← Κύπρος

BALTDRAGA DREDGING WORKS LIMITED ν. VALERY TIKHONOV κ.α., Αρ. Αγωγής 1245/2014, 7/5/2014

BALTDRAGA DREDGING WORKS LIMITED ν. VALERY TIKHONOV κ.α., Αρ. Αγωγής 1245/2014, 7/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A197 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1245/2014 Μεταξύ: BALTDRAGA DREDGING WORKS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και-

  1. VALERY TIKHONOV, Aρ. Ρωσικού Διαβατηρίου 64 Νο 2648969, από την Πάφο
  2. SARASOTA CORPORATION, Reg. No.48172, από Marshall Islands Εναγομένων ....... Αίτηση ημερομηνίας 14.03.2014 7 Μαΐου, 2014 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Καριτζής (για αυτόν κ. Δαμιανού) Για Εναγόμενους 1 και 2-Καθ' ων η αίτηση: κα Φαχιρίδου (γι΄αυτήν κ. Χ'Νικολάου) Για Ελληνική Τράπεζα: κ. Χ. Βελάρης Για Τράπεζα Κύπρου: κ. Μ. Μαστορούδης για κ.κ. Χρυσαφίνη & Πολυβίου Για Δικηγορικό Γραφείο Χρύση Δημητριάδη: κ. Θ. Χριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Δικαστήριο μετά από ex parte αίτηση εκ μέρους των Εναγόντων εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα: A. Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον Εναγόμενο 1-Καθ΄ου η αίτηση και/ή στους αντιπροσώπους του, από του να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή υποθηκεύσει σε τρίτο πρόσωπο και/ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να αποξενώσει το μερίδιο που κατέχει επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/10432 στην οδό Αθηνάς 1, χωριό Καμάρες, 8577, Τάλα, Πάφος, μέχρι την τελική αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 - Καθ΄ων η αίτηση και/ή στους Διευθυντές και/ή εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους τους και/ή στους δικαιούχους υπογραφής και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό τους, από του να αποχωριστούν και/ή πληρώσουν για οποιοδήποτε λόγο και σε οποιοδήποτε πρόσωπο και/ή μεταφέρουν και/ή αποσύρουν και/ή επιβαρύνουν και/ή δεσμεύσουν και/ή αποξενώσουν οποιοδήποτε ποσό χρημάτων βρίσκεται κατατεθειμένο στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν με την Hellenic Bank Public Company Ltd και/ή την Bank of Cyprus Public Company Ltd και/ή οποιαδήποτε άλλη τράπεζα και/ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό, σε οποιοδήποτε νόμισμα, μέχρι το ποσό των €676.014 πλέον US$66.443, μέχρι την τελική αποπεράτωση της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης άλλα μέρη του παρακλητικού, τα οποία αφορούσαν διατάγματα αποκάλυψης και στρέφονταν εναντίον και τραπεζών, διατάχθηκε όπως επιδοθούν. Εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας καταχωρήθηκε ένσταση, η οποία βασίζεται στην αρχή της εμπιστευτικότητας, δυνάμει του άρθρου 29 του περί Εργασιών Πιστωτικό Ιδρυμάτων Νόμου, όπως επίσης και τη θέση ότι οι αιτούμενες θεραπείες υπερβαίνουν την δικαιοδοτική βάση που παρέχουν οι αρχές της Norwich Pharmacal. Η ένσταση των Καθ΄ων η αίτηση-Εναγομένων 1 και 2 βασίζεται κυρίως στην μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και στην παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους του Ενάγοντα. Η αίτηση έχει ως κύρια βάση της το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ.6, όπως επίσης και τις αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich και Tracing Orders. Το εκδοθέν διάταγμα Ο Εναγόμενος 1 ήταν εργοδοτούμενος των Εναγόντων σε διευθυντική θέση και οι Ενάγοντες τον κατηγορούν για παράνομη οικειοποιήσεις μεγάλων ποσών άνευ της εξουσιοδότησης των Εναγόντων, τις οποίες οι Ενάγοντες διαπίστωσαν πρόσφατα. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι υπήρχε δικαίωμα του Εναγόμενου 1 να «πάρει» αυτά τα λεφτά από μισθούς και συμφωνηθέντα ποσά του. Είναι όμως ορθό να παραθέσω τις αντίστοιχες θέσεις των μερών σε έκταση. Αρχίζω με τις θέσεις των Αιτητών. Οι θέσεις των Αιτητών Η Ενάγουσα είναι εταιρεία που συστήθηκε στην Κύπρο την 21.06.2010 και είναι άμεσα και απόλυτα συνδεδεμένη με την Ρωσική εταιρεία JSC "Baltdraga" (στο εξής η "JSC") με έδρα στην Αγία Πετρούπολη στη Ρωσία. Και οι δύο εταιρείες ανήκαν αποκλειστικά στον Alexander Bliznyukov (στο εξής ο «ιδιοκτήτης»), πατέρα του Vladimir Bliznyukon (VB) του οποίου η ένορκη δήλωση υποστηρίζει την Αίτηση. Ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν στην JSC για αρκετά χρόνια και ο ιδιοκτήτης (owner) τον θεωρούσε καλό φίλο και έμπιστο άτομο. Ως εκ τούτου, ο ιδιοκτήτης της Ενάγουσας ανάθεσε στον Εναγόμενο 1 αποκλειστικά τη διαχείριση της Ενάγουσας, διορίζοντας τον στη θέση του διευθυντή από την ημερομηνία ίδρυσης της Ενάγουσας εταιρείας και παραχωρώντας του το αποκλειστικό δικαίωμα υπογραφής στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 1 είχε διοριστεί στη θέση του μόνου διευθυντή της Ενάγουσας από την ίδρυση της την 21.06.2010 και αποκλειστικός δικαιούχος; υπογραφής στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, γεγονός που ο Εναγόμενος 1 δεν αμφισβητεί. Στις 2.1.2012 διορίσθηκε και εργοδοτούμενος της Ενάγουσας. Η από μέρους του Εναγόμενου 1 διενέργεια πράξεων εκ μέρους της Ενάγουσας αποδεικνύεται από την κίνηση των τραπεζικών λογαριασμών της τελευταίας, τεκμήρια 7 και 8 στην Ε/Δ του VB, όπου φαίνεται η διενέργεια συναλλαγών από το Μάρτη του
  3. Ο Εναγόμενος 1 εν τέλει παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή της Ενάγουσας στις 17.01.2014 κατόπιν συναντήσεων μεταξύ του Εναγόμενου 1, του Vladimir Bliznyukov και των δικηγόρων που σύστησαν την Ενάγουσα εταιρεία, δικηγορικό γραφείο Chrysses Demetriades & Co LLC, καθώς και αντιπροσώπων της εταιρείας Cyproservus Co. Ltd που συνδέεται με το εν λόγω δικηγορικό γραφείο, οι οποίοι τηρούσαν και τηρούν τα λογιστικά αρχεία της Ενάγουσας. Περαιτέρω, η δικηγορική εταιρεία Χρύσης Δημητριάδης είχε επίσης συστήσει την Εναγόμενη 2, την οποία στη συνέχεια πώλησε στον Εναγόμενο
  4. Μετά την αποχώρηση του Εναγόμενου 1 από τη θέση του διευθυντή της Ενάγουσας και την ανάληψη της διαχείρισης της από τον VB, διαπιστώθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 είχε διενεργήσει διάφορες μεταφορές χρημάτων από το λογαριασμό της Ενάγουσας σε λογαριασμό της Εναγόμενης 2, κατά παράνομο και/ή δόλιο τρόπο και κατά παράβαση του καθήκοντος εμπιστοσύνης που υπείχε προς την Ενάγουσα εταιρεία στη θέση του διευθυντή που κατείχε. (Σχετικές είναι οι παράγραφοι 19 και 24 της Ε/Δ του VB). Στη παράγραφο 19 γίνεται αναφορά σε συνολικό ποσό €544.657,50 το οποίο ο Εναγόμενος 1 έμβασε σε λογαριασμό της Εναγόμενης 2 στη βάση των τιμολογίων, Τεκμήριο 9, τα οποία, κατά την θέση των Αιτητών, είναι εικονικά αφού όπως δηλώνουν μέλη των πληρωμάτων των πλοίων του ομίλου Baltdraga, ουδέποτε αγοράστηκαν ανταλλακτικά (spare parts) για οποιοδήποτε από τα εν λόγω πλοία από την Εναγόμενη
  5. Γίνεται ακόμα αναφορά σε κατ' ισχυρισμός πλαστογράφηση σχετικών τιμολογίων με γνώμη ειδικού τα οποία οι Αιτητές αποδίδουν εμμέσως ή αμέως στον Εναγόμενο
  6. Όπως υποδεικνύουν οι Αιτητές, ο Εναγόμενος 1 χρησιμοποίησε το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος του πιο πάνω συνολικού ποσού των €544.657,50 για αγορά ενός σπιτιού στο χωριό Τάλα της Επαρχίας Πάφου με αριθμό εγγραφής 0/10462, το οποίο κατά ½ είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του ενώ το υπόλοιπο επ' ονόματι της συζύγου του. Ακόμα οι Αιτητές παρατηρούν τα ακόλουθα: Αν και η JSC Baltdraga έχει υπό την διαχείριση της το πλοίο, δεν παύει να αποτελεί γεγονός ή παράνομη γι' αυτούς εγγραφή τους στο όνομα της εταιρέιας του Εναγομένου
  7. Η κατοχή του πλοίου από την Εναγομένη 2 της δίδει το δικαίωμα πώλησης του πλοίου οποτεδήποτε. Οι θέσεις των Εναγομένων Ο Εναγόμενος 1 ενόρκως δίδει άλλη εκδοχή των γεγονότων που στηρίζεται στα ακόλουθα: • Ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει την θέση ότι ο μισθός ήταν €10.000,00 μηνιαίως και ότι το επίδικο συμβόλαιο που κατέχει είναι γνήσιο και όχι παραποιημένο, όπως ισχυρίζονται οι Αιτητές. • Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος 1 στις 10.01.2007 εργοδοτήθηκε από τους Ενάγοντες στη Ρωσία και συγκεκριμένα στην εταιρεία τους την JSC Buldraga στην Αγία Πετρούπολη, σε θέση αξιωματούχου. Στις 02.01.2012 ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Alexander Bluznyukov τον κάλεσε για τη θέση του διευθυντή των Εναγόντων, Baltdraga Dredging Works Ltd, η οποία είναι εγγεγραμμένη εταιρεία στην Κύπρο. Το συμφωνηθέν ποσό για την αμοιβή του ήταν €10.000,00 μηνιαίως. Και έτσι υπογράφθηκε η μεταξύ τους συμφωνία εργασίας. • Οι Ενάγοντες ψευδώς ισχυρίζονται ότι το συμφωνηθέν ποσό για το μισθό του Εναγόμενου 1 ήταν το ποσό των €5.000,00 και ότι ο Εναγόμενος 1 έχει αλλάξει τη σελίδα της συμφωνίας εργασίας. Η εν λόγω συμφωνία εργασίας στην οποία αναφέρεται ως συμφωνηθέν μηνιαίως μισθός του Εναγόμενου 1 το ποσό των €10.000,00 για περίοδο δύο χρόνων εργασίας του Εναγόμενου 1, έχει παρουσιαστεί και στα λογιστήρια των Εναγόντων και στους ελεγκτές τους καθώς και σε διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες. Επιπλέον, οι λογιστικοί έλεγχοι (audit) των Εναγόντων στο τέλος κάθε χρόνου, επιθεωρούνταν από τον ιδιοκτήτη της εταιρείας τον Alexander Bliznyukov. Ωστόσο, στην ένορκη δήλωση των Εναγόντων δεν έχει παρουσιαστεί η συμφωνία εργασίας για το ισχυριζόμενο ποσό των €5.000,
  8. • Ο Εναγόμενος 1 υπέβαλε την παραίτηση του, λόγω σοβαρού προβλήματος της υγείας του και συγκεκριμένα λόγω προβλήματος της καρδιάς του και μέχρι και σήμερα υποβάλλεται σε εντατικές θεραπείες. • Κατόπιν της παραίτησης του, στις 17.01.2014 σε συνάντηση στο γραφείο των δικηγόρων Chrysses Demetriades & Co LLC, ο Εναγόμενος 1 και ο Vladimir Bliznyukov, ως νέος διευθυντής των Εναγόντων, υπέγραψαν σχετική δήλωση σύμφωνα με την οποία οι Ενάγοντες δεν έχουν από την πλευρά τους καμία απαίτηση ούτε οικονομική ούτε οποιαδήποτε άλλη από τον Εναγόμενο 1 και αντίστοιχα ότι ούτε ο Εναγόμενος 1 έχει από την πλευρά του καμία απαίτηση από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 παρέδωσε στον νέο διευθυντή των Εναγόντων όλα τα έγγραφα καθώς και τους κωδικούς πρόσβασης στους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγόντων. • Σε σχέση με ποσά τα οποία ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι κλάπηκαν από τους Εναγόμενους, δεν ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα, διότι όλα τα ποσά που είχαν μεταφερθεί από τους Ενάγοντες, ήταν γνωστά σε όλους, όπως στο δικηγορικό γραφείο Chrysses Demetriades & Co LLC και στους ελεγκτές Cyproservus Co Ltd. Όπως προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, τα χρήματα με τα οποία αγόρασε το σπίτι του, ήταν "bonus" από τον ιδιοκτήτη των Εναγόντων ως επιβράβευση του Εναγόμενου 1 για την επιτυχή διεκπεραίωση μιας δουλειάς των Εναγόντων. Και εδώ οι Ενάγοντες απέκρυψαν τα πραγματικά γεγονότα και αποκάλυψαν στην ένορκη δήλωσης τους με τρόπο που τους σύμφερε. • Στη συνάντηση στο γραφείο των δικηγόρων Chrysses Demetriades & Co LLC, ο Εναγόμενος ζήτησε από τους Ενάγοντες τις τραπεζικές μεταφορές και άλλα έγγραφα καθώς και πρόσβαση στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο των Εναγόντων, το οποίο χειριζόταν ο Εναγόμενος 1 ως διευθυντής των Εναγόντων, ούτως ώστε να εξηγήσει τις ενέργειες και πράξεις του ως πρώην διευθυντής των Εναγόντων και να τους αποδείξει ότι κάθε πράξη του ήταν προς όφελος των Εναγόντων. Ωστόσο, οι Ενάγοντες δεν ανταποκρίθηκαν στη παράκληση του Εναγόμενου
  9. Έτσι στην ένορκη δήλωση τους και πάλι αποκαλύπτουν μόνο γεγονότα και στοιχεία τα οποία είναι προς όφελος τους και δε διαφωτίζουν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. • Οι Ενάγοντες ζητάνε απόφαση εναντίον των Εναγόμενων για το ποσό των €676.014 και US$66.443,00 και ψευδώς ισχυρίζονται ότι δεν γνώριζαν τα ποσά που μεταφέρθηκαν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγόντων. Το ποσό της προκαταβολής €10.000,00 για το σπίτι του Εναγόμενου 1 είχε σταλεί από τη Ρωσία, από τον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας JSC Baltdraga. Την μεταφορά αυτή δεν την αποκαλύπτουν οι Ενάγοντες. Επιπλέον, και το πρώτο ποσό των €297.000,00 για την πρώτη πληρωμή για την αγορά του σπιτιού, είχε επίσης σταλεί από την εταιρεία JSC Baltdraga στο λογαριασμό των μεσιτών (Agents) με εντολή του ιδιοκτήτη των Εναγόντων και την υπογραφή του λογιστηρίου των Εναγόντων. • Η αγορά του σπιτιού και ο τρόπος πληρωμής του σχετικού ποσού αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  10. Όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο υπ΄αριθμό 8 αυτής της ένορκης δήλωσης, που είναι η μηνιαία έκθεση της δουλειάς του Εναγόμενου 1 προς τον ιδιοκτήτη των Εναγόντων, Alexander Bliznyukov. Και από αυτή την έκθεση φαίνεται ότι ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να μη γνωρίζει τις μεταφορές των χρημάτων από το λογαριασμό των Εναγόντων σε λογαριασμό της Εναγόμενης
  11. Το ίδιο ισχύει και για το πλοίο "Lammert SR". Είναι ψευδείς οι ισχυρισμοί των Εναγόντων όπως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του νέου διευθυντή τους, Vladimir Bliznyukov, ότι δήθεν εν αγνοία τους μεταφέρθηκε το πλοίο "Lammert SR" στο όνομα της Εναγόμενης
  12. Όπως αποδεικνύεται από τα Τεκμήρια 12-24 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου 1, ο ιδιοκτήτης γνώριζε ότι το πλοίο "Lammer SR" για να πραγματοποιεί εργασίες στην Τουρκία, θα έπρεπε να μεταγραφεί πάνω στο όνομα μη κυπριακής εταιρείας, όπως είναι και η Εναγόμενη
  13. Το πιστοποιητικό σύστασης της Εναγόμενης 2, συμπεριλαμβάνεται ως Τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου
  14. Την διευθέτηση αυτού του θέματος ανέλαβε η εταιρεία JSC Baltdraga στη Ρωσία, μαζί με τους δικηγόρους των Εναγόντων στην Κύπρο. Και πως θα μπορούσε ο ιδιοκτήτης της εταιρείας να μην τα γνωρίζει όλα αυτά από τη στιγμή που διαχειριστής του πλοίου "Lammert SR" ήταν η εταιρεία JSC Baltdraga, πράγμα που σημαίνει ότι τα εισοδήματα από τη δουλειά του πλοίου "Lammert SR" στην Τουρκία τα λαμβάνει μέχρι και σήμερα η εταιρεία JSC Baltdraga και όχι η Εναγόμενη 2, όπως ψευδώς ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Συνεπώς, ούτε ο Εναγόμενος 1 ούτε και η Εναγόμενη 2 είχαν ως σκοπό να προβούν σε παράνομη πράξη και δόλια απόσπαση χρημάτων. • Ο Vladimir Bliznyukov στην ένορκη δήλωση του ψευδώς ισχυρίζεται και/ή δεν είναι σε θέση να γνωρίζει και/ή εσκεμμένα κρύβει τα πραγματικά γεγονότα σχετικά με την δήθεν παράνομη μεταφορά των μισθών του γιου του Εναγόμενου 1, Kiriil Tikhonov, ο οποίος εργαζόταν σε πλοίο των Εναγόντων. Όπως είναι η συνήθης τακτική για τους μισθούς των ναυτικών έτσι και ο μισθός του Kiriil Tikhonov μεταφερόταν σε λογαριασμό της οικογένειας του και συγκεκριμένα της συζύγου του, αφού ο ίδιος δεν θα μπορούσε να προβεί σε τέτοιες πράξεις βρισκόμενος στα πλοία. Η Ενάγουσα αποκρύπτει και δεν αποκαλύπτει τα πραγματικά έγγραφα όπου φαίνονται όλες οι μεταφορές των χρημάτων. Τα ζητούμενα διατάγματα Norwich και Pharmacal Οι Αιτητές επιδιώκουν και τα ακόλουθα διατάγματα τύπου Norwich και εναντίον μη διαδίκων ως ακολούθως: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 όπως εντός 7 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος σε αυτόν ετοιμάσει και παραδώσει στους δικηγόρους των Εναγόντων-Αιτητών και/ή καταχωρήσει στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση, η οποία να αναφέρει τους αριθμούς των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούν οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 στην Κύπρο καθώς και το όνομα και διεύθυνση της αντίστοιχης τράπεζας, με τον οποίο διατηρείται ο κάθε λογαριασμός. «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Hellenic Bank Public Company Ltd και/ή την Bank of Cyprus Public Company Ltd και/ή το δικηγορικό γραφείο Chrysses Demetriades & Co LLC και/ή την εταιρεία Cyproservus Co Ltd όπως μέσα σε 7 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης του παρόντος διατάγματος επιτρέψουν στους Ενάγοντες να επιθεωρήσουν και να λάβουν αντίγραφα όλων των συμφωνιών και/ή τιμολογίων και/ή εγγράφων και/ή παραστατικών που σχετίζονται με οποιεσδήποτε συναλλαγές και/ή μεταφορές χρημάτων από λογαριασμό των Εναγόντων σε λογαριασμό και/ή προς όφελος των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή σε τρίτα πρόσωπα και/ή συγγενικών και/ή συνδεδεμένων με αυτούς προσώπων καθώς και με τυχόν μετέπειτα μεταφορά των ποσών αυτών σε άλλους λογαριασμούς». Εξέταση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32 Αφού η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάζει τα κάτωθι: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον ο,τιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation

(2002)1 A.A.Δ. 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D
(1999)1 Α.Α.Δ. 225, δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Είναι σαφές από την πιο πάνω νομολογία ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να εντρυφήσει εις βάθος στους ισχυρισμούς ουσίας από τις αντίστοιχες πλευρές που στην κρινόμενη περίπτωση είναι και μακροσκελείς και πολυάριθμοί. Με κοινό παραδεκτό κορμό τη σχέση εργοδότησης του Εναγόμενου 1 στους Ενάγοντες και τη διακοπή αυτής της σχέσης, κατά το Γενάρη του 2014, όπως επίσης και τη δυνατότητα του Εναγόμενου 1 στη λήψη ποσών από τους λογαριασμούς των Εναγόντων, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και έχοντας υπόψη τη προβαλλόμενη από τους Αιτητές εκροή κεφαλαίων και/ή καταθέσεων των Αιτητών προς τον Εναγόμενο 1 και/ή μέσω αυτού προς τους Εναγόμενους 2, εκροές οι οποίες έχουν συντελεστεί, σύμφωνα με τους Αιτητές άνευ εξουσιοδότησης τους, θεωρώ ότι ως προς το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, κρίνεται ότι έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Αιτητών, ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Οι Ενάγοντες αξιώνουν συγκεκριμένα ποσά εναντίον των Εναγομένων και δη το ποσό των €676.014,00 και $66.443 ως παράνομη και δόλια οικειοποίηση εκ μέρους των Εναγομένων που είχε ως αποτέλεσμα την απόσπαση από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγόντων των πιο πάνω ποσών. Οι Αιτητές παρέχουν εκείνες τις λεπτομέρειες σε σχέση με τις επιμέρους ενέργειες του Εναγόμενου 1, οι οποίες τους οδήγησαν στην υποψία και τελικά στη διατύπωση αξίωσης εναντίον του Εναγόμενου για δόλια ή άνευ εξουσιοδότηση απόσπασης των πιο πάνω ποσών. Δεν έχω αγνοήσει τις θέσεις των Εναγομένων, τις οποίες έχω εξετάσει όπως προβάλλονται στην ένορκη τους τοποθέτηση αλλά και όπως έχουν αναλυθεί στην αγόρευση της ευπαίδευτης δικηγόρου τους. Με όλο το σεβασμό, δεν θεωρώ ότι πρόκειται για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, ως το θέμα γενικά τίθεται από τη πλευρά των Εναγομένων, αλλά απλώς για άλλη εκδοχή γεγονότων που αφορά την ουσία της υπόθεσης. Από την άλλη δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι με δεδομένη την εργασιακή σχέση του Εναγόμενου 1 με τους Ενάγοντες και την δυνατότητα διακίνησης ποσών εκ των λογαριασμών των Εναγόντων καθώς και την ίδια - αντικειμενικά - η εκροή ποσών, που δεν περιορίζεται στην μισθοδοτική αξίωση οποιουδήποτε υπολοίπου εκ μέρους του Εναγόμενου 1, οδηγεί στη στοιχειοθέτηση σοβαρών ενδείξεων για την αξίωση των Εναγόντων ενώ η δυναμική των θέσεων των Εναγομένων δεν είναι τέτοιας εμβέλειας ώστε να ανατρέψει ακριβώς-σε αυτό το στάδιο πάντα-την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως έχουν αναλυθεί από τη νομολογία. Ακριβώς όσα τίθενται από τους Εναγόμενους θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο αναλυτικά κατά την εκδίκαση της ουσίας. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αφού εξέτασα ενδελεχώς τις αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών, κρίνω ότι η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης στοιχειοθετείται, κυρίως, στο ενδεχόμενο μη ικανοποίησης μίας δικαστικής απόφασης που αφορά ισχυρισμό παράνομης οικειοποίησης, ο οποίος, στο βαθμό που απαιτείται, έχει καταδειχθεί. Δεν μπορεί να αγνοηθεί ακόμη ότι ο Εναγόμενος 1 είναι αλλοδαπός, χωρίς άλλη από την επίδικη περιουσία στη Κύπρο και η πρόθεση πώλησης της ακίνητης περιουσίας του έχει επαρκώς καταδειχθεί. Εξάλλου δεν αμφισβητείται. Σημειώνεται δε ότι μόνο το ½ μερίδιο της ακινήτου περιουσίας του ανήκει, οπότε με δοδομένη την αξία αγοράς δεν φαίνεται να καλύπτεται η αξίωση γι' αυτό και η δέσμευση λογαριασμών. Παρόλο που ο Εναγόμενος θέτει θέμα βλάβης του σε σχέση με τη μη δυνατότητα πώλησης του ακινήτου, αλλά και περαιτέρω για τη μη δυνατότητα του να πληρώνει τη διαβίωση του αλλά και τα ιατρικά του έξοδα ως εκ των προβλημάτων υγείας που έχει, δεν εισηγείται εναλλακτικά μέτρα ή περιορισμό των διαταγμάτων σε συγκεκριμένους λογαριασμούς ή ποσά, ώστε να καταστεί δυνατή η εξισορρόπηση των θέσεων των δυο πλευρών. Το Δικαστήριο, ωστόσο, δεν θα αγνοήσει τις θέσεις του και θα προβεί, εάν τελικά καταλήξει στη θετική αντίκριση του αιτήματος, σε τροποποίηση των διαταγμάτων που αφορούν τους λογαριασμούς. Επανερχόμενη στο θέμα της τρίτης προϋπόθεσης αλλά και κυρίως του θέματος της προσφορότητας, είναι η πεποίθηση μου ότι είναι εύλογο να διασφαλιστούν τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία αξιώνονται, αφού τα επίδικα θέματα παραμένουν αμφισβητούμενα και θα πρέπει να αποφασιστούν επί της ουσίας. Για τον ίδιο λόγο κρίνεται ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας λειτουργεί υπέρ των Αιτητών, αφού σκοπείται, κατά το δυνατό, η διατήρηση των αντιστοίχων ποσών και όχι ο εξανεμισμός αυτών. Εάν μάλιστα οι Εναγόμενοι παρείχαν σχετικές λεπτομέρειες στους Αιτητές και/ή στο Δικαστήριο σε σχέση με τα ποσά που έχουν δεσμευθεί, θα μπορούσε ευχερέστερα να τεθεί θέμα περιορισμού των διαταγμάτων και ως προς την δέσμευση της ακίνητης περιουσίας. Επειδή όμως αυτό δεν έχει γίνει, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και η τρίτη προϋπόθεση, λειτουργούν και υπέρ της ανάγκης να παραμείνει δεσμευμένη τόσο η ακίνητη περιουσία του Εναγόμενου, όσο και οι επίδικοι λογαριασμοί. Τίθεται ισχυρισμός από τους Εναγομένους ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις του επείγοντος. Ωστόσο οι Αιτητές εξηγούν ότι οι υποψίες άρχισαν από τον Ιανουάριο 2014, κάποιες πληροφορίες λάμβαναν μετά τον Φεβράρη (βλ. παρ.31) και τελικά αρχές του Μάρτη 2014 μαθαίνουν για την διαφημιζομένη πώληση του ακινήτου, ενώ προβαίνουν και σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Γι' αυτό και προσφεύγουν στο Δικαστήριο στις 14.3.2014. Κρίνεται ότι οι περιστάσεις του επείγοντος ή ιδιαίτερες περιστάσεις έχουν επαρκώς στοιχειοθετηθεί. Υπό το κράτος των πιο πάνω προϋποθέσεων, έρχομαι να εξετάσω την αναγκαιότητα έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich ή άλλης συναφούς φύσεως, τα οποία επίσης επιδιώκονται (βλ. πιο πάνω) και έναντι μη διαδίκων. Στις υποθέσεις Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α., Π.Ε. 54/12, ημερ. 27.6.2012 και Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Darya Abramchyk, Πολ. Έφ. 319 και 320/11, ημερ. 13.2.2014 γίνεται εκτενής αναφορά στη νομολογιακή διαδρομή και τον σκοπό αυτού του τύπου διαταγμάτων. Ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να επαναλάβω τις ειδικές αρχές και προϋποθέσεις που ισχύουν σε τέτοιας φύσεως διατάγματα. Ειδικά στην τελευταία υπόθεση επιβεβαιώθηκε η πρωτόδικη αντίληψη ότι τέτοια διατάγματα είναι αναγκαία προκειμένου ένας Αιτητής «να ανασυνθέσει το μωσαϊκό των περιστατικών της αδικοπραξίας εις βάρος του, αλλά και να αποκαλύψει περαιτέρω τα στοιχεία των αδικοπραγούντων εναντίον αυτού ή περαιτέρω τα αγώγιμα δικαιώματα του, εφόσον είναι σε θέση να γνωρίσει πλήρως τις ενέργειες τούτου και τις επιπτώσεις του. Το πιο πάνω αιτιολογικό υπόβαθρο είναι η πεμπτουσία των διαταγμάτων της φύσης που επιδιώκει ο Ενάγοντας-Αιτητής». Έχω την εντύπωση ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από τα πιο πάνω. Δεν έχω πεισθεί ότι είναι αναγκαία η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων ειδικά στην θεώρηση: (α) ότι πρόκειται για συγκεκριμένα ποσά, τα οποία οι Ενάγοντες γνωρίζουν αφού τα αξιώνουν (β) ότι υπάρχει αποδέκτης αυτών που αφορά τους Εναγόμενους 1 και 2. (γ) ότι κυρίως αυτές οι πληροφορίες δεν συνιστούν κομμάτια αναγκαία στο πάζλ στοιχειοθέτησης της απαίτησης αλλά και ούτε ότι η ιχνηλάτηση τους είναι a priori αδύνατη αφού η κλήση συγκεκριμένου μάρτυρα ή ένορκη αποκάλυψη εγγράφων δύναται ευχερώς να φωτίσει τα πράγματα. Σκοπός διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι η ανίχνευση γενικά μαρτυρίας. (Βλ. Arab Satellite Communications Organisations v. Saad Fagihg Anr
(2008)EWHC 2568 (QB)). Ακόμη στην υπόθεση Nikiton v. Richards Butler
(2007)EWHC 173 (QB) τονίσθηκε ότι η διαταγή Norwich Pharmacal δεν εκδίδεται «για να τελειοποιήσει ο Αιτητής την υπόθεση του». Στη βάση λοιπόν όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ως εξής: Το παρακλητικό Α καθίσταται απόλυτο ως έχει εκδοθεί, δηλαδή μέχρι διεκπεραίωσης της αγωγής. Το παρακλητικό Β καθίσταται απόλυτο, με την εξής τροποποίηση, ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 1 θα έχει τη δυνατότητα να αποσύρει από ένα λογαριασμό του στην Ελληνική Τράπεζα το ποσό των €10.000,00 για τα τρέχοντα έξοδα του. (Για την Τράπεζα Κύπρου αναφέρθηκε ότι δεν υπάρχουν σοβαρά διαθέσιμα ποσά στους επίδικους λογαριασμούς). Εάν υπάρξει ανάγκη για οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό, ο Εναγόμενος 1 δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο με σχετική αίτηση του για αποδέσμευση συγκεκριμένου ποσού, εφόσον κοινοποιήσει στην αίτηση του ενόρκως το ποσό του υπολοίπου των λογαριασμών του. Τα λοιπά παρακλητικά απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτηση, κρίνω ορθότερο να παραμείνουν ως έξοδα δίκης και να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής ως προς τους Ενάγοντες και Εναγομένους. Αναφορικά δε με το θέμα των εξόδων εναντίον μη διαδίκων και έχοντας υπόψη την μη καταχώρηση έντασης (για την Τράπεζα Κύπρου και Γραφείο Χρ. Δημητριάδη) ή την καταχώρηση περιορισμένης ένστασης (για Ελληνική Τράπεζα) αποφασίζω τα κάτωθι: · Υπέρ της Ελληνικής Τράπεζας επιδικάζονται έξοδα εναντίον των Εναγόντων στο κατ' αποκοπή ποσού των €750,00. · Υπέρ της Τράπεζας Κύπρου και του Δικηγορικού Γραφείου Χρ. Δημητριάδη επιδικάζονται έξοδα εναντίον των Εναγόντων €400,00 αντιστοίχως. (Υπ.)............... Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής ./ΙΜ - ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα / Norwich / παγοποίηση λογαριασμού cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.