ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΩΣΑΙΚΩΝ ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ ΛΤΔ ν. ALLAN VELIGALOUSKAYA ή άλλως ALLA VELIKOLOUJSKAIA, Αριθμός Αγωγής: 133/2009, 11/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 133/2009 Μεταξύ: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΩΣΑΙΚΩΝ ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγόντων και ALLAN VELIGALOUSKAYA, από την Λεμεσό Εναγομένη Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 13.02.2009 Μεταξύ: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΩΣΑΙΚΩΝ ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγόντων και ALLAN VELIGALOUSKAYA ή άλλως ALLA VELIKOLOUJSKAIA, από την Λεμεσό Εναγομένη ---------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 6.2.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.4.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενη-αιτήτρια: κα Χριστοδουλίδου (κα Περίκκου για ν' ακούσει απόφαση) Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κα Μιχαηλίδου (κα Αυγουστή για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των €28.611,56, το οποίο, όπως αναφέρεται στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης αντιπροσωπεύει την αξία οικοδομικών υλικών, τα οποία οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγόμενη «..επί πιστώσει, και/ή υπόλοιπο λογαριασμού επί πιστώσει και/ή βάσει τιμολογίου..» Οι εναγόμενη, με την υπεράσπισή της παραδέχεται αρκετούς από τους ισχυρισμούς των εναγόντων που συνθέτουν τη βάση της εναντίον της αγωγής τους, ενώ αρνείται άλλους, για τους οποίους προβάλλει τη δική της εκδοχή. Εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται ότι έχει ξοφλήσει πλήρως τους ενάγοντες για τις όποιες εργασίες και/ή υπηρεσίες και/ή για τα οικοδομικά υλικά που της παρέδωσαν στον ουσιώδη χρόνο. Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 29.10.2013 και βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, αφού δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος υιοθέτησε απλώς το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Η εναγόμενη, στις 6.2.2014 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά τ' ακόλουθα: «Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης:
- Διά της διαγραφής από την 3η γραμμή της παραγράφου 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης της φράσης «και/ή τοποθέτησε στην οικία της οικοδομικά υλικά» και αντικατάσταση της με την φράση «μάρμαρα, κεραμικά, είδη υγιεινής και αξεσουάρ».
- Διά της διαγραφής του περιεχομένου της παραγράφου 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης και αντικατάστασης του με τα εξής «Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης η Εναγόμενη παραδέχεται ότι αφού επισκέφθηκε τον εκθεσιακό χώρο των εναγόντων στην Λεμεσό και αφού επιθεώρησε τα εκεί εκτιθεμένα μάρμαρα, κεραμικά, είδη υγιεινής και αξεσουάρ επέλεξε έγινε στην βάση δείγματος αρνείται όμως ότι όλα τα μάρμαρα, κεραμικά, είδη υγιεινής και αξεσουάρ που οι Ενάγοντες αποδείξουν ότι παρέδωσαν στην Εναγόμενη ήταν σύμφωνα με την επιλογή της ή το δείγμα και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι αριθμός εξ αυτών ήταν χαμηλότερης ποιότητας και/ή αξίας από το επιλεχθέν δείγμα για το οποίο συμφώνησε να πληρώσει την συμφωνηθείσα τιμή».
- Δια της διαγραφής από την 3η γραμμή της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης της φράσης «η ποιότητα των εργασιών και/ή της τοποθέτησης των ρηθέντων μαρμάρων, κεραμικών, ειδών υγιεινής και αξεσουάρ δεν ήταν σύμφωνη με το δείγμα αλλά υποδεέστερη και προσθήκη της φράσης «η ποιότητα και κατά συνέπεια η αξία των μαρμάρων, κεραμικών, ειδών υγιεινής και αξεσουάρ ήταν υποδεέστερη του».
- Δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 8 της Έκθεσης της Εναγόμενης της φράσης «ή να καθορίσει τα εμπορεύματα για τα οποία εδόθησαν οι εν λόγω επιταγές. Ειδικότερα η Εναγόμενη θα ισχυριστεί ότι οι επιταγές με αριθμούς 08957718 και 08957719, με εκδότη την MERGA TRADING LTD, εταιρεία συμφερόντων της Εναγόμενης, συμποσούμενες στο ποσό των Λ.Κ.2.000, που παραδόθηκαν από την Εναγόμενη στον Πάμπο Χαραλάμπους έναντι της συμφωνηθείσας αξίας των μαρμάρων ειδών υγιεινής και αξεσουάρ που παρήγγειλε από τους Ενάγοντες δεν υπολογίστηκαν και/ή πιστώθηκε με το ισόποσο ο λογαριασμός της Εναγόμενης και οι Ενάγοντες δεν έκδοσαν απόδειξη είσπραξης του εν λόγω ποσού ως εκ των υστέρων έχει διαπιστώσει η Εναγόμενη οι εν λόγω επιταγές που παρελήφθησαν από τον Πάμπο Χαραλάμπους, διευθυντή των Εναγόντων, και αφορούσαν πληρωμή προς τους Ενάγοντες εισπράχθηκαν από τον Πάμπο Χαραλάμπους ή ιδιοποιήθηκαν από αυτόν αφού τοποθέτησε ή προκάλεσε την τοποθέτηση του ονόματός του ως του προσώπου που θα εισέπραττε το ποσό των δύο επιταγών με πρόθεση καταδολίευσης της Εναγόμενης και του δημόσιου από τον ίδιο και/ή από τους Ενάγοντες».
- Δια της προσθήκης στο τέλος της παραγράφου 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης της φράσης «Εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πληρώθηκε στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των Λ.Κ.12.000 ήτοι Λ.Κ.10.000 εισπράχθηκε από τους Εναγόμενους και Λ.Κ.2.000 από τον διευθυντή τους Πάμπο Χαραλάμπους.» Β. Διάταγμα όπως τα τροποποιημένα δικόγραφα καταχωρηθούν σε 15 μέρες από την σύνταξη του διατάγματος και στην συνέχεια να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τας περιστάσεις. Δ. Διάταγμα ως προς τα έξοδα». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ.1, 5 και 6 και Δ.48 και τέλος, στις εγγενείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση περιέχονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Αυγουστή: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Κωνσταντίνος Αυγουστή, από την Λεμεσό ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι δικηγόρος συνεργαζόμενος με τους Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε., Δικηγόρων της Εναγομένης/Αιτήτριας (που στο εξής θα αναφέρεται ως «η Εναγόμενη») και είμαι κανονικά εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση για λογαριασμό της λόγω της απουσίας της ιδίας στο εξωτερικό.
- Τα γεγονότα που αναφέρω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση μου τα γνωρίζω προσωπικά και είναι αληθινά ενώ τα γεγονότα που δεν γνωρίζω προσωπικά και για τα οποία αναφέρεται άλλη πηγή γνώσεως, είναι αληθινά από όσο καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω.
- Η ύπαρξη ανάγκης τροποποίησης προέκυψε μετά την ανάληψη της εκπροσώπησης της Εναγόμενης από τους Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. και της συνάντησης που ακολούθησε του Αντρέα Γιωρκάτζη, εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την υπόθεση υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, με την Εναγόμενη και τον σύζυγό της.
- Κατά την συνάντηση που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2014, με την επιστροφή της Εναγόμενης από την Ρωσία από όπου κατάγεται, ο Αντρέας Γιωρκάτζης ανέγνωσε την Έκθεση Υπεράσπισης μεταφρασμένη στην Αγγλική οπότε και διαπιστώθηκαν ουσιαστικές παραλείψεις γεγονός που επιβάλλει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης.
- Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι προηγούμενοι δικηγόροι της που συνέταξαν την Έκθεση Υπεράσπισης παρερμήνευσαν τα γεγονότα όπως αυτά περιγράφηκαν σε αυτούς από την Εναγόμενη και προς τούτο συνέτεινε η διαφορετική γλώσσα επικοινωνίας και η μετάφραση των όσων λέχθηκαν από την Εναγόμενη.
- Η Αίτηση για τροποποίηση γίνεται αμέσως μετά την διαπίστωση της αναγκαιότητάς για τροποποίηση και πριν την έναρξη της αντεξέτασης του πρώτου μάρτυρα των Εναγόντων ο οποίος απλά κατάθεσε γραπτή δήλωση και κατά συνέπεια αν επιτραπεί η απαιτουμένη τροποποίηση θα είναι δυνατόν αν το επιθυμεί να συμπληρώσει την κύρια εξέταση του.
- Η φύση της προτεινόμενης τροποποίησης, η σχετικότητα και η διαπλοκή της με τα επίδικα θέματα είναι τέτοια έτσι που να την καθιστά αναγκαία και απαραίτητη για να τεθεί η υπεράσπιση της Εναγομένης στις πραγματικές της διαστάσεις, και να αποκρυσταλλωθούν όλα τα επίδικα θέματα και έτσι να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς.
- Η αιτούμενη τροποποίηση στην παρούσα υπόθεση γίνεται καλόπιστα αφού κρίνεται αναγκαία για τον ακριβή και πλήρη προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση, δεν εισάγεται νέα γραμμή υπεράσπισης και ουδεμία ζημιά θα υποστεί η άλλη πλευρά μη θεραπεύσιμη με έξοδα, ενώ από την άλλη η τροποποίηση είναι απαραίτητη για να προχωρήσει κανονικά η εκδίκαση της αγωγής, χωρίς δικονομικά προβλήματα, λάθη και ελλείψεις.
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι δίκαιο και εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης». Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση της Εναγόμενης-Αιτήτριας συνοδεύεται και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση Δικηγόρου ο οποίος συνεργάζεται με το Δικηγορικό Γραφείο της Εναγομένης, που χειρίζεται και/ή εμφανίστηκε εκ μέρους της Εναγόμενης στην παρούσα αγωγή, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν έγινε από διάδικο.
- Η Αίτηση έγινε με μεγάλη καθυστέρηση η οποία δεν δικαιολογείται επαρκώς στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην υποβολή της παρούσας αίτησης με την οποία ζητείται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, αναφορικά με γεγονότα που ήταν γνωστά στην Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και ειδικότερα από το 2004 μέχρι και το
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις προϋπήρχαν και/ή μπορούσαν να προβλεφθούν και/ή διατυπωθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης και/ή αφορούν γεγονότα που προϋπήρχαν της καταχώρησης της αγωγής και/ή αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και η αιτούμενη τροποποίηση είναι αχρείαστη και/ή αδικαιολόγητη.
- Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν έγινε καλόπιστα και προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).
- H αιτούμενη τροποποίηση της Εναγομένης-Αιτήτριας δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αποτέλεσμα λάθους και/ή ότι έγινε καλόπιστα προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης και/ή για να προστατέψουν τα δικαιώματά της και/ή για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα αληθή και πραγματικά γεγονότα, αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης και προσπάθεια εισαγωγής ισχυρισμών που ήταν εις γνώση της πλευράς της Εναγομένης-Αιτήτριας εδώ και πολύ καιρό.
- Με την παρούσα αίτηση τροποποίησης, αναπόφευκτα συνεπάγεται ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων και η μετατροπή όλων των ήδη καταχωρηθέντων δικογράφων σε μία αγωγή παλαιά.
- Η Εναγόμενη - Αιτήτρια δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και/ή επαρκείς λόγους που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τροποποίησης της υφιστάμενης Έκθεσης Υπεράσπισης στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.
- Τα γεγονότα και/ή στοιχεία τα οποία η Εναγομένη-Αιτήτρια ζητεί όπως τροποποιηθούν και/ή προστεθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης, είναι γεγονότα και/ή στοιχεία τα οποία έλαβαν χώρα πολύ πριν της καταχώρησης της αγωγής ημερομηνίας 15/01/2009 και που θα ήταν εύλογο εάν και εφόσον προέκυπταν όντως τέτοια θέματα, να είχαν ήδη συμπεριληφθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης και όχι να ζητείται η άδεια για τροποποίηση και/ή προσθήκη τους μετά από σχεδόν 5 χρόνια από τη μέρα καταχώρησης της αγωγής και μετά από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
- Η Εναγόμενη-Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση τροποποίησης αιτείται την τροποποίηση στοιχείων της Έκθεσης Υπεράσπισης τα οποία αφορούν την ποιότητα των εργασιών και/ή των εμπορευμάτων που πώλησαν οι Ενάγοντες-Καθ' ών η Αίτηση στην Εναγόμενη-Αιτήτρια των οποίων η ποιότητα αμφισβητείται με τρόπο παράλογο και/ή ανυπόστατο.
- Το αιτούμενο διάταγμα θα επιφέρει τέτοια βλάβη στους Ενάγοντες-Καθ' ών η Αίτηση που δεν θα είναι δυνατόν να αποζημιωθούν με έξοδα.
