Ανδρέα Κκολά ν. Παναγιώτη Ξυδά κ.α., Αρ. Αγωγής: 1712/07, 23/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A174 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1712/07 Μεταξύ: Ανδρέα Κκολά, από το Κολόσσι Ενάγοντα και
- Παναγιώτη Ξυδά, από την Λεμεσό
- IRON MOUNTAIN RECORDS & INFORMATION MANAGEMENT LTD, από την Λεμεσό Εναγόμενων Και διά τροποποιήσεως Μεταξύ: Ανδρέα Κκολά, από το Κολόσσι Ενάγοντα και
- Παναγιώτη Ξυδά, από την Λεμεσό
- P. X. IRON TRUST LTD, από την Λεμεσό Εναγόμενων Ημερομηνία: 23.4.14 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χ. Δημητρίου για κκ Λ. Πρωτοπαπά και Ηλία & Ηλία Για τον Εναγόμενο: κ. Κ. Π. Χ΄΄Κωστής .............. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε επίθεση που ο Ενάγων δέχθηκε από σκύλο, από τώρα και στο εξής «ο σκύλος», στις 22.1.05 σε περιφραγμένη αποθήκη η οποία βρίσκεται στην οδό Μπότζι Τίτο στην περιοχή Τσιφλικούδια στη Λεμεσό, από τώρα και στο εξής «η αποθήκη». Σύμφωνα με την δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.9.12 τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, από τώρα και στο εξής «η Έκθεση Απαίτησης», η Εναγόμενη 2 εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Εναγόμενη 2», είναι η ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος της αποθήκης και ο Εναγόμενος 1 ο ιδιοκτήτης του σκύλου και διευθυντής της Εναγόμενης
- Το επίδικο περιστατικό επισυνέβη στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του Ενάγοντα ως φρουρός ασφαλείας στην εταιρεία Commandos Security η οποία περιφρουρούσε την αποθήκη δυνάμει σχετικής συμφωνίας με την Εναγόμενη
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων ασκούσε το πιο πάνω επάγγελμα με μερική απασχόληση και παράλληλα εργαζόταν και ασκούσε το επάγγελμα που κατά κύριο λόγο ασκούσε, αυτό του οικοδόμου. Η ισχυριζόμενη επίθεση έλαβε χώρα στις 22.1.05 και περί ώρα 2:30 π.μ. και ενώ ο Ενάγων διενεργούσε έλεγχο στην αποθήκη. Ο σκύλος, ο οποίος ήταν ένας μεγάλος σκύλος, δάγκωσε τον Ενάγοντα και στα δύο χέρια. Με την αγωγή του ο Ενάγων αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία της πιο πάνω επίθεσης καθώς και το ποσό των Λ.Κ. 5.990,00 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις. Τέλος, αξιώνει νόμιμο τόκο, έξοδα αγωγής πλέον ΦΠΑ επ' αυτών πλέον έξοδα επίδοσης της αγωγής στους Εναγόμενους. Με την Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Παραδέχονται μόνο τα ακόλουθα: ο Εναγόμενος 1 κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν διευθυντής της Εναγόμενης 2 αν και παραδέχονται ότι στις 3.11.04 υπέγραψαν συμφωνία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας χώρου με εταιρεία, δεν κατονομάζουν την εταιρεία αυτή. Ό,τι επί του προκειμένου ισχυρίζονται είναι ότι η εν λόγω εταιρεία παρείχε, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες παρόμοιας και/ή σχετικής φύσης με τις υπηρεσίες που προσέφερε η εταιρεία στην οποία εργαζόταν ο Ενάγων. Θα πρέπει να σημειωθεί ευθύς εξ' αρχής ότι με την συμφωνία που κατατέθηκε από τον Εναγόμενο 1 στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του - Τεκμήριο 14 - προκύπτει τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως από το περιεχόμενο της ότι η εταιρεία με την οποία συνεβλήθη η Εναγόμενη 2 ήταν η εταιρεία η οποία αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, ήτοι η Commandos Security, και όχι οποιαδήποτε άλλη εταιρεία. Οι όροι δε της συμφωνίας που εκτίθενται στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης συνάδουν με τους όρους του πιο πάνω τεκμηρίου. Με την υπό της Υπεράσπισης προσαχθείσα μαρτυρία δεν καταδείχθηκε ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο να εργαζόταν σε άλλη εταιρεία ως φρουρός ασφαλείας ως οι Εναγόμενοι διατείνονται με την Υπεράσπισή τους αν και γι' αυτό το θέμα ασχολούμαι αναλυτικά στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ
- ο σκύλος από τον οποίο ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι δέχθηκε την επίθεση ανήκε στον Εναγόμενο 1 (παράγραφοι 11 και 12 της Υπεράσπισης). Δεν κρίνω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί διασαλεύονται από τον ισχυρισμό που διατυπώνεται στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι ο Ενάγων δέχθηκε επίθεση από σκύλο ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 1 υπό το φως του πνεύματος της όλης Υπεράσπισης το υποστατικό εντός του οποίου ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι δέχθηκε την επίθεση από τον σκύλο ανήκε στην Εναγόμενη 2 (παράγραφοι 11 και 12 της Υπεράσπισης) ο Ενάγων πριν του απαγορευθεί η είσοδος στο υποστατικό όπου ήταν τοποθετημένος ο σκύλος διενεργούσε περιπολίες σε αυτό και ένεκα τούτου ήταν γνώριμος στον σκύλο Αποτελούν, επίσης, μεταξύ άλλων, θέσεις των Εναγόμενων τα ακόλουθα: μετά από γνωστοποίηση και/ή ενημέρωση που έγινε προς την εταιρεία με επιστολή ημερομηνίας 17.12.04 η πιο πάνω συμφωνία διαφοροποιήθηκε «με τρόπο που απέκλειε και/ή εξαιρούσε παντελώς τον Ενάγοντα από την εκτέλεση και/ή διενέργεια των συμβατικών υποχρεώσεων που είχε αναλάβει η εταιρεία έναντι των Εναγομένων». αρνούνται ότι κατά τον χρόνο και ώρα που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγων βρισκόταν στο υποστατικό της Εναγόμενης 2 και ότι δέχθηκε επίθεση από τον σκύλο και αν ακόμα ήθελε αποδειχθεί ότι ο Ενάγων δέχθηκε επίθεση από τον σκύλο ενώ βρισκόταν μέσα στο υποστατικό της Εναγόμενης 2 «το περιστατικό οφείλεται στην αποκλειστική και/ή στη μεγάλο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα και/ή της εταιρείας και/ή κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων». Στην παράγραφο 11 της Υπεράσπισης παρατίθενται λεπτομέρειες αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα καθώς και λεπτομέρειες αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της εταιρείας για την οποία οι Εναγόμενοι επιφύλαξαν το δικαίωμα να την καλέσουν ως τριτοδιάδικο, πράγμα, όμως, που δεν έπραξαν ο σκύλος αντιμετώπιζε πρόβλημα με τα πόδια του και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν δεμένος οπότε και δεν μπορούσε να επιτεθεί στον Ενάγοντα ως ο τελευταίος ισχυρίζεται. Οι Εναγόμενοι ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ 1) και ο ιατρός Ανδρέας Μαλλούρης (ΜΕ 2). Για την πλευρά των Εναγόμενων κατέθεσαν ο Χαράλαμπος Χρυσοστόμου (ΜΥ 1) και ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ 2). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο Ενάγων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια: Επιστολή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ημερομηνίας 14.10.11 η οποία απευθύνεται προς τον Ενάγοντα και αφορά στον ασφαλιστικό λογαριασμό του Ενάγοντα για τα έτη 1985 - 2010 - Τεκμήριο 1 Φωτοαντίγραφο απόδειξης με αριθμό Β 698726 για το ποσό των Λ.Κ.25,00 σεντ για την έκδοση ιατρικής έκθεσης από το Γενικό Νοσομομείου Λεμεσού - Τεκμήριο 2 Δύο φωτοαντίγραφα του κυβερνητικού εντύπου Γ.Λ.239Ε με αριθμούς 045418 και 045432 τυπωμένα σε μια κόλλα - Τεκμήριο 3 Φωτοαντίγραφο απόδειξης είσπραξης του ιατρού Ανδρέα Μαλλούρη για το ποσό των Λ.Κ.100,00 σεντ ημερομηνίας 11.3.05 με αριθμό 0909 - Τεκμήριο 4 Φωτοαντίγραφο απόδειξης είσπραξης του ιατρού Φίλιππου Σιμιλλίδη για το ποσό των Λ.Κ.20,00 σεντ ημερομηνίας 25.4.05 με αριθμό 02995 - Τεκμήριο 5 Φωτοαντίγραφο απόδειξης αγοράς φαρμάκων από το φαρμακείο Αλέξιου Τσογκαράκη ημερομηνίας 25.4.05 με αριθμό 10503 - Τεκμήριο 6 αστυνομική έκθεση σχετικά με τις συνθήκες τραυματισμού του Ενάγοντα ημερομηνίας 19.7.05 συνοδευόμενη από επιστολή εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας ημερομηνίας 3.8.05 η οποία απευθύνεται στον δικηγόρο του Ενάγοντα κατατεθείσα ως δέσμη - Τεκμήριο 7 και, τέλος, τέσσερα φωτοαντίγραφα που φέρουν τίτλο «Πιστοποιητικό Ασθενείας» του Υπουργείου Υγείας, τα οποία κατατέθησαν ως δέσμη εγγράφων και η οποία σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α΄ για Αναγνώριση. Παρά το ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα αναφορικά με αρκετά ζητήματα βρήθουν ασαφειών και ανακριβειών, εντούτοις, αναφορικά με το επίδικο συμβάν κρίνω ότι ο Ενάγων είπε την αλήθεια και επί τούτου δέχομαι την μαρτυρία του. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό ο Ενάγων ήταν θετικός και σταθερός στην μαρτυρία του, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και δεν κλονίσθηκε κατά την αντεξέταση. Θέση του στην οποία και επέμεινε καθόλη την διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν ότι αφότου υπέγραψαν το βιβλιάριο περιπολίας - Τεκμήριο 8 - πρώτα ο Στέλιος Δημητρίου, με τον οποίο ο Ενάγων ήταν μαζί στην περιπολία κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν και, ακολούθως, ο ίδιος και αφού ο Ενάγων τοποθέτησε το βιβλιάριο περιπολίας - Τεκμήριο 8 - πίσω στην θέση του, ήτοι μέσα στο κουτί της Ηλεκτρικής, ο σκύλος πλησίασε τον Ενάγοντα και ενώ ο Ενάγων ήταν όρθιος ο σκύλος κάθισε πάνω στα κάτω άκρα του και επί των παπουτσιών του. Στην προσπάθειά του να απαλλαγεί από τον σκύλο ο Ενάγων πρώτα τον χάϊδεψε και, ακολούθως, απομάκρυνε τα πόδια του από τον σκύλο. Όταν ο Ενάγων σταμάτησε να τον χαϊδεύει και απομάκρυνε τα χέρια του από τον σκύλο, ο σκύλος έγινε απειλητικός και άρχισε να μουγκρίζει. Όταν δε ο Ενάγων προσπάθησε να τραβήξει τα πόδια του πίσω για να φύγει από πάνω του ο σκύλος του επιτέθηκε δαγκώνοντάς τον. Με την βοήθεια του Στέλιου Δημητρίου ο Ενάγων κατάφερε να καθηλώσει τον σκύλο στο έδαφος. Καθώς ο Στέλιος Δημητρίου κρατούσε τον σκύλο κάτω στο έδαφος ο Ενάγων προχώρησε προς την έξοδο της αποθήκης καθότι αιμορραγούσε. Ακολούθως, ο σκύλος ξέφυγε του ελέγχου του Στέλιου Δημητρίου και πλησιάζοντας τον Ενάγοντα ενώ ο τελευταίος όδευε καθ' οδόν προς την έξοδο του επιτέθηκε ξανά. Στην συνέχεια ο Ενάγων μαζί με τον Στέλιο Δημητρίου κατάφεραν να ακινητοποιήσουν τον σκύλο κάτω στο έδαφος και για να μπορέσουν να φύγουν και να βγουν έξω έσυραν τον σκύλο μέχρι το κάγκελο της εξόδου. Εκεί τον άφησαν και ακολούθως οι δύο άντρες κατάφεραν να εξέλθουν του περιφραγμένου χώρου της αποθήκης. Από την επίθεση ο Ενάγων τραυματίσθηκε αφού ο σκύλος του επέφερε δαγκωματιές και στα δύο πάνω άκρα του. Ο Ενάγων είχε εκτελέσει περιπολίες στην αποθήκη για περίοδο 6 μηνών πριν το επίδικο περιστατικό. Καθόλο το πιο πάνω χρονικό διάστημα ο σκύλος βρισκόταν εντός του περιφραγμένου χώρου της αποθήκης. Ουδέποτε ήταν δεμένος μέσα στους 6 αυτούς μήνες και δεν ήταν δεμένος ούτε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περιφερόταν ελεύθερος. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την επίθεση από τον σκύλο επί διαφόρων σημείων. Υπεβλήθη στον Ενάγοντα ότι ο σκύλος ήταν δεμένος κατά τον ουσιώδη χρόνο, οπότε και δεν θα μπορούσαν να είχαν λάβει χώρα τα όσα ο μάρτυρας περιέγραψε στην μαρτυρία του και ότι η ώρα που σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό δεν συμφωνεί με την ώρα η οποία είναι σημειωμένη στο Τεκμήριο 8 ως η ώρα που ο Ενάγων μαζί με τον Στέλιο Δημητρίου διενήργησαν την περιπολία κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα γύρω στις 2:30 π.μ. της 22.1.05, ενώ σύμφωνα με την μαρτυρία του Ενάγοντα μετά τις 3:13 π.μ. που είναι η ώρα που επί του Τεκμηρίου 8 σημειώθηκε ως η ώρα της ολοκλήρωσης της υπό του Ενάγοντα διενεργηθείσας περιπολίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 8 ο Ενάγων εισήλθε εντός του περιφραγμένου χώρου στις 3:10 το πρωί και ολοκλήρωσε την περιπολία στις 3:
- Σύμφωνα με τον ίδιο η πρώτη ώρα είναι η ώρα εισόδου και η τελευταία η ώρα εξόδου. Απέναντι και από τις δύο ώρες και στην σελίδα που αφορά στην ημερομηνία 21.1.05 του Τεκμηρίου 8 φαίνονται οι υπογραφές του Ενάγοντα. Σημειώνεται ότι και κατά την κυρίως εξέταση ο Ενάγων προσδιόρισε την ώρα που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό σε χρόνο διαφορετικό από αυτόν που αναφέρεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα το προσδιόρισε χρονικά μεταξύ των ωρών 2:30 π.μ. και 3:00 π.μ.. Ερωτηθείς δε κατά την αντεξέταση αν συμφωνούσε με την ώρα που αναγράφεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης απάντησε αρνητικά. Τίποτα από τα πιο πάνω δεν κρίνω πως είναι ικανό να κλονίσει την μαρτυρία του Ενάγοντα και την εν γένει εκδοχή του περί της επίθεσης που δέχθηκε από τον σκύλο. Ο Ενάγων μου φάνηκε ειλικρινής και δέχομαι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο σκύλος δεν ήταν δεμένος, αλλά περιφερόταν ελεύθερος εντός του εξωτερικού χώρου. Σε όλες τις περιπολίες που διενήργησε ο Ενάγων μέσα στους 6 μήνες που διενεργούσε περιπολίες στην αποθήκη ο σκύλος ήταν πάντα άλυτος. Αναφορικά με το δεύτερο δεν θεωρώ ότι η αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στην Έκθεση Απαίτησης, από την μια, και το Τεκμήριο 8 καθώς και την μαρτυρία του Ενάγοντα, από την άλλη, είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του Ενάγοντα ή να δημιουργήσει ρήγμα στην υπόθεση αναφορικά με την εκδοχή του Ενάγοντα σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Κατά την κρίση μου πρόκειται περί καλόπιστου λάθους στην διατύπωση του σχετικού ισχυρισμού στην Έκθεση Απαίτησης η οποία οφείλεται στην πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, τους πόνους και την σύγχυση στην οποία είχε περιέλθει ο Ενάγων μετά το επίδικο περιστατικό. Αυτή δε ήταν και η εξήγηση την οποία πρόβαλε ο Ενάγων κατά την αντεξέταση για την πιο πάνω σημειωθείσα διάσταση. Τοσο δε άσχημη ήταν η κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο Ενάγων μετά τον τραυματισμό του από τον σκύλο που, σύμφωνα με την μαρτυρία του, όταν έφθασε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περίθαλψη λιποθύμησε. Ο ίδιος δε χαρακτήρισε το επίδικο περιστατικό ως το χειρότερο που έζησε στην ζωή του. Ο Ενάγων μου φάνηκε ειλικρινής και επί του σημείου τούτου και δέχομαι την υπό αυτού δοθείσα εξήγηση. Άλλωστε, είναι φυσικό και αναμενόμενο ένας που δέχεται επίθεση, όπως αυτή που δέχθηκε ο Ενάγων και με τους τραυματισμούς τους οποίους υπέστη, να υποστεί τέτοια σύγχυση και να περιέλθει σε τέτοια ψυχολογική κατάσταση που να του διαφεύγουν λεπτομέρειες, όπως η ακριβής ώρα που έλαβε χώρα το περιστατικό που του δημιούργησε αυτή την κατάσταση. Στην κρινόμενη δε περίπτωση και αυτό αξίζει θεωρώ να σημειωθεί η διαφορά ήταν μόνο κάποια λεπτά της ώρας. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως ο Ενάγων εξήγησε ικανοποιητικά την πιο πάνω σημειωθείσα διάσταση και, επομένως, κρίνω ότι δεν παρέχεται περιθώριο για εξαγωγή συμπεράσματος προς την κατεύθυνση ότι η εκδοχή του Ενάγοντα περί της επίθεσης που δέχθηκε από τον σκύλο κλονίζεται ή καθίσταται αναληθής από αυτήν. Αποδεκτή είναι, επίσης, η μαρτυρία του Ενάγοντα αναφορικά με την συμπεριφορά που ο σκύλος επεδίκνυε κατά καιρούς προς τον Ενάγοντα. Συγκεκριμένα κάποιες φορές ο σκύλος ήταν μάλλον φιλικός προς τον Ενάγοντα και κάποιες φορές δεν ήταν φιλικός. Οι φορές που ο σκύλος επεδίκνυε επιθετικές διαθέσεις προς τον Ενάγοντα ήταν συχνές και ο Ενάγων «αναγκαζόταν» να χαϊδεύει τον σκύλο για να μη του επιτεθεί τόσο όταν εισερχόταν εντός του περιφραγμένου χώρου της αποθήκης όσο και όταν εξερχόταν αυτού. Ο Ενάγων πάντα έτρεφε φόβο για τον σκύλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε την πιο πάνω μαρτυρία του Ενάγοντα. Δέχομαι, επίσης, ότι ο σκύλος δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα με την βάδισή του. Σχετικά επί του προκειμένου είναι τα όσα αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ
- Αναφορικά με περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Πρόκειται περί εξ' ακοής μαρτυρίας το μεγαλύτερο μέρος της οποίας είναι αποδεκτή καθότι η αλήθεια της επιβεβαιώνεται από την προσαχθείσα στην υπόθεση μαρτυρία η οποία και έγινε αποδεκτή. Τα μόνα σημεία που δεν γίνονται αποδεκτά από το πιο πάνω τεκμήριο, αφενός, γιατί η αλήθεια τους δεν επιβεβαιώνεται από άλλη μαρτυρία αφού τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε στην υπόθεση ή δεν συνάδει με άλλη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, αφετέρου, γιατί από το εν λόγω τεκμήριο δεν αναφέρεται από πού ο συντάξας αυτού άντλησε την πληροφόρησή του γι' αυτά είναι τα ακόλουθα: ότι η Commandos Security είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα και ότι στεγάζεται στην πολυκατοικία που στο εν λόγω τεκμήριο αναφέρεται. Τέτοια μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε. Αναφορικά με την νομική οντότητα της Commandos Security ενδεικτικά είναι και τα όσα αναφέρονται στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΥ 2 ότι η επίθεση από τον σκύλο επισυνέβη η ώρα 02:30 π.μ.. Ενδεικτικά είναι τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα. Αναφορικά, όμως, με κάποια άλλα ουσιώδη σημεία από την μαρτυρία του Ενάγοντα θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Ενάγων δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Για παράδειγμα, αναφορικά με το θέμα της απώλειας ημερομισθίων οι ισχυρισμοί που πρόβαλε όχι μόνο δεν ήταν σταθεροί, αλλά ήταν, θα έλεγα, και αντιφατικοί σε βαθμό που εντυπωσιάζει! Επίσης, αναφορικά με άλλα σημεία οι ισχυρισμοί του δεν συνάδουν και αντιβαίνουν άλλης μαρτυρίας που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Τα πιο πάνω κλόνισαν την εμπιστοσύνη μου προς τον Ενάγοντα αναφορικά με μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο και πιο κάτω αναλύεται, σε βαθμό που αυτό να μην μπορεί να γίνει αποδεκτό. Ήταν η θέση του Ενάγοντα κατά την κυρίως εξέτασή του ότι συνεπεία του επίδικου τραυματισμού κατέστη ανίκανος να εκτελεί το επάγγελμα του κτίστη, που ήταν το κύριο επάγγελμά του, κατά τον ουσιώδη χρόνο σύμφωνα με την μαρτυρία του. Επικαλέσθηκε δε προς τούτο τους ιατρούς του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού οι οποίοι σύμφωνα με τον ίδιο του είπαν ότι δεν μπορούσε να κάνει ξανά σκληρή χειρονακτική εργασία όπως και να μην εργάζεται για τυχόν μολύνσεις. Δέχομαι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων ασκούσε το επάγγελμα του οικοδόμου και ότι αυτό ήταν το κύριο επάγγελμά του. Δέχομαι, επίσης, ότι οι ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού συνέστησαν στον Ενάγοντα να απέχει από την εργασία του αυτή για κάποια χρονική περίοδο προς αποφυγή μολύνσεων. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, κρίνω πως είναι λογικό υπό το φως της φύσης των τραυμάτων του. Δεν δέχομαι, όμως, ότι συνεπεία του επίδικου περιστατικού ο Ενάγων κατέστη ανίκανος και ότι δεν μπορεί πλέον να ασκεί το επάγγελμα του οικοδόμου. Κατά πρώτο, σημειώνεται ότι κανένας από τους ιατρούς που παρακολουθούσαν τον Ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού δεν κλήθηκε να καταθέσει και μαρτυρήσει για το υπό συζήτηση ζήτημα. Κατά δεύτερο, ο ιατρός Ανδρέας Μαλλούρης, ο οποίος κλήθηκε ως μάρτυρας - εμπειρογνώμονας από τον ίδιο τον Ενάγοντα, ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι τα τραύματα του Ενάγοντα δεν επηρέασαν την ικανότητα του για εργασία. Επί του προκειμένου ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε, επίσης, την δήλωση που αναφέρεται στο ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού - Τεκμήριο 9 - το οποίο κατατέθηκε από τον εν λόγω ιατρό στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του - σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων «από πλευράς ορθοπαιδικής δεν παρουσίαζε διατομή τενόντων ή έκπτωση μυϊκής λειτουργίας» σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα σύμφωνα με τον οποίο μετά το επίδικο περιστατικό δεν μπορεί να σηκώνει βάρη για πολλή ώρα, δεν μπορεί να κάνει σκληρή εργασία, ούτε ακόμα και κηπουρική, και δεν μπορεί να σφίγγει το χέρι του δυνατά. Σημειώνεται ότι υπό το φως των πιο πάνω δεν δέχομαι ότι ο Ενάγων αντιμετωπίζει τις αδυναμίες που ανέφερε στην μαρτυρία του. Δέχομαι, όμως, ότι με τις αλλαγές του καιρού αισθάνεται πόνους. Προς την ίδια κατεύθυνση ήταν και η μαρτυρία του ιατρού Μαλλούρη. Το θέμα, όμως, με το επάγγελμα του Ενάγοντα δεν έμεινε ως εδώ. Αναφορικά με το ζήτημα τούτο ο Ενάγων πρόβαλε και άλλους ισχυρισμούς αντιφατικούς με τους πιο πάνω αναφερθέντες και ως τέτοιους ενδεικτικούς της αναξιοπιστίας του επί του υπό συζήτηση ζητήματος. Ειδικότερα αναφέρονται τα ακόλουθα. Ενώ στην κυρίως εξέτασή του και δη κατά την 14.9.12 ο Ενάγων υποστήριξε ότι μετά το επίδικο περιστατικό δεν εργάσθηκε ξανά σαν κτίστης καθότι οι τραυματισμοί τους οποίους υπέστη συνεπεία του επίδικου ατυχήματος τον κατέστησαν ανίκανο να εκτελεί το πιο πάνω επάγγελμα, σύμφωνα με την μαρτυρία του, κατά την δικάσιμο της 22.10.12 και στα πλαίσια της αντεξέτασης του υποστήριξε ότι μετά την πάροδο κάποιας μετά το επίδικο ατύχημα αναρρωτικής περιόδου επέστρεψε στο επάγγελμα του κτίστη και εργάσθηκε ως τέτοιος μέχρι το έτος
- Ερωτηθείς γιατί σε προηγούμενη δικάσιμο υποστήριξε ότι μετά το επίδικο περιστατικό δεν εργάσθηκε ξανά σαν οικοδόμος δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση. Ό,τι μόνο ανέφερε ήταν επανάληψη του ισχυρισμού ότι μετά το επίδικο περιστατικό δεν μπορούσε να εκτελεί σκληρή εργασία. Ερωτηθείς αν κατά τα άλλα και παρά την πιο πάνω απάντησή του εξακολουθούσε να ισχυρίζεται ότι εργαζόταν ως οικοδόμος μέχρι το έτος 2008 απάντησε καταφατικά! Κατά την αντεξέταση της 22.10.12 υποστήριξε, επίσης, ότι το έτος 2008 λάμβανε από το επάγγελμα του κτίστη το ποσό των Λ.Κ.170,00 σεντ εβδομαδιαίως. Με αφορμή, επίσης, το ποσό των ασφαλιστέων του αποδοχών για το έτος 2005 υποστήριξε ότι κατά το έτος 2005 εργάσθηκε ως οικοδόμος σε διάφορους εργοδότες. Ένας από αυτούς σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ήταν κάποιος Σάββας Ιάσωνος. Διάφοροι ήταν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε κατά την αντεξέταση της 1.11.
- Κατά την εν λόγω δικάσιμο και αντεξεταζόμενος διαφοροποίησε την θέση του για να υποστηρίξει τον αρχικό του ισχυρισμό, ότι, δηλαδή μετά το επίδικο περιστατικό δεν εργάσθηκε ξανά στις οικοδομές με την δικαιολογία ότι δεν αντιλήφθηκε τι ακριβώς είχε ρωτηθεί σε προηγούμενες δικασίμους. Υποστήριξε, επίσης, ότι στον Σάββα Ιάσωνος εργάσθηκε το έτος 2003 μέχρι το έτος 2004 και, ακολούθως, άλλαξε εργοδότη. Δεν θυμόταν, όμως, το όνομα του νέου του εργοδότη. Μετά το επίδικο περιστατικό δεν είχε σταθερή εργασία και άλλαξε διάφορους εργοδότες. Δεν μπορώ να δεχθώ ως πειστική την δικαιολογία που ο Ενάγων πρόβαλε για την θέση την οποία υποστήριξε κατά την δικάσιμο της 1.11.
- Το θέμα για το οποίο ρωτήθηκε και επί του οποίου αντεξετάσθηκε ήταν πολύ απλό που το ενδεχόμενο ο Ενάγων να είχε συγχυσθεί κρίνω πως δύναται να αποκλεισθεί. Υπό το φως τούτου αλλά και της όλης εντύπωσης που μου προξένησε μέσα από την μαρτυρία του αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα ο Ενάγων δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε μετά το επίδικο περιστατικό εργάσθηκε ως κτίστης αντανακλά την πραγματικότητα. Κατ' επέκταση, δεν τον δέχομαι. Δέχομαι, λοιπόν, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων εργαζόταν ως οικοδόμος και ταυτόχρονα ως φρουρός ασφαλείας με μερική απασχόληση και ότι μετά το επίδικο περιστατικό εξακολούθησε να εργάζεται ως οικοδόμος και παράλληλα ως φρουρός ασφαλείας αν και όχι στην αποθήκη, αλλά σε άλλους χώρους, όπως ήταν η θέση του, που δεν ελλόχευαν κινδύνους για την υγεία του αφ' ης στιγμής από το επίδικο περιστατικό υπέστη τραύματα και το ενδεχόμενο να δεχθεί ξανά επίθεση από τον σκύλο δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί. Ενίσχυση για την πιο πάνω διαπίστωσή μου αποτελεί και η μαρτυρία του ιατρού Ανδρέα Μαλλούρη - ΜΕ 2 - σύμφωνα με την οποία οι τραυματισμοί του Ενάγοντα δεν επηρέασαν την ικανότητά του για εργασία και ότι ο Ενάγων δεν υπέστη διατομή τενόντων ή έκπτωση μυϊκής λειτουργίας. Δεν μου διαφεύγουν τα όσα ο Ενάγων υποστήριξε σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του αναφορικά με εργασίες που έκανε μετά το επίδικο ατύχημα άλλες από αυτή του οικοδόμου. Δεν με έπεισε, όμως, αφού, μεταξύ άλλων, δεν ήταν σταθερός ούτε και επί των προκείμενων ισχυρισμών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ενώ σε μια δικάσιμο, όπως πιο κάτω σχολιάζεται, υποστήριξε ότι η πρώτη εργασία στην οποία εργάσθηκε μετά το επίδικο ατύχημα ήταν αυτή του οδηγού φορτηγού, σε άλλη δικάσιμο υποστήριξε ότι η πρώτη εργασία στην οποία εργάσθηκε μετά το επίδικο ατύχημα ήταν αυτή του πλασιέ. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως οι τελευταίοι πιο πάνω ισχυρισμοί του δεν είναι ικανοί να διασαλεύσουν την διαπίστωσή μου που πιο πάνω διατυπώθηκε για τους λόγους που πιο πάνω παρατέθηκαν. Επίσης, αν και δέχομαι ότι μετά το επίδικο εργάσθηκε ως οικοδόμος δεν κρίνω ασφαλές να δεχθώ και δεν δέχομαι ότι εργαζόταν ως οικοδόμος μέχρι το χρονικό σημείο που προσδιόρισε, ήτοι μέχρι το έτος
- Υπό το φως της όλης εντύπωσης που αποκόμισα μέσα από την μαρτυρία του και δη τις ανακρίβειες και τις ασάφειες που αυτή παρουσιάζει δεν κρίνω ασφαλές να δεχθώ και δεν δέχομαι ότι ο πιο πάνω χρονικός προσδιορισμός που έγινε από τον Ενάγοντα είναι ακριβής. Αναφορικά με το θέμα της απώλειας ημερομισθίων τα πράγματα ήταν έτι χειρότερα! Στην κυρίως εξέτασή του και δη κατά την δικάσιμο της 14.9.12 υποστήριξε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το κύριο επάγγελμά του ήταν αυτό του κτίστη και ταυτόχρονα εργαζόταν ως φρουρός ασφαλείας στην εταιρεία Commandos Security. Και ότι από τις δύο αυτές εργασίες λάμβανε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.750,00 σεντ μηνιαίως. Κατά την δικάσιμο της 22.10.12, όμως, και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του έκανε αναφορά σε άλλα ποσά, τελείως διαφορετικά. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο καθαρός μηνιαίος του μισθός από τα κτίσματα ήταν Ευρώ 4.000,00 σεντ και, ακολούθως, και αφού δικαιολογήθηκε ότι είχε συγχυσθεί, όταν του υποβλήθηκε ξανά από τον δικηγόρο του το ίδιο ερώτημα υποστήριξε και θα πρέπει να λεχθεί με τόνο ερωτηματικό και, επομένως, όχι θετικό ότι ο μηνιαίος του μισθός από τα κτίσματα ανερχόταν στις Λ.Κ.1.000,00 σεντ. Αναφορικά με τις απολαβές του ως φρουρός ασφαλείας κατά την ίδια δικάσιμο υποστήριξε, αρχικά, ότι λάμβανε το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ μηνιαίως. Όταν, όμως, του επιστήθηκε η προσοχή του από τον δικηγόρο του ότι κατά το έτος 2005 το νόμισμα μας ήταν η Κυπριακή Λίρα διαφοροποίησε την απάντησή του για να υποστηρίξει και πάλι με τόνο ερωτηματικό και όχι θετικό ότι λάμβανε το ποσό των Λ.Κ.2.500,00 σεντ μηνιαίως. Στην προσπάθειά του να λάβει από τον Ενάγοντα την επιθυμητή απάντηση ο δικηγόρος του υπενθύμισε στον Ενάγοντα ότι σε προηγούμενη δικάσιμο ανέφερε ότι από τις δύο εργασίες που έκανε κατά τον ουσιώδη χρόνο λάμβανε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.750,00 σεντ. Ακολούθως, του υπέβαλε το ερώτημα πόσα λάμβανε από την μια εργασία και πόσα από την άλλη. Στην πιο πάνω ερώτηση ενέστη ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης και ο συνήγορος του Ενάγοντα απέσυρε την ερώτηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα επανήλθε, τότε, με νέα ερώτηση. Ερωτηθείς ο Ενάγων από τον δικηγόρο του πόσα λάμβανε συνολικά και από τις δύο εργασίες που εκτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων απάντησε Λ.Κ.4.500,00 σεντ μηνιαίως. Τέλος, ερωτηθείς πόσα του κόστισε ο τραυματισμός του από το επίδικο περιστατικό από οικονομικής άποψης ανέφερε το ποσό των Λ.Κ.4.500,00 σεντ ως απώλεια ημερομισθίων για περίοδο 6 μηνών! Κατά την ίδια δικάσιμο - 22.10.12 - και στα πλαίσια της αντεξέτασής του συμφώνησε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο από την εργασία του οικοδόμου λάμβανε το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 σεντ μηνιαίως και το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ μηνιαίως από την εταιρεία Commandos Security. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο Ενάγων ήταν εντελώς ανακόλουθος στους ισχυρισμούς του αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα και έκδηλα αντιφατικός σε βαθμό που εύλογα θα μπορούσε με ασφάλεια να υποστηριχθεί ότι απέτυχε να αποδείξει την υπό αυτού ισχυριζόμενη απώλεια. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησής του κατά τον ουσιώδη χρόνο κέρδιζε από την εργασία του οικοδόμου το ποσό των Λ.Κ.500,00 σεντ μηνιαίως και από την εργασία του φρουρού ασφαλείας το ποσό των Λ.Κ.250,00 σεντ μηνιαίως και ότι απώλεσε ημερομίσθια 6 μηνών που αντιστοιχούν στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.4,500,00 σεντ, ήτοι Λ.Κ.750,00 σεντ τον μήνα. Σημειώνεται ότι οι ισχυρισμοί περί ακριβούς απώλειας εισοδήματος από την κάθε εργασία ξεχωριστά συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης κατόπιν σχετικής αίτησης τροποποίησης στην οποία η πλευρά της Υπεράσπισης δεν ενέστη και δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το πιο πάνω αναφερθέν διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.9.
- Αφορμή για την υποβολή της πιο πάνω αίτησης αποτέλεσε ένσταση της Υπεράσπισης στην ερώτηση που τέθηκε στον Ενάγοντα από τον ευπαίδευτο συνήγορό του αναφορικά με το πόσα κέρδιζε ξεχωριστά από την κάθε εργασία. Μόνο που με τα όσα αντιφατικά υποστήριξε για το ύψος των απολαβών του κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει ότι η απώλειά του ήταν του ύψους που ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης. Στην ουσία και με τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζει την διά ζώσης μαρτυρία του Ενάγοντα επί του προκειμένου ζητήματος σε κανένα ποσό δεν θα μπορούσα στην βάση της να καταλήξω ως το ποσό που ο Ενάγων λάμβανε από τις δύο εργασίες που εκτελούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αξιοσημείωτο για την αναξιοπιστία του Ενάγοντα επί του προκειμένου σημείου και θα πρέπει κατά την κρίση μου να σημειωθεί είναι και το γεγονός ότι κάποια ποσά τα ανέφερε στο νόμισμα του Ευρώ, ενώ κατά τον χρόνο που η ερώτηση αναφερόταν το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν η Κυπριακή Λίρα. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Ενάγων παρουσίασε στο Δικαστήριο λεπτομέρειες του ασφαλιστικού του λογαριασμού από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Τεκμήριο
- Στην κατάθεση του εν λόγω τεκμηρίου η Υπεράσπιση δεν έφερε ένσταση. Ούτε και αμφισβήτησε την γνησιότητα του. Από το Τεκμήριο 1 και την μαρτυρία που ο Ενάγων έδωσε κατά την κυρίως εξέτασή του προκύπτουν τα ακόλουθα σε σχέση με τις απολαβές του: από το 1990 μέχρι το 2004 εργαζόταν στις οικοδομές ο λόγος που οι ετήσιες απολαβές του για τα έτη 2003 και 2004 ήταν μικρότερες από άλλα έτη ήταν γιατί κατά τα πιο πάνω έτη ασθένησε και λάμβανε ανεργιακό επίδομα τα εισοδήματά του που φαίνονται στο Τεκμήριο 1 αφορούν μόνο στα εισοδήματά του από το επάγγελμα του κτίστη. Δεν περιλαμβάνουν εισοδήματα από το επάγγελμα του φρουρού ασφαλείας. Ο εργοδότης του δεν του έβαζε εισφορές καθότι ως φρουρός ασφαλείας εργαζόταν με μερική απασχόληση Από την αντεξέτασή του προέκυψαν τα ακόλουθα: ο λόγος που για το έτος 2005 οι ασφαλιστέες του αποδοχές ανέρχονταν στο ποσό των Λ.Κ.1.413,00 σεντ ήταν γιατί είχε αναρρωτικές άδειες και λάμβανε ανεργιακό επίδομα για 6 μήνες το έτος 2003 υπεβλήθη σε εγχείρηση και απείχε από την εργασία του για 6 μήνες το έτος 2004 απείχε από την εργασία του για 6 μήνες οι εργοδότες του τα έτη 2003 και 2004 ήταν διαφορετικοί γι' αυτό και η διαφορά στις ασφαλιστέες αποδοχές του ανάμεσα στα δύο αυτά έτη το έτος 2005 βρήκε δουλειά 3 μήνες μετά που έληξαν οι αναρρωτικές άδειες που του έδωσαν οι ιατροί του η αναρρωτική άδεια που έλαβε ήταν διάρκειας 4 μηνών το έτος 2005 εργάσθηκε μόνο 4 μήνες. Σε αντίθεση με τον ισχυρισμό αυτό ο Ενάγων πρόβαλε και τον ισχυρισμό ότι το ποσό των Λ.Κ.1.413,00 που αποτελεί το σύνολο των ασφαλιστέων αποδοχών του για το έτος 2005 αντιστοιχεί σε μισθούς 6 μηνών. Σε άλλη δικάσιμο υποστήριξε ότι μετά το επίδικο ατύχημα παρήλθε ένας χρόνος για να βρει νέα δουλειά. Δεν αποδέχομαι το σημείο υπ' αριθμό
(2)ως προκύπτον από την κυρίως εξέταση του μάρτυρα και κανένα, επίσης, σημείο από αυτά που πιο πάνω αναφέρονται ως προκύπτοντα από την αντεξέτασή του. Ο Ενάγων μέσα από την όλη εντύπωση που μου προξένησε εν' όψει των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν αλλά και των όσων αναφέρονται πιο κάτω δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι είναι πρόσωπο στο οποίο μπορώ να βασισθώ για να δεχθώ από την μαρτυρία του τα όσα πιο πάνω ανέφερα ότι δεν αποδέχθηκα ή να δώσω πίστη σε αυτά. Όπως είδαμε, ήταν ανακόλουθος σε αρκετά και ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του και σε βαθμό, μάλιστα, που να δίδει την λαβή για εξαγωγή συμπεράσματος ότι η μαρτυρία του διαπνέετο από προχειρότητα, έλλειψη σοβαρότητας και γιατί όχι και από επιπολαιότητα ιδιαίτερα όσον αφορά ποσά και χρονικές περιόδους. Επίσης, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε κάποια άλλα σημεία της μαρτυρίας του δεν συνάδουν με μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ σφάλμα να μην αποδεχθώ τα όσα πιο πάνω ανέφερα ότι δεν αποδέχθηκα. Τουναντίον, κρίνω πως θα ήταν σφάλμα να κρίνω ότι θα ήταν ασφαλές να τα αποδεχθώ. Όπως είδαμε, ο Ενάγων δεν μπορούσε να καταθέσει για τις απολαβές του με θετικότητα. Τουναντίον, η μαρτυρία του επί του προκειμένου βρήθει αντιφάσεων σε βαθμό που προκαλούν εντύπωση. Δεν ήταν σταθερός ούτε ακόμα και αναφορικά με το αν μετά το επίδικο περιστατικό εξακολούθησε να εργάζεται ως οικοδόμος ή όχι. Για απλά πράγματα, δηλαδή, ήταν ανακόλουθος και ασυνεπής στην μαρτυρία του. Εγγενείς αδυναμίες παρουσιάζει η μαρτυρία του και στα ακόλουθα σημεία. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού του είχαν δέσει τα τραύματα. Ο ισχυρισμός αυτός του Ενάγοντα δεν είναι αποδεκτός. Δεν κρίνω, όμως, σκόπιμο στο στάδιο αυτό να αναφέρω τον λόγο που δεν τον δέχομαι. Ο λόγος επεξηγείται στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ιατρού Μαλλούρη από την οποία και κρίνω πως προκύπτει η αναλήθειά του. Υποστήριξε, επίσης ότι ο ιατρός Μαλλούρης τον είδε συνολικά 3 φορές. Ούτε ο ισχυρισμός αυτός είναι αποδεκτός. Σύμφωνα με τον ιατρό Μαλλούρη ο εν λόγω ιατρός υπέβαλε τον Ενάγοντα σε πέντε θεραπείες στο ιατρείο του, οι οποίες ολοκληρώθηκαν σε πέντε συνεχόμενες ημέρες, και τον είδε και άλλες δύο φορές. Την πρώτη για να λάβει ο Ενάγων από τον εν λόγω ιατρό το Τεκμήριο 4 και την δεύτερη για να παραδώσει ο Ενάγων στον ιατρό το Τεκμήριο
- Ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση σε τι θεραπεία τον είχε υποβάλει ο ιατρός Μαλλούρης ό,τι ανέφερε ήταν μόνο ότι ο εν λόγω ιατρός του είχε ξεδέσει τα τραύματα και ότι του καθάριζε τις πληγές. Καμία αναφορά δεν έκανε στο σημαντικό γεγονός της εξειδικευμένης θεραπείας με λάμπες στην οποία τον είχε υποβάλει ο εν λόγω ιατρός πέντε, μάλιστα, φορές και επί καθημερινής βάσεως, όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι τα φάρμακα που αναγράφονται στην απόδειξη φαρμακείου ημερομηνίας 25.4.05 - Τεκμήριο 6 - του τα συνέστησε ο ιατρός Μαλλούρης. Ερωτηθείς δε πότε χρονικά λάμβανε τα πιο πάνω φάρμακα σε σχέση με την ημερομηνία που επισυνέβη το επίδικο συμβάν δεν θυμόταν να απαντήσει. Ερωτηθείς, όμως, κατά την αντεξέταση του ο ιατρός Μαλλούρης αν τα φάρμακα που αναγράφονται στο πιο πάνω αναφερόμενο τεκμήριο, το οποίο του είχε επιδειχθεί, τα είχε συστήσει στον Ενάγοντα απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε δε ότι το δεύτερο φάρμακο - Ulcedine 40 - που αναγράφεται στο Τεκμήριο 6 είναι για το στομάχι, ενώ το τρίτο - Areston - είναι παυσίπονο. Όσον αφορούσε το φάρμακο που αναγράφεται πρώτο στην λίστα του Τεκμηρίου 6 ο ιατρός Μαλλούρης δεν μπορούσε από την γραφή να αναγνωρίσει το όνομά του. Όταν δε κατά την αντεξέταση ζητήθηκε από τον Ενάγοντα να εξηγήσει γιατί είχε προβεί στην αγορά των πιο πάνω φαρμάκων 3,5 μήνες μετά το επίδικο συμβάν ο Ενάγων απάντησε το παράδοξο ότι από μόνος του αγόρασε τα φάρμακα αυτά από το φαρμακείο και ότι κανένας ιατρός δεν του τα είχε συστήσει. Χωρίς, βέβαια, να εξηγήσει πώς γνώριζε τα πιο πάνω φάρμακα ή τον σκοπό που εξυπηρετούν και για τον οποίο λαμβάνονται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν δέχομαι ότι τα φάρμακα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 6 τα συνέστησε στον Ενάγοντα ο ιατρός Μαλλούρης, αλλά ούτε και ότι αυτά εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του Ενάγοντα όπως αυτές προέκυψαν μετά τον επίδικο τραυματισμό. Πρόκειται περί φαρμάκων η αγορά των οποίων δεν δικαιολογήθηκε με αναφορά σε ιατρική ή άλλη μαρτυρία. Καμία ιατρική ή άλλη μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε που να τείνει να αποδείξει την χρησιμότητα ή την ωφελιμότητα των φαρμάκων αυτών στην περίπτωση του Ενάγοντα όπως αυτή εκδηλώθηκε μετά τον επίδικο τραυματισμό. Ο ίδιος δε ο Ενάγων στην μαρτυρία του δεν ανέφερε για ποιο ή ποιους σκοπούς λάμβανε τα πιο πάνω φάρμακα. Όσον δε αφορά το παυσίπονο ο Ενάγων ούτε καν ανέφερε ότι το λάμβανε για τους πόνους που προκλήθησαν σε αυτόν από τον επίδικο περιστατικό. Δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί ότι το παυσίπονο αυτό ο Ενάγων το έλαβε για άλγος που δεν σχετιζόταν με τους επίδικους τραυματισμούς. Επίσης, το γεγονός και μόνο ότι το φάρμακο αυτό είναι παυσίπονο δεν σημαίνει απαραίτητα και δίχως άλλο ότι ήταν κατάλληλο ή το κατάλληλο παυσίπονο στην περίπτωση του Ενάγοντα. Καμία ιατρική ή άλλη μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε που να τείνει να καταδείξει ότι αυτό ήταν κατάλληλο στην περίπτωσή του. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ ότι το ποσό των Λ.Κ.19,74 σεντ αποτελεί φαρμακευτικά έξοδα για τις ανάγκες του Ενάγοντα όπως αυτές προέκυψαν μετά τον επίδικο τραυματισμό. Επίσης, ενώ κατά την δικάσιμο της 17.9.12 και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι μετά το επίδικο περιστατικό βρήκε εργασία σαν οδηγός φορτηγού κατά την δικάσιμο της 1.11.12 και στα πλαίσια της αντεξέτασής του υποστήριξε ότι η αμέσως επόμενη εργασία του μετά το επίδικο ατύχημα ήταν αυτή του πλασιέ. Κατά την δικάσιμο, όμως, της 22.10.12 και πάλι στα πλαίσια της αντεξέτασής του υποστήριξε ότι οδηγός φορτηγού ήταν η τελευταία εργασία που έκανε πριν περί το τέλος του 2011 μείνει άνεργος. Επίσης, ερωτηθείς στην κυρίως εξέταση πότε άρχισε εργασία στην εταιρεία Commandos Security ανέφερε με τόνο ερωτηματικό και, επομένως, όχι θετικό το έτος 2003, πράγμα ανακριβές αφού από την σχετική συμφωνία που κατατέθηκε από τον ΜΥ 2 - Τεκμήριο 14 - προκύπτει ότι οι σχετικές υπηρεσίες αναλήφθησαν δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας κατά την 3.11.04, ημερομηνία υπογραφής της, ήτοι ένα χρόνο μετά. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ο Φίλιππος Σιμιλλίδης είναι φυσιοθεραπευτής. Από το Τεκμήριο, όμως, 5 προκύπτει ότι ο Φίλιππος Σιμιλλίδης είναι ειδικός ορθοπεδικός χειρούργος. Υποστήριξε, επίσης, κατά την κυρίως εξέτασή του ότι υπεβλήθη σε Λ.Κ.300,00 σεντ ιατρικά έξοδα. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του επικαλέσθηκε τα Τεκμήρια 2 -
- Υποστήριξε, επίσης, ότι ο ιατρός Σιμιλλίδης τον χρέωσε και με άλλες Λ.Κ.100,00 σεντ ιατρικά έξοδα. Μόνο που τα ποσά που αναφέρονται στα πιο πάνω αναφερόμενα τεκμήρια συμποσούμενα μαζί με το ισχυρισθέν ποσό των Λ.Κ.100,00 σεντ του ιατρού Σιμιλλίδη δεν δίνουν ως άθροισμα το επικαλεσθέν υπό του Ενάγοντα ποσό των Λ.Κ.300,00 σεντ. Συνακόλουθα ούτε αυτός ο ισχυρισμός του Ενάγοντα δεν είναι αποδεκτός. Χώρια που για το Τεκμήριο 3 έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Ο Ενάγων υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 3 αντιπροσωπεύει αποδείξεις για πληρωμή ιατρικών εξόδων στις Ιατρικές Υπηρεσίες του κράτους. Τίποτα τέτοιο δεν καταδεικνύεται μέσα από το πιο πάνω τεκμήριο. Ό,τι δε από την όψη του πιο πάνω τεκμηρίου μπορώ να αντιληφθώ είναι ότι αυτό πιθανόν να αποτελεί την πρώτη σελίδα δύο κυβερνητικών καρτών με τους αριθμούς που σε αυτές αναγράφονται. Τα δε ποσά που αναγράφονται στην καθεμιά, ήτοι Λ.Κ.10,00 σεντ, αποτελούν, όπως ρητά σε αυτές αναφέρεται, το τέλος για την έκδοσή τους. Και όχι απόδειξη πληρωμής ιατρικών εξόδων που παρασχέθηκαν στον Ενάγοντα από τις Ιατρικές Υπηρεσίες του κράτους. Συνακόλουθα δεν δέχομαι ότι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.20,00 σεντ αποτελεί ιατρικά έξοδα. Επανερχόμενος στα σημεία 1-7 που δεν αποδέχθηκα από την μαρτυρία του έχω επιπρόσθετα να αναφέρω τα ακόλουθα. Αναφορικά με την αναρρωτική άδεια που έλαβε ο Ενάγων πρόβαλε αντιφατικούς ισχυρισμούς. Ενώ κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι έλαβε αναρρωτική άδεια για περίοδο 4 μηνών και όχι με τρόπο θετικό αφού η απάντησή του είχε τόνο ερωτηματικό, κατά την κυρίως εξέταση υποστήριξε ότι οι ιατροί του του συνέστησαν να απέχει από την εργασία του περίοδο 6 μηνών. Επίσης, κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι το έτος 2005 βρήκε δουλειά 3 μήνες μετά που έληξαν οι αναρρωτικές άδειες που του έδωσαν οι ιατροί. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι το έτος 2005 εργάσθηκε μόνο 4 μήνες αν και πάλι όχι με τρόπο θετικό αφού η δήλωση του είχε τόνο ερωτηματικό. Ο τελευταίος ισχυρισμός δεν συνάδει ούτε με τον ισχυρισμό ότι η αναρρωτική άδεια ήταν διάρκειας 4 μηνών, αλλά ούτε και με τον ισχυρισμό ότι αυτή ήταν διάρκειας 6 μηνών. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης πρόβαλε, όπως είδαμε, τον ισχυρισμό ότι το ποσό των Λ.Κ.1.413,00 που αποτελεί το σύνολο των ασφαλιστέων αποδοχών του για το έτος 2005 αντιστοιχεί σε μισθούς 6 μηνών. Σε άλλη δικάσιμο αντεξεταζόμενος υποστήριξε ότι μετά το επίδικο ατύχημα παρήλθε ένας χρόνος για να βρει νέα δουλειά. Υπό το φως των πιο πάνω ανακριβειών και ασαφειών δεν μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε εύρημα αναφορικά με την διάρκεια της αναρρωτικής άδειας, αν και δέχομαι ότι έλαβε αναρρωτική άδεια. Και αυτό γιατί θεωρώ ότι εν' όψει των τραυματισμών του κάτι τέτοιο ήταν λογικό και αναμενόμενο. Χώρια που κανένας από τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που άπτονται της διάρκειας της αναρρωτικής άδειας δεν υποστηρίχθηκε από άλλη μαρτυρία. Ο θεράπων ιατρός του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού δεν κλήθηκε να καταθέσει στην υπόθεση, ο δε ιατρός Μαλλούρης ερωτηθείς κατά την κυρίως εξέταση αν είχε δώσει στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια δεν θυμόταν να απαντήσει. Επίσης, στο ιατρικό πιστοποιητικό - Τεκμήριο 9 - αναφέρεται ότι δόθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι 30.4.05, ήτοι για περίοδο μικρότερη και από 4 μήνες ακόμα, αν και για τον λόγο που επεξηγείται στα πλαίσια της αξιολόγησης του ΜΕ 2 ούτε αυτή η δήλωση δεν είναι αποδεκτή. Επίσης, το Τεκμήριο Α΄ για Αναγνώριση αποτελείται από 4 «Πιστοποιητικά Ασθενείας», το σωρευτικό αποτέλεσμα των οποίων είναι ότι δόθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια από τις 22.1.05 μέχρι τις 30.4.
- Το πρόσωπο, όμως, που τα συνέταξε δεν κλήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα για να τα αναγνωρίσει. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τις πάγιες νομολογιακές αρχές τα πιο πάνω έγγραφα παρέμειναν χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Τέλος, ο ισχυρισμός του Ενάγοντα, ο οποίος, εν πάση περιπτώσει για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι αποδεκτός, ότι εντός του έτους 2004 έλαβε ανεργιακό επίδομα για περίοδο 6 μηνών δεν αποτελεί απαραίτητα και δίχως άλλο απόδειξη ότι και η αναρρωτική του άδεια ήταν της ίδιας διάρκειας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι το έτος 2005 έλαβε ανεργιακό επίδομα για περίοδο 6 μηνών επιπρόσθετα αναφέρω ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων που να τείνει να τον αποδείξει. Επίσης, καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων που να τείνει να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι τα έτη 2003 και 2004 ο Ενάγων απείχε από την εργασία του για περίοδο 6 μηνών για καθένα από τα πιο πάνω έτη. Ούτε και προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από το πρόσωπο που τον εργοδότησε στην πρώτη του εργασία μετά το επίδικο ατύχημα. Επανερχόμενος στο ζήτημα της απώλειας απολαβών το ερώτημα που τίθεται επί τάπητος είναι αν κατά πόσο από το Τεκμήριο 1 σε συνδυασμό με την μαρτυρία του Ενάγοντα το Δικαστήριο δύναται να καταλήξει με ασφάλεια σε εύρημα ως προς το ύψος των απολαβών του από το επάγγελμα του οικοδόμου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά την 22.1.
- Αφού και από την Έκθεση Απαίτησής του προκύπτει ότι αυτές είναι οι απολαβές τις οποίες ο Ενάγων αξιώνει ως απωλεσθείσες συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι τα ποσά που εμφαίνονται ως οι ασφαλιστέες αποδοχές του Ενάγοντα κατά τα έτη 1990 - 2004 δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον πιο πάνω σκοπό. Για σκοπούς διακρίβωσης του ύψους των απολαβών του Ενάγοντα από το επάγγελμα του οικοδόμου κατά τον ουσιώδη χρόνο, αφού σύμφωνα με την μαρτυρία του το Τεκμήριο 1 δεν περιλαμβάνει εισφορές από το επάγγελμα του φρουρού ασφαλείας, κρίνω πως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε και το συνολικό ύψος των ασφαλιστέων αποδοχών του Ενάγοντα για το έτος 2005 αφού αυτό κατά το μεγαλύτερο του μέρος περιλαμβάνει και αποδοχές που ο Ενάγων είχε από εργασία μετά το επίδικο ατύχημα και συγκεκριμένα μετά από πάροδο κάποιου χρόνου μετά την λήξη της αναρρωτικής του άδειας σύμφωνα με την μαρτυρία του. Συνεπεία των πιο πάνω το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί σε εύρημα περί του ύψους των απολαβών του Ενάγοντα κατά τις 22.1.05 από την εργασία του οικοδόμου. Και αν ακόμα λανθάνομαι στην κρίση μου ότι για σκοπούς διακρίβωσης των απολαβών του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το συνολικό ύψος των ασφαλιστέων αποδοχών του για το έτος 2005 και πάλι το πιο πάνω ποσό δεν προσφέρεται για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων αφού από την μαρτυρία του Ενάγοντα και για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν κατέληξα σε εύρημα αναφορικά με την διάρκεια της αναρρωτικής άδειας που ο Ενάγων έλαβε. Οπότε και δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα αναφορικά με τον ακριβή χρόνο που ο Ενάγων εργάσθηκε εντός του έτους
- Όσον δε αφορά το ύψος των απολαβών του από την εργασία του φρουρού ασφαλείας υπενθυμίζεται ότι ο Ενάγων κρίθηκε αναξιόπιστος. Επίσης, αν και από την μαρτυρία του Ενάγοντα δέχομαι ότι αυτός επισκεπτόταν το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για καθαρισμό των πληγών του και για υποβολή σε φυσιοθεραπεία εν' όψει της εντύπωσης που μου άφησε για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν δέχομαι ως ακριβή τον υπό αυτού ισχυριζόμενο χρονικό προσδιορισμό, ότι, δηλαδή, οι επισκέψεις αυτές διήρκησαν 4 μήνες όπως κατά την κυρίως εξέτασή του ο Ενάγων υποστήριξε. Κατά συνέπεια, δεν δέχομαι ότι η υποβολή σε καθαρισμό των πληγών και φυσιοθεραπεία διήρκησαν για το χρονικό διάστημα που ισχυρίσθηκε στην μαρτυρία του και πιο πάνω αναφέρεται. Κατά την αντεξέταση ο Ενάγων υποστήριξε ότι δεν γνωρίζει τον Εναγόμενο 1 και ότι ουδέποτε τον είδε στην ζωή του. Αρνήθηκε, επίσης, ότι του έγινε καθ' οιονδήποτε χρόνο παρατήρηση για την άσκηση των καθηκόντων του εκ μέρους της Εναγόμενης
- Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αποδεκτοί. Ο ΜΥ 2 κατά την μαρτυρία του υποστήριξε ότι συνάντησε τον Ενάγοντα στην αποθήκη όταν ο τελευταίος είχε πάει εκεί για να πληρωθεί εκ μέρους του εργοδότη του. Μόνο που δεν τον πλήρωσε γιατί ο Ενάγων ήταν μεθυσμένος. Υποστήριξε, επίσης, ο Ενάγων ότι ο ιατρός Σιμιλλίδης του ανέφερε ότι είχε διαγνώσει πρόβλημα στον τένοντα και ότι είναι απαραίτητο να υποβληθεί σε εγχείρηση. Μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί στην εγχείρηση αυτή καθότι δεν έχει τα απαιτούμενα χρήματα. Αν και δέχομαι ότι ο Ενάγων αποτάθηκε και στον ιατρό Σιμιλλίδη ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι παρουσιάζει πρόβλημα στον τένοντα και ότι συντρέχει ανάγκη για υποβολή σε εγχείρηση για αποκατάσταση του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στις έγγραφές του προτάσεις. Επομένως, ούτε και ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι η εγχείρηση αυτή θα στοιχίσει Λ.Κ.1.000,00 σεντ σύμφωνα με ό,τι πληροφόρησε τον Ενάγοντα ο ιατρός Σιμιλλίδης εμπίπτει στις δικογραφημένες θέσεις του και μπορεί να γίνει αποδεκτός. Σημειώνεται ότι ό,τι σχετικό περί εγχείρησης αξιώνεται στην Έκθεση Απαίτησης είναι το ποσό των Λ.Κ.1.000,00 σεντ ως έξοδα για «μελλοντική πλαστική επέμβαση» (παράγραφος (δ) υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών του Ενάγοντα») και όχι για εγχείρηση για αποκατάσταση του τένοντα. Πρόκειται, προδήλως, για την ίδια επέμβαση στην οποία αναφέρθηκε στην μαρτυρία του ο ιατρός Μαλλούρης, ήτοι πλαστική εγχείρηση για σκοπούς αποκατάστασης των ουλών, και για την επέμβαση που αναφέρεται στην προτελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου
- Μόνο που με την μαρτυρία του ο Ενάγων δεν υποστήριξε τον πιο πάνω ισχυρισμό. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν έκανε αναφορά ο Ενάγων επί του προκειμένου σημείου και συναφώς δεν υποστήριξε ότι επιθυμεί ή προτίθεται να υποβληθεί σε μια τέτοια εγχείρηση, πράγμα που σημαίνει ότι η με την παράγραφο (δ) δικογραφημένη αξίωση υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών του Ενάγοντα» για έξοδα πλαστικής μελλοντικής εγχείρησης παρέμεινε αναπόδεικτη. Και αν ακόμα ήθελε η κρίση μου για όσα πιο πάνω αναφέρονται είναι εσφαλμένη και ότι το ορθό είναι ότι ο ισχυρισμός περί αναγκαιότητας σε υποβολή εγχείρησης για αποκατάσταση του τένοντα καλύπτεται από την πιο πάνω παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και πάλι δεν θα ήμουν διατεθειμένος να τον δεχθώ. Και αυτό γιατί ο ιατρός Σιμιλλίδης δεν κλήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα να καταθέσει αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, το οποίο χρήζει εμπειρογνωμοσύνης και για τον λόγο αυτό προς υποστήριξή του κρίνεται απαραίτητη η προσαγωγή ιατρικής μαρτυρίας. Συν τοις άλλοις, σύμφωνα με τον ιατρό Μαλλούρη, ΜΕ 2, ο οποίος είναι ειδικός γενικός χειρούργος και κρίνω πως είναι, επίσης, αρμόδιος για να καταθέσει για το υπό συζήτηση ζήτημα, ο Ενάγων δεν υπέστη διατομή τενόντων ή οποιαδήποτε έκπτωση μυϊκής λειτουργίας. Κατά συνέπεια, μη αποδεκτά θα ήταν και τα όσα ο Ενάγων ανέφερε για το κόστος της εγχείρησης αυτής. Εκτός από την μαρτυρία του Ενάγοντα η οποία δεν έγινε αποδεκτή, όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Δεύτερος μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε ο ιατρός Ανδρέας Μαλλούρης. Ο μάρτυρας είναι ειδικός γενικός χειρούργος και ασκεί το επάγγελμά του στην Κύπρο αδιαλείπτως από το 1985 μέχρι και σήμερα. Εξέτασε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα δέκα περίπου ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό, ήτοι περί το τέλος του Ιανουαρίου του 2005, και τον υπέβαλε σε πέντε συνολικά θεραπείες οι οποίες διενεργούνταν κάθε φορά στο ιατρείο του. Η θεραπεία συνίστατο σε ειδικές λάμπες, BIO BIN 660, όπως ο μάρτυρας τις ονόμασε, τις οποίες εφάρμοζε για μισή ώρα περίπου κάθε φορά στις δύο μεγάλες πληγές που ο Ενάγων έφερε στον δεξιό βραχίονα και, συγκεκριμένα, στο κάτω τρίτο του δεξιού βραχίονα στα σύνορα με τον αντιβραχίονα. Οι λάμπες αυτές χρησιμοποιούνται σε περιτπώσεις δύσκολων πληγών όπως ήταν και οι πιο πάνω αναφερόμενες για καλύτερη επούλωσή τους. Δεν του έκανε περισσότερες θεραπείες με την πιο πάνω μέθοδο καθότι τα οικονομικά μέσα του Ενάγοντα ήταν περιορισμένα. Όταν ολοκληρώθηκαν οι πιο πάνω θεραπείες ο μάρτυρας συνέστησε στον Ενάγοντα την επάλειψη με ειδικό τζέλ, το Contractubex Gel, όπως το ονόμασε, για περίοδο 6 μηνών για να «σβήσουν» όσο μπορούσαν οι πληγές και, κατ' επέκταση, οι ουλές. Στην αντεξέταση πρόσθεσε ότι μετά την λήξη των 6 μηνών συνέστησε στον Ενάγοντα να κάνει χρήση του τζελ για άλλους 6 μήνες. Οι προαναφερθείσες πληγές ήταν πολύ άσχημες καθότι είχαν μεγάλη έκταση και βάθος. Δεν μπορούσαν να συρραφούν γι' αυτό και στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου ο Ενάγων αρχικά αποτάθηκε, δεν έγινε συρραφή τους. Ο Ενάγων, ακολούθως, αποτάθηκε στον μάρτυρα καθότι οι πληγές ούσες σοβαρές έχρηζαν ειδικής θεραπείας. Τα αποτελέσματα των θεραπειών με τις λάμπες ήταν καλά πλην όμως οι πληγές άφησαν άσχημα σημάδια. Ενδεικτικά ανέφερε ότι αν ο Ενάγων ήταν γυναίκα θα της συνιστούσε να τις διορθώσει με πλαστική εγχείρηση. Επίσης, με την αλλαγή του καιρού ο Ενάγων θα αισθάνεται πόνο. Παράλληλα με τις θεραπείες ο Ενάγων επισκεπτόταν και το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για θεραπεία και για να λαμβάνει αντιβίωση, κρέμες και παυσίπονα. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού δεν παρείχετο η δυνατότητα θεραπείας με λάμπες. Βασιζόμενος στην πείρα του υποστήριξε ότι οι πληγές αυτές προκλήθηκαν από δάγκωμα σκύλου. Ο Ενάγων έφερε και άλλες πολλές πληγές τόσο στο δεξί πάνω άκρο όσο και στο αριστερό πάνω άκρο, οι οποίες, όμως, ήταν επιπόλαιες και μικροσκοπικές. Στο δεξί πάνω άκρο έφερε 5 με 6 πληγές συμπεριλαμβανομένων και των δύο μεγάλων. Στο αριστερό πάνω άκρο οι πληγές ήταν μικρότερες στον αριθμό. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε ιατρικό πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 13.4.05 το οποίο είχε λάβει από τον Ενάγοντα. Ο τελευταίος το εξασφάλισε κατόπιν αίτησης που υπέβαλε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και κατόπιν παρότρυνσης του μάρτυρα όταν ο Ενάγων ζήτησε από τον τελευταίο την έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού. Ο λόγος που ο μάρτυρας ζήτησε από τον Ενάγοντα να αποταθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για έκδοση ιατρικού πιστοποιητικού ήταν γιατί εκεί είχε αρχίσει την θεραπεία του ο Ενάγων. Το εν λόγω έγγραφο σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Το περιεχόμενό του κρίθηκε από τον μάρτυρα ικανοποιητικό, γι' αυτό και ο τελευταίος δεν εξέδωσε δικό του πιστοποιητικό. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας διασαφήνισε τα ακόλουθα: οι σοβαρές πληγές του Ενάγοντα ήταν σπάνιες και η όψη τους ήταν χαρακτηριστική του συμπεράσματός του ότι είχαν προκληθεί από δάγκωμα σκύλου. Ήταν διαφορετικές από τις συνήθεις απλές πληγές. Ήταν ξεσχισμένες και δεν είχαν ίσια σύνορα εκτός από τις δύο μεγάλες πληγές στο δεξιό βραχίονα ο Ενάγων έφερε και άλλα τραύματα τόσο στο αριστερό πάνω άκρο όσο και στο δεξιό πάνω άκρο. Αυτά, όμως, τα τραύματα ήταν επιπόλαια και μικροσκοπικά. Γι' αυτό και γι' αυτά δεν είχε υποβάλει τον Ενάγοντα σε θεραπεία με λάμπες. Τα τραύματα αυτά διαλύθηκαν με επάλειψη τζελ. οι τραυματισμοί δεν επηρέασαν την ικανότητα του Ενάγοντα για εργασία. Ο Ενάγων είναι ικανός για εργασία οι θεραπείες ολοκληρώθηκαν σε μια εβδομάδα και έλαβαν χώρα επί καθημερινής βάσεως και εντός των πέντε εργάσιμων ημερών ο Ενάγων επισκέφθηκε τον Ενάγοντα άλλες δύο φορές. Την πρώτη για να λάβει ο Ενάγων από τον μάρτυρα το Τεκμήριο 4 και την δεύτερη για να παραδώσει ο Ενάγων στον μάρτυρα το Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας και τις δύο πιο πάνω φορές παρατήρησε την πορεία των τραυμάτων και πείσθηκε ότι ο Ενάγων έκανε χρήση του τζελ αφού έκρινε το αποτέλεσμα καλό. Η τελευταία φορά που είδε τον Ενάγοντα ήταν μέσα στον Απρίλιο του 2005 και μετά την ημερομηνία έκδοσης του Τεκμηρίου
- Ο μάρτυρας αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο 4 ως την απόδειξη που ο ίδιος εξέδωσε και παρέδωσε στον Ενάγοντα κατόπιν παράκλησης του τελευταίου για την θεραπεία που του πρόσφερε. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε ο μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν σαφής και θετικός στην μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Ήταν, επίσης, αντικειμενικός αφού δεν δίστασε να υποστηρίξει ότι τα τραύματα του Ενάγοντα δεν επηρέασαν την ικανότητα του για εργασία και ότι εκτός από τα δύο μεγάλα τα υπόλοιπα ήταν επιπόλαια και οι ουλές που τα τελευταία προκάλεσαν εξαλείφθηκαν πλήρως. Κατά την αντεξέταση συμφώνησε, επίσης, με την προτελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 9 σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων «από πλευράς ορθοπαιδικής δεν παρουσίαζε διατομή τενόντων ή έκπτωση μυϊκής λειτουργίας». Η μαρτυρία του μάρτυρα ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης αφού η Υπεράσπιση περιορίσθηκε σε αντεξέταση κυρίως διευκρινιστικού χαρακτήρα. Συναφώς, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση τα τραύματα του Ενάγοντα, όπως τα εξέθεσε στην μαρτυρία του ο μάρτυρας, η θεραπεία που ο μάρτυρας εφάρμοσε στον Ενάγοντα αλλά ούτε και η θέση του μάρτυρα ότι αυτά είχαν προκληθεί από δάγκωμα σκύλου, θέση την οποία κρίνω πως με την μαρτυρία του ο μάρτυρας τεκμηρίωσε ικανοποιητικά. Ο μάρτυρας μπορεί να υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, προκύπτει, όμως, από το εν λόγω έγγραφο ότι αυτό κατά το μεγαλύτερο μέρος περιέχει δηλώσεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση και αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία. Προκύπτει, επίσης, ότι η υιοθέτηση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 9 από τον μάρτυρα έγινε καθότι, προδήλως, ο μάρτυρας θεώρησε ότι τα όσα σε αυτό καταγράφονται είναι αληθή ως απόρροια των όσων θα αναμένονταν να σημειωθούν ως αποτέλεσμα των τραυμάτων που ο Ενάγων υπέστη από το επίδικο περιστατικό. Στην ουσία, όμως, το μόνο που ο μάρτυρας ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει από το Τεκμήριο 9 θετικά και ως απόρροια της προσωπικής του γνώσης είναι ότι ο Ενάγων υπέστη τραυματισμό στον δεξιό βραχίονα καθώς και το ιατρικό συμπέρασμα που αναφέρεται στην προτελευταία παράγραφο και που πιο πάνω αναφέρθηκε και το οποίο ο μάρτυρας υιοθέτησε. Αναφορικά με την εξ' ακοής μαρτυρία αναφέρονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου απλά και μόνο γιατί είναι εξ' ακοής (άρθρο 24
(1)του Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε). Εξ' ακοής μαρτυρία σημαίνει την δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή (άρθρο 23 του Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε). Σύμφωνα δε με το άρθρο 27, εδάφιο 1, του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Στο εδάφιο 2 του πιο πάνω άρθρου παρατίθενται κάποιες παράμετροι τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατά το έργο της αξιολόγησης εξ' ακοής μαρτυρίας. Σημειώνεται ότι το εδάφιο αυτό δεν είναι ανεξάντλητο αφού σε αυτό ρητά αναφέρεται ότι οι πιο πάνω παράμετροι δεν είναι χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
- Αναφορικά με την πρώτη παράγραφο του Τεκμηρίου 9 έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Έχω ήδη αποδεχθεί ότι ο Ενάγων στις 22.1.05 δέχθηκε επίθεση από σκύλο. Επίσης, αν και ο μάρτυρας κατά την μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι τα τραύματα στον δεξιό βραχίονα ήταν στην έξω και πρόσθια επιφάνεια δέχομαι την πιο πάνω δήλωση αφού ο μάρτυρας ο οποίος είχε την ευκαιρία να δει, εξετάσει και υποβάλει τον Ενάγοντα σε θεραπεία, υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Το περιεχόμενο της πρώτης παραγράφου είναι, επομένως, αποδεκτό. Αναφορικά με την δεύτερη παράγραφο έχω ήδη αποδεχθεί στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα ότι ο τελευταίος μετά το επίδικο περιστατικό μετέβη στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου και έγινε περιποίηση των τραυμάτων του. Δέχομαι, επίσης, ότι τα τραύματα «παρέμειναν ανοικτά για σύγκλιση», παρά την περί του αντιθέτου θέση του Ενάγοντα σύμφωνα με τον οποίο στο Νοσοκομείο του είχαν δέσει τις πληγές και ότι ο μάρτυρας του τις είχε ανοίξει. Επί του προκειμένου γίνεται αποδεκτή η υπό συζήτηση δήλωση του Τεκμηρίου 9 αφού ο μάρτυρας ο οποίος, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, εξέτασε τον Ενάγοντα λίγες ημέρες μετά την επίσκεψή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, είχε την δυνατότητα να δει και να διαπιστώσει αν στο Νοσοκομείο είχε γίνει περίδεση ή αν τα τραύματα είχαν παραμείνει ανοικτά. Αξίζει να σημειωθεί ότι, αφενός, ο Ενάγων δεν υποστήριξε ότι είχε αφαιρέσει ο ίδιος την περίδεση πριν επισκεφθεί τον μάρτυρα, τουναντίον, θέση του ήταν ότι ο μάρτυρας του είχε ξεδέσει τις πληγές, αφετέρου, ο μάρτυρας σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν υποστήριξε ότι ο Ενάγων είχε προσέλθει σε αυτόν με τις πληγές δεμένες. Τουναντίον, υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 και έτσι πράττοντας επιβεβαίωσε την αλήθεια της εν λόγω δήλωσης διαψεύδοντας τον Ενάγοντα. Το περιεχόμενο της δεύτερης παραγράφου είναι, επομένως, επίσης, αποδεκτό. Στην τρίτη παράγραφο του Τεκμηρίου 9 αναφέρεται ότι δόθηκαν στον Ενάγοντα αντιβίωση και παυσίπονα. Και ότι, επίσης, ο Ενάγων προσερχόταν καθημερινά στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για αλλαγές. Δέχομαι, ότι ο Ενάγων επισκεπτόταν τα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Η δήλωση αυτή επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα. Δέχομαι, επίσης, ότι παρακολουθείτο από το Τμήμα Γενικής Χειρουργικής. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ότι οι επισκέψεις αυτές ήταν καθημερινές ή ότι είχαν δοθεί στον Ενάγοντα από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού αντιβίωση και παυσίπονα. Ο Ενάγων κατά την μαρτυρία του δεν αναφέρθηκε στην συχνότητα των επισκέψεών του στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Ούτε και στο ότι του είχαν δοθεί από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού αντιβίωση και παυσίπονα. Καμία τέτοια αναφορά δεν γίνεται στην μαρτυρία του. Ό,τι επί του προκειμένου ο Ενάγων υποστήριξε κατά την κυρίως εξέτασή του ήταν ότι κατά τις επισκέψεις του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού του γινόταν καθαρισμός των πληγών και υποβαλλόταν σε φυσιοθεραπεία. Δεν μου διαφεύγει ότι ήταν, επίσης, ισχυρισμός του μάρτυρα ότι παράλληλα με τις θεραπείες στις οποίες υπέβαλλε τον Ενάγοντα ο τελευταίος επισκεπτόταν και το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για να λαμβάνει αντιβίωση, κρέμες και παυσίπονα. Δεν διασαφήνισε, όμως, ο μάρτυρας με ποιο τρόπο άντλησε την πιο πάνω πληροφόρηση. Στηρίχθηκε σε ό,τι του είπε ο Ενάγων ή ο Ενάγων προχώρησε και ανέφερε ή έδειξε στον μάρτυρα τα πιο πάνω φάρμακα ώστε ο μάρτυρας βεβαιώθηκε ότι όντως είχαν δοθεί στον Ενάγοντα και ότι ο Ενάγων είχε λάβει από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού αντιβίωση, κρέμες και παυσίπονα; Πάντως, ο μάρτυρας στην μαρτυρία του δεν έκανε αναφορά στα ονόματα οποιωνδήποτε φαρμάκων τα οποία είχαν δοθεί στον Ενάγοντα από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Υπό το φως των πιο πάνω ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του μάρτυρα δεν είναι αποδεκτός. Επίσης, καμία μαρτυρία δεν δόθηκε που να επιβεβαιώνει ότι το πρόσωπο που συνέταξε το Τεκμήριο 9 είναι και το πρόσωπο που παρακολουθούσε τον Ενάγοντα στα εξωτερικά ιατρεία ή ο θεράπων ιατρός του, ούτε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να αποδείξει από πού ο συντάξας του Τεκμηρίου 9 άντλησε την πληροφόρησή του σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα. Με τα πιο πάνω κενά που παρουσιάζονται δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Ενάγων επισκεπτόταν τα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού επί καθημερινής βάσεως - αν και δέχομαι ότι επισκεπτόταν τα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού σύμφωνα με την μαρτυρία του - ή ότι δόθηκαν από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στον Ενάγοντα αντιβίωση, παυσίπονα και κρέμες ή ότι συνεστήθη στον Ενάγοντα επίσκεψη σε πλαστικό χειρούργο προς αντιμετώπιση των ουλών ή ότι δόθηκε στον Ενάγοντα αναρρωτική άδεια μέχρι 30.4.
- Αναφορικά με το τελευταίο ζήτημα υπενθυμίζεται ότι ούτε και η μαρτυρία του Ενάγοντα επί του προκειμένου δεν έγινε αποδεκτή. Δέχομαι, όμως, ότι συνεστήθη στον Ενάγοντα φυσιοθεραπεία. Ο Ενάγων με την μαρτυρία του, η οποία έγινε αποδεκτή επί του σημείου τούτου, υποστήριξε ότι επισκεπτόταν τα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για υποβολή σε φυσιοθεραπεία, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Δέχομαι, επίσης, ότι οι ουλές που άφησαν οι δύο μεγάλες πληγές χρήζουν διορθωτικής πλαστικής επέμβασης. Και αυτό ανεξάρτητα από ό,τι ενωρίτερα λέχθηκε αναφορικά με την απουσία οποιασδήποτε επί του προκειμένου μαρτυρίας από τον ίδιο τον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας ήταν θετικός στην μαρτυρία του και δεν αμφισβητήθηκε ούτε επί του προκειμένου σημείου από την Υπεράσπιση. Άλλωστε, και το ίδιο το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τις δει και να διαπιστώσει ότι αυτές είναι μεγάλες σε έκταση και αρκετά δύσμορφες σε βαθμό που η διόρθωσή τους με πλαστική εγχείρηση να κρίνεται αναγκαία. Επίσης, δεν θεωρώ ότι είναι λογικό να υποστηριχθεί ότι το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν είναι γυναίκα η ανάγκη για διόρθωση των δύο μεγάλων ουλών καθίσταται λιγότερο επιβεβλημένη ή μη αναγκαία. Αναφορικά με τα όσα αναφέρονται στην προτελευταία παράγραφο του Τεκμηρίου 9 για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν δέχομαι ότι ο Ενάγων δεν παρουσίαζε διατομή τενόντων ή έκπτωση μυϊκής λειτουργίας. Εκτός, λοιπόν, από το μέρος εκείνο της μαρτυρίας του μάρτυρα που δεν αποδέχθηκα όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του κρίνεται αποδεκτή. Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Χαράλαμπος Χρυσοστόμου. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι κάτοχος διπλώματος εκπαιδευτή σκύλων, ήτοι instructor trainer, του British Institute of Professional Dog Trainers του Ηνωμένου Βασιλείου (Τεκμήριο 10). Κατέχει επαγγελματική άδεια για να ασκεί το πιο πάνω επάγγελμα στην Κύπρο από το έτος 2005, η δε επαφή του με τους σκύλους άρχισε από ηλικίας 5 ετών καθότι και ο πατέρας του ήταν εκπαιδευτής σκύλων και εξακολουθεί να είναι από τεσσαρακονταετίας. Είναι μέτοχος και ο γραμματέας της εταιρείας Hausmandos Ventures Ltd, η οποία ασχολείται με την εκπαίδευση και εκτροφή σκύλων και η οποία παρέχει, επίσης, υπηρεσίες φιλοξενίας σκύλων. Η εταιρεία ιδρύθηκε το έτος 2004 και τα υποστατικά της βρίσκονται στα Πάνω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού. Τα νευραλγικά σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα είναι τα ακόλουθα: όταν ένα πρόσωπο έχει καθημερινή σωματική επαφή για περίοδο 6 μηνών με ένα σκύλο οποιασδήποτε ράτσας, τότε, έχει δημιουργηθεί - κτισθεί μια φιλική σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του σκύλου. Υπό αυτές τις συνθήκες και σύμφωνα με την εμπειρία του μάρτυρα ο σκύλος δεν θα επιτεθεί στον άνθρωπο εκτός αν στον σκύλο έχει ασκηθεί οποιασδήποτε μορφής βία ή αν ο σκύλος έχει δεχθεί πρόκληση μια χρονική περίοδος 6 μηνών είναι ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για να κτισθεί η φιλική σχέση που πιο πάνω αναφέρθηκε και υπό τις συνθήκες που πιο πάνω περιγράφηκαν αν ο σκύλος στον χώρο που βρίσκεται έχει, μάλιστα, και την δυνατότητα να κοινωνικοποιείται με πάρα πολλά άτομα που βρίσκονται στον ίδιο χώρο η πιθανότητα να επιτεθεί στον άνθρωπο μειώνεται στο ελάχιστο όταν κάποιος εισέρχεται στον χώρο όπου βρίσκεται ο σκύλος και προβαίνει σε χάδια με δεδομένο ότι έχει δημιουργηθεί η φιλική σχέση στην βάση του ότι, μεταξύ άλλων, οι συναντήσεις στην υπό εξέταση περίπτωση διήρκησαν περίοδο 6 μηνών δεν αναμένεται ο σκύλος να επιτεθεί στον άνθρωπο. Με το να είναι ελεύθερος ο σκύλος και όχι περιορισμένος και έχει αφήσει τον άνθρωπο να εισέρχεται στον χώρο του για περίοδο 6 μηνών, τότε, έχει αποδεχθεί τον άνθρωπο και τον βλέπει πλέον φιλικά υπό τις πιο πάνω συνθήκες ο σκύλος θα μπορούσε να προκαλέσει σωματική βλάβη σε άνθρωπο μόνο κατά την διάρκεια παιγνιδιού με τον άνθρωπο, είτε με τα νύχια του, είτε με τα δόντια του. Κατά την αντεξέταση ερωτούμενος ο μάρτυρας σχετικά διασαφήνισε ότι η σωματική εκείνη επαφή με την οποία δύναται να κτισθεί φιλική σχέση μεταξύ ενός σκύλου και του ανθρώπου περιλαμβάνει και την επαφή από απόσταση το μάξιμουμ 10 εκαστοστών. Καθότι από την απόσταση αυτή ο σκύλος έχει μάθει την μυρωδιά του ανθρώπου, τον ήχο του και τον τρόπο που περπατά οπότε και έχει πλέον συνηθίσει τον άνθρωπο. Αν δε ο σκύλος είναι ελεύθερος και αφήνει τον άνθρωπο να εισέρχεται εντός του χώρου του για περίοδο 6 μηνών, τότε, έχει αποδεχθεί τον άνθρωπο και τον βλέπει πλέον φιλικά. Υπό αυτές τις περιστάσεις αν εκλάβει μια κίνηση του ανθρώπου ως επίθεση εναντίον του ο σκύλος δεν θα επιτεθεί στον άνθρωπο παρά μόνο θα απομακρυνθεί από αυτόν φοβισμένος. Καθότι ο σκύλος έχει πλέον αγαπήσει τον άνθρωπο ακόμα και αν αυτό δεν είναι αμοιβαίο από την πλευρά του ανθρώπου. Κρίνω ότι με βάση τα προσόντα και, κυρίως, την ενασχόληση και την πολύχρονη εμπειρία του μάρτυρα με το συγκεκριμένο είδος ζώου, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Ενάγοντα, ο μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας για το θέμα για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει σε αντίθεση με την περί του αντιθέτου θέση η οποία τέθηκε στον μάρτυρα από την πλευρά του Ενάγοντα. Δέχομαι ότι μπορεί να κτισθεί μια φιλική σχέση μεταξύ του σκύλου και του ανθρώπου. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ότι η σχέση αυτή δημιουργείται πάντοτε κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε ο μάρτυρας. Κρίνω, αφενός, πως η πιο πάνω θέση είναι υπεραπλουστευμένη, αφετέρου, αντίκειται στην κοινή αντίληψη και εμπειρία η οποία βασίζεται στο ότι έχομε να κάνομε με ένα ζώο που ενεργεί στην ουσία στην βάση των ενστίκτων του και όχι στην βάση της λογικής και των συναισθημάτων. Πόσο μάλλον ότι η μόνη περίπτωση κατά την οποία μπορεί σκύλος να τραυματίσει άνθρωπο είναι κατά την διάρκεια παιγνιδιού και μόνο. Και αυτό εντελώς άθελα, όπως από την μαρτυρία του μάρτυρα ευκρινώς προκύπτει. Θεωρώ δε πως άλλη είναι η επαφή που έχει, για παράδειγμα, ένας σκύλος - κατοικίδιο - με τον αφέντη του και άλλη η επαφή που είχε ο Ενάγων με τον σκύλο. Η προσπάθεια του μάρτυρα να γενικεύσει το θέμα και να κατατάξει όλες τις περιπτώσεις σε μια δεν με πείθει ως αντιβαίνουσα στην λογική και την κοινή αντίληψη. Μπορεί εύλογα να γίνουν αποδεκτά τα όσα ο μάρτυρας υποστήριξε ως η γνώμη του και στην κρινόμενη περίπτωση με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αυτή εμφανίζει; Ότι, δηλαδή, ο Ενάγων συναντούσε και εισερχόταν στον χώρο όπου ζούσε ο σκύλος, αν και συχνά κατά την διάρκεια της νύκτας και επί καθημερινής βάσης, πλην όμως για μερικά μόνο λεπτά κάθε φορά και στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του; Και ότι ο Ενάγων με την μαρτυρία του υποστήριξε ότι πάντα έτρεφε κάποιο φόβο για τον σκύλο, γι' αυτό και τον χάιδευε. Φρονώ πως όχι. Ο Ενάγων χαίδευε τον σκύλο, ουσιαστικά, για να τον καλοπιάνει, αφού συχνά ο σκύλος έδειχνε να μην έχει φιλικές διαθέσεις προς τον Ενάγοντα, όπως ο Ενάγων ενδεικτικά κατά την μαρτυρία του υποστήριξε. Ο σκύλος συχνά «άρρωνε», όπως ενδεικτικά υποστήριξε στην μαρτυρία του ο Ενάγων όταν έβλεπε τον τελευταίο. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ο Ενάγων και η μαρτυρία του έγινε αποδεκτή επί του προκειμένου ότι πάντοτε χαίδευε τον σκύλο για να μπορέσει να εισέλθει εντός του περιφραγμένου χώρου της αποθήκης καθότι αυτό που εισέπραττε ο Ενάγων ήταν ότι αν έμπαινε μέσα και δεν χάιδευε τον σκύλο ο σκύλος σίγουρα θα του επιτεθόταν. Από τα πιο πάνω και δη την εν γένει μαρτυρία του Ενάγοντα προκύπτει και, μάλιστα, ευκρινώς ότι ο σκύλος δεν ήταν φιλικός προς τον Ενάγοντα. Εξ' ου και για να τον ηρεμεί και να τον καλοπιάνει ο Ενάγων αναγκαζόταν κάθε φορά να τον χαϊδεύει. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ και δεν δέχομαι ότι μεταξύ του σκύλου και του Ενάγοντα αναπτύχθηκε φιλική σχέση. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να κάνω αποδεκτή την μαρτυρία του μάρτυρα. Κατά την κρίση μου φρονώ πως μεταξύ του Ενάγοντα και του σκύλου δεν είχε αναπτυχθεί φιλική σχέση ή ότι ο σκύλος αγάπησε τον Ενάγοντα, οπότε και δεν υπήρχε περίπτωση να επιτεθεί στον τελευταίο ως ο μάρτυρας υποστήριξε. Εξ' ου και το ότι στην προσπάθεια του Ενάγοντα να απαλλαγεί από τον σκύλο όταν ο τελευταίος κάθισε πάνω στα πόδια του Ενάγοντα ο σκύλος επιτέθηκε στον Ενάγοντα και δεν έφυγε φοβισμένος όπως θα ήταν η αναμενόμενη σύμφωνα με τον μάρτυρα αντίδραση του σκύλου στην περίπτωση που αναπτύσσεται η φιλική σχέση στην οποία ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην μαρτυρία του. Είναι, έπειτα, και το άλλο. Ο μάρτυρας υποστήριξε, όπως είδαμε, ότι αν ο σκύλος στον χώρο που βρίσκεται έχει την δυνατότητα να κοινωνικοποιείται με πάρα πολλά άτομα που βρίσκονται στον ίδιο χώρο η πιθανότητα να επιτεθεί στον άνθρωπο μειώνεται στο ελάχιστο. Από την πιο πάνω θέση προκύπτει ευκρινώς ότι η πιθανότητα επίθεσης δεν μπορεί να αποκλεισθεί ακόμα και υπό τις συνθήκες που ο μάρτυρας υπέδειξε στην μαρτυρία του. Διαφορετικά ο μάρτυρας δεν θα μιλούσε για μείωση της πιθανότητας επίθεσης. Από τον πιο πάνω ισχυρισμό του προκύπτει ότι ακόμα και κάτω από τις συνθήκες που ο μάρτυρας περιέγραψε με την μαρτυρία του η πιθανότητα επίθεσης από τον σκύλο υφίσταται και δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Προς την ίδια γραμμή ήταν και ο τρόπος με τον οποίο τέθηκε στον μάρτυρα η πιο πάνω ερώτηση, πράγμα που καταδεικνύει ότι και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης ενστερνίζεται την πιο πάνω σκέψη του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης θέτοντας στον μάρτυρα την περίπτωση που ο σκύλος έχει την δυνατότητα να κοινωνικοποιείται με ανθρώπους ρώτησε τον μάρτυρα αν αυτό αυξάνει ή μειώνει τις πιθανότητες εκδήλωσης από μέρους του σκύλου μιας επιθετικής τάσης απέναντι στον άνθρωπο. Σημασίας κρίνω πως ήταν και το γεγονός ότι ερωτηθείς ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση αν τα όσα υποστήριξε περί φιλικής σχέσης ισχύουν σε όλους τους σκύλους ανεξαιρέτως ράτσας και είδους δεν έδωσε ικανοποιητική απάντηση. Ό,τι απάντησε ήταν ότι όλοι οι σκύλοι μπορούν να εκπαιδευθούν και να κοινωνικοποιηθούν ανεξαρτήτως φυλής ή ράτσας και να γίνουν φύλακες ή κατοικίδια. Τα πιο πάνω κρίνω πως δεν απαντούν στο ερώτημα, αφού αυτό δεν είχε να κάνει με την κοινωνικοποίηση ή την εκπαίδευση των σκύλων, αλλά αν ένας οποιοσδήποτε σκύλος ανεξαρτήτως ράτσας μπορεί να αναπτύξει φιλική σχέση με τον άνθρωπο όταν έρχεται σε καθημερινή σωματική επαφή με αυτόν για συγκεκριμένη περίοδο. Κρίνω δε πως διασαλεύουν τις θέσεις τις οποίες ο μάρτυρας πρόβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του ως να εφαρμόζονται σε οποιοδήποτε σκύλο οποιασδήποτε ράτσας. Υπό το φως των πιο πάνω ο μάρτυρας δεν με έπεισε με την μαρτυρία του την οποία και, κατά συνέπεια, δεν αποδέχομαι. Τελευταίος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο Παναγιώτης Ξυδάς. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 13 - ως την κυρίως εξέτασή του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφο «Συμβολαίου Παροχής Υπηρεσιών» ημερομηνίας 3.11.04 - Τεκμήριο
- Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Σημαντικό είναι να τονισθεί ευθύς εξ' αρχής ότι ο μάρτυρας δεν υποστήριξε με την μαρτυρία του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων δεν βρισκόταν εντός του ακινήτου που βρισκόταν η αποθήκη ή εντός του χώρου που ο Ενάγων ισχυρίσθηκε ότι δέχθηκε την επίθεση από τον σκύλο, ως ήταν η θέση που τέθηκε στον Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Υπεράσπισης. Ό,τι επί του προκειμένου υποστήριξε ο μάρτυρας είναι ότι αν κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων βρισκόταν εντός του πιο πάνω χώρου αυτό φαίνεται μέσα από το βιβλίο περιπολίας - Τεκμήριο 8 - κάτι το οποίο φαίνεται όπως και στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Ενάγοντα αναφέρθηκε. Επίσης, δέχθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η αποθήκη ήταν ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2, ότι κατά τον ίδιο χρόνο ο σκύλος βρισκόταν εντός του περιφραγμένου χώρου της αποθήκης, ότι ο σκύλος ήταν λυκόσκυλος και ιδιοκτησίας δικής του και ότι ο Ενάγων μετά την υπογραφή της συμφωνίας - Τεκμήριο 14 - ανέλαβε καθήκοντα περιπολίας στην αποθήκη τα οποία και εκτελούσε. Μέσα από τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ο μάρτυρας δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι είπε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγούνται τα ακόλουθα σημεία από την μαρτυρία του μάρτυρα δεν είναι αποδεκτά. Στην διά ζώσης μαρτυρία του ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο σκύλος αντιμετώπιζε πρόβλημα στα δύο μπροστινά του πόδια. Πράγμα που του δυσχέραινε την βάδιση. Στην γραπτή του δήλωση, όμως, υποστήριξε ότι το πρόβλημα του σκύλου εστιαζόταν στα πισινά του πόδια. Θεωρώ ότι η πιο πάνω αντίφαση είναι σημαντική για σκοπούς αξιολόγησης του εν γένει ισχυρισμού του μάρτυρα ότι ο σκύλος αντιμετώπιζε πρόβλημα με τα πόδια του. Και ό,τι από αυτόν αναδύεται ως το πνεύμα και την ουσία της μαρτυρίας του μάρτυρα. Ότι, δηλαδή, ο σκύλος ένεκα του πιο πάνω προβλήματος δεν ήταν σε θέση να επιτεθεί και δαγκώσει τον Ενάγοντα υπό τις συνθήκες που ο τελευταίος περιέγραψε με την μαρτυρία του. Δεν μου διαφεύγει ότι στα πλαίσια της αντεξέτασης του μάρτυρα κατατέθηκε φωτογραφία - Τεκμήριο 16 - η οποία απεικονίζει, μεταξύ άλλων, τον σκύλο, τον οποίο και ο μάρτυρας αναγνώρισε. Στην βάση της εν λόγω φωτογραφίας ο μάρτυρας υπέδειξε το πρόβλημα με τα μπροστινά, όπως ισχυρίσθηκε, πόδια του σκύλου. Συγκεκριμένα υπέδειξε ότι αυτά δεν άγγιζαν το έδαφος με τις πατούσες αλλά με τους αγκώνες με αποτέλεσμα ο σκύλος να περπατά με τα γόνατά του. Πώς οι αγκώνες είναι τα γόνατα του σκύλου δεν μπορώ να αντιληφθώ. Αν και δέχομαι ότι από την πιο πάνω φωτογραφία διαφαίνεται κάποια διαφορά ανάμεσα στα μπροστινά και τα πισινά πόδια του σκύλου. Όπως, όμως, και να' χει στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας δεν μπορώ να δεχθώ ότι η φωτογραφία αντανακλά την μαρτυρία του μάρτυρα και που στην ουσία ήταν ότι αυτό που με την φωτογραφία φαίνεται ως τα μπροστινά πόδια του σκύλου είναι τα γόνατά του. Το Δικαστήριο στερείται των απαραίτητων εκείνων επιστημονικών γνώσεων αναφορικά με το πώς είναι τα πόδια των λυκόσκυλων και, κατά συνέπεια, αδυνατεί να καταλήξει σε εύρημα ότι η διαφορά που φαίνεται ανάμεσα στα μπροστινά και τα πισινά πόδια του σκύλου στην φωτογραφία αποτελεί κάτι το μη φυσιολογικό, όπως ο μάρτυρας με την μαρτυρία του προσπάθησε να μεταδώσει. Συναφώς αδυνατεί στην βάση της πιο πάνω φωτογραφίας και μόνο να καταλήξει σε εύρημα ότι τα πόδια του σκύλου, είτε τα μπροστινά, είτε τα πισινά, παρουσίαζαν πρόβλημα ή πρόβλημα που δυσχέραινε την βάδιση του σκύλου. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι ο σκύλος είχε ήδη υποβληθεί σε εγχείρηση στα πόδια και ότι για να αποκατασταθεί το πρόβλημα του έπρεπε να υποβληθεί σε νέα εγχείρηση. Συγκεκριμένα υποστήριξε ότι σύμφωνα με τον ιατρό Στέλιο Χωραΐτη για να επαναφερθεί ο σκύλος σε μια υγιέστατη κατάσταση πρέπει να τοποθετηθούν πλατίνες στα πόδια του σκύλου, πράγμα πολύ δύσκολο. Καμία, όμως, ιατρική μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε από πλευράς της Υπεράσπισης που να επιβεβαιώνει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Ο οποίος κρίνεται ουσιώδης αφ' ης στιγμής θέση της Υπεράσπισης ήταν, ανάμεσα σε άλλες, ότι ο σκύλος αντιμετώπιζε τέτοιο πρόβλημα με τα πόδια του που δεν μπορούσε να είχε λάβει χώρα η επίθεση από τον σκύλο υπό τις συνθήκες που ο Ενάγων ισχυρίσθηκε στην μαρτυρία του. Συναφώς ο ιατρός Χωραΐτης δεν κλήθηκε από την Υπεράσπιση να καταθέσει ως μάρτυρας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν κρίνω ασφαλές να δεχθώ και δεν δέχομαι ότι ο σκύλος αντιμετώπιζε πρόβλημα με τα πόδια του ή πρόβλημα που του δυσχέραινε την βάδιση. Αλλά και αν ακόμα δεχόμουν το αντίθετο τούτο δεν θα ήταν ικανό να διασαλεύσει την μαρτυρία του Ενάγοντα η οποία έγινε αποδεκτή στο ζήτημα που αφορά στην επίθεση που δέχθηκε από τον σκύλο. Από την μαρτυρία του μάρτυρα δεν προκύπτει απαραίτητα και δίχως άλλο ότι το πρόβλημα κινητικότητας θα εμπόδιζε τον σκύλο να ενεργήσει ως ο Ενάγων ισχυρίσθηκε στην μαρτυρία του, αφ' ης στιγμής δεν ήταν ισχυρισμός του μάρτυρα ότι ο σκύλος ένεκα του πιο πάνω προβλήματός του δεν μπορούσε καθόλου να περπατήσει ή να πλησιάσει τον Ενάγοντα και να του επιτεθεί υπό τις συνθήκες που ο τελευταίος περιέγραψε στην μαρτυρία του. Ό,τι ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε ήταν ότι ένεκα του πιο πάνω προβλήματος ο σκύλος αντιμετώπιζε δυσχέρεια στην βάδιση, όχι ότι δεν μπορούσε να περπατήσει ή ακόμα και να τρέξει. Συναφώς ο μάρτυρας δεν διασαφήνισε ποιου βαθμού και έκτασης ήταν η υπό αυτού ισχυριζόμενη δυσχέρεια στη βάδιση του σκύλου. Η θέση του επί του σημείου τούτου παρέμεινε αόριστη. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ο μάρτυρας ότι ο σκύλος δεν ήταν φύλακας του χώρου και δεν θα μπορούσε να είχε δαγκώσει τον Ενάγοντα υπό τις συνθήκες που ο Ενάγων περιέγραψε καθότι μετά τις 6:00 μ.μ., ήτοι μετά τις εργάσιμες ώρες, ο μάρτυρας έδενε τον σκύλο οπότε και δεν υπήρχε η δυνατότητα στον σκύλο να περιφέρεται του χώρου γύρω από το κτήριο της αποθήκης. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι αν ο σκύλος ήταν σε θέση να ενεργήσει ή να εκτελέσει καθήκοντα φύλακα δεν θα υπήρχε ανάγκη να συμβληθεί με εταιρεία ή φυσικό πρόσωπο για παροχή υπηρεσιών ασφαλείας. Το επιχείρημα του μάρτυρα δεν με πείθει. Οι περιπολίες είχαν συμφωνηθεί να διενεργούνται ανά μια ώρα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι συνέτρεχε η ανάγκη της παρουσίας του σκύλου ως φύλακας για τα διαστήματα που μεσολαβούσαν από την μια περιπολία στην επόμενη, αφ' ης στιγμής είχε κριθεί και ως επιβεβλημένη η ανάγκη η αποθήκη γενικά να ελέγχεται και να φρουρείται και, μάλιστα, επί καθημερινής βάσεως και ανά μια ώρα. Σημειώνεται ότι την ιδιότητα αυτή του σκύλου υποστήριξε και ο ίδιος ο Ενάγων με την μαρτυρία του. Ο ισχυρισμός, λοιπόν, του μάρτυρα ότι μετά τις εργάσιμες ώρες και μετά που ο ίδιος αποχωρούσε από την αποθήκη έδενε τον σκύλο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Είδαμε, άλλωστε, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ενάγοντα, η οποία επί του προκειμένου έγινε αποδεκτή, ότι ο σκύλος ουδέποτε ήταν δεμένος μέσα στους 6 μήνες που ο Ενάγων εργάσθηκε ως φρουρός ασφαλείας της αποθήκης. Ήταν ελεύθερος και κατά τον ουσιώδη χρόνο πλησίασε τον Ενάγοντα, πάτησε πάνω στα πόδια του και στην προσπάθειά του ο Ενάγων να απαλλαγεί από τον σκύλο ο τελευταίος του επιτέθηκε. Ακολούθως, ο σκύλος και ενώ ο Ενάγων ήταν καθ' οδόν προς την έξοδο της αποθήκης πλησίασε τον Ενάγοντα και επιτέθηκε εκ νέου σε αυτόν. Κατ' επέκταση, δεν δέχομαι ούτε και τον ισχυρισμό που προβάλλεται στην παράγραφο 11 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα - Τεκμήριο 13 - ότι και στις 21.1.05 ο μάρτυρας είχε ακολουθήσει την ίδια διαδικασία πριν σχολάσει από την εργασία του. Ότι, δηλαδή, και την ημέρα εκείνη είχε δέσει τον σκύλο πριν αποχωρήσει από το μέρος. Τα πιο πάνω ενδυναμώνουν και τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω για την ανάγκη της παρουσίας του σκύλου στον περιφραγμένο χώρο της αποθήκης. Προδήλως, η υπό του μάρτυρα ισχυριζόμενη δυσχέρεια στη βάδιση του σκύλου, την οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδέχθηκα, δεν ήταν τέτοια που δεν επέτρεπε στον σκύλο να ενεργεί ως φύλακας για τα διαστήματα που μεσολαβούσαν μεταξύ των περιπολιών. Στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 13 - ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε παρατυπίες από μέρους του Ενάγοντα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Όπως ότι παρουσιαζόταν σχεδόν πάντα μεθυσμένος με αποτέλεσμα να μην δύναται να εκτελεί τα καθήκοντά του ως έπρεπε και ότι επιδείκνυε σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς προς τρίτους. Επίσης, στην διά ζώσης μαρτυρία του ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο περιστατικό μέθης. Σύμφωνα με αυτό ο μάρτυρας συνάντησε τον Ενάγοντα μια φορά όταν ο τελευταίος αποτάθηκε στον μάρτυρα για να πληρωθεί εκ μέρους της Commandos Security. Ο μάρτυρας δεν τον πλήρωσε, γιατί ο Ενάγων ήταν μεθυσμένος. Πότε, όμως, έλαβε χώρα το πιο πάνω περιστατικό ο μάρτυρας δεν θυμόταν να πει. Υποστήριξε, επίσης, ότι ο Ενάγων δεν διενεργούσε περιπολίες στην αποθήκη κάθε μια ώρα ως η συμφωνία προνοούσε, ισχυρισμός ο οποίος επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Προτού ασχοληθώ με τα πιο πάνω θα ήθελα ευθύς εξ' αρχής να σχολιάσω τούτο. Στην γραπτή του δήλωση - παράγραφος 5 - ο μάρτυρας υποστήριξε ότι επισημάνσεις για την πιο πάνω συμπεριφορά του Ενάγοντα έγιναν επανειλημμένα στον Ενάγοντα από τον ίδιο τον μάρτυρα. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας υποστήριξε ότι στην αποθήκη όλες κι' όλες 4 - 5 φορές είδε τον Ενάγοντα. Ερωτηθείς, επίσης, αν είχε οποιαδήποτε συνάντηση με τον Ενάγοντα απάντησε ότι τον Ενάγοντα τον είχε συναντήσει μια φορά. Την φορά εκείνη που ο Ενάγων είχε προσέλθει στον μάρτυρα για να πληρωθεί εκ μέρους του εργοδότη του. Εξειδικεύοντας ο μάρτυρας ότι μια μόνο συνάντηση είχε με τον Ενάγοντα κατά την οποία, όπως από την μαρτυρία του προκύπτει, ο μάρτυρας είχε παρατηρήσει τον Ενάγοντα για την συμπεριφορά του, δεν μπορώ να δεχθώ ότι και τις 4 με 5 φορές που, σύμφωνα με την μαρτυρία του, είδε τον Ενάγοντα στην αποθήκη ο μάρτυρας επέστησε και την προσοχή του Ενάγοντα στην συμπεριφορά του. Η χρήση της λέξης «είδα» δεν υποδηλοί απαραίτητα και δίχως άλλο συνάντηση, πόσο μάλλον όταν εξειδικεύεται από τον μάρτυρα ότι συνάντηση με τον Ενάγοντα ο μάρτυρας είχε μόνο μια φορά. Κατ' επέκταση, δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό που ο μάρτυρας πρόβαλε στην γραπτή του δήλωση ότι ο ίδιος προσωπικά προέβη σε επανειλημμένες επισημάνσεις στον Ενάγοντα για την συμπεριφορά του. Ανέφερε, όμως, ότι αν και σπάνιο υπήρξαν περιπτώσεις που ο Ενάγων εκτελώντας καθήκοντα περιπόλου είχε θεαθεί από μέλη του προσωπικού της Εναγόμενης 2 που τύγχαναν να σχολάσουν πέραν των 6:00 μ.μ. και που διαπίστωσαν και εκείνοι τις πιο πάνω παρατυπίες στην συμπεριφορά του Ενάγοντα. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα. Επανέρχομαι στις υπό του μάρτυρα ισχυριζόμενες παρατυπίες στην συμπεριφορά του Ενάγοντα για να αναφέρω ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, αν και είναι αποδεκτοί - ο μάρτυρας με έπεισε με την μαρτυρία του για τα πιο πάνω - δεν βοηθούν το Δικαστήριο να καταλήξει στο αν ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εισέλθει εντός του χώρου της αποθήκης με την ρητή απαγόρευση του κατόχου της. Και αυτό γιατί μέσα από την εντύπωση που μου προκάλεσε ο μάρτυρας δεν κρίνω ασφαλές να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του ότι πιο πάνω κρούσματα είχαν λάβει χώρα και διαπιστωθεί από τον ίδιο ή μέλη του προσωπικού πριν την ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό και δη τον ισχυρισμό του που προβάλλεται στην γραπτή του δήλωση ότι ο μάρτυρας ζήτησε από τον Στέλιο Δημητρίου να μην επιτρέψει στον Ενάγοντα να εκτελεί καθήκοντα φρουρού ασφαλείας στην αποθήκη από τον Δεκέμβριο του
- Κατά την αντεξέταση διεφάνη ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να θυμάται λεπτομέρειες, όπως είναι η υπό συζήτηση, μετά πάροδο 10 χρόνων, όπως ενδεικτικά και επανηλειμμένα ανέφερε. Για παράδειγμα, δεν θυμόταν πότε έλαβε χώρα το περιστατικό κατά το οποίο ο Ενάγων προσήλθε στον ίδιο για να πληρωθεί εκ μέρους της Commandos Security. Δεν θυμόταν αν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων είχε υπογράψει το βιβλιάριο περιπολίας - Τεκμήριο
- Δεν θυμόταν αν την επιστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης ημερομηνίας 17.12.04 την απέστειλε το έτος 2004 ή το έτος
- Και δεν θυμόταν πότε πληροφορήθηκε από την Αστυνομία για το επίδικο περιστατικό ακόμα και όταν του ζητήθηκε να προσδιορίσει κατά προσέγγιση τον χρόνο αυτό. Όταν δε ρωτήθηκε αν είχε λάβει την πιο πάνω πληροφόρηση λίγες ή πολλές ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό και πάλι δεν μπορούσε να απαντήσει επικαλούμενος την πάροδο μεγάλου χρόνου - 10 έτη - για την έλλειψη μνήμης του επί του προκειμένου. Τα πιο πάνω μου δημιουργούν αμφιβολίες αναφορικά με την αλήθεια και την ακρίβεια της υπό συζήτηση δήλωσης και, κατ' επέκταση, του χρόνου όπως αυτός προσδιορίσθηκε από τον μάρτυρα. Από τα πιο πάνω δεν κρίνω ασφαλές να αποδεχθώ ούτε και τον ισχυρισμό που ο μάρτυρας πρόβαλε στην παράγραφο 8 της γραπτής του δήλωσης σύμφωνα με τον οποίο για την καταγγελία που έκανε ο Ενάγων στην Αστυνομία πληροφορήθηκε από την Αστυνομία στις 28.1.
- Συν τοις άλλοις, δεν μπορεί στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων να αναφέρει χρόνο και όταν επί του ιδίου ζητήματος ερωτείται κατά την αντεξέταση να μην μπορεί να απαντήσει γιατί ένεκα της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος δεν είχε μνήμη, όπως ήταν η θέση του. Και την μια στιγμή να ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται και την άλλη να παραπέμπει στην γραπτή του δήλωση για να υποδείξει στο Δικαστήριο ότι πληροφόρηση για την καταγγελία έλαβε από την Αστυνομία κατά τον χρόνο που αναφέρει στην γραπτή του δήλωση. Πώς αποτελεί δική του δήλωση ότι για την καταγγελία που έκανε ο Ενάγων στην Αστυνομία πληροφορήθηκε από την Αστυνομία στις 28.1.05 αν αυτό ο μάρτυρας δεν μπορούσε να το υποστηρίξει και διά ζώσης; Δεν αποκλείεται δε η πιο πάνω ημερομηνία να αναγράφηκε στην γραπτή δήλωση του μάρτυρα με αφορμή την δήλωση που υπάρχει στο Τεκμήριο 7 σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία στις 28.1.
- Και λίγα λόγια για το Τεκμήριο
- Από το εν λόγω τεκμήριο προκύπτει ότι η Εναγόμενη 2 δήλωσε γραπτώς την επιθυμία της να απαγορευθεί από την Commandos Security στον Ενάγοντα να εισέρχεται εντός της αποθήκης για σκοπούς ελέγχου και εκτέλεσης των καθηκόντων του φρουρού ασφαλείας στις 17.12.05, ήτοι σε χρόνο άλλο από αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 7 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα και την παράγραφο 8 της Υπεράσπισης. Το Τεκμήριο 15 είναι επιστολή η οποία κατατέθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης του μάρτυρα αφότου ο μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή του σε αυτήν. Στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 2 γνωστοποίησε την πιο πάνω επιθυμία της προς την Commandos Security με επιστολή ημερομηνίας 17.12.04 ενώ η επιστολή που ο μάρτυρας επικαλέσθηκε προς την πιο πάνω κατεύθυνση - Τεκμήριο 15 - φέρει ημερομηνία 17.12.05, ήτοι πολύ μεταγενέστερη του χρόνου κατά τον οποίο συνήφθη η συμφωνία καθώς και του χρόνου που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Θα πρέπει, όμως, ακριβοδίκαια να λεχθεί ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η ημερομηνία που φέρει το Τεκμήριο 15 είναι η αληθινή. Καθότι ο ίδιος ο Ενάγων με την μαρτυρία του υποστήριξε ότι μετά το επίδικο περιστατικό δεν εργάσθηκε ξανά ως φρουρός ασφαλείας στην αποθήκη αλλά σε άλλους χώρους που δεν ελλόχευαν κινδύνους για την υγεία του εν' όψει των τραυματισμών του από το επίδικο ατύχημα. Αφ' ης στιγμής ίσχυε κάτι τέτοιο δεν υπήρχε ανάγκη να αποσταλεί η επιστολή - Τεκμήριο 15 - στις 17.12.05 και 11 μήνες μετά το επίδικο περιστατικό. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι η ημερομηνία που φέρει το Τεκμήριο 15 είναι λανθασμένη. Αυτό δεν είναι και το μοναδικό λάθος που φέρει το Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την μαρτυρία του μάρτυρα η επιστολή - Τεκμήριο 15 - απευθύνεται ονομαστικά σε κάποιο Ανδρέα. Εκ παραδρομής όμως, όπως από την μαρτυρία του μάρτυρα προκύπτει. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ο μάρτυρας είχε σκοπό να αναγράψει στην θέση που τοποθετήθηκε το πιο πάνω όνομα το όνομα «Στέλιος» αφού στην προσοχή του Στέλιου Δημητρίου σκοπούσε να απευθύνει την εν λόγω επιστολή όπως ακριβώς αναφέρεται και στο πάνω μέρος του εν λόγω τεκμηρίου. Αφ' ης στιγμής, όμως, καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε αναφορικά με την αληθινή ημερομηνία που φέρει η πιο πάνω επιστολή - Τεκμήριο 15 - δεν μπορώ να δεχθώ ότι αυτή φέρει την ημερομηνία που αναφέρεται στην Υπεράσπιση και δη την 17.12.
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω προκύπτει ότι και ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης ότι ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε εισέλθει εντός της αποθήκης ως επεμβασίας παρέμεινε αναπόδεικτος. Τα πιο πάνω έχουν την επίδρασή τους και αναφορικά με την υπό του μάρτυρα ισχυριζόμενη παράκληση του 2004 που αναφέρεται στην γραπτή του δήλωση και με την οποία ασχολήθηκα ενωρίτερα. Καθότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να εκληφθεί παρά ότι αναφέρεται στην επιστολή Τεκμήριο 15, ειδάλλως θα ήταν εκ προοιμίου απορριπτέος ως μη εμπίπτον στις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόμενων. Στην Υπεράσπιση αναφέρεται ότι η παράκληση στον Στέλιο Δημητρίου να μην επιτρέψει στον Ενάγοντα να εκτελεί καθήκοντα φρουρού ασφαλείας έγινε με επιστολή και όπως από τον πιο πάνω ισχυρισμό συνάγεται γραπτώς μόνο μια φορά. Κανένας ισχυρισμός δεν δικογραφείται ότι έγινε και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ή και προφορικά. Επίσης, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι μόνο μια επιστολή είχε αποστείλει στην Commandos Security με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω το γεγονός ότι καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε αναφορικά με την ακριβή και αληθινή ημερομηνία του Τεκμηρίου 15 αποτελούν επιπρόσθετο λόγο για να μην δεχθώ τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι η παράκληση που αναφέρεται στην γραπτή του δήλωση έγινε τον Δεκέμβριο του
- Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε με το Τεκμήριο
- Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν ήταν καν σε θέση να υποστηρίξει θετικά αν την πιο πάνω επιστολή απέστειλε το έτος 2004 ή το έτος
- Με τον πιο πάνω ισχυρισμό του εύλογα γεννάται, επίσης, το ίδιο ερώτημα που πιο πάνω προέκυψε και σχολιάσθηκε αναφορικά με τα περί πληροφόρησης του από την Αστυνομία κατά τις 28.1.
- Πώς αποτελεί δική του δήλωση ότι ενημέρωσε τον Στέλιο Δημητρίου για την επιθυμία του να μην στείλει ξανά τον Ενάγοντα στην αποθήκη για σκοπούς περιπολίας από τον Δεκέμβριο του 2004 αν αυτό ο μάρτυρας δεν μπορούσε να το υποστηρίξει και διά ζώσης; Επισημαίνεται, επίσης, και το εξής. Στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται από την Αστυνομία ότι μετά από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο εισήλθε στον περιφραγμένο χώρο της Εναγόμενης 2 «νόμιμα, σύμφωνα με τους όρους εργασίας του». Η Υπεράσπιση δεν ζήτησε άδεια από το Δικαστήριο να κλητεύσει τον συντάξαντα του πιο πάνω τεκμηρίου για σκοπούς αντεξέτασής του επί του περιεχομένου του και δη επί της πιο πάνω αναφερόμενης δήλωσης. Πάντως, ερωτηθείς ο Ενάγων κατά την κυρίως εξέτασή του αν καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν το επίδικο περιστατικό πληροφορήθηκε είτε από τον εργοδότη του, είτε από τον Εναγόμενο 1, είτε από οποιοδήποτε άλλο εκπρόσωπο της Εναγόμενης 2 ότι δεν δικαιούτο να επισκέπτεται την αποθήκη και να εκτελεί καθήκοντα φρουρού ασφαλείας ο Ενάγων απάντησε αρνητικά. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του μάρτυρα ο οποίος προβάλλεται στην παράγραφο 12 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο 13 - ότι αν ο σκύλος είχε πρόθεση να επιτεθεί στον Ενάγοντα αυτό θα συνέβαινε από την πρώτη ημέρα της εισόδου του Ενάγοντα στην αποθήκη και όχι έξι μήνες μετά έχω να αναφέρω ότι αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού συνιστά μαρτυρία γνώμης. Ο ισχυρισμός, όμως, του μάρτυρα που προβάλλεται στην παράγραφο 9 της γραπτή του δήλωσης - Τεκμήριο 13 - και ο οποίος όπως πιο κάτω θα διαφανεί κρίνεται ουσιώδης ότι ο σκύλος ήταν τοποθετημένος στον ίδιο χώρο τα τελευταία δύο χρόνια και ότι ουδέποτε προκάλεσε σε οποιονδήποτε, είτε εργαζόμενο, είτε επισκέπτη, οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη είναι αποδεκτός. Καμία μαρτυρία περί του αντιθέτου δεν προσκομίσθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα που να αντικρούει ή να διαψεύδει τον πιο πάνω ισχυρισμό, η πλευρά δε του Ενάγοντα δεν επιχείρησε καν να τον αμφισβητήσει κατά την αντεξέταση του μάρτυρα. Σημειώνεται, επίσης, ότι σύμφωνα και με την μαρτυρία του Ενάγοντα εκτός από το επίδικο περιστατικό σε καμία άλλη περίπτωση δεν δέχθηκε επίθεση ο Ενάγων από τον σκύλο μέσα στους 6 μήνες που ο τελευταίος εκτελούσε χρέη φρουρού ασφαλείας στην αποθήκη. Αποδεκτός είναι, επίσης, ο ισχυρισμός του μάρτυρα που προβάλλεται στην παράγραφο 11 της γραπτής του δήλωσης - Τεκμήριο 13 - ότι ουδέποτε ο Ενάγων είτε ο ίδιος προσωπικά είτε μέσω του εργοδότη του εξέφρασε φόβο ή δισταγμό στο να διεκπεραιώσει την εργασία του εντός των 6 μηνών που επισκεπτόταν την αποθήκη ως φρουρός ασφαλείας. Ο Ενάγων μπορεί πάντα να έτρεφε φόβο για τον σκύλο ή να εξέφρασε τον φόβο αυτό στον Στέλιο Δημητρίου σύμφωνα με την μαρτυρία του, κανένας, όμως, ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από τον Ενάγοντα που να τείνει να καταδείξει ότι η εκδήλωση του φόβου αυτού έφθασε στην προσοχή του μάρτυρα. Τέλος, από την μαρτυρία του μάρτυρα κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω και το εξής. Στην παράγραφο 2 της γραπτής του δήλωσης αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 2 είχε συμβληθεί με κάποιο Στέλιο Δημητρίου ο οποίος είχε παρουσιάσει τον εαυτό του ως διευθυντή της εταιρείας Commandos Security. Και ότι μετά από έλεγχο που διενεργήθηκε διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω φυσικό πρόσωπο εργαζόταν ως αυτοεργοδοτούμενος και όχι μέσω οποιουδήποτε νομικού προσώπου. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι θέση του μάρτυρα είναι ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε συμβληθεί με την Commandos Security, αλλά με τον Στέλιο Δημητρίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την δικάσιμο της 22.10.12 και στα πλαίσια της αντεξέτασης του Ενάγοντα ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης αμφισβήτησε την σύσταση και ύπαρξη της εταιρείας Commandos Security. Είναι γεγονός ότι στο σώμα της συμφωνίας - Τεκμήριο 14 - αναφέρεται ρητά ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος ήταν η εταιρεία Commandos Security. Στην τελευταία, όμως, σελίδα του Τεκμηρίου 14 υπάρχει κάτι που τείνει να αναιρέσει τα όσα πιο πάνω αναφέρονται στο σώμα της συμφωνίας. Αυτό είναι το γεγονός ότι στο μέρος όπου υπογράφει η πρώτη συμβαλλόμενη δεν τοποθετήθηκε η σφραγίδα της Commandos Security, αλλά του Στέλιου Δημητρίου ο οποίος περιγράφεται ως διοικητής. Διοικητής ποιου δεν είναι διακριτό από την εν λόγω σφραγίδα. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι το μέρος των υπογραφών δεν επιβεβαιώνει το περιεχόμενο του σώματος της συμφωνίας. Αν το άλλο συμβαλλόμενο μέρος ήταν η Commandos Security φρονώ πως στο μέρος των υπογραφών θα τίθετο η σφραγίδα της Commandos Security και όχι η σφραγίδα του φυσικού προσώπου. Πάντως, η πλευρά του Ενάγοντα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να αντικρούσει ό,τι εύλογα αναδύεται από όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν για την τοποθέτηση της σφραγίδας του Στέλιου Δημητρίου ή να δώσει κάποια εξήγηση για το γεγονός ότι πάνω από το όνομα της Commandos Security τοποθετήθηκε η σφραγίδα του Στέλιου Δημητρίου και όχι η σφραγίδα της Commandos Security. Ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να καταδείξει την σύσταση της Commandos Security ως νομική οντότητα. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ ότι το άλλο συμβαλλόμενο στην συμφωνία μέρος ήταν η Commandos Security παρά το περιεχόμενο του σώματος της συμφωνίας - Τεκμήριο
- Αυτό, όμως, ουδόλως επηρεάζει τα πράγματα. Καθότι και αν ακόμα εργοδότης του Ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Στέλιος Δημητρίου παραμένει γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Ενάγων εκτελούσε καθήκοντα φρουρού ασφαλείας στην αποθήκη ύστερα από την υπογραφή της συμφωνίας - Τεκμήριο 14 - με ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη να είναι η Εναγόμενη
- Εκτός από το μέρος εκείνο από την μαρτυρία του μάρτυρα που δεν αποδέχομαι όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του μάρτυρα είναι αποδεκτή. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Ενάγων κατά την 22.1.05 εργαζόταν ως οικοδόμος και ταυτόχρονα ως φρουρός ασφαλείας με μερική απασχόληση. Αναφορικά με το δεύτερο τα καθήκοντά του περιλάμβαναν περιπολίες για σκοπούς ελέγχου της ασφάλειας διάφορων υποστατικών συμπεριλαμβανομένης και μιας αποθήκης που βρίσκεται στην οδό Μπότζι Τίτο στην περιοχή Τσιφλικούδια στην Λεμεσό, από τώρα και στο εξής «η αποθήκη» και δη αν κατά πόσο στα υπό παρακολούθηση υποστατικά υπήρχε παραβίαση. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία η αποθήκη ανήκε στην ιδιοκτησία της Εναγόμενη 2 εταιρείας και ο Εναγόμενος 1 ήταν ο διευθυντής της. Ο Ενάγων ασκούσε τα πιο πάνω καθήκοντα του φρουρού ασφαλείας ως υπάλληλος του εργοδότη του ο οποίος συνεβλήθη για τον πιο πάνω σκοπό με την Εναγόμενη 2 δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 3.11.
- Η αποθήκη ήταν ένα από τα τέσσερα υποστατικά η περιπολία και ο έλεγχος των οποίων ανατέθηκε στον Ενάγοντα από τον εργοδότη του. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας οι περιπολίες συμφωνήθηκαν να διενεργούνται ανά μια ώρα και μεταξύ των ωρών 6:00 μ.μ. και 6:00 π.μ.. Η αποθήκη βρισκόταν εντός περιφραγμένου χώρου και τα καθήκοντα του Ενάγοντα περιλάμβαναν τον έλεγχο του χώρου αυτού και αν κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση στις εξωτερικές πόρτες της αποθήκης. Ο Ενάγων δεν είχε πρόσβαση και τα καθήκοντά του δεν επεκτείνονταν σε έλεγχο του εσωτερικού χώρου της αποθήκης. Κατά την 22.1.05 και περί ώρα 3:10 π.μ. ο Ενάγων εισήλθε εντός του εξωτερικού χώρου της αποθήκης μαζί με τον Στέλιο Δημητρίου για σκοπούς ελέγχου. Την ίδια ημέρα ο Ενάγων είχε εκτελέσει άλλες πέντε περιπολίες στην αποθήκη και συγκεκριμένα από η ώρα 7:40 μ.μ. της 20.1.05 μέχρι η ώρα 2:08 π.μ. της 21.1.
- Αφού και οι δύο έλεγξαν τον εξωτερικό χώρο της αποθήκης και διαπίστωσαν ότι οι πόρτες της αποθήκης δεν ήταν παραβιασμένες και ότι δεν υπήρχε πρόβλημα συμπλήρωσαν το βιβλίο περιπολίας, πράγμα που ο Ενάγων έκανε κάθε φορά. Κατά την συγκεκριμένη περιπολία το βιβλίο περιπολίας συμπλήρωσε ο Στέλιος Δημητρίου. Ως ώρα εισόδου στον περιφραγμένο χώρο της αποθήκης ο Στέλιος Δημητρίου σημείωσε την ώρα 3:10 π.μ. και ως ώρα εξόδου την ώρα 3:13 π.μ.. Το βιβλίο περιπολίας υπογράφηκε και από τους δύο. Αφού έθεσαν τις υπογραφές τους τόσο στην ώρα εισόδου όσο και στην ώρα εξόδου ο Ενάγων, ακολούθως, τοποθέτησε το εν λόγω βιβλίο στο κουτί της Ηλεκτρικής. Τότε τον πλησίασε ένας λυκόσκυλος ο οποίος ήταν άλυτος και κυκλοφορούσε ελεύθερος εντός του εξωτερικού χώρου της αποθήκης, από τώρα και στο εξής «ο σκύλος». Ο σκύλος ήταν ιδιοκτησίας του Εναγόμενου
- Πριν την πιο πάνω ημερομηνία ο Ενάγων είχε εκτελέσει καθήκοντα φρουρού ασφαλείας στην αποθήκη για τους προηγούμενους 6 μήνες. Ο σκύλος ήταν πάντα άλυτος και κυκλοφορούσε ελεύθερα εντός του εξωτερικού χώρου της αποθήκης. Πλησιάζοντας τον Ενάγοντα, ο οποίος την δεδομένη στιγμή ήταν όρθιος, ο σκύλος κάθισε πάνω στα παπούτσια του Ενάγοντα. Ο Ενάγων για να απομακρύνει τον σκύλο ώστε να μπορέσει να φύγει αρχικά τον χάϊδεψε. Ακολούθως και όταν ο Ενάγων σταμάτησε να χαϊδεύει και απομάκρυνε τα χέρια του από τον σκύλο ο σκύλος έγινε απειλητικός και άρχισε να μουγκρίζει. Στην προσπάθεια δε του Ενάγοντα να απομακρύνει τα πόδια του από τον σκύλο τραβώντας τα πίσω για να φύγει από πάνω του ο σκύλος ο σκύλος επιτέθηκε στον Ενάγοντα δαγκώνοντάς τον. Με την βοήθεια του Στέλιου Δημητρίου ο Ενάγων κατάφερε να καθηλώσει τον σκύλο στο έδαφος. Καθώς ο Στέλιος Δημητρίου κρατούσε τον σκύλο κάτω στο έδαφος ο Ενάγων προχώρησε προς την έξοδο της αποθήκης καθότι αιμορραγούσε. Ακολούθως, ο σκύλος ξέφυγε του ελέγχου του Στέλιου Δημητρίου και πλησιάζοντας τον Ενάγοντα ενώ ο τελευταίος όδευε καθ' οδόν προς την έξοδο του επιτέθηκε ξανά. Στην συνέχεια ο Ενάγων μαζί με τον Στέλιο Δημητρίου κατάφεραν να ακινητοποιήσουν τον σκύλο κάτω στο έδαφος και για να μπορέσουν να φύγουν και να βγουν έξω έσυραν τον σκύλο μέχρι το κάγκελο της εξόδου. Εκεί τον άφησαν και ακολούθως οι δύο άντρες κατάφεραν να εξέλθουν του περιφραγμένου χώρου της αποθήκης. Από την επίθεση ο Ενάγων τραυματίσθηκε αφού ο σκύλος του επέφερε δαγκωματιές και στα δύο πάνω του άκρα, τόσο στο δεξιό, όσο και το αριστερό. Βγαίνοντας έξω από τον περιγραγμένο χώρο της αποθήκης ο Ενάγων τύλιξε τις πληγές του με κομμάτια από ρούχο που είχε μέσα στο αυτοκίνητο του για να σταματήσει την αιμορραγία που του προκάλεσαν οι δαγκωματιές του σκύλου. Ακολούθως και μετά πάροδο 30 με 40 λεπτών από το επίδικο περιστατικό ο Στέλιος Δημητρίου μετέφερε τον Ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου ο Ενάγων έτυχε των Α΄ Βοηθειών. Κατά την μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ο Ενάγων ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση και αισθανόταν μεγάλο πόνο από τα τραύματα που του είχαν προκαλέσει οι δαγκωματιές του σκύλου. Εισερχόμενος εντός του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ο Ενάγων λιποθύμησε. Στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού τα τραύματα παρέμειναν ανοικτά για σύγκλιση. Ο Ενάγων απελύθη την ίδια ημέρα. Οι ενοχλήσεις από τους πόνους ήταν έντονες και συνεχίσθηκαν και μετά την έξοδο του Ενάγοντα από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Συνεπεία της επίθεσης από τον σκύλο ο Ενάγων έφερε πολλαπλές πληγές τόσο στο δεξιό πάνω άκρο και συγκεκριμένα στο κάτω τρίτο του δεξιού βραχίονα στα σύνορα με τον αντιβραχίονα, έξω και πρόσθια επιφάνεια, όσο και το αριστερό πάνω άκρο. Στο δεξιό βραχίονα ο Ενάγων έφερε δύο μεγάλες πληγές, ενώ οι άλλες πληγές που έφερε και στα δύο πάνω άκρα ήταν μικρές και επιπόλαιες. Οι μεγάλες πληγές είχαν μεγάλη έκταση και βάθος και δεν μπορούσαν να συρραφούν. Ήταν ξεσχισμένες και δεν είχαν ίσια σύνορα. Ο Ενάγων έφερε στο δεξιό πάνω άκρο 5 με 6 πληγές συμπεριλαμβανομένων και των δύο μεγάλων. Στο αριστερό πάνω άκρο οι πληγές ήταν μικρότερες σε αριθμό. Στις 28.1.05 ο Ενάγων κατήγγειλε την επίθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Ιωάννη. Περί το τέλος του Ιανουαρίου του 2005 ο Ενάγων επισκέφθηκε τον ειδικό γενικό χειρουργό Ανδρέα Μαλλούρη καθότι οι ενοχλήσεις συνεχίζονταν. Ο εν λόγω ιατρός υπέβαλε τον Ενάγοντα σε πέντε συνολικά θεραπείες με ειδικές λάμπες ΒΙΟ ΒΙΝ 660 τις οποίες εφάρμοζε στις δύο μεγάλες πληγές που ο Ενάγων έφερε στον δεξιό βραχίονα για μισή ώρα κάθε φορά. Οι θεραπείες με τις λάμπες ολοκληρώθηκαν σε πέντε συνεχόμενες ημέρες. Οι λάμπες αυτές χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις δύσκολων πληγών. Όταν ολοκληρώθηκαν οι πιο πάνω θεραπείες ο μάρτυρας συνέστησε στον Ενάγοντα την επάλειψη με ειδικό τζέλ, το Contractubex Gel, για περίοδο 6 μηνών για να «σβήσουν» όσο μπορούσαν οι πληγές. Συνέστησε, επίσης, στον Ενάγοντα όπως μετά την λήξη των 6 μηνών κάνει χρήση του τζελ για άλλους 6 μήνες. Παράλληλα με τις θεραπείες ο Ενάγων επισκεπτόταν το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ως εξωτερικός ασθενής όπου υποβαλόταν σε καθαρισμό των πληγών και φυσιοθεραπεία. Οι μικρές πληγές διαλύθηκαν πλήρως με την χρήση του τζελ. Ο ιατρός Μαλλούρης για τις θεραπείες στις οποίες υπέβαλε τον Ενάγοντα χρέωσε τον Ενάγοντα με το ποσό των Λ.Κ.100,00 σεντ. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε στον ιατρό Μαλλούρη από τον Ενάγοντα και στις 11.3.05 ο εν λόγω ιατρός εξέδωσε απόδειξη είσπραξης του πιο πάνω ποσού η οποία φέρει αριθμό
- Είδε, επίσης, τον Ενάγοντα άλλες δύο φορές. Την πρώτη για να λάβει ο Ενάγων από τον ιατρό Μαλλούρη την πιο πάνω απόδειξη και την δεύτερη για να παραδώσει ο Ενάγων στον ιατρό Μαλλούρη το ιατρικό πιστοποιητικό που ο Ενάγων έλαβε από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, την έκδοση του οποίου ο Ενάγων ζήτησε κατόπιν παρότρυνσης του ιατρού Μαλλούρη. Τις δύο αυτές φορές ο ιατρός Μαλλούρης παρατήρησε την πορεία των τραυμάτων του Ενάγοντα και έκρινε το αποτέλεσμα που επέφεραν οι θεραπείες με τις λάμπες και η επάλειψη με το τζελ καλό. Οι δύο μεγάλες πληγές, όμως, άφησαν άσχημα σημάδια, ήτοι ουλές μεγάλες σε έκταση και δύσμορφες, που καθιστούν αναγκαία την διόρθωσή τους με πλαστική εγχείρηση. Επίσης, με την αλλαγή του καιρού ο Ενάγων θα αισθάνεται πόνο. Ο Ενάγων δεν παρουσίαζε διατομή τενόντων ή έκπτωση μυϊκής λειτουργίας. Επίσης, τα τραύματα του Ενάγοντα δεν επηρέασαν την ικανότητα του για εργασία. Συνεπεία των τραυματισμών του από την επίθεση ο Ενάγων έλαβε αναρρωτική άδεια και για κάποιο χρονικό διάστημα παρέμεινε χωρίς εργασία. Ακολούθως επέστρεψε στο επάγγελμα του οικοδόμου το οποίο άσκησε για κάποια χρονική περίοδο. Παράλληλα εργαζόταν στον ίδιο εργοδότη ως φρουρός ασφαλείας πλην όμως σε υποστατικά άλλα από την αποθήκη μέχρι που σταμάτησε από την εργασία αυτή. Ο Ενάγων επισκέφθηκε και τον ειδικό ορθοπεδικό χειρουργό Φίλιππο Σιμιλλίδη. Για την εξέταση στην οποία ο εν λόγω ιατρός υπέβαλε τον Ενάγοντα χρέωσε τον τελευταίο με το ποσό των Λ.Κ.20,00 σεντ. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε στον ιατρό Σιμιλλίδη από τον Ενάγοντα και στις 25.4.05 ο εν λόγω ιατρός εξέδωσε απόδειξη είσπραξης για το πιο πάνω ποσό η οποία φέρει αριθμό
- Στις 22.4.05 εκδόθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού απόδειξη παραλαβής με αριθμό 698726 για το ποσό των Λ.Κ.25,00 σεντ για σκοπούς έκδοσης ιατρικής έκθεσης. Ο σκύλος ήταν τοποθετημένος στον περιφραγμένο χώρο της αποθήκης τα τελευταία δύο χρόνια πριν το επίδικο περιστατικό. Ουδέποτε προκάλεσε σε οποιονδήποτε, είτε εργαζόμενο, είτε επισκέπτη, οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη. Επίσης, εκτός από το επίδικο περιστατικό σε καμία άλλη περίπτωση δεν δέχθηκε επίθεση ο Ενάγων από τον σκύλο μέσα στους 6 μήνες που ο τελευταίος εκτελούσε χρέη φρουρού ασφαλείας στην αποθήκη. Κάποιες φορές ο σκύλος ήταν φιλικός προς τον Ενάγοντα και κάποιες φορές όχι. Ο Ενάγων ήταν πάντα επιφυλακτικός με τον σκύλο και πάντοτε έτρεφε φόβο γι' αυτόν. Για να μπορεί δε να εισέρχεται εντός του περιφραγμένου χώρου της αποθήκης συνήθιζε να τον χαϊδεύει γιατί αισθανόταν ότι αν δεν έπραττε έτσι ο σκύλος θα του επιτίθετο. Το ίδιο όταν εξερχόταν του επριφραγμένου χώρου της αποθήκης. Τον φόβο αυτό ο Ενάγων εξέφρασε στον εργοδότη του. Όχι, όμως, στους Εναγόμενους. Μέσα στους 6 μήνες κατά τους οποίους εκτέλεσε καθήκοντα περιπολίας στην αποθήκη ο Ενάγων ουδέποτε εξέφρασε τον φόβο του για τον σκύλο στους Εναγόμενους είτε προσωπικά είτε μέσω του εργοδότη του. Στο σύγγραμμα Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 2 αναφέρεται στην σελίδα 51 ότι κάποιος μπορεί να βρεθεί υπεύθυνος για αμέλεια όταν ζώα υπό τον έλεγχό του προκαλούν ζημιά στην βάση της γενικής αρχής παράβασης υποχρέωσης αμέλειας (Βλ. Πολυμέταλ Λτδ, Μεταλλικές Κατασκευές κ.α. ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου
(1998)1 ΑΑΔ 393). Στις περιπτώσεις για τις οποίες γίνεται πρόνοια στο άρθρο 54 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, το βάρος απόδειξης έχει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν επέδειξε αμέλεια. Το πιο πάνω άρθρο διαλαμβάνει ως ακολούθως: «Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται- (α) ότι η ζημιά προκλήθηκε από άγριο ζώο, ή από άλλο ζώο που δεν είναι άγριο το οποίο είχε, όπως γνώριζε ο εναγόμενος, ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνώριζε κατά τεκμήριο, την τάση για την τέλεση της πράξης από την οποία προκλήθηκε η ζημιά. και (β) ότι ο εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή είχε την ευθύνη του ζώου αυτού, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το ζώο αυτό». Στο πιο πάνω σύγγραμμα υιοθετείται η άποψη ότι η παράγραφος (α) του άρθρου 54 υιοθετεί την διάκριση του κοινοδικαίου μεταξύ άγριων και ήμερων ζώων. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο για άγριο ζώο αρκεί να αποδειχθεί, αφενός, ότι το ζώο ήταν τέτοιο, αφετέρου, ότι ο εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης ή είχε την ευθύνη του. Ο εναγόμενος πρέπει, τότε, να αποδείξει ότι η ζημιά που προκλήθηκε δεν ήταν λόγω αμέλειάς του. Η ευθύνη για άλλο ζώο βασίζεται στην λεγόμενη αρχή της γνώσης (scienter). Αν ο εναγόμενος γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει την τάση ζώου για την τέλεση της πράξης από την οποία προέκυψε η ζημιά, τότε, έχει το βάρος να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής. Άγρια είναι τα ζώα που συνήθως δεν έχουν γίνει κατοικίδια, όπως λιοντάρια, τίγρεις, κροκόδειλοι, ελέφαντες, έστω και αν έχουν εξημερωθεί (Βλ. Behrens v. Bertram Mills Circus Ltd
(1957)1 All E R 583 και Theodorou v. The Municipal Corporation of Limassol
(1980)2 JSC 402). Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο η ευθύνη ιδιοκτήτη άγριου ζώου το οποίο εκ φύσεως έχει άγριες τάσεις (mischievous propensities) ή ήμερου ζώου το οποίο έχει εις γνώση του προσώπου που έχει τον έλεγχό του συγκεκριμένες άγριες τάσεις (particular mischievous propensities) είναι αυστηρή (absolute) και άσχετη με αμέλεια (Βλ Ellis v. Johnstone
(1963)1 All E R 286). Σύμφωνα, όμως, με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Theodorou v. The Municipal Corporation of Limassol
(1980)2 JSC 402, που πιο πάνω μνημονεύεται, στην Κύπρο και εν' όψει των προνοιών του άρθρου 54 δεν υπάρχει απόλυτη υποχρέωση στους ώμους του εναγόμενου, αλλά μόνο μετάθεση του βάρους απόδειξης. Καταλήγουν δε οι συγγραφείς του πιο πάνω συγγράμματος στο ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει παράλληλα με την ευθύνη στην βάση της αμέλειας δικαίωμα αγωγής για αυστηρή ευθύνη. Και αυτό παρά την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πολυμέταλ Λτδ, Μεταλλικές Κατασκευές κ.α. ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου
(1998)1 ΑΑΔ 393 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο άφησε να νοηθεί, αν και obiter, ότι και στην Κύπρο εφαρμόζεται η αρχή της αυστηρής ευθύνης για άγρια ζώα. Το πιο πάνω δεν είναι, όμως, θέμα που θα με απασχολήσει καθότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχομε να κάνομε με άγριο ζώο, ούτε με ζώο το οποίο είχε αποδεδειγμένα συγκεκριμένες άγριες διαθέσεις εις γνώση του Εναγόμενου 1. Τίποτα τέτοιο δεν δικογραφείται, άλλωστε, στις έγγραφες προτάσεις του Ενάγοντα ή η προσαχθείσα στην υπόθεση μαρτυρία κατέδειξε. Παράλληλα, όμως, με την πιο πάνω διατυπωθείσα κατά το κοινοδίκαιο αρχή υπάρχει και μια άλλη αρχή του κοινοδικαίου σύμφωνα με την οποία πρόσωπο που έχει τον έλεγχο ζώου υπέχει καθήκον και υποχρέωση ώστε το ζώο να μην χρησιμοποιείται με τρόπο που να είναι πιθανό να προκαλέσει ζημιά στον πλησίον (Βλ. Fardon v. Harcourt - Rivington
(1932)All E R 81). Πρόκειται για το σύνηθες καθήκον φροντίδας και επιμέλειας που ισχύει στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Σύμφωνα με την πιο πάνω υπόθεση η ευθύνη αυτή βρίσκει την ρίζα της στην αμέλεια, το τι δε συνιστά αμέλεια εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αν η πιθανότητα να προκύψει ο κίνδυνος είναι μια πιθανότητα την οποία δεν θα αναλογιζόταν ο λογικός άνθρωπος, τότε, ο εναγόμενος δεν είναι υπόλογος αμέλειας που δεν έλαβε ιδιαίτερες προφυλάξεις για την μη εκδήλωσή του. Στην πιο πάνω υπόθεση τα γεγονότα ήταν πολύ απλά. Ο εναγόμενος στάθμευσε το αυτοκίνητό του εντός του δρόμου με το πισινό του μέρος να βλέπει προς το πεζοδρόμιο. Κλείδωσε τον σκύλο του μέσα και, ακολούθως, εισήλθε σε παρακείμενο πολυκατάστημα για να πραγματοποιήσει τις αγορές του. Δεν υπήρχε καμία μαρτυρία για το ότι ο σκύλος είχε άγριες τάσεις. Ο ενάγων στάθμευσε το δικό του αυτοκίνητο πλησίον του αυτοκινήτου του εναγόμενου και βγαίνοντας έξω από το αυτοκίνητό του πέρασε από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του εναγόμενου περπατώντας επί του πεζοδρομίου. Ο σκύλος ενόσω βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου του εναγόμενου γαύγιζε και πηδούσε πάνω - κάτω με αποτέλεσμα από τις κινήσεις του να σπάσει το πισινό παράθυρο του αυτοκινήτου του εναγόμενου και από αυτό να πεταχθεί κομμάτι από γυαλί το οποίο εν τέλει εισχώρησε στο μάτι του ενάγοντα. Από τον τραυματισμό ο ενάγων αναγκάσθηκε να υποβληθεί σε αφαίρεση του ματιού του. Ο ενάγων κίνησε αγωγή εναντίον του εναγόμενου αξιώνοντας αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες. Ο Λόρδος Dunedin δίδοντας την απόφαση της Βουλής των Λόρδων έκρινε ότι το ερώτημα που έπρεπε να απαντηθεί ήταν το εξής: Με δεδομένο ότι αφήνοντας ένα σκύλο κλειδωμένο εντός αυτοκινήτου αυτός θα γαυγίζει και θα πηδά πάνω - κάτω θα μπορούσε οποιοσδήποτε να προβλέψει ότι από τις κινήσεις αυτές του σκύλου θα έσπαζε το παράθυρο και θα πεταγόταν κομμάτι από γυαλί και, μάλιστα, υπό τέτοια γωνία ώστε να βρεθεί στο πρόσωπο και να τραυματίσει το μάτι περαστικού που περπατούσε επί του πεζοδρομίου; Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα ήταν αρνητική. Κρίθηκε ότι το συμβάν που έλαβε χώρα ήταν τόσο εξαιρετικά απίθανο που κανένας δεν θα μπορούσε να βρεθεί υπόλογος για αμέλεια επί το ότι δεν αναλογίσθηκε τον κίνδυνο αυτό και δεν έλαβε προφυλάξεις για την μη εκδήλωσή του, είτε με το να μην αφήσει τον σκύλο εντός του αυτοκινήτου, είτε με το να δέσει τον σκύλο ώστε αυτός να μην μπορεί να προσεγγίζει το παράθυρο. Ο λογικός άνθρωπος οφείλει να προβλέπει για λογικές πιθανότητες. Δεν είναι υπόχρεος να προβλέπει για φανταστικές πιθανότητες. Υπό το φως των πιο πάνω η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (Court of Appeal) κρίθηκε ορθή και η έφεση απερρίφθη από την Βουλή των Λόρδων. Με την απόφαση του Λόρδου Dunedin συμφώνησαν και τα υπόλοιπα μέλη της σύνθεσης συμπεριλαμβανομένων των Λόρδων Atkin και MacMillan. Σύμφωνα με τον τελευταίο επρόκειτο περί ενός γνήσιου ατυχήματος (pure accident). Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων εξέφρασε την συμπόνοια της προς τον ενάγοντα, τόσο ως άνθρωπο, όσο και για τους λόγους που επεξηγήθηκαν και δεν ενδιαφέρουν ως διάδικο. Η συμπόνοια, όμως, δεν ήταν αρκετή, όπως λέχθηκε, για να καταλογισθεί οποιαδήποτε ευθύνη στον εναγόμενο. Στην Αγγλική υπόθεση Ellis v. Johnstone
(1963)1 All E R 286, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί υπόθεση αμέλειας είναι απαραίτητο να καταδειχθεί κάποια ιδιαίτερη τάση (special propensity) του ζώου, οι προβλεπτές συνέπειες της οποίας θα πρέπει να καθορισθούν σε σχέση με όλες τις άλλες σχετικές παράμετρους οι οποίες διαμορφώνουν το σκηνικό των περιβάλλοντων περιστατικών μέσα στις οποίες οι ενέργειες και πράξεις του ζώου σύμφωνα με την τάση του είναι πιθανόν ή μη πιθανόν να προκαλέσουν το ατύχημα. Ό,τι είναι απαραίτητο για να στοιχειοθετηθεί αμέλεια είναι ο εναγόμενος να γνωρίζει ή να οφείλει να γνωρίζει για την ύπαρξη του κινδύνου ο οποίος δεν χρειάζεται απαραίτητα να προκύπτει από μια άγρια τάση του ζώου, αν και κάποια ιδιαίτερη τάση απαιτείται να καταδειχθεί. Στην Αγγλική υπόθεση Anil Gokan Chauhan v. Ian Stanley Harald Paul 1998 WL 1042617, Court of Appeal, Civil Division, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης κατά την τελική του αγόρευση, ο ενάγων / εφεσείων ήταν ταχυδρόμος και κατά τον ουσιώδη χρόνο εισήλθε στα πλαίσια άσκησης της εργασίας του εντός του γκαράζ του εναγόμενου / εφεσίβλητου για να παραδώσει γράμματα στον εναγόμενο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστή ο σκύλος του εναγόμενου ήταν ράτσας ροτβάϊλερ (rotweiler). Με το που είδε τον ενάγοντα, ενώ ο τελευταίος βρισκόταν εντός του γκαράζ, έτρεξε κατά πάνω του και στην προσπάθειά του ο ενάγων να αντιδράσει οπισθοχώρησε τρέχοντας προς την έξοδο του σπιτιού του εναγόμενου με αποτέλεσμα πριν ακόμα καταφέρει να εξέλθει της οικίας του εναγόμενου ο ενάγων να πέσει κάτω και να υποστεί σωματικές βλάβες. Η πλευρά του ενάγοντα βάσισε την υπόθεση της, μεταξύ άλλων, στο ότι η αμέλεια του εναγόμενου έγκειτο στο ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να λάβει τις απαραίτητες υπό τις περιστάσεις προφυλάξεις αφ' ης στιγμής ο σκύλος είχε εν γνώσει του εναγόμενου την τάση βλέποντας επισκέπτες να εισέρχονται εντός της οικίας του εναγόμενου να τους κυνηγά τρέχοντας κατά πάνω τους γαυγίζοντας και στο τέλος να πηδά πάνω τους. Επίσης, κατά τον συνήγορο του ενάγοντα ήταν αρκετό η πλευρά του ενάγοντα να αποδείξει ότι ο σκύλος γαύγιξε και έτρεξε προς τον ενάγοντα και ότι το πέσιμο του ενάγοντα ήταν υπό τις περιστάσεις αναπόφευκτο με αποτέλεσμα να αποδειχθεί η απαραίτητη αιτιώδης συνάφεια. Αναφορικά με το τελευταίο ο συνήγορος του ενάγοντα βασίσθηκε στην μαρτυρία του εναγόμενου με την οποία ο τελευταίος αναγνώρισε ότι ο σκύλος ήταν μεγαλόσωμος, είχε την συνήθεια να γαυγίζει και να κυνηγά τον κόσμο και ότι μια τέτοια συμπεριφορά από μέρους του σκύλου προκαλούσε φόβο (intimidation). Υπό το φως των πιο πάνω ήταν η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος πρέπει να αντιλήφθηκε ότι ήταν προβλεπτό όπως κάποιος εισερχόμενος εντός του εξωτερικού χώρου της οικίας του εναγόμενου ήταν πιθανόν να «το βάλει στα πόδια» και κατ' επέκταση, προβλεπτό ότι ατύχημα του τύπου που επισυνέβη θα λάμβανε χώρα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ηύρε ότι ο σκύλος γαύγιξε και έτρεξε κατά πάνω του ενάγοντα και ότι τον κυνήγησε μέχρι το σημείο που ο ενάγων έπεσε στο έδαφος. Απάλλαξε, όμως, τον εναγόμενο από οποιαδήποτε ευθύνη αφ' ης στιγμής δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση ότι ο εναγόμενος γνώριζε ότι ο σκύλος του είχε την τάση να κυνηγά τον κόσμο που εισερχόταν εντός της οικίας του αφού τέτοιο περιστατικό δεν είχε λάβει χώρα καθ' οιονδήποτε προγενέστερο χρόνο. Το Αγγλικό Εφετείο επιδοκίμασε το σκεπτικό της πρωτόδικης κρίσης. Σύμφωνα με τον Hirst Lord Justice εξέλειπε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι ο εναγόμενος με βάση την εμπειρία που είχε για τον σκύλο του για περίοδο πέραν των 6 ετών που αυτός ανήκε στην ιδιοκτησία του είχε οποιοδήποτε λόγο να προβλέψει ότι ο σκύλος θα κυνηγούσε ή θα καταδίωκε τους ανθρώπους που εισέρχονταν εντός του εξωτερικού χώρου της οικίας του εναγόμενου όπως θα απαιτείτο για να μπορέσει να στοιχειοθετηθεί υπόθεση για αμέλεια. Στην ίδια ακριβώς γραμμή ήταν και η απόφαση του Wall Justice. Αφ' ης στιγμής η μαρτυρία η οποία είχε προσκομισθεί δεν κατέδειξε ότι ο σκύλος είχε στο παρελθόν καταδιώξει οποιονδήποτε ο εναγόμενος δεν είχε λόγο να προβλέψει ότι ο σκύλος θα συμπεριφερόταν όπως αντέδρασε όταν είδε τον εναγόμενο ή ότι θα προκαλείτο ζημία αν ο σκύλος έπραττε όπως έπραξε. Επομένως, ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να λάβει προφυλάξεις για να εμποδίσει τον σκύλο να κυνηγά ή να καταδιώκει επισκέπτες. Τέλος, στην Αγγλική υπόθεση Christopher Whippey v. Andrew Michael Jones 2009 WL 873818, Court of Appeal, Civil Division, στην οποία, επίσης, με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Υπεράσπισης κατά την τελική του αγόρευση, ενώ ο ενάγων / εφεσίβλητος έτρεχε μέσα σε ένα μονοπάτι συνάντησε τον σκύλο του εναγόμενου / εφεσίβλητου ο οποίος ήταν ηλικίας 2 ετών και ράτσας Great Dane. Από την συνάντηση αυτή ο ενάγων τραυματίσθηκε. Συγκεκριμένα ο σκύλος εμφανίσθηκε μπροστά στον ενάγοντα περνώντας από την πίσω μεριά ενός θάμνου. Ακολούθως, χίμηξε πάνω στον δεξιό ώμο του ενάγοντα με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει την ισορροπία του, να πέσει κάτω και να σπάσει τον αστράγαλό του. Ο εναγόμενος άφησε άλυτο τον σκύλο του για σκοπούς άσκησης αφού προηγουμένως ικανοποιήθηκε ότι δεν υπήρχε κόσμος στην περιοχή. Αφήνοντας τον σκύλο να τρέξει ελεύθερα ο σκύλος ξέφυγε του οπτικού πεδίου του εναγόμενου. Ο πρωτόδικος Δικαστής καταλόγισε ευθύνη για αμέλεια στον εναγόμενο ο οποίος εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση. Τα πρωτόδικα ευρήματα δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της έφεσης. Ό,τι αποτέλεσε αντικείμενο της έφεσης ήταν ο εσφαλμένος σύμφωνα με τον εναγόμενο τρόπο με τον οποίο ο πρωτόδικος Δικαστής προσέγγισε και καθόρισε το θέμα της αμέλειας. Η αμέλεια του εναγόμενου σύμφωνα με τον πρωτόδικο Δικαστή έγκειτο στο ότι ο εναγόμενος άφησε άλυτο τον σκύλο χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν βρισκόταν κανείς στην περιοχή ή χωρίς να λάβει υπόψη την πιθανότητα κάποιος να εμφανισθεί. Υπό το φως των πιο πάνω κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος δεν άσκησε εύλογη φροντίδα για να βεβαιωθεί ότι ο σκύλος του δεν θα έθετε τον κόσμο στην θέση κατά την οποία θα ήταν εύλογα προβλεπτό να υποστεί κάποιο είδος βλάβης. Ο εναγόμενος δικαιώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο. Σύμφωνα με το Αγγλικό Εφετείο για να βρεθεί κάποιος υπόλογος για αμέλεια σε υπόθεση σωματικής βλάβης πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα: (α) ότι ο εναγόμενος οφείλει προς τον ενάγοντα καθήκον επιμέλειας, (β) ότι ο εναγόμενος ενήργησε αμελώς αναφορικά με σχετικές πράξεις ή παραλείψεις, (γ) ότι οι σχετικές αυτές αμελείς πράξεις ή παραλείψεις προκάλεσαν την σωματική βλάβη για την οποία παραπονείται ο ενάγων και (δ) ότι η βλάβη δε ήταν μη προβλεπτή ώστε να είναι απομακρυσμένη για να ανακτηθεί παρά το ότι η έκτασή της δεν χρειάζεται να είναι εύλογα προβλεπτή. Το Αγγλικό Εφετείο συμφώνησε ότι στην υπόθεση συνέτρεχαν και οι τρεις προϋποθέσεις υπό παραγράφους (α), (γ) και (δ) ανωτέρω. Διαφώνησε, όμως, με τον τρόπο που ο πρωτόδικος Δικαστής χειρίσθηκε το θέμα της αμέλειας. Λέχθηκε στην βάση θεμελιωδών Αγγλικών υποθέσεων, όπως η Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562, Bolton v. Stone
(1951)AC 850 και Glasgow Corporation v. Muir (194