← Κύπρος

Sergey Kladov ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4452/2013, 8/4/2014

Sergey Kladov ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4452/2013, 8/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4452/2013 Μεταξύ: Sergey Kladov, από τη Ρωσία Ενάγοντα -και-

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία
  2. Άντρης Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητα της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, από τη Λευκωσία
  3. Ντίνου Χριστοφίδη, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία
  4. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, από τη Λευκωσία
  5. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, από τη Λευκωσία
  6. Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
  7. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, από τη Λευκωσία Εναγόντων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14.10.13 και διάταγμα ημερομηνίας 23.10.12 8 Απριλίου, 2014 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κα Χ. Χαραλάμπους για κ. Ρ. Ερωτοκρίτου Για Εναγόμενους 1 και 2-Καθ' ων η αίτηση: κα Χρ. Αχιλλέως για κ. Α. Νεοκλέους (για την εκφώνηση της απόφασης κα Σπανού) Για Εναγόμενους 4-Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Για Εναγόμενους 5 και 6-Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για κ. Α. Ευαγγέλου & Σία Για Εναγόμενη 7-Καθ' ης η αίτηση: κ. Μ. Ευαγγέλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή είναι απότοκο των γεγονότων του Μαρτίου 2013, μετά τα γνωστά κουρέματα των καταθέσεων στις τράπεζες Λαϊκή και Κύπρου. Η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 14.10.2013 και την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και ex parte αίτηση, με την οποία ζητούντο διάφορα διατάγματα σε σχέση με λογαριασμούς του Αιτητή στη Λαϊκή Τράπεζα και ή στην Τράπεζα Κύπρου και επίσης με βάση το παρακλητικό Γ επιδιώκετο απαγόρευση της αποξένωσης συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων 1 και 4 με σκοπό την διατήρηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των Εναγομένων μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στις 23.10.2013 εξέδωσε διάταγμα σε σχέση με την εν λόγω ακίνητη περιουσία, ως το παρακλητικό Γ της αίτησης, ενώ όρισε τα υπόλοιπα παρακλητικά για επίδοση. Με σχετική δήλωση του ευπαιδεύτων συνηγόρων του Αιτητή (βλ. σελίδα 11 της αγόρευσης τους) ο Αιτητής επιμένει μόνο στη δέσμευση και μη αποξένωση της υπό αναφορά στην αίτηση του ακίνητης περιουσίας ενώ στα πλαίσια της παρούσας αίτησης εγκαταλείπει τις υπόλοιπες θεραπείες. Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει ενστάσεις και γραπτές αγορεύσεις, με τις οποίες προώθησαν τη θέση ότι το επίδικο διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί για σωρεία λόγων που εξηγούν η κάθε πλευρά στις δικές της ενστάσεις και αγορεύσεις. (Βλ. ένσταση των Εναγομένων 1 και 2, ένσταση των Εναγομένων 4, Ένσταση των Εναγομένων 5 και 6, όπως επίσης και ένσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας -Εναγομένων 7). Το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης έχει υποβάλει το ερώτημα αν τα νομικά θέματα που εγείρονται είναι παρόμοια με την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην υπόθεση 1481/13, ημερομηνίας 20.12.2013, στην οποία μάλιστα οι συνήγοροι ήταν οι ίδιοι. Η απάντηση των συνηγόρων ήταν καταφατική και μάλιστα σε περαιτέρω ερώτηση εάν ήθελαν να προσθέσουν οτιδήποτε απάντησαν αρνητικά. Ο δε κ. Ευαγγέλου εμφανιζόμενος για την Κυπριακή Δημοκρατία, ευθέως με παρέπεμψε στην εν λόγω απόφαση (βλ. σελίδα 7 της αγόρευσης του). Το ίδιο πράττουν και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι. Ο Ενάγων στην κρινόμενη αγωγή διατηρούσε διάφορους λογαριασμούς και/ή καταθέσεις για ποσά που υπερέβαιναν τις €100.000,00 και οι λογαριασμοί του έχουν υποστεί απομείωση από την εφαρμογή του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Ν.17

