζοντας πως υπάρχει έκδηλη παρανομία και παραβιάζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγόντων αφού με τα μέτρα αποστερούνται της περιουσίας τους. Ακολουθεί νομική επιχειρηματολογία και εισήγηση ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για χορήγηση των αιτούμενων ενδιάμεσων θεραπειών. Καταλήγοντας, υποστηρίζει πως οι αιτητές, αγνοώντας ότι θα ετίθετο η εναγόμενη 1 υπό καθεστώς εξυγίανσης, προέβηκαν στις 20.6.2012, σε αγορά μηχανημάτων έναντι του ποσού των US$2.200.000 (Τεκμήριo 7) αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να καταβάλουν το ποσό μέχρι 3.4.2013, διαφορετικά θα έχαναν την προκαταβολή ύψους US$1.100.000, την οποία τελικά απώλεσαν λόγω της δέσμευσης και απομείωσης των ποσών που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό της. Επισυνάπτει, μάλιστα, αλληλογραφία που είχαν οι αιτητές με τις καθ' ων 1 και 2 με την οποία ζητούσαν όπως αποδεσμευτεί το ποσό για να μπορέσουν να συμμορφωθούν με τον όρο αποπληρωμής των μηχανημάτων, αίτημα που δεν έγινε αποδεκτό (Τεκμήρια 10 και 11). Όλοι οι εναγόμενοι καταχώρισαν ενστάσεις με τις οποίες υποστηρίζουν το ανεδαφικό της αίτησης, για τους ακόλουθους, κυρίως, λόγους: α. Δεν πληρείται καμιά από τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. β. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων. γ. Ο επηρεασμός ή η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεων της Ενάγουσας, θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής. Συνεπώς η αξίωση της είναι πρόωρη. δ. Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός ενώ τα εκδοθέντα Διατάγματα δεν έχουν ανακληθεί ούτε έχουν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και παράγουν έννομα αποτελέσματα. ε. Η Αίτηση καθ΄ όσον αφορά τα διατάγματα Α και Β είναι άνευ αντικειμένου γιατί οι ενέργειες οι οποίες ζητείται να απαγορευτούν έχουν ήδη συντελεστεί. στ. Τα Διατάγματα εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης του κράτους και/ή για λόγους δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας. ζ. Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους καταθέτες της Λαϊκής στους οποίους επιβλήθηκαν τα ίδια μέτρα εξυγίανσης. Στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις, παρατίθενται με λεπτομέρεια τα γεγονότα που οδήγησαν στη ψήφιση των αναφερθέντων Νόμων από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και στην πολιτική συμφωνία που επιτεύχθηκε στο Eurogroup στις 25 Μαρτίου,
  1. Δεν απαιτείται να παρατεθούν αποσπάσματα από όλες τις ενστάσεις. Διαφωτιστική για το ζήτημα είναι η περιγραφή των γεγονότων από τον λειτουργό της εναγόμενης 4, Μιχ. Στυλιανού, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 4 και
  2. Αναφέρει στις παραγράφους 6-11 τα ακόλουθα: «
  3. Στις 16 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, ενεργοποιώντας ίδιους πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας που συνδέεται με το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης που θα εφαρμόζεται σε καταθέτες (κατοίκους και μη κατοίκους) και, την αναδιάρθρωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
  4. Στις 19 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο για την εφάπαξ εισφορά επί των καταθέσεων.
  5. Στις 21 Μαρτίου 2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε, σε σχέση με παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) ζητηθείσα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, να διατηρήσει την παροχή έκτακτης ρευστότητας στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25 Μαρτίου
  6. Στη συνέχεια, όπως αναφέρει η ίδια ανακοίνωση της ΕΚΤ, η παροχή έκτακτης ρευστότητας θα εξεταστεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τεθεί σε εφαρμογή πρόγραμμα της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο θα εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. 8.2 Από το συνολικό ποσό χρηματοδότησης μέσω παροχής έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) και το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων της Λαϊκής Τράπεζας στις 22 Μαρτίου 2013 προέκυπτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της αν εξέλειπε η παροχή έκτακτης ρευστότητας.
  7. Στις 22 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νόμων στο πλαίσιο του πακέτου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, περιλαμβανομένου και του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/
  8. Η υπό αναφορά νομοθεσία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22 Μαρτίου 2013 («ο Νόμος»). .................................
  9. Στις 25 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα διαχωριστεί σε καλή και κακή τράπεζα και όπως η καλή τράπεζα στη συνέχεια αφομοιωθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Με την καλή τράπεζα θα μεταφερθούν €9 δις έκτακτης παροχής ρευστότητας. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιηθούν για ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου.» Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
  10. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
  11. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
  12. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Αφού εκδοθεί μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι ορθά εκδόθηκε και δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του, ενόψει και των στοιχείων που περιέχονται στην ένσταση (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1217). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί με παρόμοιο αίτημα πολύ πρόσφατα, στην υπόθεση Ivan Shabalov κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Αγωγή αρ. 1847/13 Ε.Δ. Λεμεσού. Στην Ενδιάμεση Απόφαση που εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο στις 31.1.2014, υποδείχθηκαν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα, σε σχέση με την εμβέλεια των προνοιών του αναφερθέντος Νόμου: «Στη θεμελιακή για τα εξεταζόμενα θέματα απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά. Υπόθεση Αρ. 551/13 κ.α., ημερομηνίας 7.6.2013, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ' όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Σε σχέση με το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου αναφέρθηκε ότι: «Ως προς τούτο δε, είναι σημαντικό να τονισθεί και η θεμελιακή διάσταση του άρθρου 3
(2)(δ) του Νόμου ότι οι πιστωτές (και τούτο αναφέρεται σε όλους τους πιστωτές, περιλαμβανομένων των καταθετών) του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος (εδώ της Λαϊκής) 'δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα ετίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση'. Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ' επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Με βάση τα πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν γενική απαγόρευση επέμβασης στις καταθέσεις τους. Δεδομένου, μάλιστα, ότι οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεστεί, γεγονός που υποδεικνύεται και στην αναφερθείσα υπόθεση Χριστοδούλου, στην οποία αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα: «Ούτε θα διέφερε καθόλου η κατάληξη από την κατάληξη που θα είχαν οι προσφυγές, αν το Δικαστήριο αναλάμβανε δικαιοδοσία σε περίπτωση επιτυχίας τους. Δεδομένου ότι, όπως ετόνισε ιδιαιτέρως ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη το μόνο που θα μπορούσαν οι καταθέτες Αιτητές να είχαν ως μέτρο ικανοποίησης τους θα ήταν, σύμφωνα με το Άρθρο 146 και τη νομολογία, το δικαίωμα αγωγής ως προς τη ζημιά που θα είχαν υποστεί λόγω των Διαταγμάτων που θα ακυρώνοντο. Και η αποτίμηση της ζημιάς αυτής δεν θα μπορούσε παρά να αναδείκνυε, ως το ζητούμενο, και πάλι το κατά πόσο, με την έκδοση των Διαταγμάτων, οι καταθέτες Αιτητές ευρέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που θα ευρίσκοντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν ακυρωθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Σε άλλο σημείο αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης..» Είναι φανερό πως οι ενάγοντες επιδιώκουν με την αίτηση να αναιρέσουν τις συνέπειες από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης στους επίδικους λογαριασμούς τους, τα οποία, όπως έχει υποδειχθεί, έχουν συντελεστεί. Τέτοια θεραπεία δεν είναι πρόσφορη ούτε και θα μπορούσε να δοθεί αφού θα είχε ως συνέπεια την ανατροπή της ισχύος της Κ.Δ.Π. 104/2013, η οποία έχει τεθεί σε ισχύ από τις 29.3.2013 και οι πρόνοιες της έχουν εφαρμοστεί. Μια τέτοια προσέγγιση θα ανέτρεπε την ισχύ του Νόμου και της Κανονιστικής Πράξης, κατά παράβαση του τεκμηρίου της νομιμότητας και συνταγματικότητας του Νόμου (βλ. A. Efthymiou Enterprises Ltd κ.ά. v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ. 2)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1596). Παρόμοιο ζήτημα απασχόλησε την αδελφή Πρόεδρο Τ. Ψαρά, σε πανομοιότυπο αίτημα καταθέτη, για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων ως τα επίδικα. (Αγωγή Αρ. 1481/13, Ε.