← Κύπρος

NUTSHELL LTD ν. ZENINA ANNA κ.α., Αρ. Αγωγής 5094/09, 16/4/2014

NUTSHELL LTD ν. ZENINA ANNA κ.α., Αρ. Αγωγής 5094/09, 16/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A173 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5094/09 Μεταξύ: NUTSHELL LTD, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και 1. ZENINA ANNA, εκ Λεμεσού 2. GEORGE ECONOMOU, εκ Λεμεσού 3. GEDEMMA HOLDINGS LIMITED, εκ Λεμεσού 4. T. & M. ΟΙΚΟΝΟΜΟU KAI YIOS LIMITED, εκ Λεμεσού 5. GEDEMMA INVESTMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγομένων ---------------------------------- 16 Απριλίου, 2014 Για την Ενάγουσα: κ. Ρ. Θεοφίλου (για την εκφώνηση της απόφασης κα Ε. Γεωργίου) Για τους Εναγόμενους 2 - 5: κ. Σπ. Ιεροθέου Για την Εναγομένη 1: Ουδεμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Κυπριακή Εταιρεία, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο διατηρούσε Τραπεζικούς λογαριασμούς με την Τράπεζα Κύπρου, τους οποίους εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται με την υπογραφή του ήταν ο ΜΕ3 δηλαδή ο κ. Sattarov και η σύζυγος του. Κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο διατηρούσε επίσης λογαριασμούς με την Τράπεζα και η αδελφική της Ενάγουσας επίσης Κυπριακή Εταιρεία VERTICAL -T AIR COMPANY TORJOK LTD (εν τοις εφεξής Vertical). H Εναγόμενη 1 ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, διευθύντρια επί πληρωμή και η μόνη υπάλληλος της Ενάγουσας, με καθήκοντα, μεταξύ άλλων, να επισκέπτεται την Τράπεζα και/ή να επικοινωνεί με την Τράπεζα σε σχέση με τους λογαριασμούς της Ενάγουσας και να παραδίδει γραπτές οδηγίες του και άλλα έγγραφα σε σχέση με την διαχείριση των λογαριασμών, (περιλαμβανομένων και εντολών πληρωμών που θα υπέγραφε ο ΜΕ3). Η Εναγόμενη 1 δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να διαχειρίζεται με την υπογραφή της ή άλλως πως τους λογαριασμούς της Ενάγουσας και δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει η ίδια εντολές διαχείρισης τους. Η Εναγόμενη 3, 4 και 5 είναι Κυπριακές εταιρείες νόμιμα εγγεγραμμένες με έδρα τη Λεμεσό και η Ενάγουσα δεν είχε ποτέ εμπορικές ή άλλες δοσοληψίες με αυτές. Οι μετοχές των Εναγόμενων 3, 4 και 5 ανήκαν κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο στην οικογένεια του Εναγόμενου 2, ο οποίος ήταν μέτοχος, διευθυντής και ιθύνων νους τους. Ούτε ο Εναγόμενος 2 είχε ποτέ εμπορικές ή άλλες δοσοληψίες με την Ενάγουσα. Μαρτυρία για την Ενάγουσα Εταιρεία έδωσε ο διευθυντής αυτής ο κ. Valery Sattarov από την Ρωσία, (Μ.Ε.3), ο λογιστής της Ενάγουσας και της Vertical κ. Η. Τσιάρτας (Μ.Ε.4). Όπως επίσης τραπεζικός υπάλληλος εκ της Τράπεζας Κύπρου, ο κ. Χαραλάμπους (Μ.Ε.5) και ο Αστυνομικός του ΤΑΕ, (Μ.Ε.1). Σύμφωνα με τους μάρτυρες Εναγόντων τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Οι Εναγόμενοι 1 και 2, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, διατηρούσαν στενές προσωπικές σχέσεις. Στις 05/09/2008 η Εναγόμενη 1 εμφανίστηκε στο σπίτι του ΜΕ3 στην Τάλα Πάφου στα γενέθλια της συζύγου του συνοδευόμενη από τον Εναγόμενο 2 τον οποίο παρουσίασε ως «boyfriend» της. Έκτοτε ο ΜΕ3 δεν ξαναείδε τον Εναγόμενο 2 μέχρι και μετά που αποκαλύφθηκαν μέρος των παράνομων αποσπάσεων/κλοπών των χρημάτων της Ενάγουσας (τότε ήταν με την εντύπωση ότι αφορούσαν μόνον ποσόν περίπου €350.000), οπότε κάλεσε την Εναγόμενη 1 στο σπίτι του για να διευκρινίσει τι έγινε. Αυτή «εμφανίστηκε ξανά» με τον Εναγόμενο 2 στις 14/7/2009, οπότε και παραδέχτηκαν ότι μαζί συνεργάστηκαν και πήραν τα λεφτά επειδή ο Εναγόμενος 2 είχε οικονομικά προβλήματα και κάποιοι απειλούσαν τη ζωή του, όμως είχαν πρόθεση να βάλουν πίσω τα χρήματα. Ο ΜΕ3 απαίτησε γραπτή δήλωση τους και ο Εναγόμενος 2 στα Αγγλικά και η Εναγόμενη 1 στα Ρωσικά, παραδέχθηκαν ότι η Εναγόμενη 1 πήρε χωρίς τη γνώση του ΜΕ3 το ποσό των €350.000 από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας και τα έδωσε στον Εναγόμενο 2. Ο δε Εναγόμενος 2 συμφώνησε ότι το ποσό αυτό (€350.000) του δόθηκε από την Εναγόμενη 1 και βεβαίωνε ότι θα επιστραφεί στην Ενάγουσα αρχές Νοεμβρίου 2009. Οι δηλώσεις αυτές παραδόθηκαν στο ΤΑΕ κατά την καταγγελία της υπόθεσης και κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 Αστ. του ΤΑΕ 3936 Φίλιππο Ανδρέου (ΜΕ1). Η Εναγόμενη 1 λίγες μέρες αργότερα ανάφερε στον ΜΕ3 τηλεφωνικά ότι ο Εναγόμενος 2 είχε εκδώσει και παραδώσει δυο επιταγές για την εξόφληση του πιο πάνω ποσού, οι οποίες όμως ουδέποτε εισπράχθηκαν (οι επιταγές αυτές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6Α). Ξανά ο ΜΕ3 επιδίωξε και βρήκε την Εναγόμενη 1 στο σπίτι του Εναγόμενου 2 και με προτροπή της συνάντησε τον Εναγόμενο 2 στο γραφείο του στη Λεμεσό, ο οποίος του ανάφερε ότι πωλούσε το γραφείο του και θα τον ξοφλούσε και να μην ανησυχήσει αν καθυστερούσε να πληρώσει. Ήταν καθαρό πια για τον ΜΕ3 πως δεν είχε σκοπό να πληρώσει γι΄αυτό και προσέφυγε στην Αστυνομία όπου κατήγγειλε την υπόθεση. Έκτοτε δεν ξαναείδε τον Εναγόμενο 2. Είναι η θέση της πλευράς των Εναγόντων ότι η Εναγόμενη 1 και/ή ο Εναγόμενος 2 και/ή μαζί οι δύο τους σε συνεργασία, σε διάφορες ημερομηνίες από τον Ιανουάριο 2008 μέχρι και Ιούλιο του 2009, δόλια και με πρόθεση καταδολίευσης της Ενάγουσας, κατασκεύασαν, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, οδηγίες και/ή εντολές μεταφορών χρημάτων και/ή εντολές πληρωμών από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας και/ή από τους λογαριασμούς της αδελφικής της Ενάγουσας εταιρείας VERTICAL. Η Εναγόμενη 1, εκμεταλλευόμενη την σχέση της με την Ενάγουσα και την Τράπεζα, παρέδωσε στην Τράπεζα, μετέφερε στη συνέχεια και παρέδιδε τις εν λόγω πλαστογραφημένες οδηγίες και/ή εντολές μεταφορών χρημάτων και/ή εντολές πληρωμών στην Τράπεζα Κύπρου και τις εκτελούσε. Αυτό γινόταν εν γνώσει όλων των Εναγόμενων και/ή σε συνομωσία μεταξύ τους. Με τον τρόπο αυτό, χρήματα της Ενάγουσας μεταφέρονταν σε λογαριασμούς που είχαν σαν δικαιούχους την Εναγόμενη 1 και/ή τους λοιπούς Εναγόμενους είτε απευθείας από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας είτε αφού πρώτα μεταφέρονταν στους λογαριασμούς της Vertical και στη συνέχεια στους Εναγόμενους. Με τον τρόπο αυτό οι Εναγόμενοι απέσπασαν ποσόν συνολικού ύψους €722.940,00 από την Ενάγουσα. Οι πιο πάνω οδηγίες και/ή εντολές πληρωμών και η απόσπαση των χρημάτων της Ενάγουσας έγιναν χωρίς τη γνώση ή τη συναίνεση του ΜΕ3 χωρίς αντάλλαγμα και δόλια με πρόθεση καταδολίευσης της Ενάγουσας. Ο δε Εναγόμενος 2 ενεργούσε και για τους Εναγόμενους 3, 4 και 5, όλοι δε μαζί οι Εναγόμενοι απέσπασαν από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας και όλοι μαζί οικειοποιήθηκαν τα εν λόγω ποσά. Τα χρήματα της Ενάγουσας με πλαστές οδηγίες που παρέδιδε η Εναγόμενη 1 στην Τράπεζα, κατέληξαν στους λογαριασμούς των Εναγόμενων είτε απευθείας είτε μέσω των λογαριασμών της αδελφικής της Ενάγουσας εταιρείας VERTICAL, όπου πρώτα μετέφεραν χρήματα από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Τα πιο πάνω ποσά αποσπάστηκαν από την Ενάγουσα με τον πιο πάνω τρόπο και εισπράχθηκαν από τους διάφορους Εναγόμενους και/ή κατατέθηκαν σε λογαριασμούς τους μεταξύ 4/1/2008 μέχρι 30/7/2009 ως ακολούθως: Α) Στο όνομα της Εναγόμενης 1: (
  2. i)Με μεταφορά από το λογαριασμό της Ενάγουσας αρ. 0385-40-049006-48, €94.817,30 (
  3. ii)Με μεταφορά από το λογαριασμό της Ενάγουσας αρ. 0385-02-610519-00, €44.082,00 (iii) Με μεταφορά από το λογαριασμό της Ενάγουσας αρ. 0385-40-016108-06, €86.372,15 (παρ. 10) (
  4. iv)Με ανάληψη σε μετρητά από τους λογαριασμούς 0385-40-049006-48 και 0385-02-610519-00, €63.130,00. Ήτοι συνολικά στο όνομα της Εναγόμενης 1 μεταφέρθηκαν και/ή αυτή είσπραξε και οικειοποιήθηκε μαζί με τους λοιπούς Εναγόμενους €288.401,45, που κατά τη δήλωση της ημερομ. 14/7/2009, προφανώς μαζί με την μεταφορά στο όνομα του Εναγόμενου 2 της υποπαραγράφου (Β) πιο κάτω δόθηκαν στον Εναγόμενο 2. Β) Στο όνομα του Εναγόμενου 2 με μεταφορά από τους πάνω λογαριασμούς της Ενάγουσας και από το λογαριασμό της 0385-80-002363-05 €58.598,55 ποσόν το οποίο αυτός τα οικειοποιήθηκε μαζί με τους λοιπούς Εναγόμενους. Γ) Στο όνομα της Εναγόμενης 3 με μεταφορά από το λογαριασμό της Ενάγουσας αρ. 0385-40-049006-48, €239.490,02, ποσό το οποίο αυτή οικειοποιήθηκε μαζί με τους λοιπούς Εναγόμενους. Δ) Στο όνομα της Εναγόμενης 4 με μεταφορά από τους πιο πάνω λογαριασμούς της Ενάγουσας και/ή από τους λογαριασμούς της VERTICAL-T AIR COMPANY LTD όπου μεταφέρθηκαν από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας ποσό €129.695,00 ποσό το οποίο η Εναγόμενη 4 οικειοποιήθηκε μαζί με τους λοιπούς Εναγόμενους. Ε) Στο λογαριασμό της Εναγόμενης 5 από τους πιο πάνω λογαριασμούς της Ενάγουσας €7.000,00 ποσό το οποίο αυτή οικειοποιήθηκε μαζί με τους λοιπούς Εναγόμενους. Ουδέποτε ο ΜΕ1 συμφώνησε με τον Εναγόμενο 2 για την Εναγόμενη 4 ή άλλη Εναγόμενη να αγοράσει η Ενάγουσα ακίνητο τους και ουδέποτε εξέφρασε καν επιθυμία να αγοραστεί τέτοιο ακίνητο, είτε για €800.000 είτε για οποιοδήποτε ποσόν. Ούτε και υπέγραψε ποτέ συμφωνία αγοράς από την Ενάγουσα ακινήτου της Εναγόμενης 4 στην Αναρίτα Πάφου ή αλλού. Ούτε έδωσε ποτέ οδηγίες να γίνουν οι πληρωμές που αναφέρουν οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους. Η Εναγόμενη 1 ήταν μεν διευθυντής της Ενάγουσας επί πληρωμή αλλά δεν είχε δικαίωμα χωρίς τη συναίνεση του ΜΕ3 να δεσμεύσει την Ενάγουσα σε ο,τιδήποτε και ιδίως για αγορά ακινήτου. Ένεκα των πιο πάνω δόλιων και/ή παράνομων ενεργειών των Εναγόμενων σε συνεργασία μεταξύ τους, αυτοί ευθύνονται όλοι μαζί έναντι της Ενάγουσας και ο καθένας εις ολόκληρο να της επιστρέψουν το πιο πάνω ποσόν των €722.940,00 με τόκους από την είσπραξη και/η μεταφορά κάθε ποσού. Σε περίπτωση ευθύνης κάθε Εναγόμενου προσωπικά μόνο για το ποσό που παρέλαβε και όχι εις ολόκληρο ο καθένας από αυτούς, τότε ο Εναγόμενος 2 ευθύνεται για επιστροφή του ποσού των €350.000 που αναγνώρισε ότι παρέλαβε μέσω της Εναγόμενης 1 συν €58.598,55 που μεταφέρθηκε στους λογαριασμούς του, ήτοι €408.598,55. Σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα απώλεσε τόκους προς 5.5.% ετησίως επί των πιο πάνω ποσών από την είσπραξη και/η μεταφορά κάθε ποσού κάθε φορά που συμφωνημένα θα έπαιρνε από την Τράπεζα αν τα χρήματα διατηρούνταν στους Τραπεζικούς λογαριασμούς της. Πρόσθετα για την Ενάγουσα Εταιρεία κατάθεσε ο Λογιστής της Εταιρείας ΜΕ4 Ηλίας Τσιάρτας και ο τραπεζικός εκ της Τράπεζας Κύπρου ΜΕ5 Χαράλαμπος Χαραλάμπους, οι οποίοι βεβαίωσαν σε λογιστικό και τραπεζικό επίπεδο τις μεταφορές των πιο πάνω ποσών με βάση σωρεία τεκμηρίων που κατατέθηκαν (Τεκμήρια 7-14), μεταφορές που ο ίδιος ο ΜΕ3 αναφέρει ότι ποτέ δεν έδωσε εξουσιοδότηση ή δεν υπόγραψε τα σχετικά έντυπα. Είναι σημαντικό να λεχθούν τα εξής, τα οποία είναι κοινό έδαφος: Διευθυντές της Ενάγουσας από 12.12.06 μέχρι 10.8.09 ήταν ο ΜΕ3 και η Εναγόμενη 1, ενώ από τις 11.8.09 μέχρι σήμερα μόνο ο ΜΕ3 Διευθυντής της Vertical από τις 22.5.06 μέχρι σήμερα η Εναγόμενη 1. Σύμφωνα δε με τον λογιστή τόσο της Ενάγουσας όσο και της Vertical ΜΕ4 κ. Τσιάρτα (η οποία δεν αμφισβητήθηκε σ΄αυτό το μέρος τουλάχιστον) η Vertical έχει σταματήσει κάθε δραστηριότητα από το 2009 ενώ η Ενάγουσα συνεχίζει μέχρι σήμερα. Με βάση δε σχετικές βεβαιώσεις της Τράπεζας προκύπτει ότι για την Ενάγουσα έχει δικαίωμα υπογραφής ο ΜΕ3 και η σύζυγος του (Τεκμήριο 4) ενώ για την εταιρεία Vertical το ουσιώδη χρόνο είχε δικαίωμα υπογραφής η Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 3). Βέβαια αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον ΜΕ3, ο οποίος δήλωσε ότι έχει και δικαίωμα υπογραφής της Vertical (σχολιάζεται πιο κάτω). Κοινό έδαφος υπήρξε τελικά και ότι οι δηλώσεις αποδοχής ευθύνης των Εναγομένων 1 και 2 όντως έγιναν, όμως δεν είναι δεκτό από τον Εναγόμενο 2 ότι έγινε η δική του δήλωση με ελεύθερη βούληση αλλά ότι αναγκάσθηκε να την υπογράψει στον ΜΕ3 διότι απειλήθηκε. Αυτό τουλάχιστον υποβλήθηκε προς τον αστυνομικό του ΤΑΕ (ΜΕ1). Οι δηλώσεις αυτές (Τεκμήριο 5 και 6) έχουν ως ακολούθως σε μετάφραση: Για την Εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 5): «Εγώ η Anna Zenina πήρα χωρίς γνώση του Sattarov από το λογαριασμό της εταιρείας Nutchell Ltd το ποσό των €350.000,00 για τον κ. Γιώργο Οικονόμου. Ημ.14/7/2009 Υπ. » Για τον Εναγόμενο 2 (Τεκμήριο 6): "Εγώ ο Γιώργος Οικονόμου συμφωνώ ότι το ποσό των 350.000 ευρώ που μου δόθηκε από την Anna Zenina θα επιστραφεί στην Εταιρεία Nutchell αρχές του Νιόμβρη 2009. Πάφος 14/7/09 Υπ. » Τέθηκαν επίσης ως τεκμήρια δύο επιταγές που εκδόθηκαν από την Εναγόμενη 5, ημερομηνίας 5.5.2008 επ΄ωφελεία της Ενάγουσας που δείχνει ότι παρουσιάσθηκαν στην Τράπεζα Μάϊο 2009 για ποσά €198.350,00 και €41.390,00 για κατάθεση στο λογαριασμό της Ενάγουσας. Για τις επιταγές αυτές σχετική είναι η μαρτυρία του ΜΕ4 του λογιστή, για τις οποίες κατέθεσε ως εξής: «(α) Στις 5/5/2009 κατατέθηκε στο λογαριασμό της Ενάγουσας 0385-40-049006-48 επιταγή της Εναγόμενης 5 για ποσό €41.390,00 η οποία δεν εξαργυρώθηκε και παραλήφθηκε πίσω ανείσπρακτη από την Εναγόμενη 1, όπως φαίνεται από σχετικό έγγραφο της τράπεζας. (β) Στις 5/5/2009 επίσης κατατέθηκε στο λογαριασμό της Ενάγουσας 0385-40-016108-06, που ήταν δολαριακός λογαριασμός άλλη επιταγή της Εναγόμενης 5 για ποσό €198.350,00 που επίσης δεν εξαργυρώθηκε λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Λόγω της κατάθεσης της επιταγής σε δολαριακό λογαριασμό και της διαφοροποίησης της ισοτιμίας η Ενάγουσα πιστώθηκε με ποσό δολαρίων €263.239,43 και μετά που επεστράφη η επιταγή ανείσπρακτη η Ενάγουσα χρεώθηκε με το ποσό των €272.563,70 δημιουργώντας ζημιά για την εταιρεία ύψους €9.324,27 που τότε ήταν €7.040,00». Πάντως η θέση του Μ.Ε.3 ήταν ότι ο ίδιος προσωπικά δεν πήρε αυτές τις επιταγές και δεν δέχθηκε ότι ήσαν ποσά δοσοληψιών του με τους Εναγομένους. Στη βάση της μαρτυρίας του ΜΕ5 του κ. Χαραλάμπους, τραπεζικού εκ της Τράπεζας Κύπρου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Του έχει ανατεθεί από την Τράπεζα η προσαγωγή των εγγράφων που σχετίζονται με την μεταφορά χρημάτων από τους λογαριασμούς της Εταιρείας Nutshell Ltd, (Ενάγουσας), σε λογαριασμούς των 5 Εναγομένων ή και σε λογαριασμούς της Εταιρείας Vertical ή και σε σχέση με αναλήψεις μετρητών από την Εναγόμενη 1. Περαιτέρω, του ζητήθηκε και η έρευνα μεταφορών χρημάτων από την Εταιρεία Vertical σε λογαριασμούς των Εναγομένων 1 ως και 5. Σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις η περίοδος που του ζητήθηκε να ερευνήσει αφορά πράξεις από 01/01/2008 μέχρι 30/08/2009. Για τις πράξεις που διερεύνησε υπήρξε το καλοκαίρι του 2009 καταγγελία του διευθυντή της Ενάγουσας κ. Sattarov (του ΜΕ3) προς την Τράπεζα Κύπρου και αργότερα και προς την Αστυνομία ότι με αυτές έγιναν μεταφορές χρημάτων στους Εναγόμενους χωρίς τη γνώση και συναίνεση του. Η Ενάγουσα διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου κατά την κρίσιμη περίοδο τους πιο κάτω λογαριασμούς: 1. 0385-02-610519 2. 0385-40-48-049006 3. 0385-80-002363 4. 0385-40-06-016108 Η εταιρεία Vertical διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου κατά την κρίσιμη περίοδο δύο λογαριασμούς με αριθμούς: 1. 0385-40-06-064595 2. 0385-40-48-064587 Η Εναγόμενη 1 στην πιο πάνω αγωγή, διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου κατά την κρίσιμη περίοδο τους πιο κάτω λογαριασμούς: 1. 0385-02-627160-00 2. 0385-01-019035-00 Όπως προκύπτει από τους φακέλους της Τράπεζας που ο ΜΕ Χαραλάμπους διερεύνησε, έχουν γίνει κατά την κρίσιμη περίοδο οι πιο κάτω μεταφορές από λογαριασμούς της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1: Από το λογαριασμό της Ενάγουσας με αρ. 0385-40-049006-48 το ποσό των €94.817,30, κατατέθηκαν σε δέσμη όλα τα πιστωτικά φυλλάδια μαζί με τις Εντολές Πληρωμής που σχετίζονται με την μεταφορά του πιο πάνω ποσού, ως Τεκμήριο 7Α. Επισυνάφθηκε επίσης αναλυτική κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού της Ενάγουσας για την περίοδο 02/01/2008 - 31/08/2009, όπου φαίνονται όλες οι μεταφορές προς την Εναγόμενη 1, (που συμποσούνται σε €94.817,30) ως Τεκμήριο 7Β. Από το λογαριασμό της Ενάγουσας με αρ. 0385-02-610519-00 το ποσό των €44.817,30, κατατέθηκαν σε δέσμη όλα τα πιστωτικά φυλλάδια μαζί με τις Εντολές Πληρωμής, ως Τεκμήριο 8Α. Επισυνάφθηκε επίσης αναλυτική κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού της Ενάγουσας για την περίοδο 02/01/2008 - 31/08/2009 όπου φαίνονται όλες οι μεταφορές προς την Εναγόμενη 1, (που συμποσούνται σε €44.817,30), ως Τεκμήριο 8Β. Από το λογαριασμό της Ενάγουσας με αρ. 0385-40-016108-06 το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 86.372,15, που τότε αντιστοιχούσε σε €65.682,00, κατατέθηκαν σε δέσμη όλα τα πιστωτικά φυλλάδια μαζί με τις Εντολές Πληρωμής, ως Τεκμήριο 9Α. Επισυνάφθηκε επίσης αναλυτική κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού της Ενάγουσας για την περίοδο 02/01/2008 - 31/08/2009 όπου φαίνονται όλες οι μεταφορές προς την Εναγόμενη 1, (που συμποσούνται σε δολάρια Η.Π.Α. 86.372,15) ως Τεκμήριο 9Β. Περαιτέρω, κατατέθηκαν εντάλματα πληρωμών σε σχέση με αναλήψεις μετρητών από την Εναγόμενη 1 συνοδευόμενα με τις εντολές της Εταιρείας για το ποσό των €63.130 από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας με αριθμούς 0385-02-610519-00 και 0385-40-049006-48, ως Τεκμήρια 10Α και 10Β αντίστοιχα. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, ο ΜΕ Χαραλάμπους έχει εντοπίσει μία μεταφορά προς το όνομα του από τον λογαριασμό της Ενάγουσας με αριθμό 0385-80-002363-06 για το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 11.241,26, που τότε αντιστοιχούσε σε €8.000, (Τεκμήριο 11Α). Επισυνάπτεται επίσης αναλυτική κατάσταση του πιο πάνω λογαριασμού ημερομηνίας 31/03/2008 - 31/07/2009, όπου φαίνεται η εν λόγω μεταφορά στο έντυπο ημερομηνίας 31/01/2009, Τεκμήριο 11Β. Σε σχέση με την Εναγόμενη 3, ο ΜΕ Χαραλάμπους έχει εντοπίσει και κατάθεσε σε δέσμη τρεις μεταφορές από τον λογαριασμό της Ενάγουσας με αρ. 0385-40-049006-48, που συμποσούνται σε €239.490,82, ως Τεκμήριο 12. Οι εν λόγω μεταφορές φαίνονται και στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 7Β. Όσον αφορά την Εναγόμενη 4, έχει μετά από την έρευνα εντοπίσει τόσο στους λογαριασμούς της Ενάγουσας όσο και στους λογαριασμούς της Vertical, τα πιο κάτω: i. Απ' ευθείας μεταφορά από τον λογαριασμό της Ενάγουσας με αρ. 0385-40-016108-06 για το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 30.120,10. Επισυνάπτεται Εντολή πληρωμής συνοδευόμενη με εντολή της Εταιρείας για εκτέλεση της μεταφοράς ως Τεκμήριο 13Α. Η μεταφορά φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 9Β. ii Τρεις μεταφορές από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας προς την Vertical (αρ. λογαριασμού 0385-064595-06) για το συνολικό ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 140.221,95 ως εξής: i. Από τον λογαριασμό αρ. 0385-40-016-108-06 για το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 70.207,35, ημερ. 19/08/2008. ii. Από τον λογαριασμό αρ. 0385-40-016-108-06 για το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 50.007,37, ημερ. 30/09/2008. iii. Aπό τον λογαριασμό αρ. 0385-80-002363-06 για το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 20.007,23, ημερ. 09/09/2008. Έχουν δε κατατεθεί σε δέσμη οι τρεις πιο πάνω μεταφορές ως Τεκμήριο 13Β. Οι εν λόγω μεταφορές φαίνονται και στις καταστάσεις λογαριασμών Τεκμήρια 9Β και 11Β αντίστοιχα για τους λογαριασμούς με αριθμούς 0385-40-016-108-06 και 0385-80-002363-06. iii. Κατά τις ίδιες ημερομηνίες των πιο πάνω μεταφορών, ακολούθησαν μεταφορές από τον πιο πάνω λογαριασμό της Vertical προς την Εναγόμενη 4, ως ακολούθως: i. Κατά την 19/08/2008, το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α.70.152,76. ii. Κατά την 30/09/2008, το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 50.105,17. iii. Κατά την 09/09/2008, το ποσό των δολαρίων Η.Π.Α. 17.620,85. Έχουν κατατεθεί σε δέσμη οι πιο πάνω εντολές πληρωμών συνοδευόμενες από εντολές της Vertical ως Τεκμήριο 13Γ. Σε σχέση με την Εναγόμενη 5, ο ΜΕ5 έχει εντοπίσει και έχει καταθέσει μία μεταφορά από τον λογαριασμό της Ενάγουσας με αρ. 0385-80-002363-06, για το ποσό των USD 9.844,01, που τότε αντιστοιχούσε σε €7.000, ως Τεκμήριο 14. Η μεταφορά αυτή φαίνεται και στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 11Β στο έντυπο ημερομηνίας 31/01/2009. Όλες οι εντολές πληρωμών και/ή μεταφοράς και/ή ανάληψης χρημάτων για τα ποσά των παραγράφων 7 ως και 12 πιο πάνω παραδίδονταν στην Τράπεζα Κύπρου από την Εναγόμενη 1. Με βάση την Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 2-5 αφού η Εναγόμενη 1 δεν έχει εμφανιστεί στην διαδικασία, προβάλλονται ως σημαντικά τα εξής: H Εναγόμενη 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν το πρόσωπο που υποδείχθηκε από την Ενάγουσα και/ή τον ΜΕ3 ως το υπεύθυνο πρόσωπο για την διαχείριση των υποθέσεων και λογαριασμών της Ενάγουσας και/ή ως διευθύντρια αυτής, αλλά και της εταιρείας Vertical. Είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της Εναγόμενης 4 και είναι περαιτέρω ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος 2 είχε εμπορικές και άλλες δοσοληψίες με την Ενάγουσα ως διευθυντής και γραμματέας και/ή πρόσωπο με εξουσία για τους Εναγόμενους 3, 4 και 5. Αρνούνται επίσης ότι υπήρχε οποιαδήποτε σχέση του Εναγόμενου 2 με την Εναγόμενη 1. Όπως επίσης και ότι πλαστογράφησαν την υπογραφή του ΜΕ3 ή άλλου προσώπου και ότι έλαβαν τα αναφερόμενα ποσά υπό τις συνθήκες που αναφέρονται από την Ενάγουσα Εταιρεία. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι ο ΜΕ3 ήταν προσωπικά γνωστός του Εναγόμενου 2 και μέσω αυτού έγινε διαπραγμάτευση της Εναγόμενης 4 με την Ενάγουσα μέσω του ΜΕ3 για αγορά ακινήτου περιουσίας της Εναγόμενης 4 στην Επαρχία Πάφου. Μάλιστα, είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι ο ΜΕ3 επισκέφθηκε αυτό το ακίνητο για τον πιο πάνω σκοπό και ότι τελικά συμφώνησαν για αγορά έναντι €800.000,00. Προβάλλεται δε ως επίδικη συμφωνία για το θέμα αυτό, η οποία κατατέθηκε και υποδείχθηκε στον ΜΕ3, ο οποίος και αρνήθηκε ότι η υπογραφή φαίνεται σ' αυτή ή είναι δική του. Η συμφωνία αυτή είναι το Τεκμήριο 1(Β) υπό τον τίτλο Sale Agreement, ημερομηνίας 19.8.08. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι ποσό €370.663,00 πληρώθηκε από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 4 έναντι αυτού του τιμήματος από την εν λόγω συμφωνία μέχρι και τις 20.5.09 και ότι η Εναγόμενη 4 στις 25.2.09 επέστρεψε το ποσό των €8.000,00 με αποτέλεσμα το συνολικό ποσό το οποίο η Εναγόμενη 4 έλαβε από την Ενάγουσα Εταιρεία «δυνάμει της συμφωνίας» να ανέρχεται στο ποσό των €362.663,00 ενώ δεν κατέβαλε το υπόλοιπο εκ €421.337,00. Γίνεται δε επίκληση επιστολής που εστάλη στην Ενάγουσα Εταιρεία από τους δικηγόρους της Εναγόμενης 4 στις 2.9.09 με την οποία ζητείτο το υπόλοιπο. Να σημειωθεί ότι ο ΜΕ3 δέχθηκε το ότι του στάληκε αυτή η επιστολή αλλά δηλώθηκε ότι στις 9.9.09 υπήρξε απάντηση από τον κ. Θεοφίλου, δικηγόρο της Ενάγουσας, με την οποία γινόταν άρνηση στην ύπαρξη αυτής της συμφωνίας και ότι δεν δέσμευε την Ενάγουσα Εταιρεία (βλ. επιστολές 2 και 9.9.09 1(Α) και 1(Γ) αντίστοιχα). Ακόμα τίθεται η θέση των Εναγομένων ότι το συνολικό ποσό που έλαβαν από την Ενάγουσα και/ή την Ενάγουσα μέσω της Vertical ανέρχεται στο ποσό των €362.663.00 και το ποσό αυτό καταβλήθηκε από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας και/ή της Vertical στους λογαριασμούς των Εναγόμενων 2-5 έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος που αφορούσε την αγορά του ακινήτου δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Είναι επίσης ισχυρισμός των ιδίων Εναγομένων ότι η Εναγόμενη 1 ήταν το πρόσωπο που υποδείχθηκε πριν την υπογραφή της συμφωνίας από τον κ. Sattarov (ΜΕ3) ότι ενεργούσε για λογαριασμό του και ως το πρόσωπο με αρμοδιότητα και εξουσία να ενεργεί για λογαριασμό της Ενάγουσας και της Vertical. Στη βάση αυτή υπάρχει άρνηση για τον ισχυρισμό για συνομωσία και δόλο, για τους λόγους που εξηγείται πιο πάνω. Η πλευρά των Εναγομένων δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία και πέραν από την μαρτυρία των Εναγόντων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν για τις αντίστοιχες θέσεις τους (Τεκμήρια Α και Β), θέσεις τις οποίες έχω δεόντως μελετήσει χωρίς να είναι αναγκαίο ειδικά να τεθούν και να σχολιασθούν εξειδικευμένα (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 Α.Α.Δ. σελ.490). Επίσης εναντίον της Εναγομένης 1 η διαδικασία προχώρησε δυνάμει αίτησης ημερομηνίας 5.3.2014 για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης ενώ συντελέσθηκε υποκατάστατη επίδοση σ' αυτή με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου (βλ. ένορκη δήλωση της Μ. Δημοσθένους ημερομηνίας 31.5.2012 εντός του φακέλου). Είναι ορθό ότι εκτός από τα αδιαμφισβήτητα στοιχεία που υπάρχουν και τα οποία αποτελούν, όμως έχω αναφέρει πιο πάνω, κοινό έδαφος, παραμένει να κριθεί το βασικό θέμα εάν τα επίδικα ποσά όπως αναλύονται έχουν αποσπασθεί από την Ενάγουσα Εταιρεία με τον τρόπο που αυτή περιέγραψε διά της μαρτυρίας των Μ.Ε. ή ότι υπάρχει δικαιολόγηση των αποσπάσεων αυτών είτε με τον τρόπο που εισηγούνται οι Εναγόμενοι είτε άλλως πως. Σε αυτό το θέμα είναι ουσιαστικό το ζήτημα της αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας της δοθείσας μαρτυρίας. Είναι γνωστό πώς ασκείται το καθήκον αυτό του Δικαστηρίου στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που εδόθη, καθήκον που δεν αφορά μόνο εν αυστηρή εννοία τον έλεγχο και την εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας διά των απαντήσεων και της εν γένει συμπεριφοράς του στο εδώλιο, αλλά και της συνάρτησης με τα έγγραφα και τεκμήρια, στη βάση της δικογραφίας που καλύπτει τις αντίστοιχες θέσεις. Ο ΜΕ1, δηλαδή ο αστυνομικός του ΤΑΕ δεν αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα, άλλωστε η αξία της μαρτυρίας του είναι περιορισμένη, αφορώσα περισσότερο τον χρόνο και το περιεχόμενο της καταγγελίας που έγινε από τον ΜΕ3 και κάποια στοιχεία του ανακριτικού φακέλου. Είναι δεδομένο ότι η καταγγελία έγινε περί τον Ιούλιο του 2009, μάλιστα εκτελέστηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Εναγόμενου 2 στις 14.7.09 και είναι δεδομένο επίσης ότι εντός του ανακριτικού φακέλου υπάρχουν οι «δηλώσεις παραδοχής» Τεκμήρια 5 και 6 των Εναγομένων 1 και
  1. Ο ΜΕ1 δέχθηκε όταν ερωτήθηκε από τον κ. Ιεροθέου, ότι υπήρξε ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 στην Αστυνομία ότι υπέγραψε μεν αυτή την δήλωση αλλά το έπραξε κάτω από το κράτος και πίεση απειλής από μέρους του κ. Sattarov. Διευκρινίζοντας ωστόσο ότι το ΤΑΕ είχε διερευνήσει τον ισχυρισμό και δεν θεώρησε ότι ευσταθούσε κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία του ΜΕ1 γίνεται αποδεκτή εφόσον, όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν έχει αμφισβητηθεί στα πλαίσια της αξίας που μπορεί να προσδοθεί για την καταγγελία που έγινε σε σχέση με την υπόθεση αυτή. Επίσης αποδεκτοί είναι και οι Μ.Ε.4 και 5, όπως βέβαια και η διερμηνέας Μ.Ε.
  2. Ειδικά οι Μ.Ε.4 και 5, ο λογιστής δηλαδή και ο τραπεζικός, κατέθεσαν με θετικό τρόπο, απαντώντας έντιμα και στην πλευρά του κ. Θεοφίλου που τους κάλεσε αλλά και με τον ίδιο τρόπο αντεξεταζόμενοι από τον κ. Ιεροθέου. Είναι ορθό ότι κυριότερη βαρύτητα έχει η ίδια η μαρτυρία του κ. Sattarov (ΜΕ3) λόγω του ότι είναι διά της δικής του κατάθεσης που προβάλλεται η πλαστογράφηση της υπογραφής του επί των σχετικών εντύπων και η έλλειψη εξουσιοδότησης εκ μέρους του στις επιμέρους αποσπάσεις που έγιναν από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας Εταιρείας καθώς και τον τρόπο αντίδρασης του όταν, κατά την θέση του, συνειδητοποίησε αρχικά το πρόβλημα της έλλειψης των κεφαλαίων στους λογαριασμούς της Ενάγουσας Εταιρείας. Συνεπώς, έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή, τον μάρτυρα αυτό, τις απαντήσεις που έδιδε και τον τρόπο που αντιδρούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του γίνονταν, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Pelecanos v. Pelecanos
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ.
  1. Είναι φανερό ότι ο μάρτυρας πολλά πράγματα δεν μπορούσε να τα θυμηθεί επακριβώς, ούτε τον ακριβή χρόνο γεγονότων, ούτε αρκετές λεπτομέρειες, δεδομένου και του χρόνου που όλα αυτά έχουν συμβεί, πλην όμως ήταν φανερό, κατά την κρίση μου, ότι κατέθετε την αλήθεια και δεν προσπάθησε είτε να φανεί ότι γνώριζε είτε θυμόταν περισσότερα απ' ότι στη πραγματικότητα γνώριζε ή θυμόταν, ούτε επίσης υπολόγιζε «την αξία» των απαντήσεων του πριν τις εκστομίσει. Ακριβώς διότι κατέθετε την αλήθεια. Άλλωστε, οι λεπτομέρειες τις οποίες δεν θυμόταν, όπως το πότε είδε τις δυο επιταγές ή την συμφωνία, τα ακριβή χρονικά σημεία που συνέβηκαν κάποια γεγονότα και άλλα τινά, είτε φάνηκαν με άλλη μαρτυρία τι αξία είχαν είτε δεν είχαν οποιαδήποτε αξία στο να κριθούν τέτοιας σπουδαιότητας ως προς την κρίση του Δικαστηρίου για τον μάρτυρα αυτό. Δεν αμφιβάλλει κανείς ότι ο ΜΕ3, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και μετά την αποκάλυψη του προβλήματος, δεν επέδειξε την επιμέλεια και τον έλεγχο που θα μπορούσε να επιδειχθεί για να αποφευχθούν τα προβλήματα. Και είναι φανερό ότι τον ουσιώδη χρόνο είχε εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη 1 αφενός αλλά και αφετέρου οι εργασίες του εκτός Κύπρου δεν του επέτρεπαν με άνεση να ασχοληθεί εν γένει με τον έλεγχο των τραπεζικών του λογαριασμών. Εν πάση περιπτώσει, δεν θεωρώ ότι η μη ύπαρξη ελέγχου ή θα μπορούσε να πει κάποιος ακόμη και η αδιαφορία που επέδειξε ο ΜΕ3 στα της εργασίας της Ενάγουσας Εταιρείας και στις δοσοληψίες της, όπως τουλάχιστον εμφαίνονταν στη δυνατότητα διακίνησης τέτοιων ποσών, ήταν κακόπιστη ή είχε αλλότριο κίνητρο εκτός από την ίδια την ανεπάρκεια του ΜΕ3 να έχει καλύτερο έλεγχο επί της εταιρείας του. Σίγουρα δε, κρίνω ότι δεν ήταν σε θέση αλλά και δεν ταίριαζε με την ιδιοσυγκρασία του, όπως διεφάνη στην διαδικασία, είτε να απειλήσει τον Εναγόμενο 2 είτε να κατασκευάσει όλη αυτή την εκδοχή για να αποφύγει τις συνέπειες είτε από την συμφωνία που του υποδείχθηκε, Τεκμήριο 1(Β) είτε άλλως πως. Ανάγλυφα φανερώθηκε η απορία του και η αντίδραση του στο ότι παρουσιάζετο ως υπογραφή δική του στο εν λόγω έγγραφο ενώ κάτι τέτοιο δεν ίσχυε. Εξάλλου δεν είναι άνευ σημασίας ότι στις λεπτομέρειες που δόθηκαν από την πλευρά των Εναγομένων ημερομηνίας 15.1.2013 προβάλλεται σαφώς η θέση ότι την συμφωνία αυτή την υπόγραψε η Εναγόμενη 1 για λογαριασμό της Ενάγουσας (βλ. παρ.4 των Λεπτομερειών ημερομηνίας 15.1.2013). Πάντως στο ίδιο το έγγραφο Τεκμ.1(Β) δεν υπάρχει αναγραφή του ονόματος που υπογράφει για την Ενάγουσα. Ο δε ΜΕ3 στην επανεξέταση τόνισε ότι πρόκειται για πλαστογράφηση της δικής του υπογραφής όχι της Zenina. Να παρατηρήσω επίσης ότι η θέση που προβλήθηκε στον μάρτυρα του ΤΑΕ για απειλή του ΜΕ3 στον Εναγόμενο 2 δεν υποβλήθηκε στον ίδιο τον κ. Sattarov, αλλά ούτε του προβλήθηκαν οι θέσεις της Έκθεσης Υπεράσπισης για την προβαλλόμενη σ' αυτή ανυπαρξία προσωπικών σχέσεων των Εναγομένων 1 και 2 μεταξύ τους. Παραλείψεις που έχουν την σημασία τους. Πρόσθετα να σημειώσω ότι πολλά απ' αυτά ο ΜΕ3 δεν μπόρεσε να εξηγήσει στη λογιστική τους βάση, εξηγήθηκαν είτε από τον ΜΕ4 είτε από τον ΜΕ
  2. Ακόμα και η αντίληψη του ότι είχε δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τους λογαριασμούς της Vertical η οποία αποδείχθηκε λανθασμένη και με τις βεβαιώσεις της Τράπεζας αλλά και την μαρτυρία του ΜΕ4 Λογιστή, δεικνύουν όχι πρόθεση αλλά αδιαφορία και αμέλεια να γνωρίζει σωστά τα δεδομένα που τον αφορούν με αποτέλεσμα εν μέρει την δυνατότητα ακριβώς να του αποσπασθούν μεγάλα ποσά χωρίς να τα αντιληφθεί. Ανακρίβεια υπάρχει και στο πότε κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία, ανακρίβεια όμως που δεν δείχνει οποιαδήποτε πρόθεση ή αναλήθεια ή παραποίηση για όποιο όφελος. Εξάλλου το γεγονός ήταν ουδέτερο. Πρόκειται εν γένει για ανακρίβειες οι οποίες «εξεταζόμενες εν συνόλω» δεν αλλοιώνουν την εικόνα του ΜΕ3 ως μάρτυρα της αλήθειας, ακριβώς γιατί δεικνύουν «το φυσικό τρόπο που αναδίπλωνε τα γεγονότα» που θυμόταν χωρίς να προετοιμαστεί για ωφέλιμες απαντήσεις (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 5/09 21.3.11). Πολλά από τα σημεία που θέτει ο κ. Ιεροθέου στην αγόρευση του είναι εκ πρώτης όψεως σημεία ανακριβειών ως άνω, όμως έχω την εντύπωση ότι ο κύριος κορμός της εκδοχής του ΜΕ3 παρέμεινε αλώβητος παρά τις επιμέρους ανακρίβειες που δεν έχουν ουσιαστικότητα ούτε ως προς την βαρύτητα της δικής του εκδοχής αλλά ούτε ενδυναμώνουν την ούτως ή άλλως ανεπαρκή ή αδύνατη εκδοχή της υπεράσπισης. Περαιτέρω, δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση που προώθησε ο κ. Ιεροθέου στην αγόρευση του ότι ο μόνος τρόπος να αποδειχθεί η πλαστότητα της υπογραφής του ΜΕ3 είτε στην συμφωνία πώλησης ακινήτου (Τεκμήριο 1(β)) είτε στα έντυπα πληρωμών) ήταν διά της κλήσεως μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Προς τούτο ο κ. Ιεροθέου με έχει παραπέμψει στην υπόθεση Transmarine Shipping v. Πανίκου Ονουφρίου και άλλων
(2010)1.Α.Α.Δ. 419, στην οποία αναφέρεται η γενικότερη αρχή ότι ο διάδικος ο οποίος προβάλλει ισχυρισμό για πλαστογραφία εγγράφων φέρει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται αναφορά στο ότι πέρα του απλού ισχυρισμού του ΜΕ1 ότι αυτά ήταν πλαστά δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ειδικού επί του θέματος. (Βλ. Χαρούς ν. Χαρούς κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 267). Με όλο τον σεβασμό στην εισήγηση του κ. Ιεροθέου η εν λόγω αυθεντία δεν αναιρεί τη σημασία της ίδιας της μαρτυρίας (και όχι απλού ισχυρισμού οποιουδήποτε) μαρτυρίας που προκύπτει από το ίδιο το άτομο, του οποίου η υπογραφή αφορά, που αφενός γνωρίζει καλύτερα απ' οποιονδήποτε την υπογραφή του αλλά και επιπρόσθετα αναφέρεται και στην έλλειψη εξουσιοδότησης προς την πλευρά της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τις επίδικες πληρωμές. Είναι, λοιπόν, θέμα επάρκειας της μαρτυρίας, όπως αξιολογείται από το Δικαστήριο, στο σύνολο των δεδομένων που προκύπτουν. Και στη παρούσα υπόθεση κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ3 σε συνδυασμό με τα λοιπά δεδομένα, είναι επαρκής και αποτελεσματική να αποδείξει τη θέση περί πλαστότητας υπογραφής επί των σχετικών εγγράφων αλλά και κυρίως της έλλειψης εξουσιοδότησης προς την πλευρά της Εναγόμενης 1, την οποία επαρκώς συσχέτισε διά των ίδιων των πράξεων των μεταβιβάσεων προς τους λοιπούς Εναγόμενους μέσω κυρίως του Εναγόμενου 2, με τον οποίο διατηρούσε στενή διαπροσωπική σχέση. Στο σύγγραμμα Phipson on Evidence στις παραγράφους 40-03 στο ακόλουθο απόσπασμα αντανακλάται η αντίκρυση του Δικαστηρίου, όπως έχει εξηγηθεί πιο πάνω, αφού η μαρτυρία των ειδικών είναι ένας από τους τρόπους απόδειξης της πλαστότητας υπογραφής. Σε άλλη δε παράγραφο (στη 6-31) στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρονται τα εξής: "The comparison can be made either by experts or by persons acquainted with the writing in question". (Βλ. Wilson v. Thornbury
(1874)L.R. 17 Eq.517; Hughes v. Dinorben
(1859)32 L.T. (o.s.) 271; and see Miller v. Wheatley
(1890)28 L.R.Ir.144). Ποιος λοιπόν μπορεί να καταθέσει καλύτερα για το ότι δεν πρόκειται για την δική του υπογραφή από το άτομο που παρουσιάζεται ως ο υπογραφέας; Οι Εναγόμενοι δεν προσήλθαν ως μάρτυρες στο Δικαστήριο ώστε να δώσουν πραγματική υπόσταση στους ισχυρισμούς τους, ως εκτίθενται στην δικογραφία τους ή ως υποβλήθηκαν στους Μ.Ε. Επρόκειτο για ισχυρισμούς ουσίας, ειδικά όσον αφορά το θέμα της συμφωνίας, Τεκμήριο 1(Β), αλλά και γενικά, ώστε να μην είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι δεν έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και δεν έχουν στοιχειοθετήσει ενόρκως τις θέσεις τους. (Βλ. Φωτιάδης ν. Guardian
(1983)1 C.L.R. 505, Eθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Χ'Νέστορος
(1990)1 A.A.Δ. 41). Από την άλλη, η πλευρά της Ενάγουσας Εταιρείας έχει δώσει εκείνα τα στοιχεία και λεπτομέρειες που στοιχειοθετούν την απαίτηση της τόσο σε σχέση με την Εναγόμενη 1 όσο και σε σχέση με τους λοιπούς Εναγόμενους, αφού καταδείχθηκε η μεταφορά των πιο πάνω ποσών, όπως εξηγείται από τους Μ.Ε.3, 4 και 5, ότι έγιναν άνευ εξουσιοδότησης της Ενάγουσας και οι Εναγόμενοι 1-5 προσπορίστηκαν όφελος που δεν εδικαιούντο από ενέργειες της Εναγόμενης 1 σε συνεργασία με τον Εναγόμενο 2 και με χρήση των λοιπών Εναγομένων 3, 4 και 5 με τρόπο ώστε να επιτευχθεί ο πιο πάνω στόχος. Οι δε θέσεις της Υπεράσπισης για αδυναμίες της μαρτυρίας των Εναγόντων για τα ποια ποσά μεταφέρθηκαν ή οικειοποιήθηκαν ειδικά από την Εναγόμενη, η μαρτυρία κρινόμενη σφαιρικά και όχι απομονωτικά (είτε του τραπεζικού, είτε του λογιστή, είτε του κ. Sattarov), κρίνεται ομοιογενής και πειστική. Αυτό που έχει λεχθεί σε σχέση με την «πλειονότητα των εντύπων της τράπεζας ότι αφορούν διάφορα έξοδα της Ενάγουσας» δεν έχει την αξία που της αποδίδει η Υπεράσπιση, αφού είναι φανερό ότι οι φράσεις αυτές προέρχονται από την Εναγόμενη 1 και δεν αντανακλούν την πραγματικότητα. Στα πλαίσια αυτά έχω εξετάσει τον ισχυρισμό του κ. Ιεροθέου (βλ. ιδιαίτερα σελίδα 2 και επόμενες της αγόρευσης του) ως προς την ανεπάρκεια της μαρτυρίας σε σχέση με την εταιρεία Vertical. Ήδη έχω επισημάνει ότι η μαρτυρία του ΜΕ3 επί του ότι είχε δικαίωμα υπογραφής των τραπεζικών εγγράφων σε σχέση με την Vertical αποδείχθηκε να μην ευσταθεί, από άλλη μαρτυρία (βεβαιώσεις των τραπεζών και μαρτυρία λογιστή). Θεωρώ ότι επρόκειτο για καλόπιστο λάθος του ΜΕ3, λάθος που εντασσόταν στην γενικότερη εικόνα του μάρτυρα, όπως την εξήγησα πιο πάνω, αλλά και περαιτέρω θεωρώ ότι το ειδικότερο αυτό θέμα σε σχέση με την «εμπλοκή» της Vertical δεν αλλοιώνει τα πράγματα και σίγουρα δεν θεωρείται ορθό ότι η αγωγή πάσχει λόγω του ότι δεν ήταν διάδικος η Vertical. Εκτός του ότι κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται σαφώς, είναι φανερό ότι η Vertical απλώς χρησιμοποιήθηκε ως ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της Ενάγουσας και των ίδιων των λογαριασμών των Εναγομένων, ως προς την μεταφορά των πιο πάνω ποσών. Εξάλλου είναι κάτι που παραδέχονται εμμέσως οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους (βλ. πιο πάνω). Το σημείο όμως αυτό δεν διαφοροποιεί καθόλου την ίδια την έλλειψη εξουσιοδότησης εκ μέρους της Ενάγουσας Εταιρείας στις πιο πάνω μεταφορές ποσών, ούτε δίδει οποιοδήποτε δικαίωμα στην Vertical είτε στην διεκδίκηση των ποσών είτε άλλως πως. Ως εκ του περισσού παρατηρώ ότι οι θέσεις των ΜΕ3 και ΜΕ4 ιδιαίτερα (δηλαδή του λογιστή και των δυο εταιρειών) για την εξαρτώμενη σχέση των δυο εταιρειών δεν έχουν ουσιαστικά αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, από την οποία προκύπτει εμμέσως παραδοχή της σύνδεσης των εταιρειών ως εκ των συσχετιζόμενων πληρωμών. Επίσης θεωρώ ότι αυτά που προβάλλει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων σε συνάρτηση με ανυπαρξία βάσης αγωγής και άρα μη δυνατότητα να εκδοθεί απόφαση «επί εγγράφου αναγνωρίσεως» χρέους και την αυθεντία που επικαλείται Ιγνατίου κ.α. ν. Λεμονάρη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ.1562, παρατηρώ ότι σίγουρα η αγωγή δεν βασίζεται σ' αυτή την νομική βάση. Το έγγραφο το οποίο παρουσιάσθηκε ως μαρτυρία «ομολογίας» του Εναγόμενου 2 (και της Εναγόμενης 1) είχε σκοπό την απόδειξη της παράνομης οικειοποίησης, της απάτης που έχει συντελεσθεί εναντίον της Ενάγουσας με τον τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω, ο οποίος και αντανακλάται δικογραφικά στην Έκθεση Απαίτησης και Απάντηση ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα επί της απόδειξης της. Κρίνω ότι τα δεδομένα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε το συνολικό ποσό που έχει αποδειχθεί ότι αποσπάσθηκε άνευ εξουσιοδότησης, δηλαδή το ποσό των €722.940,00, αποδίδεται σε πράξεις της Εναγόμενης 1 και των λοιπών Εναγομένων σε συνεργασία ώστε να είναι δικαιολογημένη και να στοιχειοθετείται η έκδοση απόφασης εναντίον όλων, κοινά και αλληλέγγυα για όλο το πιο πάνω ποσό. Η δράση όλων των Εναγομένων λάμβανε χώρα μέσω ενεργειών της Εναγόμενης 1 κυρίως και του Εναγόμενου 2 σε συμφωνία, επ' ωφελεία όλων και εις βάρος της Ενάγουσας. Στη βάση αυτή, κρίνω ότι τα αναφερόμενα στις σελίδες 2 έως και 12 της απόφασης μου έχουν αποδειχθεί και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, χωρίς να είναι ανάγκη να επαναληφθούν. Πλην όμως δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί το θέμα των τόκων, ως αξιώνεται και ως έχει προωθηθεί. Κρίνω ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δικαιούται μόνο νόμιμους τόκους. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων κοινά και/ή κεχωρισμένα ως η παράγραφος 16(Α) του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης, πλέον νόμιμους τόκους και πλέον έξοδα ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΞΠ-ΙΜ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Πλαστογραφία-πρόθεση καταδολίευσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.