(1)/2013 και από τις σχετικές Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που έχουν εκδοθεί δυνάμει του νόμου αυτού. Η καταχωρηθείσα αγωγή επιδιώκει αναγνωριστικές αποφάσεις και/ή διατάγματα και/ή αποζημιώσεις. Κυρίως, προβάλλεται θέμα παραβίασης του άρθρου 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και/ή του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Γίνεται δε επίκληση διαφόρων άρθρων των Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ως το άρθρο 36, 37, 39, 44 και 51, όπως επίσης και των άρθρων 23
(8)(δ), 25, 26, 28, 118, 119, 146 και 183 του Συντάγματος. Έχω εξετάσει τις θέσεις που προβάλλονται απ΄όλα τα μέρη στη παρούσα υπόθεση. Είναι γεγονός ότι είχα την ευκαιρία να εξετάσω παρόμοια ζητήματα στη προαναφερθείσα απόφαση στην αγωγή 1481/13, την οποία εξάλλου έχουν επικαλεστεί και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι μαζί με αριθμό άλλων πρωτοδίκων αποφάσεων που εξέτασαν και απέρριψαν τέτοιες αιτήσεις. Όπως έχω αναφέρει, ερωτώμενοι οι δικηγόροι, δεν θεώρησαν ότι υπάρχουν είτε γεγονότα είτε νομικά ζητήματα που διαφοροποιούν την παρούσα. Η προσέγγιση του Δικαστηρίου θεωρώ ότι μπορεί να αποδοθεί διά της παράθεσης μέρους της υπόθεσης 1481/13 ως εξής: «Ιστορικό Το ιστορικό που έφερε την Κύπρο στην δεινή κρίση καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισης της τον ουσιώδη χρόνο καταγράφεται συνοπτικά αλλά περιεκτικά στην απόφαση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.α., Υπόθεση Αρ. 551/13, ημερομηνίας 7.6.2013 και θεωρώ χρήσιμο και σκόπιμο να το μεταφέρω στην μεγαλύτερη του έκταση: «Από το Μάιο του 2011 η Δημοκρατία, μετά από αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, απεκλείσθη από τις διεθνείς αγορές για σκοπούς δανειοδότησης. Τον Οκτώβριο του 2011 επήλθε η απομείωση των ομολόγων της Ελλάδος, η οποία επηρέασε την κεφαλαιακή βάση τόσο της Τράπεζας Κύπρου όσο και της Λαϊκής Τράπεζας, κατάσταση η οποία επεδεινώθη ως εκ της δυσμενούς εξέλιξης των χαρτοφυλακίων τους στην Ελλάδα και μεγάλης εκροής καταθέσεων, αλλά και ως εκ της συνεχούς υποβάθμισης των Ελληνικών και Κυπριακών ομολόγων. Εδόθη μάλιστα και κρατική στήριξη στη Λαϊκή ύψους €1.800.000.000 το Μάιο του
  1. Την 25.6.2012 η Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας τα σοβαρότατα προβλήματα τα οποία προέκυψαν το τελευταίο έτος ως εκ της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και να επιλύσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και δη της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, σε συνδυασμό και με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και των δημοσιονομικών, απεφάσισε και απευθύνθηκε για οικονομική βοήθεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης των χωρών του Ευρώ - Eurogroup - (EFSM&/ESM) και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πολύμηνες διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το Νοέμβριο του
  2. Στην πορεία των πραγμάτων όμως, και εφ' όσον δεν επήρχετο οριστική κατάληξη, τα προβλήματα συνεχώς επιδεινώνοντο, με αυξημένες ανάγκες και πιέσεις κάλυψης των τρεχουσών υποχρεώσεων ως προς τα κρατικά δάνεια και τα δημοσιονομικά και με σοβαρή επιδείνωση των αφορώντων τις εν λόγω Τράπεζες λόγω μειωμένης ρευστότητας και συνεχιζομένων μεγάλων εκροών καταθέσεων όπως και μεγάλων κεφαλαιακών ελλειμμάτων τα οποία κατεδείχθησαν και σε μελέτη του οίκου PIMCO την 1.2.
  3. Η ήδη από καιρού αναληφθείσα προσφυγή στην έκτακτη ρευστότητα που παρέχεται από την Κεντρική Τράπεζα, με τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο Emergency Liquidity Assistance (ELA) για σκοπούς στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας συνεχίσθηκε και επεκτάθηκε το Φεβρουάριο του 2013 και στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν με το ούτω συνολικά διαμορφωθέν υπόβαθρο, που την 16.3.2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή οικονομικής βοήθειας €10.000.000.000 από το Eurogroup με ενδεχόμενη συνεισφορά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ιδίων πόρων και δημοσιονομικών πολιτικών, περιλαμβανομένου ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων, ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων. Νομοσχέδιο όμως, το οποίο η Κυβέρνηση παρουσίασε στη Βουλή προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας, απερρίφθη από τη Βουλή την 19.3.
  4. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απεφάσισε τότε την 21.3.2013 να διατηρήσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας μέσω του ELA μόνο μέχρι την 25.3.2013, εκτός αν ετίθετο σε ισχύ πρόγραμμα της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ. που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των εν λόγω τραπεζών. Να σημειωθεί ότι η Λαϊκή Τράπεζα είχε ήδη αξιοποιήσει όλα τα ενέχυρα της για απορρόφηση έκτακτης ρευστότητας και μάλιστα η Δημοκρατία της παρείχε και συνολική κρατική εγγύηση €1.000.000.000 για έκδοση ομολόγων για το σκοπό αυτό. Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεας δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα 20 κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων. Οι εξελίξεις ακολούθησαν αμέσως. Την επομένη 22.3.2013 η Βουλή ψήφισε νόμους που αφορούσαν προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας και περιλάμβαναν τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)(εν τοις εφεξοίς «ο Νόμος»), δημοσιευθέντα την ίδια ημέρα. Την 25.3.2013 επετεύχθη νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή της ίδιας οικονομικής βοήθειας των €10.000.000.000, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ίδιων πόρων και πολιτικών, περιλαμβανομένων των ακολούθων, περιεχομένων στο σχετικό εκδοθέν Eurogroup Statement on Cyprus: "
  5. Laiki will be resolved immediately - with full contribution of equity shareholders, bond holders and uninsured depositors - based on a decision by the Central Bank of Cyprus, using the newly adopted Bank Resolution Framework.
  6. Laiki will be split into a good bank and a bad bank. The bad bank will be run down over time.
  7. The good bank will be folded into Bank of Cyprus (BoC), using the Bank Resolution Framework, after having heard the Boards of Directors of BoC and Laiki. It will take 9 bn Euros of ELA with it. Only uninsured deposits in BoC will remain frozen until recapitalisation has been effected, and may subsequently be subject to appropriate conditions.
  8. The Governing Council of the ECB will provide liquidity to the BoC in line with applicable rules.
  9. BoC will be recapitalised through a deposit/equity conversion of uninsured deposits with full contribution of equity shareholders and bond holders.
  10. The conversion will be such that a capital ratio of 9% is secured by the end of the programme.
  11. All insured depositors in all banks will be fully protected in accordance with the relevant EU legislation.
  12. The programme money (up to 10bn Euros) will not be used to recapitalize Laiki and Bank of Cyprus." Είναι βέβαια κοινό έδαφος ότι εξεδόθησαν διάφορα διατάγματα στην συνέχεια από την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης (Διατ. ΚΔΠ 93-97 και 103 και 104/2013). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 17
(1)/2013, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ορίζεται ως Αρχή Εξυγίανσης. Οι εξουσίες της Αρχής Εξυγίανσης καθορίζονται στο άρθρο 5 του Νόμου, και ειδικότερα, με βάση την παράγραφο 12(α) του εν λόγω άρθρου, παρέχεται στην Αρχή η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων για τους σκοπούς του Νόμου. Επίσης, στο άρθρο 12 γίνεται πρόνοια για τα μέτρα διάσωσης «με ίδια μέσα», και παρέχονται διάφορες εξουσίες στην Αρχή Εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων της απομείωσης ή μετατροπής των χρεών και υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του ιδρύματος, μείωσης μέχρι και μηδενισμού της αξίας ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου υπόλοιπου των χρεών και υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, και της απαίτησης από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση να εκδώσει νέες μετοχές ή άλλους τίτλους τα οποία θα διατεθούν στα θιγόμενα από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα μέρη. Προκύπτει ότι ο Ν. 17
(1)/2013 είναι ο βασικός Νόμος, ο οποίος δίνει τόσο τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης Διαταγμάτων από την Αρχή Εξυγίανσης για τα μέτρα διάσωσης με ίδια μέσα, αλλά και προσδιορίζει τις εξουσίες της Αρχής Εξυγίανσης με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Αυτά τα μέτρα αποτελούν το αντικείμενο του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 103/2013, το οποίο ουσιαστικά καθορίζει και υλοποιεί τα μέτρα που περιέχονται στο άρθρο 12 του Νόμου. Με το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 103/2013 βασικά τίθενται σε εφαρμογή τα μέτρα διάσωσης, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 12 του Νόμου, μετά την κοινή απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών. Η ΚΔΠ 104/2013 αφορά την Λαϊκή Τράπεζα και ο σκοπός της είναι η απαίτηση πώλησης ορισμένων εργασιών της Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)(Β) και 9 του Νόμου και της παρ.5 του Διατάγματος. Σημειώνεται ότι τα άλλα διατάγματα που αναφέρονται είναι παρεμφερή αλλά δεν χρειάζεται ειδική ενασχόληση μ' αυτά εφόσον τα νομικά σημεία είναι κοινά ως προκύπτοντα κυρίως από τις ΚΔΠ103 και 104/13. Το ratio της απόφασης Χριστοδούλου Η απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου κ.α. Αρ. Υπόθεσης 551/13, ημερομηνίας 7.6.2013 έθεσε τα εξής σημαντικά σε σχέση με το θεσπισθέντα νόμο και τα σχετικά διατάγματα: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία και απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ' όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου. Και ο έλεγχος θα περιλαμβάνει όλα όσα έχουν ήδη λεχθεί αναφορικά με τους καταθέτες της Λαϊκής, αλλά και όλα όσα έχουν ιδιαίτερη σημασία (ως εκ της διαφοράς του μέτρου εξυγίανσης) αναφορικά με τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου, και δη το υποχρεωτικό της μετατροπής καταθέσεων σε μετοχές, το αιτιολογημένο της έκτασης του και την επάρκεια του ανταλλάγματος, το κατά πόσο ήταν συμφέρουσα η αποξένωση των εργασιών της Ελλάδος (Διάταγμα 96), τις προτεραιότητες και εξασφαλίσεις, το άνισο ως εκ της εξαίρεσης καταθέσεων (με ιδιαίτερη αναφορά στο Παράρτημα Δ), και την πιστότητα της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου. Και, ευρύτερα, την όποια προηγηθείσα ευθύνη για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και την όποια αποτυχία κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης.» Ακόμα είναι σημαντικό να προσεχθεί το ακόλουθο απόσπασμα από την Χριστοδούλου: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα. Ο μέτοχος της τράπεζας διαφέρει βεβαίως από τον καταθέτη κατά το ότι είναι ιδιοκτήτης αναλόγου μεριδίου της περιουσίας της τράπεζας, ο όποιος δικός του όμως επηρεασμός θα μπορούσε να συναρτάτο μόνο προς επηρεασμό των ίδιων των μετοχών του.» Πρόσθετα, η εν λόγω υπόθεση καθόρισε τις πιθανές παραμέτρους θεραπειών φυσικών και νομικών προσώπων σε σχέση με καταθέσεις που κουρεύτηκαν στα ευρύτερα πλαίσια αστικής διεκδίκησης ως εξής: «Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή οι καταθέτες να ευρίσκονται σε δυσμενέστερη εκείνης θέση, όπως όμως δεν θα μπορούσαν να ευρίσκοντο ποτέ και σε ευνοϊκότερη - και τούτο πρέπει να είναι συνεχώς υπόψη, διότι είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των τραπεζών κατά το χρόνο των Διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά το χρόνο εκείνο, με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας.» Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ως ενδιάμεσων θεραπειών θα ισοδυναμούσε με παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών και δεν μπορούν να εκδοθούν - το τονίζω - στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης θεραπείας όπου τα πράγματα κρίνονται μόνο εκ πρώτης όψεως ως ενδείξεις δικαιωμάτων και δεν είναι δυνατόν να γίνει ανάλυση που αφορά και επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να παρεμποδίσει με την μορφή πάντα μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ισχύ και την εμβέλεια Κανονιστικών Πράξεων και νόμου των δυο άλλων εξουσιών του Κράτους τα οποία κρίθηκαν αναγκαία μέτρα για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος άμεσης χρεοκοπίας και της περιαγωγής όλων των πολιτών σε δεινή θέση πιθανόν εκ του κλεισίματος των δυο πιο μεγάλων τραπεζών της χώρας και της παντελούς έλλειψης ρευστότητας. Αυτή μου η τοποθέτηση δεν σημαίνει ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να πετύχει στις αιτούμενες ή κάποιες των αιτούμενων θεραπειών στην αγωγή. Εκείνο όμως που θεωρώ ως απόλυτη προϋπόθεση, της μη ύπαρξης δικαιοδοσίας στο πραγματικό βάθρο της Αίτησης, είναι να ζητείται δια ενδιάμεσης θεραπείας η παράβαση ή παράκαμψη νόμου και Κανονισμών έστω και σε συνάρτηση με το πρόσωπο μόνο ενός καταθέτη (εδώ της Αιτήτριας). Αν περιουσιακά στοιχεία είτε της Λαϊκής είτε της Τράπεζας Κύπρου δεσμευτούν ευθέως αυτό αποτελεί όχι μόνο εμπόδιο στην εφαρμογή ενός νόμου και κανονισμού που φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και το τεκμήριο της συνταγματικότητας αλλά στην ουσία θα καταλήγαμε σε καταστρατήγηση τόσο του γράμματος όσο και του πνεύματος των σχετικών νόμων. Είναι γνωστό ότι «η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός» (βλ. Efthymiou A. Enterprises κ.α. ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.α. (Αρ.2)
(1998)1(Γ) 1596). Δεν θεωρώ ότι το εκδοθέν διάταγμα που αφορά απαγόρευση αποξένωσης της ακινήτου περιουσίας της Λαϊκής μπορεί να εξαιρεθεί της πιο πάνω προσέγγισης μου. Κατ' αρχήν διαφωνώ με τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας ότι δύναται να κριθεί ότι η ακίνητη περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής, όπως παρουσιάζουν το θέμα στις σελ.28 κ.ε. των αγορεύσεων τους. Δεν προκύπτει από την καταχωρημένη Έκθεση Απαίτησης κάτι τέτοιο. Αντίθετα είναι σαφές ότι το εκδοθέν διάταγμα είχε αυτό το περιεχόμενο και η συνολική Αίτηση αυτή την κατεύθυνση λόγω του ότι η πιο πάνω ακίνητη περιουσία ανήκε στους Εναγόμενους 1 και 2 οι οποίοι στα πλαίσια του ιδίου νόμου και κανονισμού ως ανωτέρω τέθηκαν υπό καθεστώς εξυγίανσης μ' όλα τα συναφή και γνωστά αποτελέσματα. Το ότι η Αιτήτρια επιδιώκει και διάταγμα πώλησης της ακίνητης περιουσίας για εξασφάλιση λαβείν αποζημίωσης δεν το καθιστά αντικείμενο της αγωγής άνευ ετέρας σύνδεσης. Οπότε και η δέσμευση ακίνητης περιουσίας καλύπτεται από την ίδια προσέγγιση ως προς την μη ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να προβεί στις ενδιάμεσες θεραπείες με άμεση ή έμμεση παράκαμψη των αποτελεσμάτων της σχετικής νομοθεσίας και κανονισμών. Οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία δεσμευτούν ως άνω, τούτο θα αποτελέσει τροχοπέδη για τους σκοπούς του Νόμου και Κανονισμών. Για την ίδια την κατάθεση της Αιτήτριας επαναλαμβάνεται η προσέγγιση της Χριστοδούλου ότι εκλαμβάνεται απλώς ως οφειλή της Τράπεζας στον πελάτης της (βλ. πιο πάνω). Περαιτέρω και πέραν από την διαπίστωση αυτή, εν πάση περιπτώσει, κρίνεται ότι όντως - όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα και οι εξελίξεις (βλ. πιο πάνω) - η παρούσα διαδικασία δεικνύει ότι οι κυρίως αιτούμενες θεραπείες δεν έχουν αντικείμενο. Στο βαθμό που οι καταθέσεις της Αιτήτριας-Ενάγουσας συνθέτουν το ενεργητικό της Λαϊκής σημειώνεται πως ακριβώς ότι προνοούσε το Διάταγμα ΚΔΠ104/2013 (και αναλογικά η ΚΔΠ103/13) έχει συντελεσθεί στις 29.3.2013 ώρα 6.10 το πρωί. Οπότε, εκτός των πιο πάνω παρατηρήσεων ότι το τεκμήριο της νομιμότητας και συνταγματικότητας του Νόμου λειτουργώντας ως θα έπρεπε, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα ίδια τα διατάγματα δεν είχαν αντικείμενο όταν υποβαλλόταν η σχετική αίτηση και ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να εφαρμοσθούν. Είναι ορθό ότι η παρεμπόδιση πράξεων που συντελέσθηκαν ως αναγκαία νομοθετικά μέτρα εκθέτει την ίδια την διαδικασία αφού ουσιαστικά επιδιώκεται η μη συμμόρφωση με τους νόμους και κανονισμούς. Αφενός επιδιώκεται η μη συμμόρφωσή της με τους νόμους και τα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013, που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στις 25/3/2013 και 29/3/2013 αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται, επί του παρόντος, σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή και αφετέρου της στερείται το δικαίωμα να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης επί τους επίδικους λογαριασμούς που σκοπό έχουν την εξυγίανσή της τράπεζας. Ως εκ των ανωτέρω διαφαίνεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα αντιβαίνουν ρητές πρόνοιες της Κυπριακής νομοθεσίας οι οποίες είναι, επί του παρόντος, σε ισχύ. Αυτό κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει σε ενδιάμεσες αιτήσεις τέτοιου είδους. Δια της παρούσης Αίτησης ουσιαστικά καλούνται οι Εναγόμενοι να αναιρέσουν την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί των επίδικων λογαριασμών, πράξη, η οποία, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου και άλλων v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων, Υποθέσεις Αρ. 551/2013 και άλλες, ημερομηνίας 7/6/2013, έχει ήδη εκτελεσθεί από τους Εναγομένους προς συμμόρφωση με το σχετικό Νόμο και Διατάγματα. Συγκεκριμένα, η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διά του κ. Χατζηχαμπή Π, ανάφερε ότι: «Δεδομένου ότι, όπως ετόνισε ιδιαιτέρως ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη το μόνο που θα μπορούσαν οι καταθέτες Αιτητές να είχαν ως μέτρο ικανοποίησης τους θα ήταν, σύμφωνα με το Άρθρο 146 και τη νομολογία, το δικαίωμα αγωγής ως προς τη ζημιά που θα είχαν υποστεί λόγω των Διαταγμάτων που θα ακυρώνοντο. Και η αποτίμηση της ζημιάς αυτής δεν θα μπορούσε παρά να αναδείκνυε, ως το ζητούμενο, και πάλι το κατά πόσο, με την έκδοση των Διαταγμάτων, οι καταθέτες Αιτητές ευρέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που θα ευρίσκοντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν ακυρωθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι καταθέτες (εδώ η Ενάγουσα) δύνανται ως μέτρο ικανοποίησης να εγείρουν Αγωγή για αποζημιώσεις ως προς την ζημιά που υπέστηκαν δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης επί των επίδικων λογαριασμών που διατηρούνταν στην Εναγομένη 1 και όχι να καταχωρίσουν ενδιάμεση αίτηση μέσω της οποίας να εξαιτούνται συντηρητικά διατάγματα για παγοποίηση των λογαριασμών τους, ή μη εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί τους λογαριασμούς τους ή κάτι παρόμοιο λόγω του ότι οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί. Επομένως, όποια διατάγματα αποσκοπούν στη μη εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, τα οποία έχουν ήδη επιβληθεί, συντελεστεί και εκτελεσθεί επί των λογαριασμών των καταθετών Αιτητών, αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθούν ή αν έχουν εκδοθεί μονομερώς, θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί εξ αντικειμένου δεν μπορούν να εφαρμοστούν και δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν σε ο,τιδήποτε. Έχω προβληματισθεί αν θα έπρεπε να εξετάσω, παρά την πιο πάνω μου αντίκριση, και την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Εν όψει του ότι - κατά την κρίση μου - το ζήτημα έχει εξετασθεί κατά κάποιο τρόπο «προδικαστικά» ως θέμα ύπαρξης δικαιοδοσίας θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του Δικαστηρίου να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Εξ άλλου και σαν θέμα εξέτασης της ευχέρειας να εξετάζετο, δεν θα έκρινα - υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης - υπέρτερο το δικαίωμα της ενάγουσας έναντι άλλων καταθετών. Το καλώς νοούμενο δημόσιο συμφέρον και η ανάγκη ύπαρξης ισονομίας δεν θα με οδηγούσε σε έκδοση μιας ενδιάμεσης θεραπείας της φύσεως της παρούσης Αίτησης. Η αξίωση για αποζημιώσεις της Ενάγουσας θα πρέπει να αφεθεί να δικασθεί στην ουσία της και εκεί - όπου απαιτείται μια αναλυτική και εις βάθος προσέγγιση των πραγμάτων - να κριθούν τελειωτικά τα επίδικα θέματα. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι η αίτηση πρέπει να αποτύχει και απορρίπτεται. Το διάταγμα ακυρώνεται». Θεωρώ, όπως είχα την ευκαιρία πιο πάνω να υποδείξω, ότι δεν συντρέχουν οποιεσδήποτε περιστάσεις, ούτε εξάλλου μου υποδείχθηκε, οι οποίες να με οδηγήσουν ώστε να διαφοροποιήσω την πιο πάνω προσέγγιση μου, την οποία και υιοθετώ. Επαναλαμβάνω, συνεπώς, ότι σύμφωνα με την υπόθεση Χριστοδούλου την οποία ανέλυσα στην υπόθεση 1481/13, το Δικαστήριο ως θέμα ύπαρξης δικαιοδοσίας, δεν θα έπρεπε να προβεί στην οριστικοποίηση του διατάγματος, εφόσον κρίνεται ότι η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, στο στάδιο αυτό, θα συνιστούσε παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο έργο της νομοθετικής αφού θα πρόκειται για παρεμπόδιση εφαρμογής του νόμου, χωρίς αυτός να έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός, αλλά αντίθετα τεκμαίρεται συνταγματικός. Ισχύει αυτό που αναφέρθηκε και στην υπόθεση 1481/13 με παραπομπή στην Efthymiou A. Enterprises (ως ανωτέρω). Αυτή η προσέγγιση θεωρώ ότι «αγγίζει» και επηρεάζει αρνητικά τις δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αφού ιδιαίτερα θα ήταν δύσκολο να κριθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας σ΄αυτό το στάδιο, αφού ακριβώς ο εν λόγω νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός. Περαιτέρω, είναι σαφές ότι το status quo δεν έγκειται στην ύπαρξη συγκεκριμένου ποσού λογαριασμού καταθέτη, του οποίου το δικαίωμα είναι οι αποζημιώσεις, όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) με βάση την θεώρηση ότι «κυρίαρχο στοιχείο είναι ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας». Πέραν αυτού, δεν έχει στοιχειοθετηθεί επαρκώς η προϋπόθεση περί αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, κάτι που προϋποθέτει την οικονομική κατάρρευση όχι μόνο των δυο τραπεζών αλλά και του κράτους. Οι αναφορές επ' αυτής της πτυχής είναι απόλυτα γενικές και αόριστες. Εντελώς δε αναιτιολόγητο είναι το βάθρο του επείγοντος για να δοθεί ως ex parte θεραπεία, αφού μάλιστα από την καταχώρηση της αίτησης (14.10.13) ως την ημέρα που εδόθη η θεραπεία (23.10.13) είχε περάσει ικανοποιητικό διάστημα και θα μπορούσε να υπάρξει ειδοποίηση της άλλης πλευράς (βλ. παρατηρήσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αμβροσιάδου ν. Coward, Εφ. 3/2013 και 4/2013, ημερομηνίας 15.1.2013). Στη βάση αυτών που ανέφερα, κρίνω ότι η αίτηση πρέπει να αποτύχει και απορρίπτεται. Το διάταγμα ακυρώνεται. Αναφορικά με τα έξοδα, θα ακολουθήσω το ίδιο σκεπτικό με την πιο πάνω απόφαση μου, ώστε τα έξοδα να είναι στη πορεία της υπόθεσης αλλά όχι εναντίον των Εναγομένων. (Υπ) Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα/Κουρέματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.