← Κύπρος

Πάολα Χατζησωτηρίου ν. Sollers Trust Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4463/13, 16/4/2014

Πάολα Χατζησωτηρίου ν. Sollers Trust Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4463/13, 16/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A171 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 4463/13 Μεταξύ: Πάολα Χατζησωτηρίου Ενάγουσας Και

  1. Sollers Trust Ltd
  2. Γεώργιος Αθηνοδώρου Εναγομένων Ημερομηνία:16/4/2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητές׃ κ. Σ. Αγιομαμίτης Για Καθ' ων η Αίτηση: κ.Τριγκής Α Π Ο Φ Α Σ Η Στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης που εκκρεμεί καταχωρήθηκε στις 25/2/2014 η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητείται από την ενάγουσα η άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αίτηση η οποία συνάντησε την ένσταση των εναγομένων οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.48 Θ. 4

(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή τις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Παρέχεται συνεπώς η δυνατότητα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Για να δοθεί όμως τέτοια άδεια θα πρέπει να καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο. Εάν θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει τέτοια συμπληρωματική ένορκο δήλωση είναι ζήτημα που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ματθαίου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 510, Α. Messios and Sons Ltd v. Α. Λεωνίδα
(2010)1 ΑΑΔ 195). Σύμφωνα και με τα όσα προαναφέρονται, η συμπληρωματική ένορκος δήλωση για την οποία έχει υποβληθεί η υπό κρίση αίτηση ζητείται να κατατεθεί στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση που εδράζεται στη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε αλλά και στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, η ενάγουσα επικαλείται την παραβίαση ενοικιαστηρίου συμβολαίου που η ενάγουσα υπόγραψε με τους εναγομένους 1 ως ενοικιαστές και τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή λόγω παράλειψης πληρωμής των οφειλόμενων ενοικίων. Σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς αυτούς της ενάγουσας οι εναγόμενοι στην ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, αρνούνται το βάσιμο της αξίωσης της ενάγουσας και ισχυρίζονται ότι έχουν υπεράσπιση γιατί είναι η ενάγουσα που έχει παραβεί όρους της μεταξύ τους συμφωνίας ενοικίασης και επικαλούνται διάφορα γεγονότα που τείνουν κατά την εισήγηση τους να καταδείξουν την ύπαρξη τέτοιας υπεράσπισης. Ισχυρίζονται ειδικότερα ότι οι ίδιοι και σύμφωνα με τον όρο 12 του ενοικιαστηρίου εγγράφου, είχαν δικαίωμα παρακράτησης των ενοικίων και εκθέτουν διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια της ενοικίασης, τους λόγους για τους οποίους δεν κατέβαλαν τα ενοίκια και γενικότερα για όσα συνέβησαν μεταξύ τους, αλλά και για τις προσπάθειες που έγιναν για επίλυση της διαφοράς που δημιουργήθηκε. Στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με την ένσταση που οι εναγόμενοι καταχώρησαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση έθεσαν στο Δικαστήριο αναληθείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς και γι' αυτό θα πρέπει να της δοθεί η αιτούμενη άδεια για να απαντηθούν. Σε αντίθετη περίπτωση εισηγείται ότι το Δικαστήριο δεν θα έχει όλα τα γεγονότα ενώπιον του και/ή θα έχει παραπλανητικά γεγονότα. Με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση παραδέχεται την ύπαρξη των προβλημάτων και προχωρεί μάλιστα και κάνει αναφορά στους λόγους που δεν προέβη η ίδια σε κάποιες επιδιορθώσεις, λέγοντας ότι κάποια προβλήματα που παρουσιάσθηκαν στο ενοικιαζόμενο υποστατικό οφείλονται σε υπαιτιότητα των εναγομένων ή προκλήθηκαν από αυτούς, ότι ακόμα οι εναγόμενοι διογκώνουν κάποια υπάρχοντα προβλήματα προβάλλοντας περαιτέρω και άλλους ισχυρισμούς σε σχέση με τη μεταξύ τους διαφορά. Επισυνάπτει μάλιστα στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση και μεταξύ άλλων εγγράφων, επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων για τα πιο πάνω θέματα. Όπως προκύπτει από την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης, την αίτηση για συνοπτική απόφαση, την ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτήν, αλλά και την υπό κρίση αίτηση με την ένσταση της, η ουσία της διαφοράς έγκειται στο εξής. Από τη μια η ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση συνοπτικής απόφασης λόγω της παράλειψης των εναγομένων να της καταβάλουν τα δεδουλευμένα ενοίκια για την χρονική περίοδο από τον Ιούλιο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2013. Από την άλλη οι εναγόμενοι δέχονται ότι πράγματι δεν τα έχουν πληρώσει, αυτό όμως σύμφωνα με τη θέση τους είχαν δικαίωμα να το πράξουν μετά την παράλειψη της ενάγουσας να επιδιορθώσει ζημιές στο ενοικιαζόμενο υποστατικό όπως είναι και η συμβατική της υποχρέωση. Το δικαίωμα τους αυτό πηγάζει όπως υποστηρίζουν από τον όρο 12 του ενοικιαστηρίου συμβολαίου ο οποίος προνοεί ότι στην περίπτωση που υπάρχουν ζημιές και η ενάγουσα παραλείπει να τις επιδιορθώσει, οι ενοικιαστές μπορούν να το πράξουν οι ίδιοι κάτω από κάποιες προϋποθέσεις και να προχωρήσουν σε αποκοπή του κόστους επιδιόρθωσης από το ενοίκιο. Με την υπό κρίση αίτηση η ενάγουσα επιδιώκει να της δοθεί άδεια για να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση και να απαντήσει όπως αναφέρει στους ισχυρισμούς των εναγομένων που είναι αναληθείς και παραπλανητικοί. Παρόλο που δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια κάτι που θεωρώ ότι ήταν απαραίτητο να γίνει από την ενάγουσα τι ακριβώς θέλει να συμπεριλάβει στην ένορκο δήλωση που επιδιώκει να καταχωρήσει, αυτό που προκύπτει ότι επιζητεί να πράξει είναι να δώσει τη δική της εκδοχή για τα προβλήματα που οι εναγόμενοι προβάλλουν ότι έχουν δημιουργηθεί και τα οποία όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι παραδεκτό ότι έχουν προκύψει παρόλο που όπως αναφέρεται για αυτά είτε δεν φέρει η ευθύνη η ενάγουσα, είτε προέκυψαν από υπαιτιότητα των εναγομένων. Σε σχέση με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης σημαντικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ε. Λαζάρου κ.α. v. Γ. Π. Μακεδόνα
(1999)1 Β ΑΑΔ 817 στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση πολυάριθμων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων σε αίτηση για συνοπτική απόφαση. «Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 ο Bingham L.J. ανέφερε: "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their incosistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given." Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9). To πρωτόδικο Δικαστήριο βασιζόμενο στην πιο πάνω νομολογία, κατέληξε ως εξής στη σελ.20 της απόφασης: "Έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των δύο Ενόρκων Δηλώσεων του Εναγόμενου 1 και τις αντιφάσεις που έχω επισημάνει σε αυτές αναφορικά με το χρόνο και τον τρόπο που έγινε η ισχυριζόμενη εξόφληση του επίδικου γραμματίου σε σημείο που να μου δημιουργείται αμφιβολία κατά πόσο οποιαδήποτε από τις εκδοχές αυτές είναι η σωστή η γνώμη μου είναι ότι ο ισχυρισμός περί εξόφλησης του επίδικου γραμματίου δεν μπορεί να γίνει πιστευτός." Δεν είναι όμως όπως προκύπτει σαφώς από το υπόλοιπο μέρος της απόφασης απλά αυτή η βάση, για την απόρριψη της ένστασης των εφεσειόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του πολυάριθμες ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια, στις οποίες περιέχονταν λεπτομερέστατοι ισχυρισμοί που σχετίζονταν με το κατά πόσο ή όχι ο ισχυρισμός των εφεσειόντων ότι εξοφλήθη το γραμμάτιο ήταν ορθός και το Δικαστήριο προχώρησε και ανέλυσε όλους αυτούς τους πραγματικούς ισχυρισμούς και έκαμε στην ουσία ευρήματα επ' αυτών. Είναι καθαρό ότι τα συμπεράσματα και η κατάληξη του Δικαστηρίου βασίστηκαν και στην όλη αξιολόγηση που έκαμε του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η απόφαση πρέπει να παραμερισθεί». Σχετικά επίσης με το εξεταζόμενο ζήτημα είναι τα όσα εκτίθενται στο σύγγραμμα The Annual Practice 1956, στη σελίδα 175 όπου κάτω από τον τίτλο "Affidavit in Reply" αναγράφεται, "The obligation on defendant to `show cause´ by necessary implication allows the plaintiff to answer the defendant´s case". Επισημαίνεται στη συνέχεια ότι πρόκειται για διακριτικής φύσεως εξουσία και αναφέρονται στη σελíδα 176 τα ακόλουθα: «But the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant´s affidavit discloses a defence it is generally useless for the plaintiff to file an affidavit in reply, unless he is in a position to exhibit some document clearly demonstrating the untruth of the defendant´s affidavit." Λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των μερών, σε συνάρτηση βέβαια με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, θεωρώ ότι το αίτημα δεν πρέπει να εγκριθεί. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης πρέπει να καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο, η ανάγκη δηλαδή όπως ένας διάδικος απαντήσει σε ισχυρισμούς του άλλου, λαμβανομένων βέβαια υπόψη και των συνεπειών που τυχόν θα υπάρξουν από την μη απάντηση. Είναι γι' αυτό σχετική και η σημασία που μπορεί να έχει η απάντηση της ενάγουσας στα όσα προβάλλουν οι εναγόμενοι. Όπως προαναφέρεται, στην αίτηση για συνοπτική απόφαση εκείνο που εξετάζεται είναι εάν οι εναγόμενοι έχουν πετύχει να καταδείξουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι εναγόμενοι έχουν ήδη προβάλει με την ειδοποίηση ένστασης τους στην αίτηση για συνοπτική απόφαση διάφορους ισχυρισμούς οι οποίοι θα κριθούν ανάλογα από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Παρόλο που δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια κάτι που θεωρώ ότι ήταν απαραίτητο να γίνει από την ενάγουσα τι ακριβώς θέλει να συμπεριλάβει στην ένορκο δήλωση που επιδιώκει να καταχωρήσει, αυτό που διαφαίνεται ότι επιζητεί να πράξει είναι να δώσει τη δική της εκδοχή για τα προβλήματα που οι εναγόμενοι προβάλλουν ότι έχουν δημιουργηθεί και τα οποία σημαντικό είναι να λεχθεί ότι δεν αρνείται την ύπαρξη, αντίθετα γίνονται παραδεκτά με την ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Όμως αυτά τα οποία η ενάγουσα προσπαθεί να εισάξει με συμπληρωματική ένορκο δήλωση θα έχουν σημασία όχι στο στάδιο εκδίκασης της συνοπτικής απόφασης αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο και εφόσον η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν εγκριθεί από το Δικαστήριο, κατά το στάδιο δηλαδή εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς. Εάν στο στάδιο αυτό επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η διαδικασία για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα μετατραπεί σε δίκη επί της ουσίας. Δεν έχει επίσης υποδειχθεί από την ενάγουσα συγκεκριμένος καλός λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας, αλλά οι αναφορές της προβάλλονται με γενικότητα και αοριστία. Δεν προσδιορίζει επίσης σε ποιους συγκεκριμένους ισχυρισμούς επιδιώκει να απαντήσει. Η αμφισβήτηση των ισχυρισμών κάποιου αιτητή και η επιθυμία για αντιπαραβολή άλλων, δεν καθιστά δίχως άλλο επιτρεπτή την έκδοση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά αυτός ο καλός λόγος, όπως επίσης και οι ισχυρισμοί οι οποίοι ζητείται να απαντηθούν πρέπει να συγκεκριμενοποιούνται και να υποδεικνύονται με σαφήνεια έτσι ώστε να δίδεται στο Δικαστήριο πλήρης και σαφής εικόνα των δεδομένων της υπόθεσης για να είναι δυνατή και η ορθή συνεκτίμηση τους και συνεπακόλουθα και η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Έχει διαφανεί ακόμα ότι τα περισσότερα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά από τους εναγομένους, φαίνεται να είναι προγενέστερα της καταχώρησης όχι μόνο της αίτησης για συνοπτική απόφαση αλλά και του κλητηρίου εντάλματος. Συνεπώς πρόκειται για ισχυρισμούς που όταν η ενάγουσα καταχωρούσε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν σε θέση να γνωρίζει και μπορούσε να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη της γνώσης αυτής της ενάγουσας προκύπτει και από την ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση αλλά ακόμα και από τις επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων πριν την έγερση της αγωγής και οι οποίες επισυνάπτονται στην ίδια ένορκο δήλωση. Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η ενάγουσα απέτυχε να καταδείξει καλό λόγο για έγκριση του αιτήματος. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω ένα, ένα ξεχωριστά τους προβληθέντες λόγους ένστασης, αφού εκείνο που έχει σημασία σε αιτήσεις της φύσης αυτής είναι να καταδειχθεί η ύπαρξη τέτοιου καλού λόγου. Συνακόλουθα το αίτημα απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγουσας/αιτήτριας και υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγομένων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/ interim subject.simliromatiki enorgos dilosi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.