Δ. Λεμεσού, Μαρινέλλα Ερωτοκρίτου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α. ημερ. 20.12.2013). Στις σελίδες 10 - 12 της απόφασης, αναφέρονται τα ακόλουθα τα οποία με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο: «Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ως ενδιάμεσων θεραπειών θα ισοδυναμούσε με παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών και δεν μπορούν να εκδοθούν - το τονίζω - στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης θεραπείας όπου τα πράγματα κρίνονται μόνο εκ πρώτης όψεως ως ενδείξεις δικαιωμάτων και δεν είναι δυνατόν να γίνει ανάλυση που αφορά και επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να παρεμποδίσει με την μορφή πάντα μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ισχύ και την εμβέλεια Κανονιστικών Πράξεων και νόμου των δυο άλλων εξουσιών του Κράτους τα οποία κρίθηκαν αναγκαία μέτρα για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος άμεσης χρεοκοπίας και της περιαγωγής όλων των πολιτών σε δεινή θέση πιθανόν εκ του κλεισίματος των δυο πιο μεγάλων τραπεζών της χώρας και της παντελούς έλλειψης ρευστότητας. Αυτή μου η τοποθέτηση δεν σημαίνει ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να πετύχει στις αιτούμενες ή κάποιες των αιτούμενων θεραπειών στην αγωγή. Εκείνο όμως που θεωρώ ως απόλυτη προϋπόθεση, της μη ύπαρξης δικαιοδοσίας στο πραγματικό βάθρο της Αίτησης, είναι να ζητείται δια ενδιάμεσης θεραπείας η παράβαση ή παράκαμψη νόμου και Κανονισμών έστω και σε συνάρτηση με το πρόσωπο μόνο ενός καταθέτη (εδώ της Αιτήτριας). Αν περιουσιακά στοιχεία είτε της Λαϊκής είτε της Τράπεζας Κύπρου δεσμευτούν ευθέως αυτό αποτελεί όχι μόνο εμπόδιο στην εφαρμογή ενός νόμου και κανονισμού που φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και το τεκμήριο της συνταγματικότητας αλλά στην ουσία θα καταλήγαμε σε καταστρατήγηση τόσο του γράμματος όσο και του πνεύματος των σχετικών νόμων. Είναι γνωστό ότι «η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός» (βλ. A. Efthymiou Enterprises Ltd κ.ά. ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.ά. (Αρ.2)
(1998)1(Γ) 1596). Δεν θεωρώ ότι το εκδοθέν διάταγμα που αφορά απαγόρευση αποξένωσης της ακινήτου περιουσίας της Λαϊκής μπορεί να εξαιρεθεί της πιο πάνω προσέγγισης μου. Κατ' αρχήν διαφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας ότι δύναται να κριθεί ότι η ακίνητη περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, όπως παρουσιάζουν το θέμα στις σελ.28 κ.ε. των αγορεύσεων τους. Δεν προκύπτει από την καταχωρημένη Έκθεση Απαίτησης κάτι τέτοιο. Αντίθετα είναι σαφές ότι το εκδοθέν διάταγμα είχε αυτό το περιεχόμενο και η συνολική Αίτηση αυτή την κατεύθυνση λόγω του ότι η πιο πάνω ακίνητη περιουσία ανήκε στους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι στα πλαίσια του ιδίου νόμου και κανονισμού ως ανωτέρω τέθηκαν υπό καθεστώς εξυγίανσης μ' όλα τα συναφή και γνωστά αποτελέσματα. Το ότι η Αιτήτρια επιδιώκει και διάταγμα πώλησης της ακίνητης περιουσίας για εξασφάλιση λαβείν αποζημίωσης δεν το καθιστά αντικείμενο της αγωγής άνευ ετέρας σύνδεσης. Οπότε και η δέσμευση ακίνητης περιουσίας καλύπτεται από την ίδια προσέγγιση ως προς την μη ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να προβεί στις ενδιάμεσες θεραπείες με άμεση ή έμμεση παράκαμψη των αποτελεσμάτων της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών. Οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία δεσμευτούν ως άνω, τούτο θα αποτελέσει τροχοπέδη για τους σκοπούς του Νόμου και Κανονισμών. Για την ίδια την κατάθεση της Αιτήτριας επαναλαμβάνεται η προσέγγιση της Χριστοδούλου ότι εκλαμβάνεται απλώς ως οφειλή της Τράπεζας στον πελάτης της (βλ. πιο πάνω). Περαιτέρω και πέραν από την διαπίστωση αυτή, εν πάση περιπτώσει, κρίνεται ότι όντως - όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα και οι εξελίξεις (βλ. πιο πάνω) - η παρούσα διαδικασία δεικνύει ότι οι κυρίως αιτούμενες θεραπείες δεν έχουν αντικείμενο. Στο βαθμό που οι καταθέσεις της Αιτήτριας-Ενάγουσας συνθέτουν το ενεργητικό της Λαϊκής σημειώνεται πως ακριβώς ότι προνοούσε το Διάταγμα ΚΔΠ104/2013 (και αναλογικά η ΚΔΠ103/13) έχει συντελεσθεί στις 29.3.2013 ώρα 6.10 το πρωί. Οπότε, εκτός των πιο πάνω παρατηρήσεων ότι το τεκμήριο της νομιμότητας και συνταγματικότητας του Νόμου λειτουργώντας ως θα έπρεπε, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα ίδια τα διατάγματα δεν είχαν αντικείμενο όταν υποβαλλόταν η σχετική αίτηση και ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να εφαρμοσθούν. Είναι ορθό ότι η παρεμπόδιση πράξεων που συντελέσθηκαν ως αναγκαία νομοθετικά μέτρα εκθέτει την ίδια την διαδικασία αφού ουσιαστικά επιδιώκεται η μη συμμόρφωση με τους νόμους και κανονισμούς. Αφενός επιδιώκεται η μη συμμόρφωσή της με τους νόμους και τα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013, που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στις 25/3/2013 και 29/3/2013 αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται, επί του παρόντος, σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή και αφετέρου της στερείται το δικαίωμα να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης επί τους επίδικους λογαριασμούς που σκοπό έχουν την εξυγίανσή της τράπεζας. Ως εκ των ανωτέρω διαφαίνεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα αντιβαίνουν ρητές πρόνοιες της Κυπριακής νομοθεσίας οι οποίες είναι, επί του παρόντος, σε ισχύ. Αυτό κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει σε ενδιάμεσες αιτήσεις τέτοιου είδους.» Ανεξάρτητα από όσα έχουν επισημανθεί πιο πάνω, θα απέρριπτα την αίτηση στο σύνολο της γιατί δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Το μόνο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ως προς αυτή την παράμετρο, είναι πως η Λαϊκή Τράπεζα και η Τράπεζα Κύπρου, έχουν καταστεί αφερέγγυες. Δεν υπάρχει ισχυρισμός ούτε θα μπορούσε να προταθεί ότι η Κεντρική Τράπεζα και η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Αντίθετα, στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις της Κεντρικής Τράπεζας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, προβάλλεται ισχυρισμός πως είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την όποια απόφαση εκδοθεί προς όφελος των εναγόντων. Αλλά και επί του ισοζυγίου της ευχέρειας η πλάστιγγα γέρνει σαφώς προς όφελος των εναγομένων. Δεν θα ήταν ορθό, πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα που θα αναιρούσαν την ισχύ του Νόμου και του Διατάγματος, με πιθανές ολέθριες συνέπειες για την οικονομία και τον τόπο γενικότερα. Υποδεικνύεται, συναφώς, πως με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 25 του Νόμου, «..υπερισχύει η ανάγκη εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοοικονομικού συστήματος και η διασφάλιση της προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας και της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, ως τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3 του Νόμου». Υιοθετούνται οι πιο πάνω επισημάνσεις χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ενασχόληση, εφόσον εγείρονται κατ' ουσίαν τα ίδια θέματα. Θα απέρριπτα όμως την αίτηση και για τον επιπρόσθετο λόγο της απουσίας νομιμοποιητικού ερείσματος επί του στοιχείου του κατεπείγοντος. Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αιτήσεως. Στην υπόθεση Resola Cyprus Ltd. ν. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, στη σελίδα 604, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Vraets (ανωτέρω), Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και Έλενας Αμβροσιάδου ν. Μartin Coward κ.α. Εφέσεις αρ. 3/2011 και 4/2011 ημερομηνίας 15.1.2013). Στην εξεταζόμενη υπόθεση τα μέτρα εξυγίανσης λήφθηκαν τον Μάρτιο του έτους 2013. Ο λογαριασμός της ενάγουσας έκτοτε δεσμεύθηκε, λόγω της εφαρμογής των προνοιών του αναφερθέντος Νόμου και Διαταγμάτων. Καταχώρισε την αγωγή στις 11.11.2013 ήτοι μετά παρέλευση 8 περίπου μηνών και αποτάθηκε μονομερώς, εξασφαλίζοντας το επίδικο προσωρινό διάταγμα. Δεν εδικαιολογείτο, υπό τις αναφερθείσες περιστάσεις, η έκδοση του προσωρινού διατάγματος χωρίς να ακουστεί η πλευρά των εναγομένων. Συνοψίζοντας, η αίτηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει, τόσο γιατί δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και ιδιαίτερα η τρίτη προϋπόθεση, όσο και γιατί δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Όπως δε έχει επεξηγηθεί, ούτε επί του ισοζυγίου της ευχέρειας δικαιολογείται η οριστικοποίηση του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται και το διάταγμα που έχει εκδοθεί μονομερώς ακυρώνεται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και θα βαρύνουν την ενάγουσα. Νοείται ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως και οι εναγόμενοι 4 και 5, που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Κούρεμα Καταθέσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.