- Η Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης αποτελεί εκ των υστέρων και/ή εκ του πονηρού σκέψεις της Εναγόμενης-Αιτήτριας με σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης και την εκ μέρους της προσπάθεια προς διαστρέβλωση των πραγματικών γεγονότων της εν λόγω αγωγής με σκοπό να αποφύγει την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι των Εναγόντων-Καθ' ών η Αίτηση.
- Η αιτούμενη τροποποίηση δεν δικαιολογείται υπο τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 6 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4, 8 και 9, στον περί Δικηγόρων Νόμο, στον περί Δικαστηρίων Νόμο και τέλος, στη διακριτική ευχέρεια, συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων, Χαράλαμπου Χαραλάμπους. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό της και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 825, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και όσων από τους λόγους ένστασης έχουν προωθηθεί από τους ενάγοντες, σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης δικηγόρου τους, που είναι οι εξής: Πρώτο, η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Δεύτερο, η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, σε μια προσπάθεια συμπερίληψης στην υπεράσπιση εντελώς νέων ισχυρισμών, με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και τον εκτροχιασμό της δίκης. Τρίτο, η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, η οποία δε δικαιολογείται επαρκώς και όχι με την πρώτη ευκαιρία που είχε η εναγόμενη, για να διαπιστώσει την παράλειψή της. Τέταρτο, οι νέοι ισχυρισμοί της εναγόμενης αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της, με μόνο σκοπό, την περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης. Με όσα ακολουθούν θα επιχειρήσω να δώσω απάντηση σ' όλους τους παραπάνω λόγους, για τους οποίους οι ενάγοντες, ουσιαστικά ζητούν απόρριψη της αίτησης. Αρχίζοντας από το θέμα της καθυστέρησης καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1608, με αναφορά και στη Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 66), ο διάδικος που με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση, ακόμη και όταν η καθυστέρηση δεν εξηγείται από τον αιτούντα την τροποποίηση. Όπως θα διαφανεί αμέσως, η παραπάνω αρχή τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, σε βαθμό που οι ενάγοντες θεωρώ πως δε νομιμοποιούνται να εγείρουν θέμα καθυστέρησης, ως λόγο απόρριψης της αίτησης και τούτο, χωρίς να μου διαφεύγει και η προαναφερθείσα, επίσης νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία, η καθυστέρηση από μόνη της δε συνιστά κατ' ανάγκη αιτία απόρριψης αίτησης τροποποίησης μα ούτε και εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (βλ. την Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω). Ειδικότερα: Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 15.1.2009 και τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 28.1.2010 με την καταχώρηση απάντησης στην υπεράσπιση εκ μέρους των εναγόντων. Μετά από αίτηση ορισμού των εναγόντων, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες πρώτη φορά, στις 12.3.
- Έκτοτε ορίστηκε άλλες τέσσερις φορές για οδηγίες, πάντοτε μετά από αίτημα του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τους ενάγοντες, για να γίνει ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, εκατέρωθεν. Η τελευταία φορά που η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες για το σκοπό αυτό ήταν στις 7.10.2010, ημερομηνία κατά την οποία, μετά από αίτημα και των δυο πλευρών επαναορίστηκε για οδηγίες στις 11.11.2010, ακολούθως, στις 16.12.2010 και τέλος, στις 2.2.
- Και στις τρεις περιπτώσεις, για σκοπούς διευθέτησης. Διευθέτηση δεν υπήρξε, οπότε, στις 2.2.2011, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, στις 25.5.2011, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε από το Δικαστήριο, λόγω συνεχιζόμενης ακρόασης άλλης υπόθεσης. Επαναορίστηκε για ακρόαση, στις 6.12.2011 και ακολούθως, για λόγους που εμφαίνονται στο πρακτικό της ημέρας ορίστηκε για οδηγίες, στις 24.1.2012, ημερομηνία κατά την οποία, κατόπιν κοινού και πάλιν αιτήματος των δικηγόρων και των δυο πλευρών επαναορίστηκε για οδηγίες, στις 28.2.2012 και ακολούθως το ίδιο, στις 2.4.
- Και στις δύο περιπτώσεις, για σκοπούς διευθέτησης. Ούτε και αυτή τη φορά υπήρξε διευθέτηση, οπότε, η υπόθεση ορίστηκε ξανά για ακρόαση, στις 29.10.
- Την ημέρα αυτή ζητήθηκε και δόθηκε άδεια στους δικηγόρους της εναγόμενης να αποσυρθούν και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, στις 19.11.
- Την ημέρα αυτή, η εναγόμενη εκπροσωπήθηκε από τους νέους δικηγόρους της, μολονότι η σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου καταχωρήθηκε την επόμενη μέρα. Με τη έλευση των νέων δικηγόρων της εναγόμενης αναζωπυρώθηκε η επιθυμία των διαδίκων για διευθέτηση της υπόθεσης, κάτι που αντανακλάται από το γεγονός, ότι, στις 19.11.2012 ζητήθηκε από τους δικηγόρους τους όπως η αγωγή οριστεί για οδηγίες σε δεκαπέντε μέρες για το σκοπό αυτό. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες για σκοπούς συμβιβασμού, στις 4.12.
- Την ημέρα αυτή, από κοινού και πάλιν ζητήθηκε νέα ημερομηνία για οδηγίες, για τον ίδιο λόγο. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αγωγή επαναορίστηκε για οδηγίες, για σκοπούς συμβιβασμού, στις 17.1.2013, με οδηγίες διάδικοι παρόντες. Ούτε και αυτή τη φορά υπήρξε συμβιβασμός, οπότε η αγωγή ορίστηκε και πάλιν για ακρόαση, στις 27.5.
- Την ημέρα αυτή υποβλήθηκε αίτημα αναβολής από τη δικηγόρο που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για την εναγόμενη, επειδή ο δικηγόρος που θα χειριζόταν την υπόθεση αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Συναινούσης και τη δικηγόρου που εμφανίστηκε για του ενάγοντες το αίτημα έγινε αποδεκτό, οπότε, η αγωγή αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για ακρόαση, στις 29.10.2013, ημερομηνία έναρξης της ακρόασης, κατά την οποία άρχισε να καταθέτει ο πρώτος μάρτυρας των εναγόντων. Η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης, στις 20.11.2013, ωστόσο, την ημέρα αυτή ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους της εναγόμενης, επειδή, σύμφωνα με την κα Κονναρή που την εκπροσωπούσε, πρόθεσή τους ήταν να αποσυρθούν από δικηγόροι της, λόγω έλλειψης επικοινωνίας, αλλά και διαφωνίας μεταξύ τους, σε σχέση με το χειρισμό της υπόθεσης. Η κα Μιχαηλίδου που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για τους ενάγοντες συναίνεσε στο αίτημα, οπότε και έγινε αποδεκτό. Η αγωγή αναβλήθηκε και ορίστηκε για οδηγίες, στις 16.12.2013, ημερομηνία κατά την οποία δόθηκε άδεια στους δικηγόρους της εναγόμενης να αποσυρθούν, οπότε, η αγωγή επαναορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης, στις 17.1.
- Εκπροσωπούμενη από τους νέους δικηγόρους της η εναγόμενη την ημέρα αυτή ζήτησε αναβολή, επειδή, όπως αναφέρθηκε από την κα Χριστοδουλίδου, μόλις πρόσφατα είχαν αναλάβει την υπόθεση και είχαν κάνει συγκεκριμένη πρόταση στην άλλη πλευρά, για σκοπούς διευθέτησης. Η κα Μιχαηλίδου που εμφανίστηκε για τους ενάγοντες συγκατάνευσε και πάλιν στο αίτημα αναβολής οπότε η αγωγή αναβλήθηκε και ορίστηκε για οδηγίες για σκοπούς συμβιβασμού, στις 27.1.2014, με οδηγίες, διάδικοι παρόντες. Αντί συμβιβασμού, στις 27.1.2014, η κα Χριστοδουλίδου που και πάλιν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για την εναγόμενη ζήτησε νέα ημερομηνία για οδηγίες, σε μία βδομάδα, για σκοπούς καταχώρησης αίτησης τροποποίησης. Συναινούσης και πάλιν της κας Μιχαηλίδου, το αίτημα έγινε αποδεκτό, οπότε, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες, στις 14.2.
- Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 6.2.
- Το ιστορικό της υπόθεσης (ως ανωτέρω), εξ αντικειμένου απονομιμοποιεί πλήρως τους ενάγοντες από το να ζητούν απόρριψη της αίτησης, επικαλούμενοι ως λόγο, την ομολογουμένως, σημειωθείσα καθυστέρηση που υπήρξε σε σχέση με το χρόνο που η εναγόμενη επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Με εξαίρεση το χρόνο που σπαταλήθηκε ένεκα του γεγονότος ότι η εναγόμενη προέβηκε δύο φορές σε αλλαγή δικηγόρου και μια φορά ζήτησε αναβολή της ακρόασης, λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο δικηγόρος της, κατά τα λοιπά, για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση της αγωγής στις 15.1.2009 μέχρι και τις 6.2.2014 που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση που είναι και το μεγαλύτερο, η ευθύνη βαραίνει εξίσου τους διαδίκους. Οι ενάγοντες δε, που επικαλούνται την καθυστέρηση ως λόγο απόρριψης της αίτησης, προφανώς, θα πρέπει να έχουν υπόψη τους και τη στάση που τηρούσαν οι ίδιοι, σε όσες περιπτώσεις η υπόθεση αναβλήθηκε μετά από αίτημα της εναγόμενης, που ήταν θετική στάση, υπό την έννοια ότι ουδέποτε υπήρξε ένσταση εκ μέρους τους να δοθεί η αιτούμενη αναβολή. Ούτε και το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν κατάφερε με απόλυτα πειστικό τρόπο να δικαιολογήσει το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση οδηγεί αφ' εαυτού σε απόρριψη της αίτησης, εφόσον, όπως υποδεικνύεται στην Preece (ανωτέρω), το πλέον ουσιαστικό κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων που αποτελούν εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Όλα τα παραπάνω, εν μέρει απαντούν και στον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, που επίσης δε γίνεται αποδεκτός. Ούτε και ο άλλος λόγος που επικαλούνται οι ενάγοντες στοιχειοθετεί τον ισχυρισμό τους ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα. Καταρχήν, η προσθήκη νέων ισχυρισμών σ' ένα δικόγραφο ακόμη και όταν τα σχετικά γεγονότα ήταν γνωστά στον αιτητή αρκετό χρόνο προτού επιδιώξει να τα περιλάβει στο δικόγραφό του με αίτηση τροποποίησης, δεν αντιλαμβάνομαι κατά ποια έννοια καθιστά κακόπιστη την αίτηση τροποποίησης. Πολλώ μάλλον, που στην προκειμένη περίπτωση, ούτε και είναι ορθό ότι η εναγόμενη με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις προσθέτει νέα γραμμή υπεράσπισης, είτε ακόμη ότι προβάλλει εντελώς νέους ισχυρισμούς, είτε τέλος, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν μπορούν να απαντηθούν. Αρχίζοντας από το τελευταίο, οι νέοι ισχυρισμοί της εναγόμενης μπορούν να απαντηθούν με την απάντηση στην υπεράσπιση, αφού, σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, θα δοθεί χρόνος στην εναγόμενη για καταχώρηση της τροποποιημένης υπεράσπισης και στους ενάγοντες για καταχώριση απάντησης στην υπεράσπιση. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένου ότι η ακρόαση της υπόθεσης βρίσκεται στο εντελώς αρχικό στάδιο, μιας και δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί η κυρίως εξέταση του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων, δε βλέπω για ποιο λόγο θα εκτροχιαστεί η δίκη, ακόμη κι αν οι ενάγοντες χρειαστεί να παρουσιάσουν περαιτέρω μαρτυρία, για να αντικρούσουν τους νέους ισχυρισμούς της εναγόμενης. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το ενδεχόμενο δεν μπορεί να υπερφαλαγγίσει τη βασική αρχή που πηγάζει από τη νομολογία σύμφωνα με την οποία (για να επαναλάβω): «.στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα». (βλ. την Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω). Εκτός του ότι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται με πειστικό τρόπο ότι εξαιτίας των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων θα προκληθεί αδικία ή ζημιά σ' αυτούς, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, ακόμη ένα στοιχείο που δε θα πρέπει να μας διαφεύγει είναι το εξής. Στο βαθμό και την έκταση που η εναγόμενη επιχειρεί να εισαγάγει στην υπεράσπισή της νέους ισχυρισμούς ή θέματα, νοουμένου ότι αυτό δε θα έχει καταλυτικές συνέπειες για τους ενάγοντες, δε συνεπάγεται κατ' ανάγκη και απόρριψη της αίτησης (βλ. και πάλιν την Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω). Με αυτό υπεισέρχομαι στο περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων. Ειδικότερα: Με την πρώτη αιτούμενη τροποποίηση, η οποία ενδεχομένως είναι και αχρείαστη, βασικά επαναλαμβάνεται με περισσότερες λεπτομέρειες το προς διαγραφή μέρος της παραγράφου 4 της υπεράσπισης. Συνεπώς, η αιτούμενη τροποποίηση επιτρέπεται. Με τη δεύτερη αιτούμενη τροποποίηση, κατά κύριο λόγο επιδιώκεται διεύρυνση της υφιστάμενης βάσης υπεράσπισης της παραγράφου 5, με την προσθήκη ότι η επιθεώρηση και έγκριση των οικοδομικών υλικών από την εναγόμενη έγινε στον εκθεσιακό χώρο των εναγόντων και βάση δείγματος. Απλή αντιπαραβολή της υφιστάμενης παραγράφου 5 της υπεράσπισης με την προτεινόμενη-νέα παράγραφο αποδεικνύει ότι η δεύτερη, ως επί το πλείστον αποτελεί επανάληψη της πρώτης. Ακολουθεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση επιτρέπεται. Η τρίτη αιτούμενη τροποποίηση, εξ αντικειμένου θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, το προς διαγραφή «μέρος» της σχετικής παραγράφου 6 της υπεράσπισης, όπως είναι διατυπωμένο στην αίτηση, στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Ούτε και η τέταρτη αιτούμενη τροποποίηση μπορεί να γίνει αποδεκτή, επειδή, ό, τι επιδιώκεται με αυτή και τούτο, κατά παράβαση της Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν είναι παράθεση ουσιωδών γεγονότων σε συνέχεια όσων περιέχονται στην υφιστάμενη παράγραφο 8 της υπεράσπισης, αλλά, η μαρτυρία με την οποία η εναγόμενη, κατά τη δίκη, θα επιδιώξει να αποδείξει τα κατ' ισχυρισμό της γεγονότα που περιέχονται στην υφιστάμενη παράγραφο
- Η πέμπτη και τελευταία αιτούμενη τροποποίηση, με την οποία επιδιώκεται προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 11 της υπεράσπισης, της φράσης, «Εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πληρώθηκε στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 12.000 ήτοι Λ.Κ. 10.000 εισπράχθηκε από τους Εναγόμενους και Λ.Κ. 2.000 από τον διευθυντή τους Πάμπο Χαραλάμπους.», στην έκταση που η φράση παρατίθεται με έμφαση, μολονότι δεν αντιλαμβάνομαι γιατί επιχειρείται να τοποθετηθεί στο τέλος της παραγράφου 11 της υπεράσπισης, θα έλεγα πως αποτελεί απλώς διεύρυνση του ισχυρισμού της εναγόμενης της παραγράφου 7 της υφιστάμενης υπεράσπισης, ότι έχει ξοφλήσει πλήρως τους ενάγοντες, για τις όποιες εργασίες και/ή υπηρεσίες τους και/ή για τα οικοδομικά υλικά που της παρέδωσαν, επομένως και αυτή επιτρέπεται. Κατά τα λοιπά, δεν επιτρέπεται επειδή, κατά παράβαση και πάλιν της Δ.
- Θ.4, δεν είναι παράθεση ουσιωδών γεγονότων σε συνέχεια όσων περιέχονται στο επιτρεπτό μέρος της φράσης που περιέχει, αλλά, τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν κατά τη δίκη. Πέραν τούτου είναι και το γεγονός, ότι, η αιτούμενη τροποποίηση, στην έκταση που δεν επιτρέπεται προφανώς, εσφαλμένα αναφέρεται σε εναγόμενους αντί σε ενάγοντες, γεγονός το οποίο, σε περίπτωση που την επέτρεπα, κατά τη δίκη θα δημιουργείτο σοβαρό πρόβλημα στην ίδια την εναγόμενη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση, στην έκταση που έχει αναφερθεί εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης, ως η παράγραφος Α.1, 2 και 5, ως ακολούθως: με την προσθήκη στο τέλος της παραγράφου 11 της υπεράσπισης της φράσης, «Εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι πληρώθηκε στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των Λ.Κ. 12.000.». Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα και τυχόν απάντηση στην υπεράσπιση, εντός περαιτέρω 10 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης· στο σύνολό τους, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο