J.E & A (CYPRUS) DEVELOPMENTS CO LIMITED ν. PETER THEODOTOU (ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ), Αρ. Αγωγής: 1781/11, 9/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1781/11 Μεταξύ: J.E & A (CYPRUS) DEVELOPMENTS CO LIMITED Εναγόντων και PETER THEODOTOU (ΠΕΤΡΟΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ) Εναγόμενου Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 9.5.2014 Για Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Χρ. Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κ. Χρ. Χριστοφόρου για Χρ. Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση ημερομηνίας 3.10.13 (στο εξής η κυρίως αίτηση) ο Εναγόμενος ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 31.5.11, στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Με την υπό εξέταση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 5.3.14, ο Εναγόμενος (στο εξής ο Αιτητής) ζητά την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 5
(5), 5
(6), 5
(7), 5
(8)και 5
(9)της ένορκης δήλωσης του Γιάννου Ιωάννου, ημερομηνίας 7.1.14, η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτησης. Η αίτηση εδράζεται στις Δ.21 Κ.14
(2), Δ.39 Κ.1-21, Δ.48 Κ.1-3, 4
(1)
(2), 7-9 και Δ.64 Κ.1, 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στους Κανόνες της Επιείκειας καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Αιτητή, όπου αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Στις παραγράφους 5
(5), 5
(6), 5
(7), 5
(8)και 5
(9)της ένορκης δήλωσης του Γιάννου Ιωάννου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση επί της κυρίως αίτησης, υπάρχουν ασάφειες και ψευδείς ισχυρισµοί τους οποίους αµφισβητεί. Με την αιτούμενη συµπληρωµατική ένορκη δήλωση επιθυμεί να θέσει στοιχεία τα οποία θα καταδεικνύουν ότι η απόφαση στην παρούσα αγωγή πρέπει να παραµεριστεί. Ο λόγος που εξαρχής πήγε στο Επαρχιακό Κτηµατολογικό Γραφείο ήταν για να δώσει στους Ενάγοντες προσωρινή επιβάρυνση µέχρις ότου έβρισκαν μια λύση αναφορικά µε το θέµα που προέκυψε µε τον Πανίκκο Αριστείδου. Εξέδωσε προσωπικά κάποιες επιταγές προς τους Ενάγοντες σαν ασφάλεια µέχρι να τους δώσει τα χρήµατα ο Αριστείδου αφού ο Αιτητής είχε ήδη πληρώσει τα χρήµατα στον Αριστείδου. Ο Αιτητής δεν µπορεί να διαβάσει αλλά ούτε και να γράψει στα ελληνικά. Μπορεί µόνο να συνεννοηθεί περιορισµένα στα ελληνικά και σε κάθε περίπτωση δεν µπορεί να αντιληφθεί και να συνεννοηθεί στην ελληνική γλώσσα επί νοµικών εγγράφων ή όρων και ουδέποτε γνώριζε το περιεχόµενο της παρούσας αγωγής, ούτε και εξουσιοδότησε οποιονδήποτε να τον εκπροσωπήσει σε αυτήν. Αντιλήφθηκε την φύση της αγωγής όταν εγέρθηκαν οι διαδικασίες πτώχευσης εναντίον του. Δεν του επιδόθηκε ποτέ η απόφαση, της οποίας ζητά τον παραμερισμό. Οι οδηγίες που έδωσε στον δικηγόρο του ήταν να ετοιµάσει έγγραφα εταιρειών σε τεµάχιο γης που είχε στον Άγιο Τύχωνα για δύο λόγους, ήτοι για χρήµατα που χρωστούσε και για να έµπαινε υποθήκη στο εν λόγω τεµάχιο γης προς όφελος των Εναγόντων µέχρι να ξεκαθαρίσει το ζήτηµα του τι έγινε µε τα χρήµατα που έδωσε στον Αριστείδου για το χρέος το οποίο έχει αποπληρώσει στους Ενάγοντες. Ο δικηγόρος του δεν είχε σχέση µε τον χειρισµό της υπό τον ως άνω αριθµό και τίτλο αγωγής. Στη συνεννόηση µαζί µε τους αντιδίκους, ως είχε εξουσιοδοτήσει τον δικηγόρο του, να προβεί µε την υποθήκη του ακινήτου, οι αντίδικοι δεν ενηµέρωσαν τον δικηγόρο καθόλου για το περιεχόµενο της παρούσας αγωγής αλλά απλά του είπαν ότι εκδόθηκε απόφαση. Ο Αιτητής προσωπικά έλαβε τις ποινικές υποθέσεις για τις επιταγές και νόµιζε ότι αυτή η υπόθεση είχε να κάνει µε τις επιταγές. Δεν έδωσε καµία οδηγία για να τον αντιπροσωπεύσει ο δικηγόρος του στην παρούσα αγωγή, ούτε γνώριζε ο ίδιος ή ο δικηγόρος του το περιεχόµενο της. Ο Ενάγοντες προσπαθούν µε µία σύντοµη αναφορά τους να δώσουν τη λανθασµένη εντύπωση ότι ο Αιτητής ενηµερώθηκε για την παρούσα αγωγή, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγµατικότητα αφού ούτε η Αγωγή του επιδόθηκε ούτε και η απόφαση έγκαιρα. Με την έγκριση της παρούσας θα καταδειχθούν νέα σοβαρά στοιχεία τα οποία δεν επισηµάνθηκαν στην πρώτη ένορκο του δήλωση αφού προβλήθηκαν νέοι συγκεκριµένοι ισχυρισµοί στην ένσταση των Εναγόντων που πρέπει να απαντηθούν. Έτσι θα αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέµατα και θα καταδειχθούν τα νέα στοιχεία η ανάγκη καταχώρησης των οποίων προέκυψε µετά την υποβολή της ένστασης. Εάν δεν παρατεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πολύ σοβαρά αυτά νέα στοιχεία θα είναι αδύνατον να απονεµηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε µεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς υπάρχει καλός λόγος για να επιτραπεί η καταχώρησή της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να µπορέσει το Δικαστήριο να σχηµατίσει ορθή και ολοκληρωµένη άποψη για την κυρίως αίτηση. Τέλος είναι η θέση του ότι η παρούσα δεν καταχωρείται µε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και δεν προκαλείται οποιαδήποτε καθυστέρηση στην διαδικασία καθότι απόφαση εναντίον του έχει ήδη εξασφαλιστεί από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) απάντησαν με καταχώρηση ένστασης στις 8.4.14, η οποία στηρίζεται στις Δ.39, Δ.48 Κ.1-4
(1)
(2), 7-9 και Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Οι δε λόγοι ένστασης είναι βασικά οι εξής:
- Ο Αιτητής µε την αιτούµενη συµπληρωµατική ένορκη δήλωση επιδιώκει να αναφερθεί σε γεγονότα τα οποία ήταν σε γνώση του και σκοπίµως απέκρυψε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση.
- Ο Αιτητής δεν προβάλει «καλό λόγο» ώστε να του επιτραπεί η καταχώρηση συµπληρωµατικής ένορκης δήλωσης.
- Ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση µε αδικαιολόγητη καθυστέρηση καθότι έλαβε γνώση των ισχυρισµών του lωάννου από τις 7.1.
- Ο Αιτητής χρησιµοποιεί καταχρηστικά την παρούσα διαδικασία µε σκοπό να καθυστερήσει τις διαδικασίες πτωχεύσεως που έχουν εγερθεί και εκκρεµούν εναντίον του. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γιάννου Ιωάννου, αντιπροσώπου των Καθ' ων η αίτηση, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Από την ένορκη δήλωση του Αιτητή προκύπτει ξεκάθαρα ότι τα γεγονότα για τα οποία επιθυµεί να καταχωρήσει την συµπληρωµατική του ένορκη δήλωση ήταν σε γνώση του πριν την καταχώρηση της αρχικής του ένορκης δήλωσης. Ωστόσο σκοπίµως απέκρυψε αυτά µε µοναδικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Προσπαθεί δε εκ των υστέρων και µετά που οι Καθ' ων η αίτηση αποκάλυψαν την αλήθεια στο Δικαστήριο, να δικαιολογήσει την απόκρυψη όλων αυτών των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν άµεσα την υπόθεση. Δεν δίνει δε καµία εξήγηση για ποιο λόγο δεν τα συµπεριέλαβε στην αρχική ένορκη του δήλωση εφόσον γνώριζε ότι αυτά θα τα επικαλούνταν οι Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας εφόσον ο Αιτητής έλαβε γνώση των ισχυρισµών του από τις 7.1.14 και καταχώρησε την αίτηση µετά την πάροδο δύο ολόκληρων µηνών και αφότου η υπόθεση είχε οριστεί δύο φορές για ακρόαση. Τέλος ο Αιτητής χρησιµοποιεί καταχρηστικά την παρούσα διαδικασία µε σκοπό να καθυστερήσει τις διαδικασίες πτωχεύσεως που εκκρεμούν εναντίον του. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Αίτηση προς εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προβλέπεται από τη Δ.48 Κ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία έχει ως εξής: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γενονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Με βάση την εν λόγω διάταξη, η οποία έχει τροποποιηθεί ως ανωτέρω με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 5/99 ημερ. 23.12.99, δεν είναι επιτρεπτή πλέον κατά την εκδίκαση ενδιάμεσων αιτήσεων, σε αντίθεση με το τι ίσχυε προηγουμένως, σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων, η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας τηρουμένου βέβαια του δικαιώματος αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα δυνάμει της Δ.39. Έτσι με την διάταξη αυτή σκοπείται η καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, πέραν της αρχικής που συνοδεύει την αίτηση ή την ένσταση ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διάδικους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο όλα εκείνα τα γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηριχθούν οι εκατέρωθεν θέσεις τους ώστε η αίτηση να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση μιας ολοκληρωμένης και σφαιρικής εικόνας της διαφοράς. Ως έχει δε αναφερθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510 το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε τέτοια περίπτωση εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Εποµένως αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται, νοουµένου ότι προβάλλεται καλός λόγος γι' αυτό. Το βάρος είναι στους ώμους του Αιτητή να καταδείξει κάθε φορά την ύπαρξη τέτοιου λόγου. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» αυτή δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψην το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψην το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Φυσικά τα πιο πάνω πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το φως του κανόνα καθολικής εφαρμογής ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί η εικόνα που είχε δοθεί πρωταρχικά στο Δικαστήριο (βλ. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453). Η αμφισβήτηση δε γεγονότων δεν θεμελιώνει δίχως άλλο «καλό λόγο» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψην όλοι οι σχετικοί παράμετροι. Από την άλλη δεν πρέπει να τίθεται στον Αιτητή που επιθυμεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για τον πιο πάνω σκοπό, υπέρμετρο εμπόδιο. Για να καταδειχθεί «καλός λόγος» σε τέτοια περίπτωση ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο, όχι όμως και άσχετο, υλικό. Ενδεικτική των ανωτέρω είναι η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ 195 όπου επιτράπηκε η καταχώρηση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, εφόσον κρίθηκε ότι δεν επρόκειτο για εισαγωγή ανεπίτρεπτης μαρτυρίας, ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των Αιτητών αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που ήταν επιθυμητό να επιτραπεί σε αυτούς να προβάλουν αναφορικά με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο Καθ' ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων στην κυρίως αίτηση. Για να κριθεί δε το κατά πόσο στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος θα πρέπει ο Αιτητής να θέτει και να εξειδικεύει τα απαραίτητα για τον σκοπό αυτό στοιχεία ή γεγονότα - έστω και περιληπτικά - ώστε το Δικαστήριο να γνωρίζει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που ζητείται να καταχωρηθεί και έτσι να μπορεί να αξιολογήσει και να κρίνει κατά πόσο είναι αναγκαία η καταχώρηση τέτοιας για το σκοπό που ζητείται. Θα εξετάσω αρχικά την θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η θέση αυτή εδράζεται στο ότι παρά το ότι η ένορκη δήλωση του Ιωάννου καταχωρήθηκε στις 7.1.14 η παρούσα καταχωρήθηκε στις 5.3.14 δηλ. δύο μήνες μετά. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτουν σχετικά τα ακόλουθα: Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση και η ένορκη δήλωση του Ιωάννου που την υποστηρίζει, καταχωρήθηκαν στις 7.1.14 που ήταν ορισμένη η κυρίως αίτηση για οδηγίες. Εκείνη την ημέρα η κυρίως αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 19.2.14, ημερομηνία κατά την οποία ο συνήγορος του Αιτητή ζήτησε αναβολή της ακρόασης γιατί λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας του Αιτητή δεν μπόρεσε να έχει την δέουσα επικοινωνία μαζί του (παρουσίασε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό όπου αναφέρεται ότι παρακολουθείται από δεκαπενταετίας, ότι το τελευταίο διάστημα παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας και ότι του δόθηκε άδεια ασθενείας από 3.2.14 μέχρι 20.3.14). Περαιτέρω ο συνήγορος δήλωσε την πρόθεση για καταχώρηση αίτησης όπως την παρούσα, την οποία, ως δήλωσε, ετοίμασε αλλά λόγω των προβλημάτων υγείας του Αιτητή δεν κατέστη δυνατό να υπογραφεί η σχετική ένορκη δήλωση. Έτσι ζητήθηκε νέα ημερομηνία για να καταχωρηθεί η εν λόγω αίτηση. Το αίτημα συνάντησε την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψην τα όσα τέθηκαν ενώπιον του και αναφερόμενο στο ότι το αίτημα αναβολής βασιζόταν σε λόγους υγείας του Αιτητή, οι οποίοι τον εμπόδισαν να υπογράψει ένορκη δήλωση για την καταχώρηση της αίτηση, αλλά και με δεδομένο ότι η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση για πρώτη φορά, ενέκρινε το αίτημα, δηλώνοντας όμως ότι αυτό ήταν για τελευταία φορά. Έτσι η αίτηση ορίσθηκε ξανά για ακρόαση στις 24.3.14 και δόθηκαν οδηγίες όπως οποιαδήποτε αίτηση καταχωρηθεί εντός 15 ημερών. Εν τω μεταξύ με επιστολή του ο συνήγορος του Αιτητή ημερ. 14.2.14 ενημέρωσε τους συνηγόρους των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής ήταν πολύ άρρωστος, ότι δεν κατάφερε να επικοινωνήσει μαζί του και ότι θα ζητήσουν αναβολή της υπόθεσης μέχρι να έχουν σωστή επικοινωνία μαζί του. Τελικά η παρούσα καταχωρήθηκε στις 5.3.14. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης ήταν δικαιολογημένη και συναφώς η αντίθετη θέση των Καθ' ων η αίτηση απορρίπτεται. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί ότι τέτοια καθυστέρηση από μόνη της δεν θα συνιστούσε λόγo για απόρριψη της αίτησης. Εξετάζοντας στη συνέχεια την ουσία της παρούσας θα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ως έχει προαναφερθεί το αίτημα στην παρούσα εξετάζεται σε συνάρτηση, μεταξύ άλλων, με το είδος της ενδιάμεσης αίτησης και την φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Κατά την εξέταση λοιπόν αιτήσεων παραμερισμού απόφασης, η οποία εκδόθηκε στην απουσία του Εναγομένου, όπως η κυρίως αίτηση στην παρούσα, ο Αιτητής πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης μπορεί να αποτελέσουν από μόνοι τους λόγους για απόρριψη της αίτησης (βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204) και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36). Αναφορικά δε με την αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης είναι σαφές ότι δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών του Αιτητή ούτε και αξιολόγησης της μαρτυρίας με σκοπό την κατάρριψη αντιφατικών ισχυρισμών ή διαπίστωση γεγονότων (βλ. Σ.Π.Ε. Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Ως φαίνεται από την ίδια την αίτηση, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που ζητείται να καταχωρηθεί αφορά συγκεκριμένα και μόνο τα αναφερόμενα στις παραγράφους 5
(5), 5
(6), 5
(7), 5
(8)και 5
(9)της ένορκης δήλωσης του Γιάννου Ιωάννου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση στην κυρίως αίτησης. Περαιτέρω στην αίτηση επισυνάπτεται δείγμα της αιτούμενης, να καταχωρηθεί, συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξέταση λοιπόν της αίτησης θα γίνει στη βάση των ανωτέρω. Με την εισαγωγή της παραγράφου 5 της ένορκης του δήλωσης ο Ιωάννου αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του Αιτητή στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την κυρίως αίτηση, αναφορικά με τον πότε έλαβε γνώση του περιεχομένου της αγωγής και της έκδοση εναντίον του τη επίδικης απόφασης και στη συνέχεια με τις υποπαραγράφους εξειδικεύει τη θέση του. Πιο συγκεκριμένα μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι: Ο Αιτητής έλαβε γνώση τόσον της εκδοθείσας αποφάσεως εναντίον του όσον και των δύο ποινικών υποθέσεων και διόρισε δικηγόρο για να διαπραγµατευθεί τον τρόπον εξοφλήσεως ή διακανονισµού ή εξασφαλίσεως των Εναγόντων στην αγωγή και τις ποινικές υποθέσεις (υποπαράγραφος 5). Οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία, η οποία προνοούσε ότι ο Αιτητής, ο οποίος αναγνώριζε το χρέος του θα υποθήκευε περιουσίας της εταιρείας του προς όφελος των Εναγόντων για €100.000 προς πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων του έναντι των Εναγόντων πλέον τα δικηγορικά έξοδα και προς τούτο είχε δώσει σχετικές οδηγίες προς τον δικηγόρο του (υποπαράγραφος 6). Οι Ενάγοντες δεν θα λάµβαναν οποιαδήποτε µέτρα για εκτέλεση της απόφασης καθότι θα ήταν εξασφαλισµένοι µε την εν λόγω υποθήκη και ο Αιτητής υποσχόταν και διαβεβαίωνε ότι σε σύντοµο χρονικό διάστηµα θα εξοφλούσε το ποσό των €100.000 (υποπαράγραφος 7). Ενόψει της πιο πάνω συμφωνίας ο δικηγόρος του Αιτητή στις 29.8.11 απέστειλε επιστολή µε ηλεκτρονικό ταχυδροµείο (e-maiI) στον δικηγόρο των των Εναγόντων µε κοινοποίηση στον διευθυντή αυτών όπου επιβεβαίωνε την ως άνω συµφωνία και όπου επισύναπτε: (α) έκθεση εκτίµησης του ακινήτου το οποίο θα υποθηκευόταν, (β) αντίγραφο τίτλου ιδιοκτησίας, (γ) έντυπο µεταφοράς χρηµάτων από τον Αιτητή στην εταιρεία του και (δ) δείγµα της εν λόγω συµφωνίας (υποπαράγραφος 8). Η εν λόγω συµφωνία είχε ως τίτλο «ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΝΥΠΟΘΗΚΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΠΟ ΕΞ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΧΡΕΟΣ» και σε αυτήν γίνεται αναφορά σε εξ αποφάσεως πιστωτές (Ενάγοντες) και εξ αποφάσεως χρεώστη (Εναγόµενο). Γίνεται επίσης ειδική αναφορά στην εκδοθείσα απόφαση αναφέροντας τα ακόλουθα: «ΕΠΕΙΔΗ ΟΙ ΕΞ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΑΝ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΞ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΧΡΕΩΣΤΗ ΤΗΝ ΑΠΟ 31.05.2011 ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ΥΠ' ΑΡΙΘΜΟ 1781/2011» (υποπαράγραφος 9). Από δε την ένορκη δήλωση του Αιτητή στην παρούσα προκύπτει βασικά ότι αυτός αμφισβητεί ισχυρισμούς που παρατίθενται στις πιο πάνω υποπαραγράφους της παραγράφου 5 και αφορούν το πότε έλαβε γνώση του περιεχομένου της αγωγής και της έκδοση εναντίον του τη επίδικης απόφασης και επιθυμεί να απαντήσει σε αυτούς και να εξηγήσει ώστε να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα θέµατα στην κυρίως αίτηση και το Δικαστήριο να σχηµατίσει ορθή και ολοκληρωµένη άποψη. Φαίνεται επίσης ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε ουσιαστικά μετά την παράθεση των εν λόγω ισχυρισμών στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση και συνεπώς δεν ευσταθεί η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής απέκρυψε στην αρχική του ένορκη δήλωση γεγονότα. Από εξέταση του περιεχομένου του δείγματος της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που ζητείται να καταχωρηθεί φαίνεται ότι οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9 και 10 σκοπεύουν στο να απαντήσουν στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του Ιωάννου - οι οποίοι σχετίζονται με το επίδικο, στην αίτηση παραμερισμού, θέμα του κατά πόσο ο Αιτητής έλαβε και πότε γνώση της αγωγής και της απόφασης - και να θέσουν την εκδοχή του Αιτητή επί αυτών. Συνάγεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωση από τον Αιτητή όσον αφορά τις πιο πάνω παραγράφους προκύπτει από την αναγκαιότητα απάντησης συγκεκριμένων σχετικών ισχυρισμών των Καθ' ων η αίτηση με σκοπό την παράθεση όλων εκείνων των σχετικών στοιχείων ή γεγονότων σε σχέση με τα επίδικα θέματα που θα εξετασθούν στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση στη βάση μιας πλήρους εικόνας της υπόθεσης. Δεν μπορεί όμως να λεχθεί το ίδιο και για τις παραγράφους 8, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 του δείγματος της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτό γιατί οι μεν παράγραφοι 11 και 12 δεν αναφέρουν γεγονότα αλλά ουσιαστικά συνιστούν επιχειρήματα του Αιτητή ενώ οι λοιπές, των προαναφερόμενων παραγράφων, δεν σχετίζονται με τα αναφερόμενα στις υποπαραγράφους 5(5-9) της ένορκης δήλωσης του Ιωάννου. Πριν οδηγηθώ στην κατάληξη θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν έχει δε καταδειχθεί από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση και ούτε και υπάρχουν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η παρούσα αίτηση σκοπό έχει την καθυστέρηση των διαδικασιών πτώχευσης που εκκρεμούν εναντίον του Αιτητή ώστε να τίθεται και θέμα κατάχρησης της διαδικασίας, ως ισχυρίζονται. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω αλλά και την φύση και τα θέματα που εξετάζονται στα πλαίσια αιτήσεων όπως η κυρίως αίτηση κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου και ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί και ασκείται υπέρ της έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται στον Αιτητή να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφορικά με τις παραγράφους 5
(5), 5
(6), 5
(7), 5
(8)και 5
(9)της ένορκης δήλωσης του Γιάννου Ιωάννου, ημερομηνίας 7.1.14. Το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να είναι ως οι παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6, 7, 9 και 10 του δείγματος της ένορκης δήλωσης που επισυνάπτεται στην αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και αντίγραφο αυτής να δοθεί στους συνηγόρους των Καθ' ων η αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου - Αιτητή και εναντίον των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.)............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General Applications/Interim (Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο