Στέλιου Κουρουκλίδη ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4029/05, 15/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4029/05 Μεταξύ: Στέλιου Κουρουκλίδη Ενάγοντα και Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ Εναγομένων Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης ημερ. 30.9.13 Ημερομηνία: 15.4.2014 Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κ. Χαραλάμπους για Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.8.10 εκδόθηκε, στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, μετά από ακροαματική διαδικασία, απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων (στο εξής η απόφαση) για τα ποσά των €431.24 και €350, πλέον το ποσό των €3,031.40 πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €2,916.92, ως έξοδα της υπόθεσης. Σε όλα τα πιο πάνω ποσά επιδικάσθηκε τόκος 8% ετησίως από 28.7.05 μέχρι 14.10.08 και τόκος 5.5% από 15.10.08 μέχρι εξοφλήσεως. Στις 30.9.13 οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγµα µε το οποίο να διατάσσεται η αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης μέχρι την εκδίκαση της Έφεσης υπ' αρ. 336/10. Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση και/ή αναστολή εκτέλεσης των ενταλμάτων κατάσχεσης κινητής περιουσίας που εκδόθηκαν εναντίον των Εναγομένων με αριθμούς 064970 και 081368. Γ. Διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο Ενάγοντας να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες για σκοπούς εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης, μέχρι εκδικάσεως και/ή αποπερατώσεως της Έφεσης υπ' αρ. 336/10. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.35 Κ.18-19, Δ.40 Κ.1-17 και Δ.48 Κ.1-9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Χριστοδούλου, Λειτουργού Ανθρωπίνου Δυναμικού και Διοικήσεως των Αιτητών, στην οποία αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Στις 28.7.05 ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθµό και τίτλο αγωγή εναντίον των Εναγοµένων διεκδικώντας από αυτούς: (
- i)γενικές και/ή τιµωρητικές αποζηµιώσεις για ισχυριζόµενη παράβαση συµφωνίας, (
- ii)επιπλέον γενικές αποζηµιώσεις για αποκατάσταση ηθικής βλάβης, (iii) αντισταθµιστικές παροχές σύµφωνα µε τον Ευρωπαϊκό Κανονισµό, (
- iv)ειδικές αποζηµιώσεις και (ν) επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.252.50 στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισµού, αξιώσεις οι οποίες, κατά τον ισχυρισµό του, προέκυψαν από την άρνηση των Εναγοµένων να του επιτρέψουν να επιβιβαστεί στη πτήση CY327 που θα ταξίδευε από το αεροδρόµιο Heathrow του Λονδίνου προς την Λάρνακα. Οι Εναγόµενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους (τεκμήριο Α), ισχυρίζονται ότι την ηµεροµηνία κατά την οποία ο Ενάγοντας θα επέστρεφε στη Λάρνακα και κατά την διάρκεια του προκαθορισµένου ελέγχου αποσκευών και επιβατών, επειδή είχε αναφερθεί - έστω και υπό µορφή αστείου - σε ύπαρξη βόµβας στις αποσκευές του, ακολούθησαν την διαδικασία που πρέπει να τηρείται σε τέτοιες περιπτώσεις, σύµφωνα µε τους Κανονισµούς που διέπουν θέµατα ασφαλείας στα αεροδρόµια. Με απόφαση του κυβερνήτη της πτήσης, στην οποία θα επέβαινε ο Ενάγοντας - ο οποίος έχει και τον τελικό λόγο και/ή ευθύνη και/ή αποκλειστική δικαιοδοσία αν θα δεχθεί ή όχι κάποιον ως επιβάτη στην πτήση του - αποφασίστηκε ότι η αναφορά του Ενάγοντα σε ύπαρξη βόµβας στις αποσκευές του προκάλεσε και/ή ήταν δυνατόν να προκαλέσει αναστάτωση σε επιβάτες της πτήσης και δεν επιτράπηκε η επιβίβαση του στην συγκεκριµένη πτήση. Σηµειώνεται δε ότι ενώ είχε γίνει πρόταση στον Ενάγοντα, ως είθισται, να ταξιδέψει µε την επόµενη πτήση της ίδιας ηµέρας, δεν το αποδέχτηκε. Κατά ή περί την 26.8.10, εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεµεσού στην εν λόγω αγωγή, απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγοµένων για τα ποσά των €431.24 και €350 µε νόµιµο τόκο από την 28.7.05, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (τεκμήριο Β). Παρόλο που το Δικαστήριο είχε αποδεχτεί την µαρτυρία των Εναγοµένων ότι πρέπει να τηρούνται οι διαδικασίες ασφάλειας και ελέγχου σε ένα αεροδρόµιο και ο κυβερνήτης ενός αεροσκάφους έχει την ευθύνη για την ασφάλεια του αεροσκάφους, του πληρώµατος και των επιβατών, επιδίκασε υπέρ του Ενάγοντα το ποσό των €431.24 για παράβαση συµφωνίας από τους Εναγοµένους λόγω της µη επιβίβασης του ενάγοντα στη πτήση από το Λονδίνο προς την Λάρνακα, στην οποία δεν επιβιβάστηκε λόγω περιστατικού που ο ίδιος προκάλεσε. Επίσης παρόλο που το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι Εναγόµενοι ορθά εφάρµοσαν τις διαδικασίες και τους κανόνες ασφαλείας που πρέπει να τηρούνται στο αεροδρόµιο και οι επιβάτες οφείλουν να συµµορφώνονται αυστηρά µε τις διαδικασίες αυτές, επιδίκασε υπέρ του Ενάγοντα το ποσόν των €350, ως γενικές αποζηµιώσεις για αναστάτωση και ταλαιπωρία που υπέστη από την µη επιβίβαση του στη συγκεκριµένη πτήση από το Λονδίνο προς την Λάρνακα. Οι Εναγόµενοι στις 7.10.10 καταχώρησαν την Έφεση υπ' αρ. 336/10, προσβάλλοντας την προαναφερθείσα απόφαση (η ειδοποίηση έφεσης επισυνάπεται ως τεκμήριο Γ). Υπάρχουν βάσιµες και καλές πιθανότητες επιτυχίας της εν λόγω Έφεσης, στην οποία έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία καταχώρησης των Περιγραµµάτων Αγόρευσης στις 26.4.13 και αναµένεται να δοθεί ηµεροµηνία ακροάσεως. Σχεδόν τρία χρόνια µετά την έκδοση της απόφασης επιδόθηκε στους Εναγοµένους το ένταλµα κατάσχεσης κινητής περιουσίας µε αριθµό 064970 (τεκμήριο Δ) (εκδοθέν την 12.6.13) για το ποσό των €3,031, το οποίο αφορά το ποσό των δικηγορικών εξόδων που επιδικάσθηκε στον Ενάγοντα και οι Εναγόµενοι µόλις έλαβαν γνώση ότι προ λίγων ηµερών ο Ενάγοντας καταχώρησε νέο ένταλµα µε αριθµό 081368 (τεκμήριο Ε) (το οποίο καταχωρήθηκε κατά ή περί την 18.9.13), για τα ποσά των €431.24 και €350 µε νόµιµο τόκο από 28.7.05. Είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθούν τα αιτούµενα διατάγµατα αναστολής εκτέλεσης ούτως ώστε να αποφασισθεί εάν ορθά ενήργησαν οι Εναγόµενοι µε το να µην επιτρέψουν στον Ενάγοντα να επιβιβαστεί στη συγκεκριµένη πτήση. Εάν δεν ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης και των ενταλµάτων κατάσχεσης κινητής περιουσίας, σε περίπτωση επιτυχίας της Έφεσης υπ' αρ. 336/10, υπάρχει κίνδυνος να µην είναι δυνατή η ανάκτηση των προαναφερθέντων ποσών από τον Ενάγοντα και η Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειµένου και θα αποστερηθεί της αποτελεσµατικότητας της. Αντίθετα μόνο εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα εξισορροπηθεί η προσδοκία του Ενάγοντα να απολαύσει άµεσα τους καρπούς της επιτυχίας του και το δικαίωµα των Εναγοµένων να µην καταστεί η ενδεχόµενη επιτυχία της Έφεσης που καταχώρησαν, κενή περιεχοµένου. Περαιτέρω σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζηµιά και δεν θα είναι δυνατή η ορθή απονοµή της δικαιοσύνης. Αντίθετα ο Ενάγοντας δεν θα υποστεί οιαδήποτε ζηµιά, καθότι η περίοδος έκδοσης των αιτούµενων διαταγµάτων αφορά την χρονική περίοδο µέχρι την αποπεράτωση της Έφεσης. Περαιτέρω οι Αιτητές είναι ένας φερέγγυος οργανισµός και θα µπορούν να καλύψουν οιεσδήποτε ζηµιές και έξοδα ήθελε υποστεί ο Ενάγοντας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι την ίδια μέρα που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, καταχωρήθηκε από τους Αιτητές και μονομερής αίτηση προς έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αναστολής εκτέλεσης της απόφασης και των ενταλμάτων κατάσχεσης κινητών, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας. Στην βάση της εν λόγω αίτησης εκδόθηκαν στις 3.10.13, μονομερώς, τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα τα οποία ορίσθηκαν επιστρεπτέα στις 10.10.13 και εκείνη την ημέρα αφού επιδόθηκαν στον Ενάγοντα (στο εξής ο Καθ' ου η αίτηση) υπήρξε εμφάνιση για αυτόν και ζητήθηκε χρόνος για να καταχωρηθεί ένσταση. Στις επόμενες δύο εμφανίσεις ζητήθηκε από κοινού αναβολή με σκοπό να καταλήξουν τα μέρη σε κάποια διευθέτηση και τελικά στις 20.12.13 τα προσωρινά διατάγματα κατέστησαν απόλυτα με τη συναίνεση του Καθ' ου η αίτηση. Όσον αφορά την παρούσα αίτηση στις 11.11.13 που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά υπήρξε εμφάνιση για τον Καθ' ου η αίτηση και ζητήθηκε να παραμείνει για οδηγίες για τον ίδιο λόγο που ζητήθηκε χρόνος και για τα προσωρινά διατάγματα. Στις 20.12.13 ζητήθηκε χρόνος από τον Καθ' ου η αίτηση να καταχωρήσει ένσταση, όπως έγινε και στις 21.1.14 και στις 7.3.14. Τελικά η ένσταση καταχωρήθηκε στις 3.4.14. Στηρίζεται δε στις Δ.35 Κ.18-19, Δ.40 Κ.7 και 11 και στη Δ.48 Κ.4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η αίτηση στερείται οποιουδήποτε ή ορθού νοµικού υποβάθρου. 2. Οι Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο. 3. Τα γεγονότα που επικαλούνται οι Αιτητές δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτουµένου διατάγµατος. 4. Η αίτηση είναι κακόπιστη µε την έννοια ότι καταχωρήθηκε µε µόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας ή καθυστέρησης στον Καθ' ου η αίτηση. 5. Η αίτηση έχει υποβληθεί µε µεγάλη καθυστέρηση και µε τρόπο που, υπό τις περιστάσεις, καθίσταται καταχρηστική. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση. Σε αυτήν γίνεται αναφορά στην απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και στα ποσά που του επιδικάσθηκαν, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων. Περαιτέρω δέχεται ότι στις 7.10.10 οι Αιτητές καταχώρησαν Έφεση κατά της απόφασης. Προσθέτει δε τα ακόλουθα: Οι Αιτητές από την έκδοση της απόφασης µέχρι και σήµερα δεν κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι αυτής. Έγιναν συζητήσεις µε τους δικηγόρους των Αιτητών στις οποίες οι δικηγόροι του ζητούσαν να πληροφορηθούν κατά πόσο οι Αιτητές θα ικανοποιούσαν τις εξ αποφάσεως υποχρεώσεις τους προς αποφυγή περαιτέρω καθυστέρησης και εξόδων. Με δεδομένο ότι η καταχώρηση της Έφεσης δεν µπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά στην εκτέλεση της απόφασης και δεδοµένου ότι οι Αιτητές δεν είχαν πρόθεση να ικανοποιήσουν τις εξ αποφάσεως οφειλές τους, ο Αιτητής έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του όπως προχωρήσουν µε µέτρα εκτέλεσης. Έτσι στις 12.6.13 εκδόθηκε ένταλµα κατάσχεσης κινητής περιουσίας µε αριθµό 064970 για €3,031 το οποίο αφορά το ποσό των δικηγορικών εξόδων που του επιδικάστηκαν, ενώ στις 18.9.13 καταχωρήθηκε νέο ένταλµα κατάσχεσης κινητής περιουσίας µε αριθµό 081368 για €431.24 και €350 µε νόµιµο τόκο, τα οποία αφορούν τα υπόλοιπα ποσά της απόφασης. Τόσο η παρούσα αίτηση όσο και η μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αναστολής εκτέλεσης είναι ανεδαφικές και νόµω αβάσιµες και έχουν καταχωρηθεί µε σκοπό την πρόκληση περαιτέρω ταλαιπωρίας και καθυστέρησης στον Αιτητή για να τον αποστερήσουν από τα εκ της αποφάσεως απορρέοντα οφέλη, εµποδίζοντας τα µέτρα εκτέλεσης που βρίσκονται σε εξέλιξη. Ο µόνος λόγος που επικαλούνται οι Αιτητές για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης είναι η εκ µέρους τους καταχώρηση Έφεσης, γεγονός που δεν µπορεί να έχει από µόνο του οποιοδήποτε ανασταλτικό αποτέλεσµα. Τόσο η παρούσα αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν περιέχουν οποιοδήποτε στοιχείο ή ισχυρισµό για οποιαδήττοτε ουσιώδη ζηµία που θα µπορούσε να επιφέρει στους Αιτητές η εκτέλεση της απόφασης και που δεν θα µπορούσε να αποκατασταθεί σε περίπτωση που η Έφεση επιτύχει. Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι στην εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης ελλοχεύει ο κίνδυνος η έφεση να καταστεί άνευ αντικειµένου και να αποστερηθεί της αποτελεσµατικότητας της δεν ευσταθεί και δεν στηρίζεται σε οποιοδήποτε υλικό. Οι Αιτητές δεν αναφέρουν πουθενά οποιαδήποτε αφερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση, η οποία θα καθιστούσε το όποιο αποτέλεσµα της Έφεσης άνευ αντικειµένου. Περαιτέρω αν και εφόσον οι Αιτητές είναι φερέγγυος οργανισµός τότε εύκολα θα µπορούσαν πληρώσουν την εξ αποφάσεως οφειλή τους χωρίς οποιαδήποτε επίπτωση στους ίδιους ή στις δραστηριότητες τους, όµως δεν το έπραξαν και αντί αυτού προβάλλουν την φερεγγυότητά τους ως εξασφάλιση σε ενδεχόµενη αποτυχία της Έφεσης, το αποτέλεσµα της οποίας δεν µπορεί να προβλεφθεί σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω όσον αφορά την οικονοµική του κατάσταση ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι είναι εγκεκριµένος λογιστής/ελεγκτής και ασκεί το επάγγελµα για πολλά χρόνια με δικό του γραφείο και υπαλλήλους, είναι φερέγγυος και ανά πάσα στιγµή θα µπορούσε να επιστρέψει στους Αιτητές οτιδήποτε εισπράξει συνεπεία της απόφασης. Επιπρόσθετα στην αίτηση δεν υπάρχει οποιαδήποτε εισήγηση για διασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους γεγονός που την καθιστά πάσχουσα και ανεδαφική. Επίσης η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας που στόχο έχει την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και των δικαστικών υπαλλήλων που είναι εντεταλµένοι να εκτελέσουν την απόφαση καθώς και την πρόκληση καθυστέρησης και ζηµίας στον Καθ' ου η αίτηση. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, όπου υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Η νομική βάση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης είναι η Δ.35 Κ.18, η οποία προνοεί τα εξής: «An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal, or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from the direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favour the decision under appeal was given». Οι αρχές που διέπουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκρεμμούσης έφεσης δηλ. στη βάση της Δ.35 Κ.18 συνοψίσθηκαν στην Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1978 ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης». Περαιτέρω στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 λέχθηκε σχετικά ότι: «Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει η στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». H διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται λοιπόν με βάση δύο αρχές: πρώτον ότι «ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε» και δεύτερο ότι «το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του δηλ. η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα» (βλ. επίσης Mavrochanna and another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, E.U.R.I.K and Others v. Kotsonis
(1986)1 C.L.R. 617, BP Holdings Ltd κ.α. ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 513). Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση ενός τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ''Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για χορήγηση αναστολής (βλ. Βογαζιανός ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1(Β)Α.Α.Δ. 591). Στην Δημητρούδης ν. Λουγκρίδη
(2011)1Α Α.Α.Δ 687 γίνεται παραπομπή στη σελ. 805 του Annual Practice του 1970, όπου σε σχέση με την αντίστοιχη παρόμοια πρόνοια των Αγγλικών Θεσμών στο Order 59, rule 13, όπως επαναριθμήθηκε, που αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.35 Κ.18, αναφέρεται ότι στην πράξη η αναστολή της διαδικασίας δίνεται όπου με την απόφαση θα πρέπει να καταβληθεί ορισμένο χρηματικό ποσό, οπότε αν η έφεση επιτύχει τότε θα παραμείνει άνευ αντικειμένου αν στο μεταξύ έχει καταβληθεί το ποσό και ο ενάγων είναι είτε κάτοικος εξωτερικού, είτε είναι αφερέγγυος ή υπάρχει ένδειξη με την καταχώρηση σχετικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν θα μπορέσει να επιστρέψει το ποσό στον εναγόμενο. Όσον δε αφορά το είδος των αποφάσεων που υπόκεινται σε αναστολή, έχει νομολογηθεί ότι το αντικείμενο της σχετικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι η αναστολή θετικής και άμεσης υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Αντικείμενο λοιπόν της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ 1384). Τέλος εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται δε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ανωτέρω). Ερχόμενος στη συνέχεια στην παρούσα αίτηση θα πρέπει αρχικά να λεχθεί ότι η εξέταση αυτής θα γίνει στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία περιλαμβάνεται στις ενόρκους δηλώσεις και στα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτές. Οι αναφορές στις αγορεύσεις των διαδίκων σε γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται στα πιο πάνω δεν θα ληφθούν υπόψην καθότι ως είναι νομολογημένο δεν μπορεί να εισάγεται μαρτυρία μέσω αγορεύσεων. Περαιτέρω εφόσον δεν γίνεται αμφισβήτηση γεγονότων και στοιχείων που παρατίθενται στις ενόρκες δηλώσεις με τον ορθό δικονομικό τρόπο, δεν επιτρέπεται τέτοια αμφισβήτηση μέσω αναφορών στις αγορεύσεις. Πριν προχωρήσω θα εξετάσω την θέση των Αιτητών ότι η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση δεν πρέπει να ληφθεί υπόψην εφόσον καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Πράγματι η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα γιατί, ενώ οι οδηγίες που είχαν δοθεί από το Δικαστήριο στις 7.3.14 ήταν να καταχωρηθεί τουλάχιστον 10 μέρες πριν τις 10.4.14 που ορίσθηκε η αίτηση για ακρόαση, καταχωρήθηκε στις 3.4.14. Η ακρόαση της αίτησης έγινε στις 10.4.14 χωρίς εκείνη τη μέρα και πριν δοθούν οι γραπτές αγορεύσεις των μερών (η ακρόαση έγινε με την παράδοση γραπτών αγορεύσεων), να γίνει αίτημα από τον Καθ' ου η αίτηση για παράταση του χρόνου, αλλά ούτε και από πλευράς Αιτητών τέθηκε θέμα για εκπρόθεσμη καταχώρηση της ένστασης. Η εκπρόθεσμη καταχώρηση της ένστασης κρίνεται υπό τις περιστάσεις της παρούσας ότι συνιστά παρατυπία, η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64, η οποία είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει Δικαιοσύνη. Ως δε τονίστηκε μεταξύ άλλων στην θεμελιακή υπόθεση Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου,
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366, η ρητή ή εξυπακουόμενη παραίτηση της άλλης πλευράς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει δεκτή η παρατυπία. Κρίνεται λοιπόν ότι πρέπει στην παρούσα το Δικαστήριο να ασκήσει και ασκεί την διακριτική του ευχέρεια προς έκδοση διατάγματος απαλλαγής από την εν λόγω παρατυπία για τους ακόλουθους λόγους:
- Η 10η μέρα πριν την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης ήταν Κυριακή. Η επόμενη μέρα ήταν δημόσια αργία και η ένσταση καταχωρήθηκε τελικά 7 μέρες πριν την ημερομηνία ακρόασης.
- Κατά την ημέρα της ακρόασης της αίτησης οι Αιτητές δεν ήγειραν το θέμα της εκπρόθεσμης καταχώρησης της ένστασης, πριν παραδώσουν τις αγορεύσεις τους, δίδοντας ουσιαστικά την εντύπωση και στην άλλη πλευρά ότι δεν τίθεται τέτοιο θέμα ώστε να προχωρούσε σε οποιαδήποτε σχετικά διαβήματα διόρθωσης της παρατυπίας, παρά μόνο το έθιξαν μέσα από τις γραπτές αγορεύσεις τους. Τα πιο πάνω δεικνύουν κατά την κρίση μου ότι οι Αιτητές υπέδειξαν ανοχή στην παρατυπία.
- Οι Αιτητές δεν επικαλέστηκαν καν ότι από την εν λόγω παρατυπία υπέστησαν οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Αντίθετα προκύπτει σαφώς ότι έχουν λάβει μέρος στη διαδικασία, υποστηρίζοντας στις αγορεύσεις τις θέσεις τους και επιχειρηματολόγησαν μάλιστα και επί της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει. Ερχόμενος τώρα στην εξέταση των λόγων ένστασης θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αναφορικά με τον 1ο λόγο ένστασης ότι δηλ. η αίτηση στερείται του ορθού νομικού υποβάθρου, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν ευσταθεί εφόσον στη νομική βάση αυτής γίνεται ρητή αναφορά στις σχετικές διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και ιδιαίτερα στην Δ.35 Κ.
- Όσον δε αφορά τον 2ο λόγο ένστασης πέραν της γενικής αυτής αναφοράς δεν επεξηγείται πουθενά σε τι συνίσταται η επικαλούμενη παραπλάνηση του Δικαστηρίου από τους Αιτητές. Σε σχέση με τον 4ο λόγο ένστασης ότι δηλ. η αίτηση είναι κακόπιστη και έχει ως µόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας ή καθυστέρησης, είναι γνωστό ότι ο διάδικος που ισχυρίζεται κάτι τέτοιο έχει και το βάρος απόδειξης του. Λαμβάνοντας δε υπόψην όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου στην παρούσα κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμη πεποίθηση για κακοπιστία, ούτε και ο σκοπός που αποδίδεται στους Αιτητές. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Ούτε όμως ο 5ος λόγος ένστασης, για μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης με τρόπο ώστε αυτή να καθίσταται καταχρηστική, ευσταθεί. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε, ως προαναφέρθηκε στις 30.9.
- Ο χρόνος που πρέπει δε, κατά την κρίση μου, να ληφθεί υπόψην δεν είναι αυτός της καταχώρησης της Έφεσης αλλά εκείνος κατά τον οποίο προέκυψε η ανάγκη για καταχώρηση της αίτησης αναστολής εκτέλεσης. Ως προκύπτει από τη μαρτυρία των Αιτητών η ανάγκη αυτή προέκυψε ενόψει της προώθησης από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση μέτρων εκτέλεσης και συγκεκριμένα των δύο ενταλμάτων κατάσχεσης κινητών τα οποία εκδόθηκαν στις 12.6.13 και 18.9.
- Συνεπώς δεν τίθεται θέμα ιδιαίτερης καθυστέρησης, πόσο μάλλον τέτοιας που να στοιχειοθετεί κατάχρηση. Ερχόμενος τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, ως προκύπτει από την σχετική νομολογία, αυτό που επιβάλλεται είναι, προς εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων, να σταθμισθεί κάθε γεγονός της παρούσας υπόθεσης που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής όσο και με τη ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Πρέπει λοιπόν να υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι η έφεση δεν θα πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας της δηλ. να μην χάνει την σημασία της μένοντας χωρίς αντίκρυσμα σε ενδεχόμενη επιτυχία της. Προς στοιχειοθέτηση του αιτήματος τους για αναστολή εκτέλεσης οι Αιτητές αναφέρονται κατ' αρχήν στην πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης. Αναφορικά με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν θεωρώ ότι μπορεί στα πλαίσια της παρούσας να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή την αποτυχία της Έφεσης. Το πλαίσιο για τη διάγνωση της επιτυχίας της Έφεσης δεν μπορεί να είναι άλλο από την ακρόαση αυτής. Εν πάση δε περιπτώσει να υπομνησθεί ότι, ως έχει νομολογηθεί, οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι οριακής σημασίας και δεν είναι ο αποφασιστικός παράγοντας για την επιτυχία του υπό εξέταση αιτήματος αναστολής. Περαιτέρω οι Αιτητές αναφέρουν στην μαρτυρία τους ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και επιτυχίας της Έφεσης υπάρχει κίνδυνος να µην είναι δυνατή η ανάκτηση των προαναφερθέντων ποσών από τον Καθ' ου η αίτηση και έτσι η Έφεση να αποστερηθεί της αποτελεσµατικότητας της. Πέραν όμως αυτής της γενικής και αόριστης αναφοράς τους δεν εξηγούν, ως όφειλαν φέροντες και το σχετικό βάρος απόδειξης, σε τι συνίσταται ο εν λόγω κίνδυνος και δεν παρέχουν κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει τέτοιο κίνδυνο. Δεν αποτελεί δε μαρτυρία και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην για τον σκοπό αυτό η αναφορά που γίνεται στις αγορεύσεις των Αιτητών ότι υπάρχει κίνδυνος ο Καθ' ου η αίτηση «να καταστεί αφερέγγυος με δεδομένο ότι είναι αυτοεργοδοτούμενος». Συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί εκ μέρους των Αιτητών η ύπαρξη αφερεγγυότητας του Καθ' ου η αίτηση. Πέραν και ανεξάρτητα αυτού έχει παραμείνει αναντίλεκτο, εφόσον οι Αιτητές δεν έχουν αμφισβητήσει με τον ορθό δικονομικό τρόπο, την θέση που ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει στην ένορκη του δήλωση, ότι δηλ. είναι φερέγγυος και θα είναι σε θέση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό εισπράξει. Γενική και αόριστη είναι και η αναφορά των Αιτητών ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζηµιά. Τέλος οι Αιτητές δεν θέτουν έστω οποιοδήποτε ισχυρισμό ότι δεν είναι σε θέση να εξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους (κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί λόγο έγκρισης αίτησης για αναστολή). Αντίθετα υποστηρίζουν ότι είναι ένας φερέγγυος οργανισµός. Πρέπει λοιπόν να σημειωθεί ότι ακόμη και εάν δεν λαμβανόταν υπόψην η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει τέτοια γεγονότα ή στοιχεία που να γέρνουν την πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι στην παρούσα η Έφεση δεν θα πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας της. Με άλλα λόγια δεν έχουν καταδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε περίστασης που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αναστολής εκτέλεσης. Συναφώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση αναστολής εκτέλεσης απόφασης και ενταλμάτων κινητής περιουσίας μέχρι την εκδίκαση έφεσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο