← Κύπρος

A. Athanasiou Holdings Ltd ν. Ε. Α. Home Chic Properties Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4580/13, 9/4/2014

A. Athanasiou Holdings Ltd ν. Ε. Α. Home Chic Properties Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4580/13, 9/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 4580/13 Μεταξύ: A. Athanasiou Holdings Ltd Εναγόντων και 1. Ε. Α. Home Chic Properties Ltd 2. E. A. Home Chic Home Ltd 3. Έλενα Αθανασίου Εναγομένων Ημερομηνία: 9/4/2014 Εμφανίσεις : Για αιτητές/ενάγοντες׃ κ. Αγαθοκλέους Για καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους 1-3 ׃ κ. Γρηγορίου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Σαββίδου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η οριστικοποίηση ή όχι των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στις 31/10/2013 μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων/αιτητών, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Τα διατάγματα αυτά, παρεμποδίζουν και/ή απαγορεύουν στους εναγόμενους 1, 2 και 3/καθ' ων η αίτηση και/ή στους διοικητικούς τους συμβούλους, αξιωματούχους, συνεργάτες, υπαλλήλους, υπηρέτες, αντιπροσώπους ή οποιουδήποτε από αυτούς: « (
  2. i)να κυκλοφορούν ή να επιχειρούν να κυκλοφορήσουν ή συντελούν ή συνεργούν ή υποβοηθούν άλλους να κυκλοφορούν φωτογραφικό υλικό ιδιοκτησίας των εναγόντων το οποίο απεικονίζει χώρους και ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγόντων και/ή ιδιοκτησίας των εναγομένων 1 και 2 μέσω φωτογραφικού υλικού αποκλειστικής πνευματικής ιδοκτησίας των εναγόντων (ii )να προσφέρουν προς πώληση ακίνητα των εναγομένων 1 και 2 κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τα εν λόγω ακίνητα είναι των εναγόντων ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ώστε να είναι πιθανή η δημιουργία εξαπάτησης ή σύγχυσης στο κοινό. 2. ...(
  3. i)να χρησιμοποιούν τα διακριτικά πιστοποίησης (ISO) με συγκεκριμένο διακριτικό αριθμό CYS EN ISO 9001׃ 2008, CYS EN ISO 14001 ׃ 2004, CY. ES. N 12.009, καθώς επίσης και τα βραβεία που κέρδισαν οι ενάγοντες για τα ακίνητα τους INTERNATIONAL PROPERY AWARDS, GUINESS WORLD RECORDS), ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ώστε να είναι πιθανή η δημιουργία εξαπάτησης ή σύγχυσης στο κοινό. 3. ..... να παραβιάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το εγγεγραμμένο εμπορικό σήμα των εναγόντων, δηλαδή το κοινοτικό σήμα με αριθμό 008143778 και με την ονομασία A. ATHANASIOU CONSTRUCTION & DEVVELOPMENT ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ώστε να είναι πιθανή η δημιουργία εξαπάτησης ή σύγχυσης στο κοινό». Τα εκδοθέντα διατάγματα, συνάντησαν την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα επαναλάβω. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates

(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρείς προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Αποτελεί μεταξύ άλλων, λόγο ένστασης, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού όχι μόνο απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, αλλά και παραπλάνησαν το Δικαστήριο θέτοντας ενώπιον του ψευδή γεγονότα. Είναι αναγκαίο λοιπόν και πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, να εξετασθεί η εισήγηση αυτή των καθ' ων η αίτηση, αφού η αποδοχή της καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597). Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001), 1 Α.Α.Δ. 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd πιο πάνω όπου στις σελίδες 601 - 602 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση: «το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προυπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, στις σελίδες 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ' αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Λτδ κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα. Ό, τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «....γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Σε περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of Usa,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1180. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή: «Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στη απουσία του εναγομένου». Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Όπως είναι νομολογημένο, μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, πιο πάνω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι οι ενάγοντες έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Είναι η εισήγηση τους ότι απέκρυψαν την ύπαρξη τριών εγγράφων που είναι ουσιαστικά για την υπόθεση. Τη συμφωνία διαχωρισμού ημερομηνίας 26/9/2012 με την οποία οι Αθανάσιος Αθανασίου και Έλενα Αθανασίου, αδέλφια μεταξύ τους και ομνύοντες τις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης αντίστοιχα, προχώρησαν και διαμοίρασαν μεταξύ τους περιουσιακά στοιχεία εταιρειών στις οποίες και οι δύο ήταν μέτοχοι και στην οποία σύμφωνα και πάλι με τους εναγόμενους οι ενάγοντες έκαμαν απλώς μια γενική αναφορά χωρίς να την θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε αυτό να γνωρίζει ακριβώς τι συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Υποδεικνύουν επίσης ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/12/2013 μεταξύ των εταιρειών A. Athanasiou Holidings Ltd ως πωλητών και της εναγόμενης εταιρείας 1 με το προγενέστερο της όνομα, A. A. Athanasiou Developers Ltd ως αγοραστών, με την οποία οι τελευταίοι αγόρασαν από την πρώτη διάφορα ακίνητα. Εισηγούνται ακόμα ότι απέκρυψαν την ύπαρξη Δήλωσης ημερομηνίας 13/12/2012 την οποία υπέγραψαν και πάλι οι Αθανάσιος και Έλενα Αθανασίου. Εκτός από την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων την οποία οι εναγόμενοι αποδίδουν στους ενάγοντες ισχυρίζονται ακόμα ότι οι ενάγοντες με τον τρόπο που έθεσαν τα γεγονότα με τις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση, έδωσαν ψευδή στοιχεία για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Με βάση όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τη θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όπως προστάζουν οι αρχές της επιείκειας αφού κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης και έκδοσης των διαταγμάτων δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα, ενώ παράλληλα έγινε από αυτούς προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Το ζήτημα τούτο είναι και όπως προαναφέρεται, ουσιαστικής σημασίας, αφού η επιτυχία αυτής της εισήγησης καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Η εμβέλεια του αξιώματος αυτού, είναι ευρεία και το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή που να καθιστά ανάξιο τον αιτητή της βοήθειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duches of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611: «A person coming to eguity for relief-and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands? But the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought». Το ζήτημα, θα πρέπει να κριθεί με βάση μόνο τη δύναμη των ισχυρισμών που περιέχονται στις καταχωρηθείσες εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Και τούτο γιατί η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις χωρίς κανένας από τους ενόρκως δηλούντες να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου των ισχυρισμών που εκτίθενται σε αυτές και χωρίς να ζητηθεί από τους ενάγοντες άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι εναγόμενοι επισυνάπτουν ως Τεκμήρια 1-3 στην ειδοποίηση ένστασης τα έγγραφα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους απέκρυψαν οι ενάγοντες. Όπως προκύπτει από αυτά το Τεκμήριο1 είναι συμφωνία διαχωρισμού ημερομηνίας 26/9/2012 την οποία υπόγραψαν οι Αθανάσιος Αθανασίου και Έλενα Αθανασίου οι οποίοι κατά το χρόνο συνομολόγησης της, ήταν κατά 50% μέτοχοι ο καθένας σε διάφορες εταιρείες μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα εταιρεία και η εταιρεία A. A. Athanasiou Developers Ltd η οποία στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε Ε. Α. Home Chic Properties Ltd (εναγομένη 1). Με αυτήν οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν όπως ο Α. Αθανασίου καταστεί μοναδικός μέτοχος της ενάγουσας εταιρείας και η Έλενα Αθανασίου αποκλειστική μέτοχος της A. A. Athanasiou Developers Ltd με τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται σε μέρος της ίδιας συμφωνίας «χωρίς οποιαδήποτε βάρη, εγγυήσεις, υποχρεώσεις και οφειλές». Η συμφωνία αυτή τελούσε υπό κάποιες αιρέσεις οι οποίες δεν σχετίζονται με τα υπό εξέταση ζητήματα, ενώ με αυτή συμφωνήθηκε επίσης ότι ο διαχωρισμός που έγινε με τη συμφωνία ήταν οριστικός, τελικός και αμετάκλητος και ότι θα καταβάλλονταν προσπάθειες για υλοποίηση της συμφωνίας εντός τριών μηνών από την υπογραφή της. Συμφωνήθηκε ακόμα ότι σε περίπτωση που η υλοποίηση της δεν καθίστατο εφικτή εντός των τριών αυτών μηνών, τότε η συμφωνία θα ακυρωνόταν και θα συνεχιζόταν η δραστηριότητα των εμπλεκόμενων εταιρειών ως είχε προηγουμένως. Το Τεκμήριο 2 στην ένσταση, αποτελεί αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 12/12/2013 και από αυτό προκύπτει ότι η εναγόμενη εταιρεία 1 υπό την τότε επωνυμία της αγόρασε από τους ενάγοντες επτά συνολικά ακίνητα. Ως Τεκμήριο 3 στην ειδοποίηση ένστασης επισυνάπτεται έγγραφο που τιτλοφορείται ως «Δήλωση» και υπογράφεται από τους Αθανάσιο και Έλενα Αθανασίου ημερομηνίας 13/12/
  1. Με αυτήν δηλώνονται τα ακόλουθα. «ότι με την υλοποίηση της μεταξύ μας συμφωνίας διαχωρισμού ημερομηνίας 26/09/2012 η οποία έλαβε χώρα σήμερα, έχουν ικανοποιηθεί όλες απαιτήσεις, αξιώσεις και δικαιώματα του ενός προς τον άλλο προσωπικά και σε σχέση με τις αναφερόμενες εταιρείες που εκπροσωπούμε και καμία άλλη απαίτηση, θέμα, αξίωση ή ζήτημα παρούσα ή μέλλουσα έχουμε ή θα έχουμε στο μέλλον, ή θα προβάλουμε ο ένας προς τον άλλο είτε προσωπικά είτε σε σχέση με τις αναφερόμενες εταιρείες για οποιαδήποτε θέματα ή ζητήματα σχετικά με την μέχρι σήμερα συμμετοχή μας στις αναφερόμενες εταιρείες ή μεταξύ των αναφερομένων εταιρειών ή μεταξύ μας προσωπικά». Για την ύπαρξη των πιο πάνω εγγράφων, οι ενάγοντες δεν κάνουν καμία απολύτως αναφορά στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση. Περιορίζεται μόνο ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης ημερομηνίας 22/10/2013 σε μία γενικόλογη αναφορά ότι «κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012 και δυνάμει σχετικής συμφωνίας, απέκτησα το σύνολο των μετοχών της εταιρείας των εναγόντων και η εναγομένη 3 απέκτησε το σύνολο των μετοχών των εναγομένων 1, η οποία μετονομάστηκε από A. A. Athanasiou Developers Ltd σε E. A. Home Chic Properties Ltd....». Στη συνέχεια δε και συγκεκριμένα στην παράγραφο 15 της ίδιας ένορκης δήλωσης γίνεται και πάλι μια γενικόλογη αναφορά σε κάποιο διαχωρισμό περιουσιακών στοιχείων ότι δηλαδή «μετά τον προαναφερόμενο διαχωρισμό των περιουσιακών μας στοιχείων έχουν μεταβιβαστεί στην ιδιοκτησία των εναγομένων 1 και 2». Αυτά είναι όλα όσα οι ενάγοντες αποκαλύπτουν για τα όσα προηγήθηκαν της διαφοράς. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί από τους εναγομένους και βρίσκονται πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου, οι μεταξύ τους επαγγελματικές και επιχειρηματικές σχέσεις ρυθμίστηκαν και τα περιουσιακά τους στοιχεία διαχωρίσθηκαν με τη συνομολόγηση της συμφωνίας διαχωρισμού ημερομηνίας 26/9/
  2. Αφού μεσολάβησε η υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/12/2013 με την οποία οι εναγόντες πώλησαν στην εναγόμενη εταιρεία 1 υπό την προηγούμενη της επωνυμία επτά ακίνητα, ακολούθησε καταληκτικά η υπογραφή της Δήλωσης, Τεκμήριο
  3. Όλα τα πιο πάνω, αλλά ιδιαίτερα η Δήλωση που περιέχεται στο Τεκμήριο 3, κρίνεται ότι αποτελεί υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ουσιώδες γεγονός το οποίο οι ενάγοντες όφειλαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν αποτείνονταν μονομερώς για την έκδοση των διαταγμάτων. Αντίθετα και όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση, καμία απολύτως αναφορά δεν γίνεται για την ύπαρξη της. Τούτο οι ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν ενόψει των όσων προηγήθηκαν με τον διαχωρισμό μεταξύ των αδελφών Αθανασίου των εταιρειών στις οποίες και οι δύο ήταν μέτοχοι και της συμφωνίας για την πώληση ακινήτων. Η ύπαρξη της Δήλωσης που ακολούθησε της υπογραφής της συμφωνίας διαχωρισμού και του αγοραπωλητηρίου εγγράφου αποτελεί ουσιώδες γεγονός, το οποίο οι αιτητές όφειλαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο. Και αυτό γιατί με την δήλωση αυτή ρητά δηλώνεται από τους υπογράφοντες που είναι οι ενόρκως δηλούντες στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης αντίστοιχα η ικανοποίηση των απαιτήσεων, αξιώσεων και δικαιωμάτων των δηλούντων όχι μόνο προσωπικά, αλλά και των εταιρειών που ο καθένας εκπροσωπεί, συμπεριλαμβανομένων των εναγόντων και των εναγομένων 1, ενώ επίσης περιλαμβάνεται σε αυτή ρητή τους δήλωση ότι μελλοντικά δεν θα υπάρξει καμία άλλη απαίτηση ούτε προσωπικά, ούτε μεταξύ των αναφερόμενων εταιρειών. Η υπογραφή του εγγράφου αυτού από τους εμπλεκόμενους και ασχέτως της σημασίας που δυνατό να αποδειχθεί κατά το τελικό στάδιο κρίσης της ουσίας της αγωγής ότι ενέχει στα δικαιώματα των μερών, ήταν πολύ καλά γνωστή στον ομνύοντα στην αίτηση αφού είναι ένα από τα δύο πρόσωπα που την υπογράφει και όφειλε να αποκαλύψει την ύπαρξη της στο Δικαστήριο γιατί αυτό είναι ένα γεγονός σημαντικό το οποίο σχετίζεται με το βάσιμο της αξίωσης του και την πιθανότητα επιτυχίας της. Η αποκάλυψη του εγγράφου αυτού, αναμφίβολα θα είχε τη σημασία του στη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης και είναι γεγονός που εξ' αντικειμένου θα είχε επίδραση σε αυτήν κατά την μονομερή έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Γι' αυτό και οι ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν την ύπαρξη του και να το θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν μονομερώς απευθύνθηκαν για εξασφάλιση των υπό κρίση σήμερα διαταγμάτων αφού αυτό θα μπορούσε να προβληθεί ως υπεράσπιση από τους εναγομένους. Παρά το ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου η τύχη των εκδοθέντων διαταγμάτων είναι προδιαγεγραμμένη, θα προχωρήσω να εξετάσω και τη δεύτερη εισήγηση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες έθεσαν στο Δικαστήριο διάφορους ισχυρισμούς κατά τρόπο παραπλανητικό. Όπως προαναφέρεται σε σχέση με το φωτογραφικό υλικό, τα ISO, τα βραβεία, το εμπορικό σήμα και το λογότυπο τίθενται από τα διάδικα μέρη εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί. Ενώ από τη μια οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν δικό τους φωτογραφικό υλικό το οποίο απεικονίζει ακίνητα δικής τους ιδιοκτησίας, από την άλλη οι εναγόμενοι προβάλλουν ότι το φωτογραφικό υλικό που χρησιμοποιούν, παραδόθηκε σε αυτούς και συγκεκριμένα στην Έλενα Αθανασίου από τον Αθανάσιο Αθανασίου και αφορά ακίνητα που η εναγόμενη εταιρεία 1 αγόρασε από τους ενάγοντες και είναι πλέον δικής της ιδιοκτησίας. Πιο συγκεκριμένα οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησης τους ότι το φωτογραφικό αυτό υλικό είναι δικής τους πνευματικής ιδιοκτησίας, ότι «είναι οι μοναδικοί και αποκλειστικοί δικαιούχοι και ιδιοκτήτες του» και ότι η εναγόμενη 3 παράνομα το απέσπασε από τους ενάγοντες και οι εναγόμενοι το χρησιμοποιούν ως δικό τους (παράγραφοι 5, 6, και 7). Πιο κάτω και συγκεκριμένα στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης ισχυρίζονται ότι το φωτογραφικό αυτό υλικό απεικονίζει ακίνητα αποκλειστικής ιδιοκτησίας των εναγόντων και/ή πελατών τους λέγοντας παράλληλα «που μπορεί πλέον να έχουν μεταβιβαστεί στην ιδιοκτησία των εναγομένων 1 και 2». Από την εξέταση δε του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση ημερομηνίας 22/10/2013 διαφαίνεται ότι ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι εναγόμενοι εσκεμμένα και σε μια προσπάθεια εξαπάτησης του κοινού χρησιμοποιούν το φωτογραφικό αυτό υλικό που ανήκει στους ίδιους τους ενάγοντες και διαφημίζουν ακίνητα των εναγόντων (παράγραφος 14). Στην παράγραφο 14 της ίδιας ένορκης δήλωσης αναφέρουν με τρόπο νεφελώδη και εν πάση περιπτώσει διόλου ξεκάθαρο ότι το φωτογραφικό αυτό υλικό απεικονίζει ακίνητα «αποκλειστικής ιδιοκτησίας των εναγόντων και/ή πελατών τους και/ή οικοδομικών συγκροτημάτων και ακινήτων κατασκευής και ανάπτυξης των εναγόντων που πλέον μετά τον προαναφερόμενο διαχωρισμό των περιουσιακών μας στοιχείων έχουν μεταβιβαστεί στην ιδιοκτησία των εναγομένων 1 και 2». Όπως διαφαίνεται από όλα τα πιο πάνω η εικόνα που δίδεται με την προβολή των πιο πάνω ισχυρισμών δεν είναι καθόλου ξεκάθαρη και εκείνο που τελικά αφήνεται να νοηθεί από τα όσα οι ενάγοντες προβάλλουν είναι ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν φωτογραφικό υλικό που ανήκει στους ενάγοντες και το οποίο απεικονίζει ακίνητα που επίσης ανήκουν στους ενάγοντες. Είναι η θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου παραπλανητικά στοιχεία σε σχέση και με την κυριότητα των διακριτικών πιστοποίησης (ISO) τα οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι δικής τους ιδιοκτησίας. Οι εναγόμενοι σε αντίθεση με τα όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται, αντιπαραβάλλουν ότι αυτά δεν είναι διακριτικοί πιστοποίησης που ανήκουν στους ενάγοντες, αλλά αριθμοί προτύπων (Standard) τους οποίους μπορούν και χρησιμοποιούν όλοι όσοι έχουν εξασφαλίσει τα πρότυπα αυτά και οι οποίοι στην Κύπρο είναι δεκάδες και αρνούνται ότι οποτεδήποτε χρησιμοποίησαν διακριτικά πιστοποίησης των εναγόντων. Παραπλανητικούς ισχυρισμούς σύμφωνα πάντα με τη θέση των εναγομένων προβάλλουν οι ενάγοντες και για κάποιο βραβείο το οποίο παρουσιάζουν ως δικό τους και για δικά τους ακίνητα, χωρίς όμως να αποκαλύπτουν ότι το βραβείο αυτό λήφθηκε για ακίνητο που αγοράσθηκε από την εναγομένη εταιρεία
  4. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ούτε κάνουν χρήση οποιουδήποτε βραβείου των εναγόντων, ούτε το παρουσιάζουν ως δικό τους και ισχυρίζονται ότι το βραβείο International Property Awards λήφθηκε για ακίνητο που αγοράσθηκε από την εναγόμενη εταιρεία
  5. Απορρίπτουν ακόμα τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι η εναγόμενη 1 χρησιμοποιεί το εμπορικό σήμα με την επωνυμία και το λογότυπο των εναγόντων και προβάλλουν άλλους αντίθετους ισχυρισμούς. Τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί από τους ενάγοντες αναμφίβολα επέδρασαν στην κρίση του Δικαστηρίου και συνέτειναν ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν φωτογραφικό υλικό ιδιοκτησίας των εναγόντων και προβάλλουν ακίνητα των τελευταίων ως δικών τους για να προκαλέσουν σύγχυση στο κοινό. Όπως όμως οι εναγόμενοι αντιπαραβάλλουν χρησιμοποιούν φωτογραφικό υλικό που απεικονίζει δικά τους ακίνητα τα οποία μετά τη συμφωνία διαχωρισμού που συνομολογήθηκε στις 26/9/2012 και την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 12/12/2013 περιήλθαν στη δική τους ιδιοκτησία. Όπως λέχθηκε στην απόφαση Βασιλική Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. πιο πάνω, «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αναφ. με την Αίτηση της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ, κ.α.
(2006)1Β ΑΑΔ 1013, «Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson "On Evidence", 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane "The modern law of evidence" 1985 Edition, p.125, P. Murphy "On evidence", Fifth Edition, p.468)». Έτσι λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση, οι πιο πάνω, αλλά και άλλοι ισχυρισμοί των εναγομένων με τους οποίους απορρίπτονται ισχυρισμοί που τέθηκαν από τους ενάγοντες, παρέμειναν αναπάντητοι και συνεπώς αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Τα όσα οι ενάγοντες επικαλέσθηκαν, έχουν εξουδετερωθεί από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εναγομένων και κατά συνέπεια και για το λόγο αυτό τα εκδοθέντα διατάγματα δεν μπορεί παρά να ακυρωθούν αφού δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι όντως υπήρξε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη μου η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος καθίσταται περιττή. Συνακόλουθα τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1-3/ καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject /interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.