← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ARREDOS STYLE FURNISHINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4000/12, 11/4/2014

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ARREDOS STYLE FURNISHINGS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4000/12, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A164 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4000/12 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και 1. ARREDOS STYLE FURNISHINGS LTD 2. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ 3. ΑΝΤΡΟΥΛΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 19/2/13 για Παραμερισμό Απόφασης. Ημερομηνία: 11/4/2014 Για τους Εναγομένους - Αιτητές: κα Β. Γιατρού για Κώστα Μελά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ν. Ηροδότου για Συμεού & Κονναρής Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με αίτηση ημερομηνίας 19/2/2013 οι Εναγόμενοι - Αιτητές αιτούνται διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους μετά από μονομερή αίτηση στις 31/10/2012. Η εκδοθείσα απόφαση αφορά απαίτηση δυνάμει συμφωνίας δανείου της Εναγομένης 1 με εγγυητές τους Εναγομένους 2 και 3. Η Αίτηση Η αίτηση βασίζεται στη Δ.17, Θ.10, Δ.26, Θ. 14, Δ.48, Θ.Θ. 2-4, 9 (
  2. h)επί του άρθρου 30 του Συντάγματος επί της πρακτικής και των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 η μαρτυρία του οποίου συνοψίζεται ως εξής: 1. Έλαβε γνώση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 31/10/2012 όταν ήρθαν επιδότες για να κατάσχουν την κινητή περιουσία των Εναγομένων στις 17/1/13. 2. Όπως διαφάνηκε η αγωγή είχε επιδοθεί στην σύζυγό του, Εναγομένη 3 η οποία δεν του ανέφερε οτιδήποτε. Όπως του εξήγησε, επειδή στα έγγραφα δεν αναγραφόταν «κάποια ημερομηνία Δίκης ώστε να παρουσιαστούμε στο Δικαστήριο» θεώρησε ότι θα παραλάμβαναν ακολούθως κάποια κλήση ώστε να εμφανιστούν. 3. Σύμφωνα με την συμφωνία δανείου («Συνημμένο Β») ήταν εξυπακουόμενος όρος ότι «οι Ενάγοντες θα επιδείκνυαν καλόπιστη συμπεριφορά και ότι θα τηρούσαν τις υποχρεώσεις και θα ασκούσαν καλόπιστα και όχι αυθαίρετα, ή καταχρηστικά ή κακόπιστα ή ανέντιμα ή εγωιστικά, τα δικαιώματα που προέκυπταν από τη συμφωνία καθώς και από την έννομη σχέση που δημιουργήθηκε από αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τα κατά τον ουσιώδη χρόνο κρατούντα συναλλακτικά ήθη, αλλά και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των Εναγομένων - Αιτητών ως πελατών τους και κατά τον ουσιώδη χρόνο λογικές προσδοκίες τους ως προς την σχέση των διαδίκων αλλά και της υποχρέωσής τους για προστασία των δικαιωμάτων τους». 4. Η δυνατότητα μεταβολής του επιτοκίου (βασικού και υπερημερίας) προμηθειών και δικαιωμάτων επίσης είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος αφού εμπεριέχει αοριστία επιτρέπει μεταβολές κατά την απόλυτη κρίση των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, δημιουργεί ανισότητα και δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. 5. Δόθηκαν εξασφαλίσεις για το δάνειο (εκχωρήθηκαν δύο ασφάλειες ζωής) και δεσμεύτηκε εμπρόθεσμη κατάθεση του Εναγομένου 2 για το ποσό των €9000. 6. Η πληρωμές του δανείου μέχρι το 2011 πήγαιναν καλά. Ακολούθως αντιμετώπισαν κάποιες δυσκολίες οπότε και τον Αύγουστο «κακόπιστα, ανέντιμα, αδικαιολόγητα και αυθαίρετα» τερματίστηκε η λειτουργία του δανείου και κλήθηκαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο. Παρακάλεσε τους Ενάγοντες να επαναφέρουν τον τόκο στο αρχικό ποσοστό, αρνήθηκαν όμως. 7. Τον Ιούλιο 2012 οι Ενάγοντες χωρίς τη συγκατάθεσή του Εναγομένου 2 εξαργύρωσαν την μια ασφάλεια ζωής και εισέπραξαν το ποσό των €8107,74. Μέχρι εκείνη τη στιγμή ο Εναγόμενος 2 είχε καταβάλει το ποσό των €12942,72 οπότε και υπέστη ζημιά €4834,98. 8. Παραπονείται για το ποσό που αξιώνουν το οποίο περιέχει παράνομες χρεώσεις, τόκους, προμήθειες και τόκους υπερημερίας. Δεν αντιλαμβάνεται γιατί πρέπει να πληρώνουν επιτόκιο 13.239% αντί 8.160% που ήταν το συμφωνηθέν. Θεωρεί κακόπιστη, καταχρηστική, παράνομη και αντισυμβατική την επιβάρυνση με τόκο υπερημερίας 6% η οποία στερεί στους Εναγομένους τη δυνατότητα να επωφεληθούν της μείωσης του Βασικού Επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. 9. Ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε αντισυμβατικά. Θα εγείρει ανταπαίτηση για όλες τις ζημιές που έχει υποστεί η Εναγομένη 1, ο ίδιος από την εξαργύρωση της ασφάλειας και μεταξύ άλλων για την απειλή συμπερίληψης τους στο σύστημα Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Λτδ. 10. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πρέπει να τους δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης της αγωγής. Η Ένσταση Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «1. Οι Αιτητές έχουν αποτύχει να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις που θέτουν οι κανονισμοί και/ή νομολογία για παραμερισμό απόφασης, αφού μεταξύ άλλων, οι Αιτητές δεν προσκόμισαν καθόλου και/ή επαρκή και/ή ικανοποιητική μαρτυρία ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή στερούνται οποιασδήποτε υπεράσπισης ή βάσης για ανταπαίτηση και/ή προβάλλουν και/ή προωθούν μια αβάσιμη υπεράσπιση και/ή ανταπαίτηση και/ή μια εκδοχή γεγονότων αντιφατική και/ή παράλογη και/ή πάντως ο Αιτητής δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ούτε οποιαδήποτε βάση για να ανταπαιτούν οποιαδήποτε θεραπεία από το δικαστήριο. 2. Η παρούσα Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. 3. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι ανεπαρκές και δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η ένορκη δήλωση του Αιτητή κ. Γεώργιου Αυγουστίνου ημερομηνίας 19/02/13 περιέχει ψευδείς και/ή αναληθείς και/ή παραπλανητικούς και/ή αβάσιμους ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο ως προς την υποτιθέμενη ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής ή συζητήσιμης υπεράσπισης. 4. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και/ή της αγωγής έγινε νομότυπα και/ή οι Αιτητές δεν προσκόμισαν καθόλου και/ή επαρκή και/ή ικανοποιητική μαρτυρία ότι η υπό κρίση επίδοση του κλητήριου εντάλματος της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο στον Αιτητή δεν πραγματοποιήθηκε νομότυπα και/ή σύμφωνα με τους κανονισμούς. 5. Η προώθηση της συγκεκριμένης Αίτησης είναι υπό τις περιστάσεις αδικαιολόγητη και/ή η όλη συμπεριφορά των Αιτητών αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση αλλότριων και/ή παράνομων σκοπών και/ή συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αλλά και προσβολή των δικαιωμάτων των Καθ' ών η Αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσης τους και/ή καθορισμό των δικαιωμάτων τους εντός εύλογου χρόνου. 6. Η πιθανή έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραμερισμού θα προκαλέσει μεγάλη και/ή δύσκολα αποτιμήσιμη ζημιά στους Ενάγοντες και/ή θα επαναφέρει μια εντελώς παράνομη κατάσταση πραγμάτων, θα επιφέρει πλήγμα στην ανάγκη για τελεσιδικία των αποφάσεων των Δικαστηρίων και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα νομικά και άλλα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση και/ή στην ορθή απονομή και/ή το κύρος της Δικαιοσύνης γενικότερα. 7. Η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, γίνεται καθυστερημένα και/ή κακόπιστα και αποτελεί και/ή χρησιμοποιείται ως ένα μέσο καταπίεσης των Εναγόντων και/ή προσβολής των νομίμων δικαιωμάτων και/ή των έννομων συμφερόντων αυτών και/ή της προώθησης παράνομων και/ή αλλότριων και/ή αθέμιτων σκοπών». Η ένσταση βασίζεται στη βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 Θ.Θ. 1, 2, 9 και 10, Δ.17 Θ.Θ. 2, 3, 4, 5, 6 και 10, Δ.26 Θ.14, Δ.39, Δ.42Α Θ.1 και 2, Δ.40 Θ.Θ. 1, 2, 3, 7 και 11, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9 (h), Δ.64, στη Νομολογία και στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60 άρθρα 2, 21, 31, 47, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, και στις συμφυείς εξουσίες, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, την διακριτική ευχέρεια και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Βάσου Βασιλείου που υπηρετεί στο τμήμα λογαριασμών των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση. Υιοθετεί τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 18/10/2012 που έγινε προς απόδειξη της απαίτησης ως επίσης και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Αρνείται την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης αντίθετα οι Εναγόμενοι - Αιτητές παραθέτουν ψευδείς και/ή ανυπόστατους ισχυρισμούς. Η επίδοση έγινε νομότυπα και η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί λόγο για απόρριψη της αίτησης. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές επέδειξαν αδιαφορία στην αποπληρωμή του δανείου αλλά και στη Δικαστική διαδικασία. Γι' αυτούς τους λόγους οι αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η ακρόαση της αίτησης έγινε επί των ενόρκων δηλώσεων με γραπτές αγορεύσεις. Νομική Πτυχή Η Δ.17, Θ.10 προνοεί τα ακόλουθα: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Η πιο πάνω διάταξη έχει ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αφορά απόφαση που λήφθηκε κανονικά (regular judgment) και όχι απόφαση που λήφθηκε αντικανονικά (irregular judgment). Η επίδοση δεν αμφισβητείται. Όπου ο αιτητής προσβάλλει απόφαση που λήφθηκε κανονικά, οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και να δώσει εξηγήσεις γιατί δεν καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή. (βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers Limited ν. Ανδρέα Μιχαήλ

(1993)1 ΑΑΔ 415). Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, σελ 210 (παρατίθεται η μετάφραση από την Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941) λέχθηκαν τα ακόλουθα (Πικής Δ.): «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market [1977] 2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)». Αίτηση παραμερισμού απόφασης μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία είναι δυνατό να θεωρηθεί ως μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου, Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 ΑΑΔ 893, Editc Ltd v. Makis Michaelides & Associates κ.α
(2003)1 ΑΑΔ 1887, 1892 και Milouca Motor Τr. Ltd v. Κούρτη (πιο πάνω). Στην Mine & Quarry Services Ltd. v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, 30 το Ανώτατο Δικαστήριο (Νικήτας Δ.) επεσήμανε:- «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του». Στην ίδια απόφαση τονίστηκε ότι το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά δικαιολόγηση. Όσον αφορά την αποκάλυψη υπεράσπισης στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 799 (Κραμβής Δ.): «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774, 1779 (Κραμβής Δ.) τονίστηκε: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το δικαστήριο, εξέτασε τα στοιχεία υπεράσπισης που είχε ενώπιόν του και χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία της υπεράσπισης ορθά διαπίστωσε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.» Στο τι συνιστά «συζητήσιμη υπεράσπιση» (arguable case) καθοδηγητική είναι επίσης η αγγλική απόφαση στην Alpine Bulk Transport Co Inc v. Saudi Eagle Shipping Co Inc [1986] 2 Lloyd's rep. 221 CA[1] (με αναφορά στην Evans v. Bartlam
(1937)AC 473) όπου υποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπισή που προβάλλει έχει πραγματική πιθανότητα επιτυχίας (a real prospect of success) και να φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (must carry some degree of conviction). Το βάρος που φέρει ο εναγόμενος είναι βαρύτερο από αυτό που θα πρέπει να αποσείσει σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του. Το Δικαστήριο πρέπει να σχηματίσει προκαταρκτική άποψη (provisional view) για την πιθανή κατάληξη της υπόθεσης (βλ. επίσης Supreme Court Practice 1997, σελ 145 παρ 13/9/14). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης, είναι ορισμένες φορές αναπόφευκτη, αλλά αυτή θα πρέπει να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία, για τη διακρίβωση της καλοπιστίας των ισχυρισμών και κατά πόσο υπάρχει ή όχι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. Clair Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd, Πολ. Έφεση 145/2009, 10/4/2012). Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης δύναται να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούν μέρος του φακέλου της υπόθεσης όπως ένορκες δηλώσεις και έγγραφα που καταχωρίστηκαν για απόδειξη της αγωγής (βλ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Aρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938). Αξιολόγηση Προβάλλεται από τους Εναγομένους ακυρότητα όρου για μεταβολή του επιτοκίου (περιθωρίου, υπερημερίας κτλ) της συμφωνίας δανείου ως καταχρηστικού. Διατείνονται ότι ο όρος αυτός δεν συνάδει με εξυπακουόμενο όρο καλόπιστης συμπεριφοράς από πλευράς των Εναγόντων στην άσκηση των νομικών τους δικαιωμάτων. Η δικηγόρος των Εναγομένων δεν με έχει παραπέμψει σε οποιαδήποτε νομική αρχή ή νομοθεσία επί του θέματος. Η εφαρμογή του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 Ν.93(I)/1996 (Άρθρο 5
(4)- Παράρτημα - Ρήτρες που μπορεί να θεωρηθούν ως καταχρηστικές)[2], θέτει κάποιες προϋποθέσεις σε σχέση με την εφαρμογή του νόμου σε τράπεζες όταν αυτές συμβάλλονται με καταναλωτές. Δεν έχει τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο αφού οι Εναγόμενοι δεν έχουν προσδιορίσει τη σύμβαση δανείου ως καταναλωτική. Αντίθετα η συμφωνία προβάλλεται ως επιχειρηματικής φύσεως (βλ. παρ. 4 της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2) αφού σκοπό είχε την ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους. Εν πάση περιπτώσει φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν για τις εν λόγω μεταβολές (βλ. Τεκμ. 9 της Ένορκης Δήλωσης των Εναγόντων για απόδειξη της αγωγής ημερομηνίας 18/10/12 και «Συνημμένο Δ» στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2). Η εισαγωγή εξυπακουόμενου όρου «καλόπιστης συμπεριφοράς» κατά τρόπο γενικό και αόριστο σε επιχειρηματικής φύσεως συμφωνία δεν μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο. Ούτε από τα τεθέντα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει έστω και ένδειξη τέτοιου εξυπακουόμενου όρου. Ζήτημα ενδεχόμενης ποινικής ρήτρας όσον αφορά τον τόκο υπερημερίας θα μπορούσε να εξεταστεί ως ενδεχόμενη (μερική) υπεράσπιση όμως τέτοιο θέμα δεν έχει εγερθεί ειδικά (βλ. άρθρο 74
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149[3], Lordsvale Finance Plc v. Bank of Zambia
(1996)3 W.L.R. 688 και Jeancharm Ltd v. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58 (CA)). Το βάρος απόδειξης ότι η ρήτρα είναι ποινικής φύσης το φέρει ο εναγόμενος (βλ. Robophone Facilities Ltd v. Blanc
(1966)1 W.L.R. 1428 στη σελ. 1447 - Απόφαση Πλειοψηφίας L.J. Diplock) και αν αυτός ήταν ισχυρισμός τους, τότε όφειλαν να τον θέσουν ευθέως. Όσον αφορά το δεύτερο θέμα που εγείρεται, αυτό της εξαργύρωσης της ασφάλειας του Εναγομένου 2 με την Eurolife Ltd και την απώλεια χρημάτων, ο Εναγόμενος 2 δεν έχει προσκομίσει τη σχετική συμφωνία ούτε εξηγεί πως οι Ενάγοντες παρέβηκαν τη συμφωνία εκχώρησης. Η συμφωνία εκχώρησης της ασφάλειας ζωής του Εναγομένου 2 με την Universal Life Insurance Co. Ltd, Τεκμ. 8 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18/10/2012 που καταχωρίστηκε για απόδειξη της αγωγής, απαλλάττει ρητά τους Ενάγοντες από την οποιαδήποτε ευθύνη για οποιαδήποτε ζημιά ή εξασφάλιση μειωμένης τιμής σε περίπτωση εξαργύρωσης ή πώλησής της (όρος 5(α)). Ούτε και γι' αυτό το ζήτημα έχω ικανοποιηθεί ότι ο Εναγόμενος 2 έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση. Ενόψει των όσων έχω αναφέρει κρίνω ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση. Ενόψει της αποτυχίας τους αυτής δεν κρίνω αναγκαίο να εξετάσω τους λόγους καθυστέρησης ή τους λόγους για τους οποίους δεν καταχωρίστηκε σημείωμα εμφάνισης έγκαιρα στην αγωγή. Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος των Εναγομένων - Αιτητών, όπως θα αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim/Setting aside Judgment Αναφορά: Αίτηση Τροποποίησης/ Παραμερισμός Απόφασης [1] Βλ. Sir Roger Omrod στη σελ. 223: «In the course of his argument Mr Clarke Q.C. used the phrase "an arguable case" and it, or an equivalent, occurs in some of the reported cases (e.g. Burns v Kendel
(1977)1 Ll.L.R. 554 and Vann v Awford). This phrase is commonly used in relation to Order 14 to indicate the standard to be met by a defendant who is seeking leave to defend. If it is used in the same sense in relation to setting aside a default judgment, it does not accord, in our judgment, with the standard indicated by each of their Lordships in Evans v Bartlam. All of them clearly contemplated that a defendant who is asking the court to exercise its discretion in his favour should show that he has a defence which has a real prospect of success. (In Evans v Bartlam there was an obvious defence under the Gaming Act and in Vann v Awford a reasonable prospect of reducing the quantum of the claim). Indeed it would be surprising if the standard required for obtaining leave to defend (which has only to displace the plaintiff's assertion that there is no defence) were the same as that required to displace a regular judgment of the court and with it the rights acquired by the plaintiff. In our opinion, therefore, to arrive at a reasoned assessment of the justice of the case the court must form a provisional view of the probable outcome if the judgment were to be set aside and the defence developed. The "arguable" defence must carry some degree of conviction». [2] 1. Ρήτρες που έχουν σκοπό ή αποτέλεσμα:- .. (ι) να επιτρέπουν στον πωλητή ή στον προμηθευτή να τροποποιεί μονομερώς τους όρους της σύμβασης χωρίς σοβαρό λόγο ο οποίος να προβλέπεται στη σύμβαση. 2. Πεδίο εφαρμογής των υποπαραγράφων (ζ), (ι) και (ιβ)- (β): .. η υποπαράγραφος (ι) δεν επηρεάζει τις ρήτρες με τις οποίες ο προμηθευτής χρηματοοικονομικών υπηρεσιών επιφυλάσσεται του δικαιώματος του να τροποποιεί το επιτόκιο που οφείλεται από τον καταναλωτή ή που οφείλεται σε αυτόν, ή το ποσό όλων των άλλων επιβαρύνσεων των σχετικών με τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες χωρίς καμία προειδοποίηση σε περίπτωση βάσιμου λόγου, αρκεί ο πωλητής ή ο προμηθευτής να επιβαρύνεται με την υποχρέωση να πληροφορεί αμέσως το άλλο ή τα άλλα συμβαλλόμενα μέρη και αυτό ή αυτά να είναι ελεύθερα να καταγγείλουν πάραυτα τη σύμβαση [3] 74
(1)- Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα. Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία, δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.