← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΕΝΙΟΥ ν. ΑΝΤΡΗΣ ΘΟΥΚΗ, Αρ. Αγωγής: 3487/08, 16/4/2014

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΕΝΙΟΥ ν. ΑΝΤΡΗΣ ΘΟΥΚΗ, Αρ. Αγωγής: 3487/08, 16/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A172 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3487/08 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΖΕΝΙΟΥ Ενάγοντα και ΑΝΤΡΗΣ ΘΟΥΚΗ Εναγόμενης Ημερομηνία: 16.4.

  1. Για Ενάγοντα: κ. Σ. Στυλιανού. Για Εναγόμενη: κ. Α. Πολυδώρου με κα Α. Πάλλη. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει από την Εναγόμενη γενικές αποζημιώσεις καθώς και το ποσό των €5,730.78 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκους και έξοδα, για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που επισυνέβη στις 11.10.06 όταν το αυτοκίνητο του συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη, στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου στη Λεμεσό. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης o Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ηλικίας 19 ετών και καθόλα υγιής. Ήταν δε ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου µε αριθµό εγγραφής ΕΚΚ
  2. Η Εναγόµενη κατά τον ίδιο χρόνο ήταν η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου µε αριθµό εγγραφής ΗΜΜ
  3. Κατά ή περί την 11.10.06 ο Ενάγων οδηγούσε το αυτοκίνητο του στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου στη Λεµεσό, µε ανατολική κατεύθυνση και η Εναγόµενη οδηγούσε το αυτοκίνητο της µε βόρεια κατεύθυνση στην οδό Δηµοκρατίας, η οποία είναι πάροδος στα δεξιά σε σχέση µε τη πορεία του Ενάγοντα. Στην διασταύρωση των πιο πάνω οδών και της οδού Παλλάδος, η Εναγόµενη παρέλειψε να συµµορφωθεί µε το σήµα και/ή πινακίδα στοπ και/ή να σταµατήσει στο σηµείο αλτ που υπήρχε στη πορεία της και/ή προσπάθησε να εισέλθει και/ή εισήλθε στην αναφερόµενη διασταύρωση και/ή οδήγησε, διεύθυνε και έλεγξε το αυτοκίνητο της τόσον αµελώς και/ή κατά παράβαση των νόµιµων καθηκόντων της, ώστε προκάλεσε και/ή επέτρεψε όπως αυτό ανακόψει τη πορεία του αυτοκινήτου του Ενάγοντα και/ή να συγκρουσθεί βιαία µε αυτό. Συνεπεία του πιο πάνω δυστυχήµατος ο Ενάγοντας υπέστη σωµατικές βλάβες, απώλειες και ζηµιές και υπέστη, υφίσταται και θα υφίσταται για το υπόλοιπο της ζωής του, πόνο, οδύνη, ταλαιπωρία και ανικανότητα. Μεταφέρθηκε δε στο Γενικό Νοσοκοµείο Λεµεσού µε ασθενοφόρο, όπου εισήχθη για νοσηλεία και παρακολούθηση ως εσωτερικός ασθενής µέχρι την 13.10.
  4. Μετά παρακολουθείτο ως εξωτερικός ασθενής και έφερε αυχενικό κολλάρο. Του χορηγήθηκαν αναλγητικά και αντιφλεγµονώδη φάρµακα και συστήθηκε περαιτέρω ανάπαυση και αποφυγή οποιασδήποτε εργασίας και ασκήσεως µέχρι την 31.10.
  5. Υπέφερε από έντονο πόνο αρχικά και υπέστη αρκετή ταλαιπωρία. Τα συµπτώµατα ιδιαίτερα από τον αυχένα και την οσφύ, πόνος και δυσκαµψία, αναµένεται να συνεχίσουν για µεγάλο χρονικό διάστηµα και θα περιορίζουν τις δραστηριότητες του. Περαιτέρω σαν αποτέλεσµα του δυστυχήµατος το αυτοκίνητο του Ενάγοντα υπέστη ολοκληρωτική αταστροφή και ο Ενάγοντας υπέστη απώλεια και ζηµία ανερχόµενη σε €4.270 καθώς και άλλες ειδικές ζημιές. Στην έκθεση υπεράσπισης της η Εναγόµενη εκτός από το γεγονός ότι επισυνέβη ατύχηµα, αρνείται τους λοιπούς ισχυρισµούς του Ενάγοντα ειδικά την περιγραφή του ατυχήµατος. Ισχυρίζεται δε ότι κατά ή περί την 11.10.06, οδηγούσε το όχηµα της µε αριθµό εγγραφής ΗΜΜ898 κατά µήκος της οδού Δηµοκρατίας στη Λεµεσό και όταν έφτασε στη διασταύρωση µε την οδό Μισιαούλη και Καβόζογλου, σταµάτησε στο αλτ, έλεγξε το δρόµο για διερχόµενα οχήµατα και αφού ο δρόµος ήταν καθαρός, προχώρησε µε ευθεία κατεύθυνση και εν µέρει εισήλθε στην οδό Παλλάδος. Το όχηµα του Ενάγοντα το οποίο κινείτο µε τεράστια ταχύτητα στην οδό Μισιαουλη και Καβάζογλου συγκρούστηκε στο αριστερό µέρος του οχήµατος της Εναγόµενης. Αρνείται δε η Εναγόμενη ότι υπήρξε κατά οποιοδήποτε τρόπο και/ή καθόλου αµελής, όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας και/ή ότι ενήργησε κατά παράβαση των νοµίµων καθηκόντων της. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι η σύγκρουση και οποιεσδήποτε απώλειες και ζηµιές ήθελε αποδείξει ο Ενάγοντας, οφείλονται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αµέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόµου και Κανονισµών απορρεόντων καθηκόντων του Ενάγοντα. Περαιτέρω η Εναγόµενη αρνείται τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι υπέστη και διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι αυτές είναι υπερβολικές και/ή εξογκωµένες. Επίσης ισχυρίζεται ότι οι βλάβες αυτές δεν συνδέονται µε το επίδικο δυστύχημα και/ή είναι αποµακρυσµένες και/ή άσχετες με αυτό. Τα ίδια υποστηρίζει ουσιαστικά και για τις ισχυριζόμενες από τον Ενάγοντα ειδικές ζημιές. Ως εκ των άνω ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση ο Ενάγοντας βασικά αρνείται και απορρίπτει όλους και καθένα ξεχωριστά, τους ισχυρισµούς της Εναγόµενης, σε όση έκταση και στον βαθµό στον οποίο αυτοί είναι αντίθετοι µε τους δικούς του ισχυρισµούς. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και κλήθηκε ακόμη ένας μάρτυρας. Από πλευράς Εναγόμενης κατέθεσε η ίδια και κλήθηκε επίσης ένας μάρτυρας. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν 6 τεκμήρια ενώ δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
  6. Tο σύνολο των ειδικών αποζημιώσεων επί πλήρους ευθύνης ανέρχεται στο ποσό των €3,
  7. Ο Ενάγοντας υπέστη τις σωματικές βλάβες που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της παραγράφου 4, της έκθεσης απαίτησης υπό στοιχεία (α), (β), (γ), (δ), (στ), (θ), (λ) και (μ) δηλ. πόνο στη µύτη και αίσθηµα ρηνικής συµφόρησης, έντονο πόνο στον περιορισµό της κινητικότητας αυχένα και οσφύος, επώδυνους µώλωπες και εκτεταµένο οίδηµα ρινός και περίξ µαλακών µορίων, θλάση µαλακών µορίων ρινός, τραύµατα και επώδυνες εκχυµώσεις, περιορισµό των κινήσεων των γονάτων, θλάση και διάστρεµµα αυχενικής και οσφυικής µοίρας της σπονδυλικής στήλης, πονοκεφάλους, ζαλάδες και ναυτία.
  8. Περαιτέρω υπέστη εκδορές αμφοτέρων των γονάτων.
  9. Επίσης υπέφερε έντονο πόνο αρχικά και υπέστη αρκετή ταλαιπωρία. Τα συμπτώματα αυτά από τον αυχένα και την οσφύ, πόνος και δυσκαμψία, εμφανίζονταν περιοδικά και περιόριζαν τις δραστηριότητες του μέχρι και 8 μήνες μετά την 11.10.
  10. Του παραχωρήθηκε άδεια ασθενείας από τις 11.10.06 μέχρι 31.10.
  11. Τυ συστήθηκε φυσιοθεραπεία για τις βλάβες της σπονδυλικής στήλης, αλλά ο Ενάγοντας δεν υποβλήθηκε σε τέτοια, καθότι δεν είχε την οικονομική ευχέρεια. Επίσης έγιναν παραδεκτά για την αλήθεια τους τα περιεχόμενα των τεκμηρίων 3 και 4 ήτοι του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρα Μ. Χ'Κώστα ημερ. 11.12.07 και το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα Α. Πετρίδη ημερ. 2.7.08, από τα οποία προκύπτουν τα ακόλουθα: Συνεπεία του δυστυχήματος ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στο ΤΕΠΑ του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού στις 12.10.
  12. Κατά την εξέταση του εκεί διαπιστώθηκε ότι επικοινωνούσε πλήρως με το περιβάλλον, είχε γνώση τόπου, χρόνου και εαυτού και παραπονείτο για κεφαλαλγία, ζάλη, αυχεναλγία καθώς και άλγος αριστερής οσφυϊκής χώρας και δεξιού υποχονδρίου. Κατά την κλινική εξέταση διαπιστώθηκε ρινορραγία και εκδορές γονάτων άμφω καθώς και ήπια ευαισθησία στη ψηλάφιση της κοιλίας. Σύμφωνα με τον Δρα Μ. Χ'Κώστα, γενικό χειρουργό από τον ακτινολογικό έλεγχο που ακολούθησε δεν διαπιστώθηκε βλάβη απότοκος της κάκωσης και εισήχθη στο Χειρουργικό Τμήμα για περαιτέρω παρακολούθηση. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του εξετάστηκε από Ορθοπαιδικό και έλαβε οδηγίες. Σύμφωνα με τον Δρα Α. Πετρίδη, Διευθυντή της Ορθοπαιδικής κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, από τον ακτινολογικό ελέγχο ΑΜΣΣ διαπιστώθηκε απώλεια της φυσιολογικής λόρδωσης καθώς και ήπιες οστεοαρθρικές αλλοιώσεις. Συνεστήθη αναλγησία. Η μετατραυματική πορεία του υπήρξε ομαλή και εξήλθε του Νοσοκομείου την 13.10.06 σε καλή γενική κατάσταση. Έκτοτε δεν επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Μετά από τα πιο πάνω παραδεκτά δηλώθηκε ουσιαστικά ότι παρέμεινε ως μόνο επίδικο το θέμα της ευθύνης. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Αστ. 3165 Στέφανος Μαντουβάνης, ο οποίος τον Οκτώβριο του 2006 υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού. Την 11.10.06 επισκέφθηκε την διασταύρωση των οδών Μισιαούλη και Καβάζογλου και Δημοκρατίας στη Λεμεσό, μετά από ενημέρωση ότι υπήρξε εκεί τροχαίο δυστύχημα περί ώρα 21:
  13. Στη σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα με αριθμούς εγγραφής ΗΜΜ898 και ΕΚΚ132 που οδηγούσαν η Εναγόμενη και ο Ενάγοντας αντίστοιχα. Δεν θυμάται εάν οι οδηγοί βρίσκονταν στην σκηνή όταν πήγε. Ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο του δυστυχήματος (τεκμήριο 2) και βάσει αυτού σχέδιο επί κλίμακας (τεκμήριο 1). Ο ίδιος δεν υπέδειξε το εν λόγω σχέδιο στους οδηγούς καθότι δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και δεν γνωρίζει εάν αυτοί συμφώνησαν και υπόγραψαν το τεκμήριο 2 σε μεταγενέστερο στάδιο. Ανέφερε ότι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων (σημείο Χ) βρίσκεται στα 30.40 μέτρα της βασικής γραμμής μέτρησης, η οποία βρίσκεται πάνω στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Για το σημείο Χ δεν έλαβε μετρήσεις σε σχέση με την νησίδα που βρίσκεται στην οδό Δημοκρατίας. Όπως καθόρισε το σημείο Χ αυτό βρίσκεται πιο κοντά στην είσοδο της οδού Παλλάδος από την οδό Δημοκρατίας. Εξήγησε ότι καθόρισε το σημείο Χ εκεί που τελείωναν τα ίχνη τροχοπέδησης - που εντόπισε και ανήκαν στο αυτοκίνητο ΕΚΚ152 - και υπήρχαν νερά στο δρόμο από το ραδιατέρ του αυτοκινήτου αυτού το οποίο καταστράφηκε την ώρα της σύγκρουσης. Αριστερότητα από το σημείο Β που δείχνει την πορεία του οχήματος ΕΚΚ132, εξήγησε ότι υπάρχει, επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου, γεφύρι. Με βάση τη βασική γραμμή η απόσταση του γεφυριού από την αρχή των ιχνών τροχοπέδησης είναι 7 μέτρα. Τα ίχνη τροχοπέδησης από την αρχή τους μέχρι το σημείο Χ είναι 23.40 μέτρα και από το σημείο Χ συνεχίζουν για άλλα 8.70 μέτρα. Από αυτό φαίνεται ότι παρά το ότι το αυτοκίνητο ΕΚΚ132 συγκρούστηκε με το άλλο αυτοκίνητο δεν σταμάτησε μετά την σύγκρουση αλλά προχώρησε. Εξήγησε επίσης ότι τα σημεία Α1 και Β1 καθορίζουν τις τελικές θέσεις των δύο οχημάτων και ότι το ΣΤ είναι πάσσαλος της ΑΗΚ. Ανέφερε δε ότι πέραν από αυτό τον πάσσαλο στη διασταύρωση εκεί, δεν υπήρχε άλλος φωτισμός. Κατά την επίσκεψη του στη σκηνή ο χώρος φωτιζόταν από τον εν λόγω πάσσαλο και ο φωτισμός ήταν αρκετός. Ο δρόμος στη διασταύρωση ήταν στεγνός. Όσον αφορά την ορατότητα, από τη συμβολή της οδού Δημοκρατίας προς τα δυτικά, ο δρόμος είναι ευθύς και υπάρχει αρκετή ορατότητα. Την καθόρισε χωρίς να την έχει μετρήσει πέραν των 100 μέτρων περίπου. Από το σημείο του γεφυριού με κατεύθυνση ανατολικά δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα ορατότητας. Ως προς την ορατότητα της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου είπε ότι ο δρόμος αυτός ήταν ευθύς και δεν υπήρχαν εμπόδια αλλά η ορατότητα ήταν αρκετά καλή. Ένας οδηγός που βρισκόταν εκεί που αρχίζει το γεφύρι είχε πλήρη ορατότητα του δρόμου και θα μπορούσε να διακρίνει ένα άσπρο αυτοκίνητο το οποίο μόλις έβγαινε από την οδό Δημοκρατίας. Στη συμβολή των οδών Δημοκρατίας με Μισιαούλη και Καβάζογλου δεν υπήρχε επί της ασφάλτου γραμμή που να καθορίζει το σημείο του ΑΛΤ. Υπήρχαν όμως δύο πινακίδες ΑΛΤ ήτοι μια στην οδό Παλλάδος και μια στην οδό Δημοκρατίας, τις οποίες και υπέδειξε. Είπε επίσης ότι από το δυστύχημα τραυματίστηκαν όλοι οι ενεχόμενοι ενώ όσον αφορά τις ζημιές των οχημάτων το ΕΚΚ132 ήταν χτυπημένο στο μπροστινό μέρος ενώ το ΗΜΜ898 στην πίσω αριστερή πλευρά. Λόγω του ότι πέρασαν 8 χρόνια δεν θυμόταν τα χρώματα των δύο αυτοκινήτων. Δεν γνώριζε επίσης εάν ο Ενάγοντας κατηγορήθηκε για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας, ούτε εάν έγινε κάποια εξέταση για τα ίχνη τροχοπέδησης. Αφού συμβουλεύθηκε όμως το φάκελο της υπόθεσης είπε ότι στη συνοπτική του έκθεση ο εξεταστής της υπόθεσης ανέφερε ότι σύμφωνα με τον έλεγχο τροχοπέδησης που έγινε με τη συσκευή SKID το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είχε ταχύτητα 68,3 χιλιόμετρα ανά ώρα. Ο ίδιος δεν ήταν παρών στον έλεγχο αυτό και δεν γνωρίζει με τι αυτοκίνητο έγινε. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας, του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Τον Οκτώβριο του 2006 ήταν 18 χρονών, ήταν στρατιώτης και καλά στην υγεία του. Στις 11.10.06 περί ώρα 9:30 μ.μ ενεπλάκη στο επίδικο δυστύχημα. Όσον αφορά στις συνθήκες του δυστυχήματος ανάφερε ότι οδηγούσε το αυτοκίνητο του ανατολικά στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Όταν κόντεψε στη διασταύρωση με τις οδούς Δημοκρατίας και Παλλάδος είδε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει στο ΑΛΤ της οδού Δημοκρατίας. Το αυτοκίνητο αυτό φάνηκε να ελαττώνει ταχύτητα αλλά δεν σταμάτησε και συνέχισε την πορεία του. Όταν ο Ενάγοντας είδε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο δεν σταμάτησε, ο ίδιος που βρισκόταν περίπου πάνω στο γεφύρι, πάτησε τα φρένα οπόταν το αυτοκίνητο του πήγε τριφτό και χτύπησε με το μπροστινό του μέρος στην πίσω αριστερή πλευρά του άλλου αυτοκινήτου. Η ταχύτητα του ήταν περίπου 50 χλμ την ώρα. Από το δυστύχημα ο ίδιος υπέστη σωματικές βλάβες και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Από την άλλη η εκδοχή της Εναγόμενης (Μ.Υ.1) ήταν η ακόλουθη: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η ιδιοκτήτρια και οδηγός του οχήματος µε αριθμό εγγραφής ΗΜΜ
  14. Κατά την 11.10.06 στις 21:40 οδηγούσε το όχηµα της κατά μήκος της οδού Δηµοκρατίας στη Λεµεσό µε κατεύθυνση από νότια προς βόρεια. Στο όχηµα επέβαιναν εκτός από την ίδια οι δύο κόρες της και η µητέρα της. Όταν έφτασε στη διασταύρωση µε την οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου σταµάτησε και έλεγξε την τροχαία κίνηση. Επειδή δεν υπήρχε άσπρη γραµµή στην άσφαλτο που να δεικνύει το ακριβές σηµείο που έπρεπε να σταματήσει, σταμάτησε έτσι ώστε να έχει αρκετή ορατότητα και προς αριστερά και προς δεξιά στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Αφού βεβαιώθηκε ότι ότι κανένα όχηµα δεν κινείτο στην εν λόγω οδό εκκίνησε µε χαµηλή ταχύτητα και εξήλθε από την οδό Δηµοκρατίας µε απόλυτη προσοχή. Αµέσως µόλις πέρασε την πρώτη γραµµή κυκλοφορίας της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου ένιωσε ένα δυνατό κτύπηµα στην πίσω αριστερή πόρτα, στο σηµείο που καθόταν η µητέρα της. Το όχηµα της στριφογύρισε στο δρόµο και βρέθηκε στο απέναντι πεζοδρόµιο, µε κατεύθυνση προς την οδό Δημοκρατίας. Φαίνεται, είπε, ότι η ταχύτητα του οχήµατος του Ενάγοντα ήταν τόσο µεγάλη που βρέθηκε στη σκηνή σε ελάχιστο χρόνο από τη στιγµή που εκκίνησε το όχηµα της µέχρι το σηµείο της σύγκρουσης. Αµέσως µετά το δυστύχηµα η Εναγόμενη κατέβηκε και διαπίστωσε ότι η µητέρα της ήταν βαριά τραυµατισµένη και ακινητοποιηµένη στο πίσω κάθισµα του οχήµατος. Μετά τον απεγκλωβισµό της από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η µητέρα της διαµετακοµίστηκε στο Νοσοκοµείο όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος της. Τη διασταύρωση που έγινε το δυστύχημα την γνωρίζει εφόσον περνούσε από εκεί καθημερινά. Δέχθηκε επίσης ότι η οδός Μισιαούλη και Καβάζογλου είναι κύρια οδός σε σχέση με την όδο Δημοκρατίας. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Θράσος Ο'Μαχόνυ, ως ειδικός σε θέματα μελέτης και αναπαράστασης οδικών δυστυχημάτων. Όσον αφορά το επίδικο δυστύχημα κλήθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία της Εναγόμενης να διερευνήσει το δυστύχημα, να προχωρήσει σε αναπαράσταση του δηλαδή να βρει τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε και στα πλαίσια αυτά να υπολογίσει τις ταχύτητες των δύο οχημάτων πριν τη σύγκρουση. Για το σκοπό αυτό επισκέφθηκε στις 13.10.06 την Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού όπου επιθεώρησε τα ενεχόμενα οχήματα για να καθορίσει τη γωνία σύγκρουσης μεταξύ τους και σε μεταγενέστερο στάδιο επισκέφθηκε τη σκηνή του δυστυχήματος όπου έβγαλε φωτογραφίες στις 13.12.06 και 26.9.
  15. Για να καταλήξει στα συμπεράσματα του έλαβε υπόψη του κυρίως το σχεδιάγραμμα της Αστυνομίας (τεκμήριο 1) πάνω στο οποίο φαίνονται οι κινήσεις που έκαναν τα δύο οχήματα από την ώρα της σύγκρουσης μέχρι τις τελικές τους θέσεις. Περαιτέρω κατά την επίσκεψη του στην σκηνή του δυστυχήματος είδε τον τύπο του οδοστρώματος, του είχε δε υποδειχθεί το σημείο, η συμβολή των δύο δρόμων και γνώριζε ακριβώς πού έγινε το δυστύχημα και ποια ήταν η κατεύθυνση των οχημάτων προς το σημείο σύγκρουσης. Εκεί εξέτασε επίσης την ορατότητα ανάλογα με τη θέση των δύο οχημάτων και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα ορατότητας από το σημείο του ΑΛΤ της οδού Δημοκρατίας προς τα αριστερά. Τελικά ετοίμασε σχετική έκθεση την οποία απέστειλε στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία (τεκμήριο 6). Εξήγησε ότι για να διαπιστωθεί η ταχύτητα δύο οχημάτων πριν τη σύγκρουση χρησιμοποιούνται από ειδικούς δύο μέθοδοι. Η μια είναι βασισμένη στο θεώρημα της διατήρησης των ορμών και η άλλη στο θεώρημα της διατήρησης της ενέργειας. Εξήγησε και τις δύο μεθόδους. Ανέφερε δε σχετικά ότι το θεώρημα της διατήρησης των ορμών λέει ότι οι ορμές που έχουν τα οχήματα πριν τη σύγκρουση πρέπει αναγκαστικά να είναι ίσες με τις ορμές των οχημάτων μετά τη σύγκρουση. Με αυτή τη μέθοδο είναι δυνατό, γνωρίζοντας τις κινήσεις των οχημάτων από τη σύγκρουση μέχρι τις τελικές τους θέσεις, να εξακριβωθούν οι ταχύτητες απεγκλώβισης των οχημάτων από τη σύγκρουση και χρησιμοποιώντας μαθηματικές φόρμουλες να βρεθούν οι ταχύτητες των οχημάτων πριν τη σύγκρουση. Στα πλαίσια εξέτασης του επίδικου δυστυχήματος και προς υπολογισμό των ταχυτήτων των δύο ενεχομένων οχημάτων πριν την σύγκρουση εφάρμοσε την μέθοδο των ορμών. Εξήγησε σχετικά ότι με βάση το τεκμήριο 1, στο οποίο φαίνονται οι τελικές θέσεις των οχημάτων και οι αποστάσεις πάνω στις οποίες κινήθηκαν τα δύο οχήματα μέχρι τις τελικές τους θέσεις, είναι εφικτό να βρεθούν οι ταχύτητες απεγκλωβισμού των δύο οχημάτων μέχρι την τελική τους θέση. Έτσι με συγκεκριμένη μαθηματική φόρμουλα, την οποία εξήγησε, υπολόγισε ότι η ταχύτητα του οχήματος HMM898 ακριβώς μετά τη σύγκρουση ήταν 33.6 χιλιόμετρα την ώρα ενώ του οχήματος EKK132 μετά τη σύγκρουση ήταν 40.5 χιλιόμετρα την ώρα. Με βάση τον εν λόγω υπολογισμό των ταχυτήτων απεγκλωβισμού στη συνέχεια χρησιμοποίησε άλλες μαθηματικές φόρμουλες, με τις οποίες υπολόγισε τις ταχύτητες των δύο οχημάτων την ώρα της σύγκρουσης. Κατάληξε δε ότι η ταχύτητα του HMM898 την ώρα της σύγκρουσης ήταν περίπου 30 χιλιόμετρα την ώρα ενώ την ίδια ώρα η ταχύτητα του EKK132 ήταν 59 χιλιόμετρα την ώρα. Στη συνέχεια παίρνοντας σαν δεδομένο ότι την ώρα της σύγκρουσης το EKK132 είχε ταχύτητα 59 χιλιόμετρα την ώρα, πήγε πίσω και υπολόγισε την ταχύτητα που είχε αυτό στην αρχή των ιχνών τροχοπέδησης. Έτσι κατέληξε ότι ακριβώς πριν την αρχή των ιχνών τροχοπέδησης του το όχημα EKK132 εκινείτο στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου με 86 χιλιόμετρα την ώρα. Τα τρία σχέδια που επισυνάπτονται στην έκθεση του τεκμήριο 6 ετοιμάστηκαν από τον ίδιο στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή με ειδικό πρόγραμμα για αναπαραστάσεις δυστυχημάτων. Τα όσα φαίνονται στα σχέδια αυτά (αριθμοί, ίχνη τροχοπέδησης, πινακίδες κτλ) πηγάζουν από πληροφορίες του σχεδιαγράμματος (τεκμήριο 1). Εξήγησε δε το τι απεικονίζει το καθένα από εν λόγω σχέδια και τις φωτογραφίες που επισυνάπτονται στην έκθεση. Ήταν επίσης το συμπέρασμα του ότι το όχημα HMM898 σταμάτησε στο σημείο του ΑΛΤ της οδού Δημοκρατίας πριν εισέλθει στη διασταύρωση. Κατέληξε σε αυτό ως ακολούθως: Αφού υπολόγισε τις ταχύτητες την ώρα της σύγκρουσης και την ταχύτητα του ΕΕΚ132 στην αρχή των ιχνών τροχοπέδησης και αφού έλαβε υπόψην την απόσταση των ιχνών μέχρι το σημείο Χ υπολόγισε ότι η διάρκεια της τροχοπέδηση του ΕΕΚ132 ήταν 1,12 δευτερόλεπτα. Στη συνέχεια με αυτό το δεδομένο και με την ταχύτητα του ΗΜΜ898 πριν την σύγκρουση κατέληξε στο ότι το όχημα αυτό θα μπορούσε μέσα στον ίδιο χρόνο των 1,12 δευτερολέπτων να φτάσει από το ΑΛΤ στο σημείο σύγκρουσης μόνο εάν δεν σταματούσε στο ΑΛΤ, δηλαδή αν συνέχιζε με την ταχύτητα των 30 χιλιομέτρων. Απέκλεισε όμως να έγινε κάτι τέτοιο στην προκειμένη. Εξήγησε σχετικά ότι σύμφωνα με τη θεωρία κάποιος δεν αντιδρά αμέσως σε κάποιο κίνδυνο αλλά μεσολαβεί κάποιος χρόνος αντίληψης και αντίδρασης σε αυτόν και ότι σύμφωνα με τελευταίες μελέτες, χωρίς όμως να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες, ο χρόνος αντίληψης και αντίδρασης για ένα μέσο οδηγό είναι 1,5 με 2 δευτερόλεπτα. Με βάση αυτά έλαβε υπόψην ότι ο οδηγός του EKK132 όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο βρισκόταν τουλάχιστον 2 δευτερόλεπτα πριν την αρχή των ιχνών τροχοπέδησης και άρα ότι αυτό έγινε 3 δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση. Με δεδομένη λοιπόν την ταχύτητα του ΗΜΜ898 πριν την σύγκρουση κατέληξε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο δεν θα μπορούσε στον ίδιο χρόνο (3 δευτερόλεπτα) να διανύσει απόσταση 14 μέτρων δηλ. μέχρι το σημείο της σύγκρουσης χωρίς να είχε σταματήσει στο σημείο ΑΛΤ. Με βάση τα πιο πάνω κατέληξε επίσης ότι η απόσταση του EKK132 την ώρα που έβγαινε το HMM898 από το ΑΛΤ ήταν περίπου γύρω στα 75‑80 μέτρα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε πάντα με βάση τα όσα ο ίδιος θυμόταν από την επίσκεψη του στη σκηνή του δυστυχήματος το ίδιο βράδυ. Εξήγησε δε με σαφήνεια τα όσα τοποθέτησε επί του σχεδιαγράμματος (τεκμήριο 1) με βάση το πρόχειρο σχεδιάγραμμα (τεκμήριο 2) που ο ίδιος ετοίμασε και έδωσε διάφορα δεδομένα της σκηνής που ο ίδιος ήταν σε θέση να αναφέρει είτε με βάση το τεκμήριο 1 είτε με βάση δικές του παρατηρήσεις. Γενικά δε η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι αυτό που αφορά τον έλεγχο τροχοπέδησης που, ως ανέφερε, έγινε με τη συσκευή SKID και το αποτέλεσμα που αυτό έδειξε για την ταχύτητα του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Ο λόγος για την μη αποδοχή του μέρους αυτού δεν έχει όμως να κάνει με την αξιοπιστία του Μ.Ε.1 ή την υπόλοιπη μαρτυρία του αλλά με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και δεν γνώριζε για κάτι τέτοιο αλλά αναφέρθηκε σε αυτό μόνο μετά που ρωτήθηκε σχετικά και αφού συμβουλεύθηκε το φάκελο της υπόθεσης, χωρίς να μπορεί να δώσει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία. Συνεπώς, με εξαίρεση το πιο πάνω, η υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή. Ο Ενάγοντας προσπάθησε κατά τη μαρτυρία του να πείσει ότι ο ίδιος οδηγούσε εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας και ότι αντιλήφθηκε ότι η Εναγόμενη εισήλθε στη διασταύρωση, χωρίς να σταματήσει - με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία - σε τέτοιο σημείο, ώστε παρά το ότι εφάρμοσε τα φρένα του δεν κατάφερε να αποφύγει την σύγκρουση. Η όλη εκδοχή του όμως ως προς τις κινήσεις των δύο οχημάτων και ιδιαίτερα του ιδίου κατά τον επίδικο χρόνο δεν είναι πειστική εφόσον η σχετική μαρτυρία του δεν ήταν σταθερή και συνεπής, σε κάποια σημεία δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική ενώ ήταν και αντιφατική. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ήταν η θέση του ότι όταν κόντεψε στη διασταύρωση με τις οδούς Δημοκρατίας και Παλλάδος είδε ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει στο ΑΛΤ της οδού Δημοκρατίας, το οποίο φάνηκε να ελαττώνει ταχύτητα αλλά δεν σταμάτησε και συνέχισε την πορεία του. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ως προκύπτει από τις απαντήσεις που έδωσε σχετικά στην αντεξέταση του, δεν μπορούσε να καθορίσει ποιο ήταν το σημείο που ονόμασε ως ΑΛΤ στην οδό Δημοκρατίας εφόσον δεν θυμόταν εάν η πινακίδα ΑΛΤ εκεί ήταν ορατή από την οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Φαίνεται δε ότι κατέληξε στο πιο πάνω, ως δικό του συμπέρασμα το οποίο στήριξε στο ότι γνώριζε ότι είχε προτεραιότητα στην οδό που εκινείτο και ότι η οδός Δημοκρατίας είναι πάροδος της εν λόγω οδού και έτσι ανέμενε ότι το άλλο αυτοκίνητο έπρεπε να κάνει ΑΛΤ. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του είπε ότι όταν είδε ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης δεν σταμάτησε τελικά αλλά συνέχισε την πορεία του, ο ίδιος βρισκόταν πάνω στο γεφύρι και πάτησε τα φρένα οπόταν το αυτοκίνητο του πήγε τριφτό, χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Στην αντεξέταση του είπε ότι η Εναγόμενη ελάττωσε τελικά ταχύτητα και όταν ρωτήθηκε εάν όταν είδε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα και ο ίδιος απάντησε ότι πάτησε τα φρένα όταν είδε ότι αυτή συνέχισε την πορεία της. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης του, προφανώς για να πείσει ότι αντιλήφθηκε την Εναγόμενη να μην σταματά σε τέτοιο σημείο ώστε δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση, σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του, είπε ουσιαστικά ότι όταν ήταν στο γεφυρί είδε το αυτοκίνητο της Εναγόμενης που πλησίαζε στο ΑΛΤ και όταν αντιλήφθηκε ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να σταματήσει, ο ίδιος βρισκόταν μετά το γεφύρι, περίπου 20 μέτρα από την διασταύρωση, οπόταν πάτησε φρένα. Σε αμέσως επόμενη όμως υποβολή δέχθηκε ότι αντιλήφθηκε ότι η Εναγόμενη συνέχισε την πορεία της πριν τα 20 μέτρα καθώς και ότι πάτησε φρένα κοντά στο γεφύρι. Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασης του όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση, αφού η ταχύτητα του ήταν περίπου 50 χιλιόμετρα την ώρα και πάτησε φρένα κοντά στο γεφύρι, άλλαξε και πάλι την εκδοχή του και είπε ότι είδε το αυτοκίνητο που πλησίαζε στο ΑΛΤ και η αντίδραση του ήταν να πατήσει φρένα και συγκρούστηκαν. Προσπάθησε επίσης να πείσει ότι ο ίδιος οδηγούσε με ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου. Έτσι ενώ δεν ήταν βέβαιος αναφορικά με όριο ταχύτητας στην περιοχή είπε ότι εάν δεν κάνει λάθος αυτό ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα. Και παρά το ότι ανέφερε ότι δεν ξέρει σίγουρα με ποια ταχύτητα οδηγούσε εντούτοις ήταν η θέση του ότι ήταν με περίπου 50 χιλιόμετρα. Δέχθηκε όμως ότι κατηγορήθηκε από την Αστυνομία για υπέρβαση ορίου ταχύτητας ότι δηλαδή οδηγούσε με 68 αντί 50 χιλιόμετρα την ώρα και ότι παραδέχθηκε την κατηγορία αυτή. Όταν δε ουσιαστικά του ζητήθηκε να πει πότε λέει αλήθεια, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι η Αστυνομία συμπέρανε με βάση κάποιες εξετάσεις που έκανε και τις οποίες ο ίδιος δεν γνωρίζει, ότι οδηγούσε με 68 χιλιόμετρα, αλλά επειδή αυτός δεν ξέρει ακριβώς την ταχύτητα του, λέει ότι οδηγούσε περίπου με 50 χιλιόμετρα. Σε υποβολή ότι η ταχύτητα του, πριν πατήσει τα φρένα ήταν περίπου 86 χιλιόμετρα, ενώ πριν είχε αναφέρει ότι δεν ξέρει ακριβώς την ταχύτητα του απάντησε πλέον ότι θυμάται ότι πήγαινε περίπου 50 χιλιόμετρα. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε πολύ εύλογα αφού το θυμάται αυτό γιατί παραδέχθηκε την κατηγορία, απάντησε ότι το έκανε επειδή δεν ήξερε σίγουρα την ταχύτητα του και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, δηλαδή να αποδείξει ότι πήγαινε με διαφορετική ταχύτητα. Δεν είναι όμως λογικό και πειστικό ο ίδιος να οδηγούσε με την ταχύτητα που ισχυρίζεται και εντούτοις να παραδεχθεί ενώπιον Δικαστηρίου ότι οδηγούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα, μάλιστα κατά 18 χιλιόμετρα, επειδή η Αστυνομία κατέληξε στο πιο πάνω συμπέρασμα, χωρίς μάλιστα ο ίδιος να γνωρίζει πως. Στην ίδια προσπάθεια του δηλ. να πείσει ότι εκινείτο με κανονική ταχύτητα φαίνεται ότι εντάσσεται και το ότι αρχικά στην αντεξέταση ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του σταμάτησε στη σύγκρουση. Όταν όμως στη συνέχεια του υποβλήθηκε το δεδομένο ότι με βάση το σχεδιάγραμμα τεκμήριο 1 το αυτοκίνητο του συνέχισε την πορεία του, μετά τη σύγκρουση, για άλλα 8.70 μέτρα, προφανώς αντιλαμβανόμενος το ασυνεπές της θέσης του απάντησε πλέον ότι δεν θυμάται. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι η παραδοχή του Ενάγοντα στην ποινική υπόθεση δεν λαμβάνεται υπόψην στην παρούσα, ως αποτελούσα απόδειξη ή εύρημα ότι αυτός εκινείτο με την συγκεκριμένη ταχύτητα αλλά ως σχετιζόμενη άμεσα με την αξιοπιστία αυτού και το βάρος που πρέπει να αποδοθεί στην μαρτυρία του (βλ. Αγησιλάου ν. Χρίστου

(1989)1 Α.Α.Δ. 713). Περαιτέρω δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του συνήγορου του Ενάγοντα ότι η παραδοχή αυτή έπρεπε να δικογραφηθεί ειδικά στην έκθεση υπεράσπισης. Αυτό γιατί πέραν του ότι στο εν λόγω δικόγραφο, στις λεπτομέρειες αμέλειας που αποδίδονται στον Ενάγοντα, γίνεται ρητή αναφορά σε «υπερβολική, επικίνδυνη και ιλιγγιώδη ταχύτητα», δεν προσκομίσθηκε άλλη μαρτυρία για απόδειξη της εν λόγω παραδοχής του αλλά ήταν κάτι που ο ίδιος παραδέχθηκε στην αντεξέταση του. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η Εναγόμενη από την άλλη υποστήριξε ότι έκανε ΑΛΤ πριν εισέλθει στη διασταύρωση και ότι εισήλθε σε αυτήν αφού βεβαιώθηκε ότι κανένα όχημα δεν εκινείτο επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου καθώς και ότι το όχημα του Ενάγοντα εκινείτο με τέτοια ταχύτητα ώστε δεν μπόρεσε να τον εντοπίσει καθόλου πριν τη σύγκρουση. Όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας της που αφορούσε το ότι αυτή σταμάτησε το όχημα της πριν εισέλθει στη διασταύρωση, θα πρέπει να λεχθεί ότι η Εναγόμενη ήταν σταθερή, συνεπής και κατηγορηματική και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση της. Η υπόλοιπη εκδοχή της όμως δεν είναι πειστική εφόσον δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και στα δεδομένα της σκηνής του δυστυχήματος. Συγκεκριμένα: Ανέφερε ότι όταν έφτασε στη διασταύρωση σταµάτησε σε τέτοιο σημείο ώστε να έχει αρκετή ορατότητα και προς αριστερά και προς τα δεξιά, έλεγξε την τροχαία κίνηση και αφού βεβαιώθηκε ότι κανένα όχηµα δεν εκινείτο στην εν λόγω οδό εκκίνησε µε χαµηλή ταχύτητα και εξήλθε από την οδό Δηµοκρατίας µε απόλυτη προσοχή και ότι αμέσως µόλις πέρασε την πρώτη γραµµή κυκλοφορίας της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου ένιωσε κάτι να συγκρούεται στην πίσω αριστερή πόρτα του οχήματος της. Στην αντεξέταση της είπε ουσιαστικά ότι στα αριστερά της, όπως έκανε ΑΛΤ στην οδό Δημοκρατίας, δεν υπήρχε οποιοδήποτε κτίριο ή εμπόδιο που να εμπόδιζε την ορατότητα της προς τα δυτικά επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου. Όσον αφορά το πόσο μακρυά μπορούσε να δει προς την κατεύθυνηση αυτή είπε ότι δεν μπορούσε να πει πόσα μέτρα αλλά ήταν μεγάλη η απόσταση. Συμφώνησε ότι μπορούσε να δει μέχρι το παλιό εργοστάσιο της Lemeco και μάλιστα δεν απέκλεισε η απόσταση μέχρι εκεί να είναι μεταξύ 400-500 μέτρα. Όταν της ζητήθηκε δε να δώσει εξήγηση για το πως παρουσιάστηκε ο Ενάγοντας στο σημείο εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε να πει. Ήταν ουσιαστικά συμπέρασμα της και μόνο ότι ο Ενάγοντας εκινείτο με τόσο µεγάλη ταχύτητα που βρέθηκε στη σκηνή σε ελάχιστο χρόνο από τη στιγµή που η ίδια εκκίνησε το όχηµα της µέχρι το σηµείο της σύγκρουσης, στο οποίο συμπέρασμα κατέληξε βασιζόμενη στο ότι δεν είδε κανένα στο δρόμο πριν μπει στη διασταύρωση. Η θέση της λοιπόν ουσιαστικά είναι ότι η ίδια δεν είδε τον Ενάγοντα πριν αυτή μπει στην διασταύρωση γιατί αυτός δεν βρισκόταν εντός του οπτικού της πεδίου. Ανέφερε δε στην αντεξέταση της ότι παρέμεινε στο σημείο όπου σταμάτησε για 1,5 - 2 λεπτά για να βεβαιωθεί ότι ο δρόμος ήταν άδειος και αφού βεβαιώθηκε για αυτό μπήκε στην διασταύρωση. Η πιο πάνω θέση της όμως λαμβανομένης υπόψην της ορατότητας που και η ίδια παραδέχθηκε ότι είχε προς τα δυτικά από το σημείο που σταμάτησε δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και εξηγώ. Δεν είναι λογικό ενώ είχε ουσιαστικά απρόσκοπτη και αρκετά μεγάλη ορατότητα (σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 πέραν των 100 μέτρων ενώ η ίδια δεν απέκλεισε και μέχρι τα 400-500 μέτρα) να μην είδε τον Ενάγοντα, ο οποίος ερχόταν από αριστερά της κινούμενος ανατολικά - δηλ. προς το μέρος της - επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου και δεν μπήκε από κάποια πάροδο αυτής. Εάν λοιπόν η Εναγόμενη έλεγχε τον δρόμο με τον τρόπο που ανέφερε θα αναμενόταν λογικά ότι θα εντόπιζε την παρουσία του Ενάγοντα στο δρόμο και θα αντιλαμβανόταν ότι κινείτο προς την διασταύρωση προς την οποία μπήκε και αυτή. Άλλωστε εάν γινόταν δεκτό το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του Μ.Υ.2 ως προς την απόσταση των δύο αυτοκινήτων όταν η Εναγόμενη βρισκόταν στο ΑΛΤ της οδού Δημοκρατίας θα είχαμε ως δεδομένο ότι η απόσταση αυτή θα ήταν γύρω στα 75‑80 μέτρα δηλ. ήταν τέτοια που με δεδομένη την έκταση της ορατότητας θα αναμενόταν ότι η Εναγόμενη έπρεπε να εντοπίσει το όχημα του Ενάγοντα. Ως εκ των άνω με εξαίρεση ότι σταμάτησε πριν εισέλθει στη διασταύρωση, η υπόλοιπη προαναφερόμενη εκδοχή της Εναγόμενης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. Ο Μ.Υ.2 κατέθεσε ως ειδικός και συγκεκριμένα ως εμπειρογνώμονας σε θέματα μελέτης και αναπαράστασης οδικών δυστυχημάτων. Είναι παγίως νομολογημένο ότι η ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (βλ. Constantinides (Akinita) Ltd. ν Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 662). Ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση και συμπεράσματα με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (βλ. Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Vassilico Cement Works Ltd v. Σταύρου
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 A.A.Δ. 1193). Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου τα προσόντα του εν λόγω μάρτυρα, τις γνώσεις αλλά και την πολύχρονη εμπειρία του, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα μελέτης και αναπαράστασης οδικών δυστυχημάτων. Συνεπώς η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων (βλ. Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Ο Μ.Υ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Ανέφερε συγκεκριμένα και με λεπτομέρεια όλες τις εξετάσεις που έκανε καθώς και όλα τα δεδομένα που έλαβε υπόψην για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε και εξήγησε με απλότητα και σαφήνεια τη μέθοδο και τα άλλα επιστημονικά κριτήρια, όπως αρχές της φυσικής και μαθηματικές φόρμουλες, που χρησιμοποίησε αλλά και τους σχετικούς υπολογισμούς που έκανε προς έλεγχο της ακρίβειας των εν λόγω συμπερασμάτων του. Αναφορικά με τη μέθοδο και τις μαθηματικές φόρμουλες που χρησιμοποίησε η αντεξέταση του περιορίσθηκε σε γενικές και αόριστες υποβολές ότι αυτές δεν ήταν οι ορθές και συνεπώς κρίνω ότι αυτές παρέμειναν αναντίλεκτες. Περαιτέρω αμφισβητείται από πλευράς Ενάγοντα η αντικειμενικότητα του μάρτυρα καθώς και τα ευρήµατα και συμπεράσματα του, ως θεωρητικά και μη ασφαλή γιατί, σύμφωνα πάντα με την ίδια θέση, δεν βασίζονται σε πραγµατικά, σταθερά και μη αμφισβητούμενα στοιχεία και περαιτέρω στο ότι τα στοιχεία που έλαβε υπόψη του για να καθορίσει την ταχύτητα των δύο εμπλεκομένων οχηµάτων ήταν ατελή, ελλειπή και όχι πλήρη. Συγκεκριμένα: Κατ' αρχήν είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ενώ ο μάρτυρας έλαβε τα στοιχεία του από το σχεδιάγραµµα της Αστυνοµίας σε αντίθεση µε αυτό διαφοροποίησε στο δικό του σχεδιάγραµµα, τις αποστάσεις των ιχνών τροχοπέδησης του EKΚ132 σε 24 µέτρα και 10 µέτρα αντίστοιχα. Ο μάρτυρας όμως δεν αρνήθηκε ότι σημείωσε στην έκθεση του τους πιο πάνω αριθμούς ούτε απέκλεισε ότι ο Μ.Ε.1 καθόρισε αυτά σε 23,40 μέτρα και 8,70 μέτρα αντίστοιχα αλλά εξήγησε ότι για να καταλήξει μέτρησε σχετικά στο τεκμήριο 1 το οποίο είναι σε κλίμακα 1:200 (δηλ. ένα εκατοστό αντιστοιχεί σε 2 μέτρα) και επειδή η μέτρηση είναι σε χιλιοστά και το σχέδιο μεγάλο είναι λογικό να υπάρξει κάποια μικρή διαφοροποίηση. Εξήγησε δε περαιτέρω ότι έβαλε τους πιο πάνω αριθμούς στην έκθεση του, χωρίς να σημειώσει δεκαδικούς για να δώσει την εικόνα των αποστάσεων που το ΕΚΚ132 κινήθηκε αλλά ότι στους υπολογισμούς που έκανε έλαβε υπόψην σχετικά τους αριθμούς 22,80 και 9,20 μέτρα αντίστοιχα, που μέτρησε με περισσότερη ακρίβεια από το τεκμήριο 1, που είναι πράγματι πολύ πιο κοντά στις μετρήσεις που ανέφερε ο Μ.Ε.1. Είπε μάλιστα ότι η προσέγγιση που έκανε ήταν συντηρητική και ότι εάν στους υπολογισμούς χρησιμοποιούσε τα 24 και 10 μέτρα η ταχύτητα που θα κατάληγε ως προς το ΕΕΚ132 θα ήταν πιο μεγάλη από αυτήν που κατέληξε. Είναι επίσης η θέση του Ενάγοντα ότι για να καθορίσει την ταχύτητα των δύο οχημάτων τα στοιχεία που έλαβε υπόψη ο μάρτυρας ήταν ατελή, ελλειπή και μη πλήρη και πιο συγκεκριμένα ότι δεν είχε άμεση και πραγματική γνώση του βάρους του κάθε οχήματος αφού καθόρισε αυτά με βάση πληροφορίες που πήρε από τους πελάτες του και επίσης δεν γνώριζε ποια ήταν η πραγµατική κατάσταση του κάθε αυτοκινήτου δηλ. εάν από αυτό αφαιρέθηκαν ή προστέθηκαν αντικείµενα ή εάν κατά την ώρα της σύγκρουσης εκτός από τους επιβάτες και οδηγούς, στα εµπλεκόµενα οχήµατα υπήρχαν και άλλα φορτία ενώ ανασφαλές επίσης ήταν και το εύρηµα του σχετικά µε το βάρος των επιβατών και οδηγών. Αναφορικά με τα πιο πάνω ο μάρτυρας κατ' αρχήν εξήγησε ότι η ορμή του κάθε οχήματος ισούται με τη μάζα επί την ταχύτητα και ότι η μάζα χρησιμοποιείται στην μαθηματική φόρμουλα για υπολογισμό της ταχύτητας που εφάρμοσε και ανάλογα διαφοροποιεί το αποτέλεσμα. Όσον αφορά τα βάρη των δύο οχημάτων στην προκειμένη παραδέχθηκε ότι δεν ζύγισε τα αυτοκίνητα αλλά χρησιμοποίησε τα βάρη που αναγράφονται στα αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας των δύο οχημάτων, όπως δηλ. τα έχει καταγράψει τo Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Ανέφερε περαιτέρω ότι, από την επιθεώρηση που έκανε στα οχήματα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, δεν του φάνηκε να έχουν τροποποιηθεί ή να έχουν κάποιο έξτρα βάρος που να είναι πολύ μακριά από αυτά που γράφονται στους τίτλους. Είπε δε ότι για να γίνει ακόμη πιο ακριβής στην μελέτη του πρόσθεσε στα βάρη αυτά, με βάση το ότι στην έκθεση της Αστυνομίας αναγράφονται πόσοι και ποιοι επέβαιναν των δύο οχημάτων, ένα λογικό βάρος των επιβατών αυτών. Περαιτέρω ανέφερε ότι έκανε διάφορες άλλες προσεγγίσεις όσον αφορά το βάρος, δηλαδή διαφοροποίησε τα βάρη ανάλογα και των δύο οχημάτων και προς τα κάτω και προς τα πάνω, όχι σε μεγάλο βαθμό, και κατέληξε ότι διαφοροποιείται ελάχιστα το αποτέλεσμα του υπολογισμού των δύο ταχυτήτων, εξηγώντας ότι ο λόγος είναι γιατί όταν το βάρος του ενός οχήματος διαιρεθεί με το βάρος του άλλου σε τελική ανάλυση αυτό διαφοροποιείται ελάχιστα την ώρα της σύγκρουσης. Κάνοντας δε και εξηγώντας τον σχετικό υπολογισμό στο Δικαστήριο, κατέληξε ότι ο λόγος των δύο βαρών δεν διαφοροποιείται δραματικά όταν αλλαχθούν λίγο πάνω ή κάτω τα βάρη δηλ. είτε κατά 200, είτε 300, είτε 400 κιλά. Όσον δε αφορά τον προσδιορισµό της ταχύτητας του ΕΚΚ132 είναι περαιτέρω η θέση του Ενάγοντα ότι ο μάρτυρας δεν έλαβε υπόψην την κατάσταση της επιφάνειας του δρόµου (γεγονός που, ως ισχυρίζεται, επηρέαζε την τριβή και εµπόδιζε τη κίνηση του αναφερόµενου αυτοκινήτου) και την κατάσταση του εν λόγω αυτοκινήτου και συγκεκριμένα ότι δεν εξέτασε το σύστηµα ανάρτησης, την κατάσταση των φρένων, την κατάσταση των ελαστικών αλλά και την πραγµατική ιπποδύναµη της µηχανής. Περαιτέρω ο Ενάγοντας υποστηρίζει ότι ο μάρτυρας δεν υπολόγισε τον συντελεστή τριβής κατόπιν δοκιµής του ίδιου του οχήµατος ούτε και χρησιμοποίησε το βάρος αυτού στον µαθηµατικό τύπο που χρησιµοποίησε για να υπολογίσει το συντελεστή τριβής. Αρχίζοντας από το τελευταίο ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο συντελεστής τριβής είναι η αντίσταση που έχει κάποιο σώμα κατά την ολίσθηση και ότι η ολίσθηση που κάνει ένα όχημα πάνω στο οδόστρωμα δεν επηρεάζεται από το βάρος. Για αυτό και στον μοναδικό μαθηματικό τύπο που υπάρχει και χρησιμοποιείται και από την Αστυνομία, για να υπολογισθεί ο συντελεστής τριβής δεν χρησιμοποιείται το βάρος. Παραδέχθηκε δε ότι δεν έκανε οποιοδήποτε τεστ με οποιοδήποτε από τα ενεχόμενα αυτοκίνητα αφού αυτά δεν ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ανέφερε όμως ότι επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος, μελέτησε τον τύπο του οδοστρώματος και με βάση την εμπειρία του και το ότι έκανε πάρα πολλές φορές αυτό το τεστ σε τέτοιου είδους οδόστρωμα, χρησιμοποίησε συντελεστή τριβής, ο οποίος είναι μέσα στα λογικά πλαίσια και τον εφάρμοσε στις φόρμουλες που χρησιμοποίησε. Περαιτέρω εξήγησε ότι για να υπάρχουν αυτά τα «ωραία», ως τα χαρακτήρισε, ίχνη τροχοπέδησης που σημείωσε η Αστυνομία στο τεκμήριο 1, σημαίνει ότι οι τροχοί του ΕΚΚ132 ήταν κλειστοί, δηλαδή δεν υπήρχε περιστροφή τους κάτι που αποδεικνύει ότι το όχημα έκαμνε τροχοπέδηση χωρίς να υπάρχει πρόβλημα στο σύστημα των φρένων ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος. Ως εκ των άνω κατέληξε ότι στην προκειμένη τα ίχνη τροχοπέδησης δεν εξαρτώνταν από την μηχανική κατάσταση του οχήματος. Απέκλεισε δε το ενδεχόμενο ο οδηγός του ΕΚΚ132 να πάτησε φρένα ελαφρώς και μετά να τα ξαναπάτησε γιατί, ως είπε, σε τέτοια περίπτωση εφόσον ξεκλειδώνει ο τροχός έπρεπε να έχει κενά μεταξύ της πρώτης φάσης τροχοπέδησης και της δεύτερης, το οποίο δε φαίνεται πάνω τεκμήριο 1, όπου φαίνεται ότι είναι ευθύ. Εξήγησε δε ότι εάν λάμβανε υπόψην του ότι ο οδηγός του οχήματος έκανε κάτι τέτοιο η υπολογισθείσα ταχύτητα του πριν την τροχοπέδηση θα ήταν πιο μεγάλη από 86 χιλιόμετρα την ώρα. Όσον δε αφορά την κατάσταση των ελαστικών ανέφερε γενικά ότι η τριβή αυτών στην επιφάνεια της ασφάλτου επηρεάζεται από την κατάσταση τους συνήθως σε βρεγμένο οδόστρωμα. Δηλαδή, ως εξήγησε, για τον υπολογισμό συντελεστή τριβής, εάν ένα ελαστικό είναι φθαρμένο και ένα άλλο όχι, οι τιμές του συντελεστή είναι περίπου οι ίδιες διότι η επιφάνεια, η οποία βρίσκεται σε επαφή με το οδόστρωμα είναι και στις δύο περιπτώσεις η ίδια. Πρόβλημα υπάρχει όταν το οδόστρωμα είναι βρεγμένο και το όχημα δεν έχει καλό πέλμα εφόσον σε τέτοια περίπτωση υπάρχει πρόβλημα να αφαιρέσει το νερό που υπάρχει μεταξύ του ασφάλτου και του ελαστικού. Στην προκειμένη έλεγξε τα ελαστικά των δύο οχημάτων και βρήκε ότι ήταν σε καλή κατάσταση. Σε σχέση με τις αναρτήσεις ανέφερε ότι όταν ένα όχημα έχει πρόβλημα με αυτές, συνήθως το δείχνει σε μια τροχοπέδηση, γιατί υπάρχει κατά κάποιο τρόπο λιγότερη δύναμη στα 4 σημεία του οχήματος και δεν είναι ομοιόμορφη και ευθεία όπως αυτή που φαίνεται στο τεκμήριο 1, από όπου φαίνεται ότι δεν υπήρχε αστάθεια του οχήματος την ώρα που έκανε την τροχοπέδηση. Εξήγησε επίσης ότι το εάν η ανάρτηση είναι δυνατή, σκληρή ή μαλακή δεν επηρεάζει τον συντελεστή τριβής από τη στιγμή που κλείδωσαν οι τροχοί και σύρονταν ενώ το να είναι φθαρμένη η ανάρτηση μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο στην αρχή της τροχοπέδησης, δηλαδή σε κάποιο στάδιο πριν φανούν τα μαυρίσματα γιατί τότε υπάρχει μετατοπισμός βάρους εκεί που αρχίζει η τροχοπέδηση. Εξήγησε δε εν κατακλείδι ότι από τη στιγμή που το όχημα κάνει τροχοπέδηση και αφήνει μαυρίσματα, όπως στην προκειμένη, σημαίνει ότι το όχημα λειτουργούσε κανονικότατα όσο αφορά και τις αναρτήσεις. Τέλος ανέφερε ότι η ιπποδύναμη ενός αυτοκινήτου δεν λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό των ιχνών τροχοπέδησης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τις πιο πάνω εμπεριστατωμένες θέσεις και επεξηγήσεις που έδωσε ο Μ.Υ.2 και τα στοιχεία που έλαβε υπόψην για το καθένα από τα προαναφερόμενα θέματα, κρίνεται ότι δεν τίθεται θέμα μη αντικειμενικότητας του και ότι τα σχετικά με την ταχύτητα συμπεράσματα του στηρίχθηκαν επί όλων των στοιχείων που εξασφάλισε και τα οποία δεν μπορεί να θεωρηθούν ούτε ως μη λογικά, ούτε ως μη πραγματικά, ατελή ή όχι πλήρη ως υποστηρίζει ο Ενάγοντας. Δεν μπορεί να λεχθεί όμως το ίδιο όσον αφορά το συμπέρασμα του ότι το όχημα HMM898 σταμάτησε στο σημείο του ΑΛΤ της οδού Δημοκρατίας πριν εισέλθει στη διασταύρωση και ότι διένυσε απόσταση 14 μέτρων από το εν λόγω σημείο μέχρι το σημείο σύγκρουσης. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει δεκτό για τους εξής λόγους: Η μαρτυρία του και η γνώμη του για το πως κατέληξε στο πιο πάνω έχει ήδη προαναφερθεί. Η όλη θέση του όμως και άρα και οι σχετικοί υπολογισμοί του διαφάνηκε ότι δεν στηρίχθηκαν καθ' ολοκληρία στα πραγματικά δεδομένα του επίδικου δυστυχήματος αλλά όσον αφορά το χρόνο αντίληψης και αντίδρασης του Ενάγοντα στηρίχθηκαν σε συγκεκριμένη θεωρία, για την οποία δεν έδωσε οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες. Δέχθηκε δε ουσιαστικά στην αντεξέταση του ότι ο χρόνος αντίληψης ενός νεαρού ατόμου (όπως στην παρούσα ο Ενάγοντας) είναι καλύτερος από ενός μεγαλύτερου και πρόσθεσε ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη στον χρόνο αντίληψης και αντίδρασης όπως π.χ η κούραση, το ποτό, η ψυχολογική κατάσταση. Δέχθηκε επίσης ότι όλο αυτό είναι θεωρητικό, ότι δεν έκανε οποιοδήποτε τεστ με αυτοκίνητο για να το διαπιστώσει και ουσιαστικά ότι δεν μπορούσε να ξέρει την ανάλογη κατάσταση του οδηγού του EKK132, επαναλαμβάνοντας ότι έλαβε υπόψην τον χρόνο αντίληψης και αντίδρασης ενός μέσου οδηγού υπό ομαλές συνθήκες. Σε υποβολή ουσιαστικά ότι δεν ξέρει ούτε από ποιο σημείο της οδού Δημοκρατίας εκκίνησε, ως ισχυρίζεται, η οδηγός του HMM898, είπε ότι λαμβάνοντας υπόψην την ταχύτητα του εν λόγω οχήματος πριν την σύγκρουση και ότι το δυστύχημα άρχισε 3 περίπου δευτερόλεπτα υπολόγισε ότι αυτή σε εκείνο το χρονικό σημείο πρέπει να βρισκόταν σε μια απόσταση περίπου 14 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης και άρα ότι βρισκόταν στο σημείο ΑΛΤ που έβαλε στο πρώτο σχέδιο στην έκθεση του. Όσον όμως αφορά το εν λόγω σημείο ΑΛΤ δηλ. την ευθεία γραμμή που φαίνεται στην οδό Δημοκρατίας, στο πρώτο σχέδιο που επισυνάπτει την έκθεση του, ως εξήγησε ουσιαστικά στη μαρτυρία του είναι η γραμμή ΑΛΤ που φαίνεται επί του οδοστρώματος στην πάνω φωτογραφία του φύλλου 6 της έκθεσης του. Αυτό όμως δεν συνάδει με τα πραγματικά δεδομένα της σκηνής κατά την ημέρα του δυστυχήματος. Η ίδια η Εναγόμενη στην μαρτυρία της ανέφερε ρητά ότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν υπήρχε τέτοια γραμμή στην οδό Δημοκρατίας ενώ ούτε και ο Μ.Ε.1 που πήγε στην σκηνή κατά τον ίδιο χρόνο σημείωσε κάτι τέτοιο στο σχεδιάγραμμα που ετοίμασε (βλ. τεκμήρια 1 και 2). Στην προαναφερόμενη φωτογραφία πράγματι φαίνεται τέτοια γραμμή αλλά, ως ο ίδιος Μ.Υ.2 ανέφερε, τις φωτογραφίες αυτές τις έβγαλε σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες μεταγενέστερες του δυστυχήματος κάτι που λογικά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω γραμμή τέθηκε επί του οδοστρώματος σε χρόνο μετά το δυστύχημα. Ως εκ των άνω δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η θέση του ότι το αυτοκίνητο της Εναγόμενης διένυσε απόσταση 14 μέτρων μέχρι το σημείο σύγκρουσης εφόσον την απόσταση αυτή την προσδιόρισε, ως είπε, περίπου από την προαναφερόμενη γραμμή του ΑΛΤ. Κατ' επέκσταση δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η θέση του μάρτυρα ότι η απόσταση του EKK132 την ώρα που έβγαινε το HMM898 από το ΑΛΤ ήταν περίπου 75‑80 μέτρα εφόσον αυτή στηρίχθηκε στα πιο πάνω. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι το πιο πάνω δεν επιδρά στην αποδοχή της εκδοχής της Εναγόμενης ότι αυτή σταμάτησε πριν εισέλθει στη διασταύρωση εφόσον δεν διαψεύδει αυτήν. Άλλωστε ως ο ίδιος ο Μ.Υ.2 ανέφερε δεν μίλησε με την Εναγόμενη ούτε και με τον Ενάγοντα στα πλαίσια της εξέτασης που έκανε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Ο λόγος δε που δεν γίνεται δεκτό αυτό το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, ως προκύπτει από τα όσα προαναφέρθηκαν, είναι γιατί για να καταλήξει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα του έλαβε ως δεδομένο ότι ο Ενάγοντας αντέδρασε σε συγκεκριμένο χρόνο, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι με εξαίρεση το αμέσως πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του Μ.Υ.2, η υπόλοιπη μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Νομική Πτυχή Το θέμα της αμέλειας είναι θέμα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Panagiotou v. Mavrou
(1970)1 C.L.R. 215 και Patsalides v. Yiapani
(1969)1 C.L.R. 84). Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475) ως εξής: H συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387). O δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (βλ. Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Στην Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420 εισάγεται ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων, η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. Έτσι «το καθήκον για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο στη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειας τους». Το κριτήριο δε της αμέλειας «είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο». Στην Χατζηγιάννης ν. Κουμάση κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 150 λέχθηκε ότι ο οδηγός οχήματος που οδηγεί κατά μήκος κυρίου δρόμου, δεν χρειάζεται, εκτός αν υπάρχουν συνθήκες τέτοιες που να προδιαθέτουν για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να προβλέψει ότι άλλος οδηγός θα μπει από πάροδο στον κύριο δρόμο, χωρίς πρώτα να σταματήσει και να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει. Περαιτέρω ο οδηγός αυτός δεν έχει καθήκον να λάβει εξαιρετικές προφυλάξεις εκτός εάν είχε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή ένδειξη ότι άλλος οδηγός που χρησιμοποιεί το δρόμο θα εισέρχετο στον κύριο δρόμο από πάροδο χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων και να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να προχωρήσει (βλ. Τουλουπή ν. Λαμπασκή
(1997)1 Α.Α.Δ. 1172). Στην Τουμαζή κ.α. ν. Κούλα
(1994)1 Α.Α.Δ. 420 ενώ ο εφεσίβλητος οδηγούσε το αυτοκίνητό του σε κύρια οδό, ο εφεσείων εισήλθε στην οδό αυτή από πάροδο χωρίς να σταματήσει, όταν η απόσταση των δύο οχημάτων ήταν πολύ μικρή, αποκόπτοντας την πορεία του εφεσίβλητου. Αποδόθηκε στον εφεσίβλητο αποκλειστική ευθύνη. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο οδηγός σε κύριο δρόμο δεν αναμένεται να προβλέψει ότι οδηγός σε πάροδο κατά την παράβαση σαφούς καθήκοντος θα εισέλθει στον κύριο δρόμο χωρίς να σταματήσει και γενικά να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδος είναι ασφαλής εκτός αν έχει ένδειξη ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε υπόθεσης πως τέτοια εξέλιξη είναι εύλογα πιθανή. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων πλησίαζε την συμβολή των δρόμων με πολύ μικρή ταχύτητα και κρίθηκε ότι εύλογα ο εφεσίβλητος είχε υποθέσει ότι θα σταματούσε εφόσον δεν υπήρχε καμμιά ένδειξη πως η εξέλιξη θα ήταν διαφορετική. Κρίθηκε επίσης ότι η αντίδραση του εφεσίβλητου ενόψει του αιφνίδιου κινδύνου που αντιμετώπισε ήταν η πρέπουσα και η εύλογη. Στην Ιωαννίδου ν. Γιαννή
(1990)1 Α.Α.Δ 213 το όχημα του εφεσίβλητου εκινείτο επί λεωφόρου. Η εφεσείουσα εισήλθε στην λεωφόρο από πάροδο με πρόθεση να στρίψει δεξιά, όταν την χώριζε μικρή μόνο απόσταση από το όχημα του εφεσίβλητου, πράξη που κατέστησε την σύγκρουση αναπόφευκτη. Κρίθηκε επίσης ότι ο εφεσίβλητος δεν παρέλειψε να κάνει οτιδήποτε το οποίο αναμενόταν από αυτόν για την αποφυγή της σύγκρουσης. Η πρωτόδικη απόφαση με την οποία η εφεσείουσα κρίθηκε εξ ολοκλήρου υπεύθυνη για το δυστύχημα επικυρώθηκε από το Εφετείο, το οποίο επανέλαβε ουσιαστικά ότι οι οδηγοί οχημάτων που κατευθύνονται κατά μήκος της κύριας οδού έχουν προτεραιότητα και εύλογα μπορεί να αναμένουν ότι οι οδηγοί αυτοκινήτων που προσεγγίζουν την κύρια οδό δεν θα παρεμβάλουν εμπόδια στην πορεία τους καθώς και ότι κάθε παρέμβαση στο δικαίωμα των πρώτων συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που βαρύνει τους δεύτερους. Στην Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 Α.Α.Δ. 815 λέχθηκε ότι ένας που οδηγά στον κύριο δρόμο δεν δικαιούται να το πάρει ως δεδομένο ότι μιά και έχει προτεραιότητα πρέπει να αγνοήσει κάθε άλλο κίνδυνο που μπορεί να προέλθει από μιά πάροδο όταν ένας οδηγός τέτοιος πρέπει να προβλέψει την πιθανότητα ότι ο κίνδυνος είναι εύλογα φανερός. Αν όμως ο κίνδυνος είναι μιά απλή πιθανότητα δεν υπάρχει αμέλεια εάν δεν πήρε εξαιρετικές προφυλάξεις. Στην περίπτωση εκείνη κρίθηκε ότι ο τρόπος που βγήκε ο εφεσείοντας από την ελεγχόμενη πάροδο ήταν τέτοιος σε σχέση με την απόσταση στην οποία βρισκόταν το αυτοκίνητο του εφεσίβλητου που ο τελευταίος δεν μπορούσε να κάμει οτιδήποτε για να αποφύγει το δυστύχημα. Στην Ουλούπη ν. Χρίστου κ.α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1508 λέχθηκε ότι η είσοδος οδηγού από πάροδο, που ελέγχεται με ΑΛΤ, σε κύριο δρόμο, χωρίς να σταματήσει στη συμβολή των δύο δρόμων αποτελεί από μόνη της αμέλεια. Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι αποτελεί αμέλεια και αν ακόμα ο οδηγός της παρόδου σταματήσει στη συμβολή της με τον κύριο δρόμο, αν πριν εισέλθει σ' αυτόν δεν βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλές να το πράξει σε σχέση με οχήματα που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο κατά προτεραιότητα. Η ταχύτητα οχήματος πρέπει να αποδεικνύεται αντικειμενικά είτε με βάση μαρτυρία εμπειρογνώμονα είτε με βάση ίχνη τροχοπέδησης που αφήνει το όχημα πριν τη σύγκρουση (βλ. Χαραλάμπους ν. Ξυδά
(2007)1Β Α.Α.Δ 792). Στην απουσία εμπειρογνώμονα δεν είναι δυνατό να εξάγεται συμπέρασμα αναφορικά με την ταχύτητα (βλ. Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333, Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175 και Χαραλάμπους v. Χατζηπαναγιώτου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1148). Αναφορικά με την οδήγηση με μεγάλη ταχύτητα, στην Alexandrou v. Gamble
(1974)1 C.L.R. 5 λέχθηκε ότι αυτή από μόνη της δεν είναι αρκετή για να στηρίξει εύρημα αμέλειας ή συντρέχουσας αμέλεια. Για να στηρίξει η ταχύτητα τέτοια ευρήματα θα πρέπει αυτή να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια με την σύγκρουση. Στην Ioakim v. Soteriades
(1984)1 C.L.R. 175 λέχθηκε επίσης ότι η μεγάλη ταχύτητα ή η ταχύτητα καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας από μόνη της δεν αποτελούν αμέλεια ή συντρέχουσα αμέλεια (βλ. και Ουλούπη ανωτέρω). Από την Shakolas v. Agathangelou and another
(1983)1 C.L.R. 1007 συνάγεται ότι η μεγαλή ταχύτητα μπορεί να στηρίξει εύρημα αμέλειας όταν κρίνεται όχι από μόνη της αλλά υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης πχ. όπως η κατάσταση του δρόμου, ως μη λογική. Είναι δηλ. πάντα σχετική με τις συνθήκες του δρόμου τη δεδομένη στιγμή. Στην Ιωαννίδου κ.α. ν. Singh κ.α.
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1805 επαναλήφθηκε ουσιαστικά ότι το θέμα της ταχύτητας πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και με το κατά πόσο η ταχύτητα υπήρξε παράγων που συνέτεινε στο ατύχημα. Η γενική αρχή είναι λοιπόν ότι η υπέρβαση του ορίου ταχύτητας δεν αποτελεί από μόνη της αμέλεια εκτός αν η υπέρβαση αυτή, συνδυαζόμενη με άλλα γεγονότα και περιστάσεις, οδηγεί σε τέτοια κατάληξη. Στην Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 178 κρίθηκε πρωτόδικα ότι ο οδηγός σε κύριο δρόμο (εφεσείοντας) έφερε ευθύνη κατά 2/3 έναντι του οδηγού που εισήλθε από πάροδο στην συμβολή χωρίς να σταματήσει, με μικρή ταχύτητα. Για την κατανομή αυτή της ευθύνης κρίθηκαν ως πράξεις αμέλειας αποφασιστικής σημασίας για τον εφεσείοντα το ότι οδηγούσε στο κέντρο του δρόμου και η μεγάλη ταχύτητα αυτού, η οποία του αποστέρησε την ευχέρεια ελέγχου του αυτοκινήτου του. Κατ' έφεση, αφού αναφέρθηκε ότι η γενική αρχή είναι ότι οι οδηγοί επί της κύριας οδού έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου, η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από πάροδο, καταλογίσθηκε στον εφεσείοντα 40% της ευθύνης εφόσον κρίθηκε ότι το μοναδικό στοιχείο αμέλειας του, υπό τις περιστάσεις, ήταν η αλόγιστη ταχύτητα του, η οποία περιόριζε εκ προοιμίου την λήψη μέτρων για αποτροπή οποιασδήποτε σύγκρουσης. Στην Παπασωφρονίου ν. Παχίτη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 735 ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητο του από τη δεξιά πλευρά λεωφόρου όπου ήταν σταθμευμένος με διαγώνια κλίση προς την αριστερή πλευρά της λεωφόρου με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη και κανονική πορεία του εφεσείοντα, ο οποίος οδηγούσε από την αντίθετη κατεύθυνση με μεγάλη ταχύτητα. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης μπορούσαν να εξισωθούν με τις υποθέσεις οδηγών που εισέρχονται σε κύριο δρόμο από πάροδο ελεγχόμενη με ΑΛΤ και αφού έκανε αναφορά στην αρχή της Χριστοδούλου ανωτέρω απέρριψε τη θέση ότι η μεγάλη ταχύτητα του εφεσίβλητου ήταν η πλέον υπαίτια συμπεριφορά και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία καταμερίσθηκε στον εφεσείονταν ευθύνη κατά 75%. Στον καταμερισμό της ευθύνης, ως λέχθηκε στην Χριστοδούλου ανωτέρω, καθοριστικοί παράγοντες είναι: (α) η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και (β) η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη. Όσον αφορά την συντρέχουσα αμέλεια στην Βλάσιος ανωτέρω λέχθηκε ότι αυτή δεν στηρίζεται πάνω στην ύπαρξη καθήκοντος του ζημιωθέντος προς τον εναγόμενο. Εκείνο που είναι αναγκαίο να αποδειχθεί όταν εγείρεται η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας είναι ότι αυτός που ζημιώθηκε δεν πήρε για το ίδιο του συμφέρον λογικές προφυλάξεις και έτσι συνέβαλε με την έλλειψη φροντίδας στη ζημιά του. Ένας όμως ευθύνεται για συντρέχουσα αμέλεια εαν ώφειλε εύλογα να είχε προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί αν δεν ενεργούσε όπως ένας λογικός άνθρωπος. Ένας ενάγοντας όμως δεν είναι συνήθως υπόχρεος να προβλέψει ότι ένα άλλο πρόσωπο μπορεί να είναι αμελές εκτός αν η πείρα δείχνει μια συγκεκριμένη αμέλεια να είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία που έγινε δεκτή καταλήγω, πέραν των παραδεκτών γεγονότων που αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, στα ακόλουθα: Η οδός Δημοκρατίας στη Λεμεσό είναι κάθετη επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου και απέναντι από την οδό Δημοκρατίας βρίσκεται η οδός Παλλάδος. Στο σημείο υπάρχει δηλ. διασταύρωση των εν λόγω οδών. Στην εν λόγω διασταύρωση δεν υπήρχε την 11.10.06 σημείο ΑΛΤ για τα οχήματα που κινούνταν επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου. Υπήρχε όμως πινακίδα ΑΛΤ επί της οδού Δημοκρατίας αλλά επί της ασφάλτου δεν υπήρχε γραμμή που να καθορίζει το σημείο αυτό. Προκύπτει λοιπόν ότι η οδός Μισιαούλη και Καβάζογλου είναι κύριος δρόμος σε σχέση με την οδό Δημοκρατίας. Το όριο ταχύτητας στο σημείο της διασταύρωσης ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα. Λίγο πριν την εν λόγω διασταύρωση, δυτικά αυτής υπάρχει επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου γεφύρι. Η οδός Μισιαούλη και Καβάζογλου στα δυτικά και ανατολικά της διασταύρωσης είναι ευθεία. Η ορατότητα από την συμβολή της οδού Δημοκρατίας προς τα δυτικά της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου ήταν χωρίς εμπόδια και πέραν των 100 μέτρων. Από το σημείο του γεφυριού επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου με κατεύθυνση ανατολικά η ορατότητα ήταν επίσης καλή χωρίς εμπόδια και ένας οδηγός που βρισκόταν στο γεφύρι είχε πλήρη ορατότητα του δρόμου και θα μπορούσε να διακρίνει ένα αυτοκίνητο το οποίο έβγαινε από την οδό Δημοκρατίας. Την 11.10.06 περί ώρα 21:40 ο Ενάγοντας οδηγούσε το όχημα του με αριθμό εγγραφής ΗΜΑ839 επί της οδού Μισιαούλη και Καβάζογλου στη Λεµεσό με κατεύθυνση από δυτικά προς τα ανατολικά. Του οχήματος επέβαινε ακόμη ένα άτομο. Κατά την ίδια περίπου ώρα η Εναγόμενη οδηγούσε το όχημα της με αριθμό εγγραφής ΗΜΜ898 επί της οδού Δηµοκρατίας µε κατεύθυνση από νότια προς βόρεια. Στο όχηµα επέβαιναν και οι δύο κόρες της και η µητέρα της. Όταν έφτασε στη συμβολή µε την οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου η Εναγόμενη σταµάτησε για να ελέγξει την τροχαία κίνηση. Επειδή δεν υπήρχε άσπρη γραµµή στην άσφαλτο που να δεικνύει το ακριβές σηµείο που έπρεπε να σταματήσει, σταμάτησε έτσι ώστε να έχει αρκετή ορατότητα και προς αριστερά και προς δεξιά στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Στη συνέχεια εισήλθε στην διασταύρωση με κατεύθυνηση προς την οδό Παλλάδος, με χαμηλή ταχύτητα. Ο Ενάγοντας, ως ο ίδιος είπε, είχε εντοπίσει την παρουσία του οχήματος της Εναγόμενης στην οδό Δημοκρατίας πριν αυτό εισέλθει στη διασταύρωση. Είδε δε στη συνέχεια την είσοδο του αυτοκινήτου της Εναγόμενης στην διασταύρωση, ενώ αυτός βρισκόταν ακόμη πάνω στο γεφύρι, πάτησε τα φρένα του οχήματος του το οποίο σύρθηκε στο δρόμο, χωρίς όμως να αποφευχθεί η σύγκρουση αφού τελικά συγκρούστηκε με το μπροστινό του μέρος στην πίσω αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου της Εναγόμενης, όπου καθόταν η μητέρα αυτής. Η μητέρα της Εναγόμενης τραυματίσθηκε βαριά από την σύγκρουση. Έμεινε ακινητοποιηµένη στο πίσω κάθισµα του οχήµατος. Χρειάστηκε ο απεγκλωβισµός της από την Πυροσβεστική Υπηρεσία και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκοµείο Λεμεσού όπου όμως διαπιστώθηκε ο θάνατος της. Ο δρόμος στη διασταύρωση κατά τον επίδικο χρόνο ήταν στεγνός. Η διασταύρωση φωτιζόταν από πάσσαλο της ΑΗΚ και ο φωτισμός εκεί ήταν ικανοποιητικός. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται πιο κοντά στην είσοδο της οδού Παλλάδος από ότι στην οδό Δημοκρατίας. Το αυτοκίνητο του Ενάγοντα άφησε ίχνη τροχοπέδησης από την αρχή τους μέχρι το σημείο σύγκρουσης 23.40 μέτρα και από το σημείο σύγκρουσης μέχρι την τελική του θέση για άλλα 8.70 μέτρα. Η απόσταση της άκρης του γεφυριού από την αρχή των ιχνών τροχοπέδησης είναι 7 μέτρα και από το σημείο σύγκρουσης 30 μέτρα. Τα δύο οχήματα δεν σταμάτησαν στο σημείο σύγκρουσης αλλά το όχημα του Ενάγοντα προχώρησε για άλλα 8.70 μέτρα ενώ αυτό της Εναγόμενης αφού στριφογύρισε κατέληξε στο ανατολικό πεζοδρόμιο της οδού Παλλάδος με το μπροστινό του μέρος να βλέπει προς την οδό Δημοκρατίας. Η ταχύτητα του οχήματος της Εναγόμενης την ώρα της σύγκρουσης ήταν 30 χιλιόμετρα την ώρα ενώ την ίδια ώρα η ταχύτητα του οχήματος του Ενάγοντα ήταν 59 χιλιόμετρα την ώρα. Η ταχύτητα δε του οχήματος του Εναγόντα εκεί που αρχίζουν τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν 86 χιλιόμετρα την ώρα. Συμπεράσματα Η Εναγόμενη εφόσον θα εισερχόταν από πάροδο σε κύριο δρόμο είχε καθήκον να σταματήσει, να ελέγξει την κίνηση στον κύριο δρόμο δηλ. για οχήματα που χρησιμοποιούσαν αυτόν κατά προτεραιότητα, και να εισέλθει στην διασταύρωση αφού βεβαιωνόταν ότι δεν υπήρχε τέτοια κίνηση και ήταν ασφαλές να το πράξει. Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη σταμάτησε στην οδό Δημοκρατίας πριν εισέλθει στη διασταύρωση. Το καθήκον της όμως δεν τελείωνε εκεί. Ως προκύπτει από τα ίδια ευρήματα, παρά την απρόσκοπτη και καλή ορατότητα που είχε προς την κατεύθυνση από την οποία ερχόταν ο Ενάγοντας, η Εναγόμενη δεν επέδειξε την δέουσα παρατηρητικότητα και προσοχή και έτσι δεν εντόπισε την παρουσία αυτού στο δρόμο και το ότι κατευθυνόταν προς τη διασταύρωση. Εισήλθε δηλαδή στην διασταύρωση χωρίς ουσιαστικά να εκτελέσει το προαναφερόμενο καθήκον της. Στοιχειοθετείται λοιπόν αμέλεια της Εναγόμενης. Από την άλλη ο Ενάγοντας είχε μεν προτεραιτότητα κινούμενος επί του κυρίου δρόμου. Είχε όμως εντοπίσει την παρουσία του οχήματος της Εναγόμενης στην οδό Δημοκρατίας πριν εισέλθει στη διασταύρωση και είδε στη συνέχεια την είσοδο αυτού στην διασταύρωση, ενώ αυτός βρισκόταν ακόμη πάνω στο γεφύρι, το τέλος του οποίου ήταν 30 μέτρα από το σημείο σύγκρουσης. Δεν επρόκειτο λοιπόν πλέον για ένα ενδεχόμενο κίνδυνο αλλά για κίνδυνο, ο οποίος έλαβε σάρκα και οστά και τον οποίο ο Ενάγοντας αντιλήφθηκε. Όφειλε λοιπόν υπό τις περιστάσεις να λάβει τέτοια μέτρα ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση. Η ταχύτητα με την οποία εκινείτο όμως δηλ. 86 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ το επιτρεπόμενο όριο ήταν 50 χιλιόμετρα την ώρα, ήταν τέτοια ώστε παρά το ότι εφάρμοσε τα φρένα του αυτό δεν ήταν αρκετό για να αποφύγει τη σύγκρουση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνεται ότι η Εναγόμενη, η οποία εισήλθε σε κύριο δρόμο αποκόπτοντας ουσιαστικά την πορεία του Εναγόντα φέρει και το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης. Από την άλλη η ταχύτητα του Ενάγοντα ήταν τέτοια ώστε, ενώ είχε δει την Εναγόμενη να εισέρχεται στην διασταύρωση από απόσταση πέραν των 30 μέτρων, τον εμπόδισε από τα να λάβει ικανοποιητικά μέτρα ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι ευθύνη θα πρέπει να καταμεριστεί κατά 70% στην Εναγόμενη και κατά 30% στον Ενάγοντα. Γενικές Αποζημιώσεις Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1460, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία, αναφέρεται ότι «στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Η νομολογία δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή αύξηση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος. (Βλ. επίσης Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Paraskevopoullos v. Georgiou
(1970)1 C.L.R. 116, Xenophontos and another v. Anastasiou
(1981)1 C.L.R. 521), Fysco Constructing Co. Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049 και Ταμπούρα ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Η τάση της ακολουθούμενης ανοδικής πορείας στην επιδίκαση αποζημιώσεων πρέπει να περιορίζεται εντός των σωστών πλαισίων της λογικής και δίκαιης αποζημίωσης (βλ. Μερακλή κ.α. ν. Ταλιώτη
(1997)1 ΑΑΔ 1148). Τέλος η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει αναφορά στην θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψην από το Δικαστήριο «η πτωτική τάση της αγοράς» και οι «εν γένει οικονομικές συθήκες της Κύπρου» Η εν λόγω θέση εδράζεται ουσιαστικά στο ότι τα πιο πάνω μπορούν να αποτελέσουν και αποτελούν αντικείμενο δικαστικής γνώσης. Η όλη θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο και εξηγώ. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι οικονομικές συνθήκες στην Κύπρο έχουν εν γένει διαφοροποιηθεί προς το χειρότερο, ενόψει των πρόσφατων τραγικών εξελίξεων στην οικονομία του τόπου. Εδώ όμως γίνεται γενικά και αόριστα αναφορά σε «πτωτική τάση στην αγορά». Αυτό είναι κάτι που χρήζει ασφαλώς διευκρίνισης ως προς το τι σημαίνει, τι αφορά, ποιας έκτασης είναι και πως επιδρά σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα, κάτι που πρέπει φυσικά να τεθεί προς αξιολόγηση και κρίση μέσω σχετικής μαρτυρίας, η οποία όμως δεν τέθηκε στην υπό εξέταση υπόθεση. Επανερχόμενος δε στα προαναφερόμενα θα πρέπει να λεχθεί οτι από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Περαιτέρω για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων στη Νικολάου ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε οποιανδήποτε νομολογία για παρόμοια τραύματα ώστε να καθοδηγηθεί επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα, το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για να αντλήσει καθοδήγηση. Από την μελέτη λοιπόν της νομολογίας σε σχέση με βλάβες παρόμοιας φύσης όπως αυτές που υπέστη ο Ενάγοντας έχω εντοπίσει τις ακόλουθες αποφάσεις: · Στην Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1441 το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε ποσό Λ.Κ.2,500 για διάστρεμμα αυχένα και τραύμα στην κεφαλή όπου προκλήθηκε εγκεφαλική διάσειση και ανάπτυξη μετατραυματικού συνδρόμου. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση παρατηρώντας ότι το ποσό περιείχε στοιχεία γενναιοδωρίας. · Στην Νεοκλέους ν. Worley
(2001)1Α Α.Α.Δ. 652 επιδικάσθηκε πρωτόδικα το ποσό των Λ.Κ.2,000 για βαρύ διάστρεμμα του αυχένα, θλάση μαλακών μορίων του αυχένα με παροδικές εκδηλώσεις αιμωδίας των χεριών, επώδυνες και περιορισμένες κινήσεις του αυχένα. Ο δε τραυματισμός αυτός επιδείνωσε τις οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις που προϋπήρχαν. Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το ποσό σε Λ.Κ.3,500. · Στην Δημητρίου ν. Ιωάννου κ.α.
(2003)1Α Α.Α.Δ. 274 το πρωτόδικο Δικαστήριο επιδίκασε στον εφεσείοντα το ποσό των Λ.Κ.800 για διάστρεμμα του αυχένα και της οσφυϊκής μοίρας, πόνο, ζάλη, κεφαλαλγία και περιορισμό των κινήσεων, για ένα διάστημα 10 εβδομάδων. Το Εφετείο έχοντας υπόψη τη νομολογία επί του θέματος καθώς και την τάση της νομολογίας για την επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων που να συνάδουν με τα τότε δεδομένα, κατέληξε ότι το επιδικασθέν ποσό έστω και με την πιο πάνω θεώρηση, δεν είναι έκδηλα ανεπαρκές. · Στην Harmsworth κ.α. ν. Salamis Glory κ.α.
(2003)1Γ ΑΑΔ 1617 επιδικάσθηκε πρωτόδικα το ποσό των Λ.Κ.2,000 σε ένα εκ των τραυματισθέντων ανδρών, ο οποίος είχε υποστεί διάστρεμμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, παραπονείτο για έντονο άλγος και δυσκαμψία της οσφύος, οι κινήσεις της οποίας ήταν περιορισμένες και επώδυνες, υπήρχε μυϊκός σπασμός, απολύθηκε από την κλινική δύο μέρες αργότερα και παρακολουθήθηκε στη συνέχεια ως εξωτερικός ασθενής. Περαιτέρω υπέφερε από έντονους πόνους τις πρώτες δέκα μέρες, με σταδιακή βελτίωση. Αναμένετο περαιτέρω βελτίωση με την πάροδο του χρόνου, παρ' όλον ότι υπήρχε η πιθανότητα να εξακολουθήσει να παρουσιάζει άλγος και δυσκαμψία της οσφύος σε μικρή ένταση, ιδίως ύστερα από κούραση, για αρκετό χρονικό διάστημα. Στην ίδια υπόθεση επιδικάσθηκε σε γυναίκα ποσό Λ.Κ.2,500 για διάστρεμμα αυχένα και οσφύος, αιμάτωμα αριστερού μηρού και θλάση κοιλιακού τοιχώματος, στην οποία τοποθετήθηκε αυχενικό κολλάρο και παρασχέθηκαν αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη. Μετά δε την επιστροφή στην πατρίδα της παρακολουθήθηκε από ιατρό και υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία ενώ ανέπτυξε και μετατραυματικό άγχος. Τα πιο πάνω ποσά επικυρώθηκαν κατ' έφεση. · Στην Χαραλάμπους ν. Αναστασιάδη
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1709 επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάσθηκε ποσό Λ.Κ.3,500 για σοβαρή κάκωση και θλαστικό τραύμα ινιακής χώρας του κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, σοβαρά διαστρέμματα και θλάσεις αυχένα, θώρακα, ραχέως και οσφύος καθώς και για το ότι από τα τραύματα υπέφερε για αρκετό χρόνο από έντονο πόνο, χρησιμοποιούσε κολλάρο και λάμβανε ισχυρά παυσίπονα. · Στην Κωνσταντινίδης ν. Παπαμιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ 733 επίσης επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση που επίδικασε ποσό Λ.Κ.5,000 σε γυναίκα, η οποία υπέστη κάταγμα της 5ης πλευράς δεξιά, διάτρεμμα της αυχενικής μοίρας και εγκεφαλική διάσειση, κρατήθηκε στο νοσοκομείο για δύο μέρες, ήταν κλινήρης, με συνεχή ιατρική παρακολούθηση και φροντίδα, έφερε αυχενικό κολλάρο για τρεις μήνες συνεχώς και παρέμεινε εκτός εργασίας για δύο περίπου μήνες. Η κάκωση δε στον αυχένα είχε επανέλθει πλήρως αλλά παρέμεινε κάποια ευαισθησία που θα εκδηλώνετο στις αλλαγές του καιρού. · Στην Κεζαρίδης ν. Κωνσταντίνου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1373 ο εφεσίβλητος είχε υποστεί σοβαρό διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, κακώσεις στην κεφαλή και εγκεφαλική διάσειση. Του χορηγήθηκαν αυχενικό κολάρο, αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα και παρακολουθείτο ως εξωτερικός ασθενής. Οι ακτινογραφίες της αυχενικής μοίρας έδειξαν ευθειασμό της σπονδυλικής στήλης και σπονδυλοαρθριτικές αλλοιώσεις στους Α5 και Α6 σπονδύλους. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάσθηκε ποσό των Λ.Κ.6,000, αναφέροντας ότι αυτό ήταν πολύ κοντά στο ανώτατο όριο της αποζημίωσης που θα μπορούσε δικαίως να επιδικαστεί υπέρ του εφεσίβλητου. · Τέλος στην L.P. Transbeton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ 304 επιδικάσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ποσό Λ.Κ.2,500 σε 37χρονο άνδρα, ο οποίος υπέστη υπέστη αιμάτωμα περιοφθαλμικά του αριστερού ματιού και βλεφάρου καθώς και εγκεφαλική διάσειση καθώς και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, δηλαδή θλάση των συνδέσμων των αρθρικών θυλάκων των μικροαυχενικών αρθρώσεων και ενοχλήσεις και ταλαιπωρία από ζάλη, κεφαλαλγία, πονοκεφάλους, δυσκαμψία και αιμωδία του δεξιού άνω άκρου και του δεξιού χεριού, του οποίου οι κινήσεις ήταν επώδυνες και περιορισμένες. Συνέπεια του τραυματισμού του έμεινε εκτός εργασίας για δύο περίπου μήνες. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν πλήρως ως προς τα τραύματα και τις συνέπειες αυτών με την παρούσα. Στα πλαίσια υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων στην παρούσα λαμβάνω υπόψη το είδος και την έκταση των βλαβών που έχει υποστεί ο Ενάγοντας. Λαμβάνω δε ιδιαίτερα υπόψη μου τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη δηλ. θλάση και διάστρεµµα αυχενικής και οσφυικής µοίρας της σπονδυλικής στήλης, έντονο πόνο στον περιορισµό της κινητικότητας αυχένα και οσφύος, πονοκεφάλους, ζαλάδες, ναυτία, θλάση µαλακών µορίων ρινός, επώδυνους µώλωπες και εκτεταµένο οίδηµα ρινός και περίξ µαλακών µορίων, αίσθηµα ρηνικής συµφόρησης, επώδυνες εκχυµώσεις, εκδορές αμφοτέρων των γονάτων και περιορισµό των κινήσεων των γονάτων. Κρατήθηκε δε στο Νοσοκομείο για μια ημέρα. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψην ότι ο Ενάγοντας υπέφερε από έντονο πόνο αρχικά και υπέστη αρκετή ταλαιπωρία. Τα συμπτώματα από τον αυχένα και την οσφύ, πόνος και δυσκαμψία, εμφανίζονταν περιοδικά και περιόριζαν τις δραστηριότητες του μέχρι και 8 μήνες μετά την 11.10.06. Παραχωρήθηκε δε στον Ενάγοντα άδεια ασθενείας από τις 11.10.06 μέχρι 31.10.06. Του συστήθηκε επίσης φυσιοθεραπεία για τις βλάβες της σπονδυλικής στήλης αλλά ο Ενάγοντας δεν υποβλήθηκε σε τέτοια, καθότι δεν είχε την οικονομική ευχέρεια. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω πως ένα ποσό της τάξης των €5,000 θα ήταν δίκαιο και εύλογο για να αποζημιώσει τον Ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες που υπέστη. Όσον αφορά το θέμα του τόκου αυτό δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Το ύψος των ειδικών αποζημιώσεων έχει συμφωνηθεί αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την ημερομηνία κατά την οποία έχει υποστεί ο Ενάγοντας τις ζημιές αυτές. Με γνώμονα λοιπόν τα πιο πάνω δεδομένα της υπόθεσης και τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (βλ. Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991), 1 Α.Α.Δ. 475, Miller v. Petek
(1999), 1 Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134) επιδικάζω επί του ½ του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων νόµιµο τόκο από την ηµεροµηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος δηλ. από τις 11.10.
  1. Περαιτέρω επιδικάζω νόμιμο τόκο επί του συνολικού ποσού των γενικών αποζημιώσεων από τις 11.10.06 εφόσον δεν φαίνεται να υπήρξε αδικαιολόγητη και μεγάλη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής. Όπως ακόµα είναι γνωστό ο νόµιµος τόκος µέχρι την τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόµου (Τροποποιητικός Νόµος (Αρ. 2) Ν.81(Ι)/2008)ήταν 8%. Από την ηµέρα δηµοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008 δηλαδή την 15.10.08 ο νόµιµος τόκος µειώθηκε σε 5.5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο τροποποιητικός 82(Ι)/2008 στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµου, Κεφ.
  2. Κατάληξη Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για τα ποσά των:
  3. €2,230.90, ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο επί του ½ του εν λόγω ποσού, από τις 11.10.06 μέχρι σήμερα.
  4. €3,500 ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από τις 11.10.06 μέχρι σήμερα. Νοείται ότι από σήμερα ολόκληρα το ποσά της απόφασης θα φέρουν νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση. Τέλος τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Τροχαίο ατύχημα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.