← Κύπρος

S & G GREGORIOU MOTORS LTD ν. FODEN TRUCKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6010/11, 4/4/2014

S & G GREGORIOU MOTORS LTD ν. FODEN TRUCKS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6010/11, 4/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A154 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6010/11 ΜΕΤΑΞΥ: S & G GREGORIOU MOTORS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόντων και FODEN TRUCKS LTD, από τη Λευκωσία ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας των Εναγόντων - Αιτητών 17/10/2013 για Αντεξέταση του Εναγομένου 2 Ημερομηνία: 4/4/2014 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Κ. Θωμά για κ.κ. Γιαννάκη Κ. Θωμά & Συνεργάτες Για τους Εναγομένους - Καθ' ων η αίτηση: κα Καλυβίτου για κ. Κιτρομηλίδη, Πέτσα Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με αίτηση ημερομηνίας 17/1/2013 Ενάγοντες - Αιτητές («οι Ενάγοντες») αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίων των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση («οι Εναγόμενοι»). Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση στις 15/5/2013 η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2. Στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση οι Ενάγοντες καταχώρισαν αίτηση ημερομηνίας 17/10/2013 με την οποία αιτούνται όπως αντεξετάσουν τον Εναγόμενο 2. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Θ.1 - 3, Δ.38, Θ.1, και στη Δ.48, Θ.1-4, Θ.7. Η Απαίτηση των Εναγόντων Όπως προκύπτει από το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες απαιτούν από τους Εναγομένους το ποσό των €50,025 δυνάμει «συναλλαγματικής και/ή γραμματίου και/ή χρεωστικού ομολόγου και/ή γραπτής αναγνωρίσεως χρέους». Η Εναγομένη 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτιδα και ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής της. Το ποσό θα έφερε τόκο 8% από 27/2/2010 μέχρι εξοφλήσεως και ήταν πληρωτέο την 30/4/2010. Οι Εναγόμενοι παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων αμελούν και/ή αρνούνται και/ή παραλείπουν την πληρωμή του εν λόγω ποσού. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση επισυνάπτεται ως τεκμήριο 1 το εν λόγω γραμμάτιο. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι από την καταχώριση της αγωγής και μετά οι Εναγόμενοι κατέβαλαν διάφορα ποσά έναντι της απαίτησης των Εναγόντων και ότι παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €24,715 πλέον τόκος προς 8% από 27/2/2010. Η απαίτηση περιορίζεται σ' αυτό το ποσό. Η Υπεράσπιση των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Υπεράσπιση στις 15/11/2012 στην οποία ουσιαστικά προβάλλουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς: 1. Ουδέποτε αναγνώρισαν το οποιοδήποτε χρέος προς τους Εναγόντες ή αποδέχθηκαν την πληρωμή οιασδήποτε αναγνώρισης χρέους για οιονδήποτε ποσό. 2. Ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε «εγγυήθηκε γραπτώς την οποιανδήποτε αποπληρωμή του κατ' ισχυρισμόν ποσού, ούτε την αποπληρωμή των οιωνδήποτε τόκων, ούτε την αποπληρωμή οιωνδήποτε δικηγορικών εξόδων». 3. Κανένα χρέος δεν έχουν προς τους Ενάγοντες γι' αυτό και ουδέποτε κλήθηκαν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό. Η Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου 2 Για σκοπούς πληρότητας κρίνω σκόπιμο, να παραθέσω αυτούσιο το κείμενο της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου 2, κ. Κυριάκου Κωνσταντίνου, που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγομένων και επί της οποίας επιδιώκουν να αντεξετάσουν οι Ενάγοντες: «Εγώ ο κάτω υπογεγραμμένος Κυριάκος Κωνσταντίνου ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: 1. Είμαι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 στην παρούσα αίτηση και προβαίνω στην παρούσα Ένορκη Δήλωση εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω. 2. Περί την 19.12.2011 οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρησαν την υπό τον άνω τίτλο και αριθμό αγωγή αυθαίρετα και χωρίς οι Εναγόμενοι να έχουμε ειδοποιηθεί ως προς κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Το ποσό αυτό είναι υπερβολικό, εξωπραγματικό και αποτέλεσμα υπερτοκισμού και αυθαίρετων χρεώσεων και καμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. 3. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 ουδέποτε ανεγνώρισε το κατ' ισχυρισμό χρέος και ή αποδεχθεί[1] την πληρωμή αυτού. Περαιτέρω, εγώ ουδέποτε εγγυήθηκα γραπτώς και ή άλλως πως το οιονδήποτε χρέος και ή την πληρωμή αυτού. 4. Η αιτούμενη συνοπτική απόφαση δεν είναι δίκαιο ούτε ορθό να εγκριθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην παρούσα ένσταση και την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει». Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η Αντεξέταση Οι λόγοι για τους οποίους οι Ενάγοντες αιτούνται την αντεξέταση του Εναγομένου 2 εμφαίνονται στις παραγράφους 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης του κ. Γιώργου Γρηγορίου διευθυντή των Εναγόντων: «4. Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση του, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και συνιστούν ανυπόστατους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς. 5. Επειδή στην ένορκη δήλωση τον Εναγομένου 2, περιέχονται παραπλανητικοί και αναληθείς ισχυρισμοί και αμφισβητούνται θέσεις και ισχυρισμοί των Εναγόντων κατά τρόπο που ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση απόφασης, παρίσταται ανάγκη όπως οι εν λόγω ισχυρισμοί διασαφηνιστούν και/ή αντικρουστούν με την αντεξέταση του Ενόρκως Δηλούντα. 6. Εξ όσων γνωρίζω αλλά και εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των Εναγόντων, είναι απαραίτητο και επιβεβλημένο για την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης όπως επιτραπεί η αντεξέταση του Ενόρκως δηλούντος επί των παραγράφων 2, 3 και 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων για να έχει ενώπιον τον το Δικαστήριο την πραγματική εικόνα των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση». Η Ένσταση των Εναγόντων - Αιτητών Οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων είναι: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι γενική, αόριστη και ασαφής. (β) Η παρούσα αίτηση είναι αντίθετη με τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες και νομολογία αφού δεν εξειδικεύει τα συγκεκριμένα ζητήματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση του μάρτυρα. (γ) Οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα Αίτηση καθότι αυτή είναι παράτυπη». Η ένσταση των Εναγομένων στηρίζεται στη Δ.38, Δ.39, Δ.48, Θ.4, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Νομική Πτυχή Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την εξέταση εναγομένου στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης πηγάζει από τη Δ.18, Θ.3 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: 3. (
  2. a)The defendant may show cause against such application by affidavit, or the Court may allow the defendant to be examined upon oath. (
  3. b)The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
  4. so)to what part of the plaintiff's claim. (
  5. c)The Court may, if it thinks fit, order the defendant, or in the case of a corporation, any officer thereof, to attend and be examined upon oath, or to produce any leases, deeds, books, or documents, or copies thereof or extracts therefrom. Η αίτηση των Εναγόντων δεν στηρίζεται στο ορθό δικονομικό υπόβαθρο αφού δεν περιλαμβάνει την Δ. 18, Θ.3 αλλά μόνο τη Δ.39, Θ.1 - 3, Δ.38, Θ.1, και τη Δ.48, Θ.1-4, Θ.7. Θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση των Εναγόντων με τους θεσμούς, δηλαδή τη Δ.48, Θ.1 και 2

(1)[2] που απαιτεί την συμπερίληψη της ορθής νομικής βάσης σε αίτηση, αποτελεί παρατυπία. Σημειώνω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν εγείρει θέμα παρατυπίας. Με βάση τη Δ. 64 και έχοντας υπόψη τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 στην σελ 375[3] και στην Γιώργος Φαλέκκου ν. Κυριάκου Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση 63/2010, 17/12/2013 και ενόψει του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από την υπό αναφορά παρατυπία και θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης και της ένστασης. Η Κυπριακή Δ.18, Θ.3 είναι ταυτόσημη με την παλαιά Αγγλική Διάταξη O.14, r.
  1. Στο Annual Practice 1961 (σελ. 261 - 262) αναφέρονται τα ακόλουθα: 'Examination of Defendant. - The power to examine parties orally is only to be exercised in exceptional cases, as it would otherwise lead to great expense, and the trial of actions on summons (Millard v. Baddeley [1884] W.N. 96, per Field J.). This power was very rarely exercised under the old Rule; but in proper cases, it is a valuable and effective power and therefore it has been retained in the Rule as amended'. Στην Millard v. Baddeley [1884] W.N. 96, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Field J: 'It ought to only to be in an exceptional case that the power given by this rule of examining the parties is exercised. It is the first time I ever heard of its being done. If it became a practice it would lead to great expense, and to actions being tried upon the summons under Order XIV, which was never intended to be done'. Σχετική επίσης είναι η Αγγλική Απόφαση Sullivan v. Henderson [1973] 1 All E.R. 48 στην οποία αποφασίστηκε ότι σε ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο δεν πρέπει να δίδει άδεια για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η απόφαση δόθηκε στα πλαίσια της RSC Ord 86 (ανάλογη της RSC Ord 14). Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αγγλικός Θεσμός έτυχε αναθεώρησης το 1962 και περιλάμβανε ρητή πρόνοια ότι η εξέταση του εναγομένου επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αναθεώρηση όπως φαίνεται, υιοθέτησε την νομολογία όπως αυτή είχε καθιερωθεί με την Millard v. Baddeley [1884] W.N.
  2. Θεωρώ τα όσα λέχθηκαν από τον Meggary J. (όπως ήταν τότε) στην Sullivan σελ 51 σχετικά: 'There is one further point that I should mention for guidance in future cases. The present case seems to me to illustrate the difficulties that may arise if leave to cross-examine a witness on his affidavit is given in cases under Ord.
  3. The summary process under Ord. 86 is one thing, and the trial of an action is another: a hearing under Ord. 86 with oral evidence is liable to become neither one nor the other, and to share the disadvantages of each. The hearing ceases to be summary, and the absence of pleadings and discovery, for example, prevents the hearing from achieving the exhaustiveness of a trial. The court may be put in the position, at the end of a two-day hearing, of saying that there ought to be a trial of the action, in which case there will then be the repetition of much that has occupied the court and the parties during the hearing under Ord.
  4. I observe that rule 5
(3)(b) of the Order, which authorises the making of an order for the defendant to attend and be examined on oath, qualifies the power by the words " if it appears to the court that there are special circumstances which make it desirable that he should do so." This is a weighty qualification, and I would subscribe to the cautionary words of Field J. in Millard v. D Baddeley [1884] W.N. 96 (affirmed
(1884)28 S J. 427), uttered in relation to the corresponding procedure under Ord. 14. There may be cases where it is right to give leave to cross-examine, perhaps limited to a single point, though this has its own problems both for counsel and for litigants who are bursting to reveal all; and in any case I would expect cases in which it would be desirable for such leave to be given to be of comparatively rare occurrence.' Η αντιμετώπιση στην Κυπριακή Νομολογία αναφορικά με την αντεξέταση μαρτύρων γενικά σε ενδιάμεσες διαδικασίες γενικότερα δεν διαφέρει από αυτή που προένεφερα. Αντίθετα η Νομολογία με βάση την Δ. 48 , Θ. 4
(2)[4] και την Δ.39, Θ.1.[5] καταδεικνύει ότι:
  1. Η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
  2. Η δυνατότητα αντεξέτασης παρέχεται σπάνια, σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις (Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Rana Wahed Ali (Αρ. 1)
(2004)1 ΑΑΔ 1660 και Αναφορικά με την Αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α ΑΑΔ 280). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα στην Αγωγή 7123/2008 στην οποία ο Κληρίδης Κ. Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) έθεσε το ζήτημα ως ακολούθως: «Υπενθυμίζεται το ότι η αντεξέταση δεν διεξάγεται αυτοδίκαια, αλλά σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39, Κ.1, το Δικαστήριο μπορεί μόνο κατόπιν αιτήματος διαδίκου να διατάξει την παρουσία ενός ομνύοντα για αντεξέταση. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί να αντεξετάσει ένας διάδικος θα πρέπει να είναι περιορισμένα και να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να εκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος ήθελε υπάρξει διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των μερών ή απλά προς το σκοπό της μείωσης της γενικότερης αξιοπιστίας ενός διαδίκου ή της ενίσχυσης της αξιοπιστίας άλλου.» Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση, είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Αγωγές: 9310/04 5803/06 1485/07 Δήμου Στροβόλου ν. D. J. Karapatakis & Sons Ltd 8 Ιουνίου, 2011. Απόφαση Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ (όπως ήταν τότε). Στην Ευάγγελος Λαζάρου κ.α. ν Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η διαδικασία σύμφωνα με την Δ.18 δεν πρέπει να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας. Αυτό που εξετάζεται, όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις της Δ.18, είναι αν ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι πολύ σπάνια μπορεί να γίνεται δεκτό αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και αν θα επιτραπεί αντεξέταση, αυτή πρέπει να είναι πολύ περιορισμένη, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η διαδικασία να μετατρέπεται σε δίκη επί της ουσίας. Αξιολόγηση Η θέση του δικηγόρου των Εναγόντων ήταν ότι η αίτηση δεν είναι ούτε γενική ούτε αόριστη αφού εξειδικεύονται οι παράγραφοι επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση. Σκοπός είναι η αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Ορισμένοι ισχυρισμοί, που είναι σύμφωνα με τους Ενάγοντες, παραπλανητικοί και αναληθείς ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση απόφασης συνεπώς πρέπει να διασαφηνιστούν ή να αντικρουστούν και παρέπεμψε ειδικά στους ισχυρισμούς του Εναγομένου 2 όσον αφορά τη μη ειδοποίηση για οφειλόμενο ποσό, την αμφισβήτηση για τον υπολογισμό του, τη μη αναγνώριση του χρέους αλλά και την άρνηση της εγγύησης. Επιθυμεί επίσης την αντεξέταση επί της άρνησης υπογραφής του γραμματίου γιατί αποτελεί υπεράσπιση σύμφωνα με το άρθρο 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Η θέση των δικηγόρων των Εναγομένων είναι ότι με την αντεξέταση οι Αιτητές έχουν σκοπό να μετατρέψουν τη διαδικασία σε κυρίως δίκη, επιχειρώντας εκμαίευση μαρτυρίας ενώ η αίτηση όπως διατυπώνεται είναι γενική και αόριστη. Έχω εξετάσει την επιχειρηματολογία των δικηγόρων και είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι με βάση τις πιο πάνω αρχές όχι μόνο δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε εξαιρετική περίσταση αλλά τουναντίον κρίνω ότι η οποιαδήποτε αντεξέταση επί των σημείων που επιζητεί η πλευρά των Εναγόντων θα αφορά όλη την ουσία της υπόθεσης πράγμα ανεπίτρεπτο στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Έχω εξετάσει και το ενδεχόμενο όπως η αντεξέταση περιοριστεί σε λιγότερα σημεία, όμως κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση αυτό δεν είναι δυνατό αφού οι ίδιοι Ενάγοντες θέτουν τα θέματα επί των οποίων επιθυμούν να αντεξετάσουν κατά τρόπο αλληλένδετο. Κατάληξη Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγομένων και σε βάρος των Εναγόντων, τα οποία, όπως θα αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Αντεξέταση Ενόρκως Δηλούντα [1] Προφανώς εννοεί «αποδέχτηκε». [2] Δ.48, Θ.
  2. - Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit. Δ.48, Θ. 2.
(1)- Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded. [3] «
  1. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  2. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  3. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  4. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη
  5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». [4] Δ.48, Θ 4
(2): Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης του προνοείται από τη Διαταγή
  1. [5] Δ.
  2. Θ.1: Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.