← Κύπρος

LQD MARKETS LTD ν. NIKOLETT PALINKAS, Aρ. Αγωγής: 4431/2013, 13/5/2014

LQD MARKETS LTD ν. NIKOLETT PALINKAS, Aρ. Αγωγής: 4431/2013, 13/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A207 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4431/2013 Μεταξύ: LQD MARKETS LTD Εναγόντων και NIKOLETT PALINKAS Εναγόμενης ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 14.10.2013 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.5.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές : κ. Ιωαννίδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Αριστείδου) Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κ. Χριστοφίδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Ε. Ηλία) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους, η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 14.10.2013 αξιώνουν εναντίον της εναγόμενης τ' ακόλουθα: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτή εργοδοτείται ή άλλως πως είναι συμβεβλημένη από το να χρησιμοποιεί και/ή κοινοποιεί και/ή επιτρέπει και/ή ανέχεται την κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών της Ενάγουσας και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτών και/ή στοιχεία πελατολογίου και/ή επικοινωνίας πελατών της Ενάγουσας για οποιονδήποτε λόγο. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτή εργοδοτείται ή άλλως πως είναι συμβεβλημένη από το να χρησιμοποιεί και/ή κοινοποιεί και/ή επιτρέπει και/ή ανέχεται την κοινοποίηση στοιχείων επικοινωνίας πελατών και/ή στοιχείων πελατολογίου με σκοπό και/ή αποτέλεσμα την προώθηση και/ή προσφορά οποιονδήποτε υπηρεσιών και/ή προϊόντων. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια την διεξαγωγή έρευνας ως προς τις ζημίες συνεπεία παράβασης εμπιστευτικότητας. Δ. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά, την ετοιμασία και παράδοση λογαριασμών κερδών και/ή εσόδων που πραγματοποιήθηκαν από την Εναγόμενη και ή τους εργοδότες της και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο με το οποίο η Εναγόμενη διατηρεί εμπορική και/ή εργοδοτική σχέση από την χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών των Εναγόντων. Ε. Διάταγμα του Σεβαστού για τον διορισμό παραλήπτη για να εισπράξει και να παραλάβει όλα τα κέρδη και/ή έσοδα που πραγματοποιήθηκαν από την Εναγόμενη και ή τους εργοδότες της και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο με το οποίο η εναγόμενη διατηρεί εμπορική και/ή εργοδοτική σχέση από την χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών των Εναγόντων και διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να δίδει κατάλληλες οδηγίες προς τον σκοπό αυτό. Στ. Γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση πίστης και/ή εμπιστοσύνης και/ή για την χρήση των εμπιστευτικών πληροφοριών από την Ενάγουσα και/ή για επιζήμια ψευδολογία και/ή για παράβαση σύμβασης. Ζ. Νόμιμο Τόκο. Η. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Θ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε ορίσει». Την ίδια μέρα καταχώρησαν και την υπό κρίση μονομερή αίτηση οι ενάγοντες, με την οποία ζητούσαν: «Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη και σε οποιοδήποτε πρόσωπο αυτή εργοδοτείται ή άλλως πως είναι συμβεβλημένη από το να χρησιμοποιεί και/ή κοινοποιεί και/ή επιτρέπει και/ή ανέχεται την κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών της Ενάγουσας και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτών και/ή στοιχεία πελατολογίου και/ή επικοινωνίας πελατών της Ενάγουσας για οποιονδήποτε λόγο.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 2, 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29, 30 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.28 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 7 και 9, στη σχετική με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων νομολογία, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας και τέλος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες καθώς και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα ουσιαστικά γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση, τα οποία συνθέτουν και τη βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης απορρέουν από το περιεχόμενο της υποστηριχτικής του σχετικού αιτήματος ένορκης δήλωσης του διευθυντή πωλήσεων των εναγόντων Ramzi Chamat. Συνοπτικά είναι τα εξής: Οι ενάγοντες, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης γραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με το νόμο, μεταξύ άλλων ασχολούνται με συναλλαγές ξένου συναλλάγματος και επενδυτικές υπηρεσίες. Δραστηριοποιούνται τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Μέσω της πολυετούς δραστηριοποίησής τους στο συγκεκριμένο τομέα, αλλά και του τρόπου παροχής των υπηρεσιών τους και λόγω της επένδυσης χρόνου και χρήματος στην ανάπτυξη πελατολογίου και αποδεκτών των υπηρεσιών τους κατέχουν στοιχεία υφιστάμενων πελατών, βάση δεδομένων και προφίλ πελατών και γενικά πληροφορίες πελατών, τις οποίες δικαιούνται να χρησιμοποιούν αποκλειστικά, καθιστώντας τες με αυτό τον τρόπο εμπιστευτικές έναντι οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Η εναγόμενη, στον ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτούμενη των εναγόντων ως υπεύθυνη πωλήσεων. Στις 5.12.2011 συνήψε μαζί τους συμφωνία εργοδότησης και στις 13.11.2012 συμφωνία εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης. Ανάμεσα στους κύριους όρους της μεταξύ τους σχέσης ήταν ο όρος πίστης και εμπιστοσύνης καθώς και ο όρος ο οποίος απαγόρευε στην εναγόμενη να προβεί σε οποιαδήποτε χρήση, επεξεργασία ή αποκάλυψη οποιωνδήποτε πληροφοριών οι οποίες κοινοποιήθηκαν σ' αυτή από τους ενάγοντες και αφορούσαν εμπιστευτικά στοιχεία, στοιχεία πελατών, βάση δεδομένων και προφίλ πελατών των εναγόντων. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων διαλάμβανε ότι η εναγόμενη δε θα αποκάλυπτε, χρησιμοποιούσε, επεξεργαζόταν και επέτρεπε τη χρήση οποιωνδήποτε εμπιστευτικών πληροφοριών, στοιχείων, στοιχείων πελατών, βάση δεδομένων και προφίλ πελατών τα οποία απέκτησε κατά τη διάρκεια της εργοδότησής της από τους ενάγοντες. Ο συγκεκριμένος όρος θα ίσχυε για περίοδο μέχρι και δύο χρόνια μετά τον τερματισμό της εργοδότησής της από τους ενάγοντες. Η εναγόμενη, στο πλαίσιο της εργοδότησής της και αποκλειστικά προς το σκοπό εκτέλεσης των καθηκόντων της είχε συνεχή πρόσβαση σε αριθμό εμπιστευτικών πληροφοριών, στοιχείων, στοιχείων πελατών, στοιχείων επικοινωνίας πελατών, βάσεις δεδομένων και προφίλ πελατών τα οποία απέκτησε από και κατά τη διάρκεια εργοδότησής της από τους ενάγοντες και σε κάθε περίπτωση γνώριζε τον αποκλειστικό σκοπό για τον οποίο κοινοποιήθηκαν οι πληροφορίες. Στις 8.7.2013, η εναγόμενη υπόβαλε στους ενάγοντες την παραίτησή της μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ενημερώνοντάς τους ότι η 22. 7.2013 θα ήταν η τελευταία μέρα εργοδότησής της. Στις 20 και 30.8.2013, η εναγόμενη, κατά παράβαση των δικαιωμάτων των εναγόντων και της μεταξύ τους συμφωνίας πίστης και εμπιστοσύνης επικοινώνησε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με πελάτες των εναγόντων ζητώντας τους διάφορα στοιχεία, ανάμεσά τους και τον αριθμό τηλεφώνου τους ώστε να μπορέσει να τους ενημερώσει προσωπικά για τις υπηρεσίες που προσφέρει κάποια άλλη εταιρεία (Iron Fx Ltd), ανταγωνιστική των εναγόντων, η οποία ασχολείται με τις ίδιες, βασικά, υπηρεσίες, που ασχολούνται και οι ενάγοντες. Επιπλέον, στις 8.10.2013, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από συγκεκριμένο πελάτη τους ότι η εναγόμενη επικοινώνησε μαζί του για να του εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θα ήταν καλό να επενδύσει στην προαναφερθείσα εταιρεία. Μάλιστα, ο εν λόγω πελάτης ήταν ξαφνιασμένος από το γεγονός ότι προσωπικές του πληροφορίες που βρίσκονταν στα χέρια των εναγόντων βρέθηκαν στα χέρια τρίτων. Οι υπό αναφορά πελάτες των εναγόντων καθώς και άλλοι, τους ανάφεραν ότι η εναγόμενη προέβαινε σ' αυτούς προφορικά και σε ψευδείς παραστάσεις ότι δήθεν οι ενάγοντες αντιμετωπίζουν εμπορικά προβλήματα και ότι αυτή ήταν και η αφορμή που επικοινωνούσε μαζί τους η ίδια. Επιλήφθηκα αυθημερόν της αίτησης και εξέδωσα το αιτούμενο διάταγμα. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση και στα δύο, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «1. Δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης ή βάση αγωγής ή πιθανότητες επιτυχίας. 2. Η Ενάγουσα απέτυχε να καταδείξει με το μαρτυρικό υλικό που έθεσε στην Αίτηση της την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης. 3. Η Ενάγουσα απέτυχε να καταδείξει το κατ' επείγον για την έκδοση του διατάγματος χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. 4. Το πελατολόγιο της Ενάγουσας δεν είναι περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με τον Νόμο ή άλλως πως. 5. Είναι σύνηθες και απόλυτα νόμιμο για οποιοδήποτε πρόσωπο φυσικό ή νομικό να διατηρεί λογαριασμούς σε διαφορετικές εταιρείες που προσφέρουν χρηματοοικονομικές ή/και επενδυτικές υπηρεσίες. 6. Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, η Ενάγουσα δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων ή/και παραπλάνησε ή/και προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. 7. Δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, αρ. 14/60. 8. Οι σχετικές ρήτρες της Σύμβασης Εργοδότησης μεταξύ της Εναγόμενης και της Ενάγουσας είναι άκυρες αφού είναι αντίθετες με τις πρόνοιες του Νόμου και του Συντάγματος. 9. Το ισοζύγιο της ευχέρειας τείνει υπέρ της μη έκδοσης ή/και ακύρωσης του διατάγματος». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 Θ.2, Δ.48 Θ.Θ. 4, 7, 11, 12 και 13, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29

(1), 31 και 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4 και 9, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149, άρθρα 14, 16, 19 και 27, στον περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμο 138
(1)/2001, στον περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμο του 1989, άρθρο 3, στα άρθρα 25, 26 και 30 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στη νομολογία, στο φάκελο της υπόθεσης και τέλος, στη γενική πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση, όπως αναφέρεται στο σώμα της είναι εμφανή στο φάκελο της διαδικασίας και επιπλέον εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης. Με αυτή, η εναγόμενη δίδει τη δική της εκδοχή σε σχέση με τους ισχυρισμούς γεγονότων που οδήγησαν στην έκδοση του διατάγματος και γενικά που συνθέτουν τη βάση της αγωγής των εναγόντων και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους εναντίον της. Σ' αυτά τα πλαίσια παραδέχεται μερικούς από τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αρνείται τους υπόλοιπους για τους οποίους παραθέτει τη δική της εκδοχή. Ειδικότερα: Εργοδοτήθηκε από τους ενάγοντες στις 5.12.2011 και τοποθετήθηκε από αυτούς σε θέση πωλητή. Μέσω της θέσης της δημιούργησε πελατολόγιο Ούγγρων πελατών που ασχολούνταν με ξένες συναλλαγές και επενδύσεις. Η υπογραφή της στη συμφωνία εμπιστευτικότητας λήφθηκε με τη ψευδή παράσταση των εναγόντων ότι περιλάμβανε τους ίδιους όρους με το συμβόλαιο εργασίας, με μόνη τροποποίηση την αλλαγή του ονόματος των εναγόντων καθώς και με αθέμιτο επηρεασμό που της ασκήθηκε από τους εργοδότες της, αφού αν δεν υπόγραφε την εν λόγω συμφωνία δε θα μπορούσε να συνεχίσει την εργασία της σ' αυτούς. Δεν της παραχωρήθηκε αντίγραφο του συμβολαίου εργασίας, ως εκ τούτου δεν είχε την ευχέρεια να συγκρίνει τις δύο συμφωνίες που νόμιζε πως ήταν το ίδιο έγγραφο, ώστε να μπορέσει να διαπιστώσει τι είχε αλλάξει μεταξύ τους. Η συμφωνία εμπιστευτικότητας είναι ακυρώσιμη και χωρίς ισχύ και δεν τη δεσμεύει, αφού λήφθηκε χωρίς τη συγκατάθεσή της. Η μόνη έγκυρη σύμβαση μεταξύ της και των εναγόντων είναι το συμβόλαιο εργασίας. Κράτησε εμπιστευτικά και δεν αποκάλυψε ή επέτρεψε την αποκάλυψη οποιωνδήποτε εμπιστευτικών πληροφοριών. Ωστόσο, οι περισσότεροι πελάτες τους οποίους χειριζόταν δεν ήταν υφιστάμενοι πελάτες των εναγόντων. Ήταν πελάτες τους οποίους είχε προσεγγίσει και έφερε στην εταιρεία τους η ίδια μέσω σεμιναρίων και ψηφιακών σεμιναρίων τα οποία είχε οργανώσει για πιθανούς Ούγγρους πελάτες. Με όλους αυτούς είχε προσωπικές επικοινωνίες και τα προσωπικά τους στοιχεία καταχωρημένα στο κινητό της τηλέφωνο. Ως εκ τούτου, τα στοιχεία επικοινωνίας τους και οι φιλικές σχέσεις που είχε μαζί τους δεν ήταν εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκαν στους ενάγοντες. Αναφορικά με τους τέσσερις πελάτες των εναγόντων, για τους οποίους γίνεται ονομαστική αναφορά στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ισχυρίζεται τα εξής: Καταρχήν, για όλους αρνείται ότι τα στοιχεία και πληροφορίες επικοινωνίας αποτελούν εμπιστευτικές πληροφορίες. Απ' εκεί και πέρα, αναφέρει τα εξής, χωριστά για κάθε ένα από αυτούς: Δεν προσπάθησε να μεταφέρει τον Kruzsely Karoly στο νέο της εργοδότη. Αυτός εγγράφηκε στο νέο της εργοδότη από τις 19.3.2013, ενώ η ίδια ξεκίνησε την εργασία της στον τελευταίο, στις 10.7.
  1. Ούτε και τυγχάνει χειρισμού από την ίδια ο εν λόγω πελάτης. Τα προσωπικά στοιχεία επικοινωνίας του Hellinger Teodor δεν είναι εμπιστευτικά, αφού διατηρεί ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, επομένως, αυτά είναι ανοιχτά στον κόσμο και διαθέσιμα στο ευρύ κοινό. Ο Suto Jozsef συστήθηκε στους νέους εργοδότες της από μεσίτη, ως εκ τούτου, η ίδια δε χρησιμοποίησε τις εμπιστευτικές πληροφορίες των εναγόντων σε σχέση με αυτόν. Τέλος, Ο Peter Mayer επικοινώνησε μαζί της τον Οκτώβρη και της ζήτησε να του στείλει ηλεκτρονικό μήνυμα με προσφορά λογαριασμού για U.S. $7.000,
  2. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της και όπως πιστεύει όλοι οι πελάτες εταιρειών παραχώρησης υπηρεσιών ξένων επενδύσεων και συναλλαγών είναι ελεύθεροι να επιλέγουν με ποια εταιρεία επιθυμούν να ανοίξουν λογαριασμό και οποιοιδήποτε όροι εμπιστευτικότητας εμπεριέχονται σε συμβάσεις εργασίας τέτοιων εταιρειών δεν μπορούν να εμποδίσουν αυτούς τους πελάτες από το να ανοίγουν ελεύθερα λογαριασμό με εταιρεία της επιλογής τους. Στην πράξη είναι σύνηθες για πελάτες να διατηρούν λογαριασμούς σε διάφορες εταιρείες κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω ισχυρίζεται και τα εξής: Οι πλείστοι των προηγούμενων πελατών επικοινώνησαν μαζί της μέσω διαδικτύου. Δεν έχει προσπαθήσει να δημιουργήσει ποτέ κακή εντύπωση για τους ενάγοντες. Παρόλα αυτά, εφόσον τώρα έχει εργοδοτηθεί από την IronFX, το καθήκον της είναι να προωθήσει τις υπηρεσίες της και να προσφέρει σε Ούγγρους επενδυτές εναλλακτικές επιλογές. Ουδέποτε παρενόχλησε πελάτες των εναγόντων. Είχε επαφή με ορισμένους από αυτούς, που ως γεγονός επικοινώνησαν μαζί της γιατί δε γνώριζαν πως είχε φύγει από την εργασία της στους ενάγοντες και κατά τη διάρκεια τέτοιων επικοινωνιών, τους ενημέρωνε ότι τώρα εργαζόταν για την IronFX και θα χαιρόταν να τους βοηθήσει αν ήθελαν να ανοίξουν λογαριασμό με αυτή. Οι τέσσερις πελάτες των εναγόντων δεν είναι πελάτες των νέων εργοδοτών της και δεν άνοιξαν ή χρηματοδότησαν οποιονδήποτε ενεργό λογαριασμό με αυτούς. Οι ενάγοντες δεν της παραχώρησαν αντίγραφο οποιωνδήποτε από τις συμφωνίες που έχει υπογράψει. Περαιτέρω, όταν στις 8.7.2013 παραιτήθηκε, την ανάγκασαν να υπογράψει (τεκμήριο ΝΡ3). Κατέστη σαφές ότι έπρεπε να την υπογράψει, αλλιώς δε θα λάμβανε το μισθό της, τον οποίο, όπως την ενημέρωσαν θα πληρωνόταν την τελευταία μέρα της εργασίας της, δηλαδή, στις 22.7.
  3. Όπως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της και πιστεύει, μετά τον τερματισμό της εργασίας της με τους ενάγοντες έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη γνώση και εμπειρία που αποκόμισε έντιμα κατά τη διάρκεια της εργοδότησής της. Το πελατολόγιο που είχε το δημιούργησε από μόνη της και δεν προϋπήρχε στους ενάγοντες. Ούτε της είχε ανατεθεί με εμπιστοσύνη. Επομένως, δε θα πρέπει να επιτραπεί στους ενάγοντες να τη σταματήσουν από το να το χρησιμοποιεί. Ισχυρίζεται η εναγόμενη με τον 3ο λόγο ένστασης ότι οι ενάγοντες απότυχαν να καταδείξουν το κατεπείγον για την έκδοση του διατάγματος χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Όπως αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης συναφώς με αυτό το λόγο, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της παραγράφου 13 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, οι σχετικές πληροφορίες ήρθαν σε γνώση των εναγόντων τουλάχιστον στις 24.9.
  4. Παρόλα αυτά, η αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.10.2013, δηλαδή 22 μέρες μετά. Δεδομένου ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για παροχή θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς, θα εξετάσω το συγκεκριμένο λόγο, προτού εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  5. (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου 1998 1(Β) Α.Α.Δ. 598). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται θεραπεία χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επομένως, η μη έγκαιρη προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός κι αν επεξηγηθεί είναι μοιραία. Μόνο όταν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι, εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Xατζηβασιλείου ν. White Κnight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ. 203). «Κατεπείγον» σύμφωνα με τη Χατζηβασιλείου (ανωτέρω): «. θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Βέβαια, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και το κατά πόσο ο εναγόμενος επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του σχετικού λόγου, ενώ η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθιστούν την προστασία του αιτητή επείγον ζήτημα. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1377 συγκεφαλαιώνονται οι σχετικές με το θέμα του επείγοντος στην έκδοση προσωρινού διατάγματος αρχές. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ»Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου. (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186) ». Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, το χρονικό διάστημα των 20 ημερών (και όχι 22 όπως εσφαλμένα αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εναγόμενης) που μεσολάβησε από τις 24.9.2013 που περιήλθαν σε γνώση των εναγόντων τα ηλεκτρονικά μηνύματα της εναγόμενης προς τους τέσσερις πελάτες τους μέχρι και τις 14.10.2013 που καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, εξ αντικειμένου καταρρίπτει τη θέση της εναγόμενης ότι υπήρξε καθυστέρηση και μάλιστα υπέρμετρη στην καταχώρηση της αίτησης. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, δεδομένου ότι κανένα στοιχείο μαρτυρίας προσκομίζεται από την εναγόμενη που να ανατρέπει το βάθρο γεγονότων επί των οποίων βασίστηκα και εξέδωσα μονομερώς το επίδικο προσωρινό διάταγμα, το να το ακυρώσω σήμερα για λόγους που αφορούν στο κατεπείγον είναι ως εάν να λειτουργούσα σαν εφετείο με εκκαλούμενη δική μου απόφαση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Σύμφωνα με το 6ο λόγο ένστασης, οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή παραπλάνησαν και/ή προσπάθησαν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583 επισημαίνονται τα εξής, συναφώς με το θέμα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω): «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος». Τέλος, σύμφωνα με τη Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081: «Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R.
  1. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου
  2. Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής: "Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής."» Σε σχέση με αυτό το λόγο ένστασης, η εναγόμενη, στην παράγραφο 12 της ένορκης της δήλωσης ισχυρίζεται τα εξής: Οι ενάγοντες, λανθασμένα παρουσίασαν στο Δικαστήριο ότι η ίδια προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους τέσσερις πελάτες τους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ως επίσης παρέλειψαν να ενημερώσουν το Δικαστήριο ότι οι εν λόγω πελάτες δεν έχουν ενεργούς λογαριασμούς με το σημερινό εργοδότη της και δεν έχουν κλείσει τους λογαριασμούς τους με τους ενάγοντες. Περεταίρω παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι οι υπό αναφορά έγιναν πελάτες τους γιατί τους σύστησε η ίδια μέσω σεμιναρίων και ψηφιακών σεμιναρίων που είχε κάνει στην Ουγγαρία. Τέλος, παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι η ρήτρα εμπιστευτικότητας θα πρέπει να λήξει στις 22.7.2015, δηλαδή πριν την τελεία και τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Και αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, ότι η εναγόμενη προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους τέσσερις πελάτες των εναγόντων, τουλάχιστον για τους τρεις αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των σχετικών επιστολών που τους απηύθυνε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (βλ. τα τεκμήρια 5, 6 και 7 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση). Επ' εκεί και πέρα, το κατά πόσο οι εν λόγω πελάτες έχουν ή όχι ενεργούς λογαριασμούς με το σημερινό εργοδότη της ή δεν έχουν κλείσει τους λογαριασμούς τους με τους ενάγοντες, δεν το θεωρώ ουσιώδες, υπό την έννοια ότι ακόμη και να μη συμβαίνει το πρώτο και να μην έχει συμβεί το δεύτερο και οι ενάγοντες προέβαιναν σε σχετική αποκάλυψη, δεδομένης της φύσης του αιτούμενου διατάγματος και πάλιν θα το εξέδιδα. Από το λεκτικό του είναι σαφές, ότι, με αυτό, οι ενάγοντες αποβλέπουν στην αποτροπή πρόκλησης ζημιάς και απώλειας που ενδέχεται να υποστούν, ένεκα και του γεγονότος, όπως είναι η θέση τους, ότι η εναγόμενη κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων καθώς και της συμφωνίας εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης που συνήψε μαζί τους, στον ουσιώδη χρόνο προέβη σε χρήση του πελατολογίου τους και των προσωπικών στοιχείων πελατών τους προκειμένου να τους καλέσει, είτε να τερματίσουν τις εργασίες τους μαζί τους και να ξεκινήσουν εργασίες με τους ανταγωνιστές τους - νέους εργοδότες της, είτε τέλος, για να τους προτείνει απλώς τις υπηρεσίες των τελευταίων. Τα παραπάνω ισχύουν και για τον ισχυρισμό της ότι αυτή σύστησε τους συγκεκριμένους πελάτες στους ενάγοντες. Τέλος, δεν είναι αλήθεια ότι οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν ότι η ρήτρα εμπιστευτικότητας λήγει στις 22.7.2015. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η εναγόμενη στις 8.7.2013 υπόβαλε την παραίτησή της στους ενάγοντες, ορίζοντάς τους ως τελευταία ημερομηνία εργοδότησής της την 22.7.2013. Απ' εκεί και πέρα, ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, στην παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ευθέως ότι ο όρος εμπιστευτικότητας θα είχε ισχύ κατά τη διάρκεια εργοδότησης της εναγόμενης και για περίοδο δύο χρόνων μετά τον τερματισμό της, κάτι που αναφέρεται και στον όρο 8.2 της επίδικης σύμβασης απασχόλησης της εναγόμενης στους ενάγοντες, η οποία επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση (βλ. το τεκμήριο 2). Τέλος, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί η εναγόμενη προεξοφλεί ότι η ρήτρα εμπιστευτικότητας θα λήξει πριν την εκδίκαση της υπόθεσης, κυρίως όμως, ακόμη και να συμβεί κάτι τέτοιο, με ποια λογική τίθεται θέμα μη αποκάλυψης από τους ενάγοντες. Εν πάση περιπτώσει, εάν η υπό κρίση αίτηση πετύχει και το επίδικο διάταγμα καταστεί απόλυτο, προφανώς, η ισχύς του, με ρητή πρόνοια δε θα υπερβαίνει την 22.7.2015 που λήγει η ρήτρα εμπιστευτικότητας που διαλαμβάνει η σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Υπεισέρχομαι τώρα στο θέμα των ουσιαστικών προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου «Νaime S» (Αρ.2)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θεωρώ αναγκαίο να παρατεθούν και τ' ακόλουθα: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων· με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση, η διακρίβωση επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στη Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ 788 υπενθυμίζεται ότι γενικά η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Ομοίως και στη Γρηγορίου (ανωτέρω επίσης) από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: «Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την Odysseos και πάλιν, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που, αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Με απλή ανάγνωση των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης, όπως αυτές διατυπώνονται στην οπισθογράφηση απαιτήσεως του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής των πρώτων, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος και τους λόγους ένστασης στην αίτηση καθώς και στο διάταγμα, αντίστοιχα και λαμβάνοντας περαιτέρω σοβαρά υπόψη, όλα εκείνα τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών και ιδιαίτερα, μερικές από τις παραδοχές της εναγόμενης είναι σαφές, ότι αποκαλύπτεται τόσο η βάση και αιτία - κατ' ακρίβεια αιτίες - της αγωγής των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης καθώς και ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση όσο και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Η περί αντιθέτου θέση της εναγόμενης, που προφανώς εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι τα αμφισβητούμενα γεγονότα είναι σύμφωνα με την εκδοχή της, δε με βρίσκει σύμφωνο και τούτο γιατί παραβλέπει τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές, σύμφωνα με τις οποίες (για να επαναλάβω), γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων, ως επίσης και ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. τις Bacardi και Γρηγορίου (ανωτέρω)). Παραπέμπω ακόμη και στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, σύμφωνα με την οποία, σε ενδιάμεση διαδικασία εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Ακολουθεί παράθεση μερικών από τα γεγονότα που παραδέχεται η εναγόμενη τα οποία θεωρώ ουσιώδη σε σχέση με τις παραπάνω διαπιστώσεις μου αναφορικά με τις δύο πρώτες από τις τρεις συνολικά ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για έκδοση προσωρινού διατάγματος: Στον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη ήταν εργοδοτούμενη των εναγόντων δυνάμει γραπτής σύμβασης απασχόλησης που συνήψε μαζί τους, ημερομηνίας 5.12.2011, η οποία περικλείει και τον όρο 8 που αποτελεί την επίδικη ρήτρα εμπιστευτικότητας. Ένα περίπου χρόνο μετά και συγκεκριμένα στις 13.11.2012, η εναγόμενη συνήψε με τους ενάγοντες και τη συμφωνία εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης, το περιεχόμενο της οποίας, ασφαλώς θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της σύμβασης απασχόλησης, έστω κι αν η εναγόμενη, για λόγους που αναφέρει δεν αναγνωρίζει ως έγκυρη τη δεύτερη. Απ' εκεί και πέρα αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η εναγόμενη τερμάτισε τις υπηρεσίες της στους ενάγοντες, ουσιαστικά στις 22.7.2013, ως επίσης και ότι η ρήτρα εμπιστευτικότητας θα είχε ισχύ για περίοδο μέχρι και δύο χρόνια μετά την ημερομηνία αυτή. Η εναγόμενη παραδέχεται ότι είχε επικοινωνία με τους τέσσερις πελάτες των εναγόντων στον ουσιώδη χρόνο και εν πάση περιπτώσει, από το περιεχόμενο της σχετικής αλληλογραφίας που απηύθυνε σε τρεις από αυτούς, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός των τελευταίων, ότι, καθ' ον χρόνο ήταν σε ισχύ η επίδικη ρήτρα εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης, η εναγόμενη επιχείρησε να επικοινωνήσει με τους εν λόγω πελάτες τους, για να τους παρουσιάσει - στους δύο τουλάχιστον - τους νέους εργοδότες της, που προφανώς είναι ανταγωνιστές των εναγόντων. Για να καταλήξω, θεωρούμενα ως αληθή όσα οι ενάγοντες καταλογίζουν στην εναγόμενη - μέρος των οποίων αυτή παραδέχεται - τα οποία συνθέτουν και τη βάση της αγωγής τους εναντίον της, θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους για καταβολή αποζημιώσεων καθώς και για έκδοση αριθμού διαταγμάτων από αυτά που αξιώνουν με τη αγωγή τους για παράβαση σύμβασης εκ μέρους της, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, στη βάση των ισχυρισμών τους είναι σαφές, ότι η αγωγή τους βασίζεται και στο αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας, που αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής. Η έμμεση ομολογία της εναγόμενης σύμφωνα με όσα αναφέρει στην παράγραφο 10 της ένορκης της δήλωσης, ότι, παρά την έκδοση του επίδικου διατάγματος, ουσιαστικά θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί στοιχεία πελατών των εναγόντων, εξ αντικειμένου καθιστά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που θα πρέπει να επιδικαστούν στους τελευταίους σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Συνεπώς, ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση για έκδοση του επίδικου διατάγματος. Ό, τι απομένει είναι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιηθεί το επίδικο διάταγμα. Η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Με μόνο λόγο την επιμονή της εναγόμενης - και τούτο παρά το περί αντιθέτου συμπέρασμά μου - ότι δικαιούται να χρησιμοποιεί στοιχεία πελατών των εναγόντων, καθ' ον χρόνο η επίδικη ρήτρα εμπιστευτικότητας ισχύει ακόμη, δε βλέπω για ποιο λόγο θα ήταν ορθό, δίκαιο και εύλογο να ακυρώσω το επίδικο διάταγμα, αφού, σε τέτοια περίπτωση, για λόγους που έχουν αναφερθεί οι ενάγοντες ενδέχεται να υποστούν ζημιά που δεν μπορεί να υπολογιστεί για σκοπούς επιδίκασης των σχετικών αποζημιώσεων σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Αντίθετα, η εναγόμενη ουδεμία νόμιμη ζημία υφίσταται εξαιτίας της έκδοσης και οριστικοποίησης του διατάγματος, με το οποίο, πολύ απλά, διατάσσεται να σεβαστεί τη ρήτρα εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης που διαλαμβάνουν οι δύο συμφωνίες που συνήψε με τους ενάγοντες και για όσο χρόνο αυτή ισχύει. Δηλαδή, μέχρι και τις 22.7.
  1. Με αυτό απαντώ προκαταρκτικά και στον ισχυρισμό της εναγόμενης ότι το διάταγμα την εμποδίζει από την εκτέλεση του επαγγέλματός της και από το να επικοινωνεί ελεύθερα με τους πελάτες της, αντίθετα προς τα άρθρα 25 και 26 του Συντάγματος. Εν πάση περιπτώσει, ο εν λόγω ισχυρισμός, αυστηρά ομιλούντες, δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο εκδίκασης της παρούσας διαδικασίας, κατά την οποία (για να επαναλάβω) το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. τη Γρηγορίου (ανωτέρω)). Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι το διάταγμα αφορά τον εργοδότη της και κανένα δικαίωμα του δόθηκε να ακουστεί για να υπερασπίσει τον εαυτό του ενάντια στο διάταγμα το οποίο έχει ξεκάθαρα επιρροή και επίδραση στα δικαιώματά του (βλ. την παράγραφο 11 vii της ένορκης δήλωσής της) για δύο λόγους δεν μπορεί να ληφθεί και δε λαμβάνεται υπόψη. Καταρχήν, επειδή δεν καλύπτεται από κάποιο από τους λόγους ένστασης στην αίτηση καθώς και στο εκδοθέν στη βάση της διάταγμα, για να νομιμοποιείται η εναγόμενη να τον εγείρει και με τη σειρά μου να τον εξετάσω. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, η εναγόμενη, επίσης δε νομιμοποιείται να επικαλείται τα όποια δικαιώματα του εργοδότη της, προκειμένου να αποστεί των υποχρεώσεών της που απορρέουν από το επίδικο διάταγμα. Το τελευταίο θέμα που θα εξετάσω αφορά στον ισχυρισμό του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης, τον οποίο προβάλλει στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, ότι οι ενάγοντες που καταχώρησαν την αγωγή τους με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 14.10.2013 και την ίδια μέρα την υπό κρίση αίτηση, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισαν μονομερώς την έκδοση του επίδικου διατάγματος, πέντε μήνες μετά δεν καταχώρησαν έκθεση απαίτησης, γεγονός το οποίο, από μόνο του αποδεικνύει ότι δεν επιθυμούν την προώθηση της αγωγής και χρησιμοποιούν το προσωρινό διάταγμα σαν μέτρο πίεσης της εναγόμενης προκειμένου να πετύχουν στο σύνολο αυτό που ζητούν με την αγωγή. Εξηγώ αμέσως γατί διαφωνώ με τον παραπάνω ισχυρισμό του ευπαίδευτου δικηγόρου της εναγόμενης. Καταρχήν, μολονότι δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη έκθεση απαίτησης, δεν είναι ορθό ότι οι ενάγοντες με το επίδικο διάταγμα πέτυχαν συνολικά αυτό που ζητούν με την αγωγή. Απλή ανάγνωση της οπισθογράφησης απαίτησης της αγωγής τους αποδεικνύει ότι με αυτή αξιώνουν την έκδοση πέντε συνολικά διαταγμάτων, συναφώς με τον ισχυρισμό τους ότι υπήρξε εκ μέρους της εναγόμενης παράβαση της ρήτρας εμπιστευτικότητας και μη αποκάλυψης και γενικές αποζημιώσεις για τον ίδιο λόγο καθώς και για επιζήμια ψευδολογία, που συνίσταται στον ισχυρισμό τους, ότι η εναγόμενη, στους πελάτες τους με τους οποίους επικοινωνούσε στον ουσιώδη χρόνο κατά παράβαση της ρήτρας εμπιστευτικότητας ανάφερε ψευδώς ότι οι ενάγοντες αντιμετωπίζουν εμπορικά προβλήματα και ότι αυτή ήταν και η αφορμή που επικοινώνησε μαζί τους. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με την πορεία της υπόθεσης από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι σήμερα, σε καμιά περίπτωση δικαιολογούν την εξαγωγή συμπεράσματος ότι υπήρξε εκ μέρους των εναγόντων αδικαιολόγητη και μακρά καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας, ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, κάτι που θα αποτελούσε κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. τη T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd, ανωτέρω). Η αγωγή καθώς και η υπό κρίση αίτηση καθώς ήδη έχει αναφερθεί καταχωρήθηκαν στις 14.10.
  2. Την ίδια μέρα εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Η εναγόμενη, αφού της επιδόθηκαν η αίτηση και το διάταγμα παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 22.10.2013 και ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Η αίτηση και το προσωρινό διάταγμα ορίστηκαν για οδηγίες στις 13.11.2013, με οδηγίες η ένσταση να καταχωρηθεί μέχρι και τις 11.11.
  3. Η ένσταση δεν καταχωρήθηκε μέχρι τότε και η ευπαίδευτη δικηγόρος της εναγόμενης, στις 13.11.2013 ζήτησε περαιτέρω χρόνο δύο βδομάδων για το σκοπό αυτό. Συναινούντος του δικηγόρου που παρουσιάστηκε για τους ενάγοντες ενέκρινα το αίτημα και όρισα την αίτηση εκ νέου για οδηγίες στις 3.12.2013, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι και τις 29.11.
  4. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 21.11.2013 και στις 3.12.2013, η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 20.12.
  5. Οι ενάγοντες, στις 19.12.2013 καταχώρησαν - ως είχαν δικονομικά δικαίωμα - αίτηση για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης της εναγόμενης, αναφορικά με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της που υποστηρίζει τους λόγους της ένστασής της στην υπό κρίση αίτηση. Η τελευταία, στις 20.12.2013 που ήταν ορισμένη για ακρόαση, μετά από κοινό αίτημα των δικηγόρων των διαδίκων ορίστηκε για οδηγίες στις 10.1.2014 που ήταν ορισμένη και η αίτηση ημερομηνίας 19.12.
  6. Την ημέρα αυτή, η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 17.1.2014, ημερομηνία κατά την οποία επαναορίστηκε για οδηγίες και η παρούσα αίτηση. Η ενδιάμεση απόφασή μου στην αίτηση ημερομηνίας 19.12.2013 δόθηκε στις 10.2.
  7. Με αυτή απέρριψα την αίτηση. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων ζήτησε χρόνο μία βδομάδα, προκειμένου να καθορίσουν την θέση τους, όπως ανάφερε, προφανώς, αναφορικά με τον περαιτέρω χειρισμό της υπό κρίση αίτησης. Συναινούσης της ευπαίδευτης δικηγόρου που παρουσιάστηκε για την εναγόμενη ενέκρινα το αίτημα και όρισα την παρούσα αίτηση και το προσωρινό διάταγμα για οδηγίες στις18.2.
  8. Την ημέρα αυτή οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν να ζητήσουν ημερομηνία ακρόασης, όπως και έγινε. Όρισα την αίτηση και το προσωρινό διάταγμα για ακρόαση - με την υποβολή γραπτών αγορεύσεων - στις 20.3.
  9. Η συμπεριφορά των εναγόντων, αλλά και της εναγόμενης όλη αυτή την περίοδο των πέντε περίπου μηνών που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την ακρόαση της αίτησης απονομιμοποιεί τη δεύτερη από το να εγείρει θέμα κατάχρησης διαδικασίας εκ μέρους των πρώτων, για το λόγο που αναφέρει ο δικηγόρος της. Εκτός του ότι, εξ αντικείμενου δε θεωρώ μακρά καθυστέρηση το διάστημα πέντε περίπου μηνών που μεσολάβησε από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης είναι και το γεγονός, ότι, η εναγόμενη, για να είχε δικαίωμα να εγείρει θέμα κατάχρησης της διαδικασίας εκ μέρους των εναγόντων, θα έπρεπε να καταχωρούσε τάχιστα την ένστασή της στην αίτηση και να ζητούσε την ακρόασή της καθώς και του διατάγματος, επίσης τάχιστα, κάτι που δεν έκανε. Εν πάση περιπτώσει, εάν θεωρούσε ότι οι ενάγοντες βολεύτηκαν με το προσωρινό διάταγμα που εξασφάλισαν, σε βαθμό που δεν επιθυμούν πια προώθηση της αγωγής τους και γι' αυτό δεν καταχώρησαν την έκθεση απαίτησης, θα μπορούσε να αποταθεί στο Δικαστήριο βάσει της Δ.26 Θ.1 για απόρριψη της αγωγής και τούτο, επειδή, όπως υποδεικνύεται στην T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd και πάλιν, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας παρέχουν στον κάθε διάδικο μηχανισμούς αντίδρασης σε περίπτωση αδιαφορίας. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 14.10.2013 γίνεται απόλυτο, με ισχύ μέχρι και τις 22.7.2015 (που λήγει η επίδικη ρήτρα εμπιστευτικότητας). Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος της εναγόμενης και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.