Minerva Financial Services Ltd ν. Φώτη Θεμιστοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 3903/2007, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3903/2007 Μεταξύ: Minerva Financial Services Ltd, από τη Λευκωσία Εναγόντων και
- Φώτη Θεμιστοκλέους, από τη Λεμεσό
- Γεώργιου Θεμιστοκλέους, από τη Λεμεσό
- Αίγλης Θεμιστοκλέους, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.5.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κ. Παπαδόπουλος (για ν' ακούσει απόφαση κα Γεωργίου) Για εναγόμενους 1 μέχρι 3: κα Ευριπίδου (για ν' ακούσει απόφαση κα Μαλά) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των ενάγοντων εναντίον των εναγόμενων 1 μέχρι 3, σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €65.016,26 (£38.052,33), δυνάμει γραμματίου και/ή υπολοίπου δανείου και/ή χρέους και/ή πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως, πλέον τόκο 9% επί του ποσού αυτού, από 1.1.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Ο εναγόμενος 1 ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως πρωτοφειλέτη και οι εναγόμενοι 2 και 3 υπό τη ιδιότητά τους ως εγγυητών του. Για δύο λόγους θεωρώ άσκοπο να υπεισέλθω στο περιεχόμενο της υπεράσπισης των εναγόμενων: Καταρχήν, οι εναγόμενοι με αυτή, βασικά δεν προβάλλουν ισχυρισμούς γεγονότων που να καταρρίπτουν τους ισχυρισμούς γεγονότων που συνθέτουν τη βάση αγωγής και την εναντίον τους αξίωση των εναγόντων. Συγκεκριμένα, ενώ οι ενάγοντες, με τη αγωγή τους αναφέρονται σε γραμμάτιο και/ή δάνειο και/ή πιστωτική διευκόλυνση, ημερομηνίας, κατά ή περί την 15.11.2001, για το ποσό των £30.000,00, οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους αναφέρονται σε γραμμάτιο ημερομηνίας 25.1.2002, για το ποσό των £5.000,
- Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος 1, που είναι και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων απέστη ουσιωδώς των δικογραφημένων ισχυρισμών τους. Οι Ανδρέας Ευσταθίου, Ευγένιος Γεωργίου και Τάκης Αντωνίου (Μ.Ε.1 μέχρι 3) είναι οι τρεις μάρτυρες που έδωσαν μαρτυρία για την υπόθεση των εναγόντων. Από την άλλη, ο εναγόμενος 1 είναι και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων. Η ουσία της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 έγκειται στα εξής, τα οποία αναφέρει στη γραπτή του δήλωση/κατάθεση (τεκμήριο 1) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης: Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν και εξακολουθεί να είναι στην υπηρεσία των εναγόντων οι οποίοι παρείχαν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και διευκολύνσεις. Στις 15.11.2001, ο εναγόμενος 1, έναντι της λήψης από τους ενάγοντες του ποσού των £30.000,00 υπόγραψε προς όφελός τους ένα γραμμάτιο και/ή συναλλαγματική και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους και/ή χρεωστικό ομόλογο (το οποίο ο ίδιος αποκαλεί «γραμμάτιο») για το παραπάνω ποσό, με τόκο 9% το χρόνο, από τις 15.11.2001 μέχρι εξοφλήσεως. Πρόκειται για το τεκμήριο 2 το υπό αναφορά έγγραφο και κατά την ίδια μέρα, οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν την πληρωμή ολόκληρου του ποσού του γραμματίου, πλέον τόκους και έξοδα. Έναντι της παραπάνω οφειλής καταβλήθηκε και/ή πιστώθηκε στις 30.8.2002 το ποσό των £5.940,11, με αποτέλεσμα, σήμερα να οφείλεται στους ενάγοντες από τους εναγόμενους το ποσό των £38.052,33, πλέον τόκοι 9% από 1.1.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Με δεύτερη γραπτή δήλωση/κατάθεση στην οποία προέβη ο μάρτυρας (τεκμήριο 3) αναφέρει τα εξής: Εξ όσων γνωρίζει το ποσό των £30.000,00 που δανείστηκε ο εναγόμενος 1, κατόπιν παράκλησής του παραδόθηκε στην εταιρεία Citi Principal Investments Ltd. Περαιτέρω, ο Ευγένιος Γεωργίου (Μ.Ε.2) που αναφέρεται στην υπεράσπιση των εναγόμενων, ουδέποτε εργάστηκε στους ενάγοντες, ούτε και τους αντιπροσώπευε και εξ όσων γνωρίζει και πληροφορείται από τον ίδιο, ουδέποτε προέβη σε οποιεσδήποτε παραστάσεις εκ μέρους των εναγόντων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ανάφερε τα εξής: Η γνώση του ότι το ποσό των £30.000,00 που δανείστηκε ο εναγόμενος 1 παραδόθηκε στην εταιρεία Citi Principal Investments Ltd προκύπτει από επιστολή που υπάρχει στο φάκελο της υπόθεσης από τον ίδιο τον εναγόμενο προς την εταιρεία. Η εταιρεία Citi Principal Investments Ltd είναι αδελφή εταιρεία των εναγόντων. Η Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν και αυτή μέτοχος της εταιρείας Citi Principal Investments Ltd και ο Μ.Ε.2 εργάζεται από τότε στην πρώτη. Κατά το στάδιο της επανεξέτασης, ο μάρτυρας απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει πόσες μετοχές έχουν οι ενάγοντες στην εταιρεία Citi Principal Investments Ltd και πόσες στην εταιρεία Μινέρβα Ασφαλιστική. Ο Μ.Ε.2 που κι αυτός υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης/κατάθσης (τεκμήριο 4) για σκοπούς κυρίως εξέτασης, με αυτή αναφέρει τα εξής: Κατά τα έτη 2000 - 2001 εργαζόταν στην εταιρεία Μινέρβα Ασφαλιστική Λτδ. Έπαυσε να εργάζεται στην εν λόγω εταιρεία, στις 10.7.2001 και επαναπροσλήφθηκε πριν από 4 περίπου χρόνια. Η εν λόγω εταιρεία, οι ενάγοντες και η εταιρεία Citi Principal Investments Ltd σχετίζονται, αλλά δε γνωρίζει ακριβώς με ποιο τρόπο. Κατά τις 29.12.2000 διαμεσολάβησε για να φέρει σε επαφή τον εναγόμενο 1 και την εταιρεία Citi Principal Investments Ltd για σκοπούς συνεργασίας μεταξύ τους. Εξ όσων γνωρίζει μετά από διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε γραπτή συμφωνία συνεργασίας, αλλά δε γνωρίζει λεπτομέρειες. Ο ίδιος δεν έκανε ποτέ οποιεσδήποτε δηλώσεις στον εναγόμενο 1 εκ μέρους των εναγόντων και ούτε είχε δικαίωμα να δεσμεύει τους τελευταίους. Δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη με το επίδικο δάνειο που έγινε στις 15.11.2001 και ούτε έκανε οποιεσδήποτε παραστάσεις στον εναγόμενο 1, αναφορικά με τέτοιο δάνειο, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, φαίνεται να έγινε τουλάχιστον 4 μήνες μετά που ο ίδιος σταμάτησε να εργάζεται στη Μινέρβα Ασφαλιστική Λτδ. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής: Ο εναγόμενος 1 ήταν ένας από τους ανθρώπους που προσπαθούσε να βρει για να δουλέψουν για την εταιρεία Citi Principal Investments Ltd, με τον οποίο κατέληξε σε προκαταρκτική συμφωνία. Πρόκειται για το τεκμήριο 5 η σχετική πρόταση συνεργασίας που έκανε στον εναγόμενο, την οποία ο ίδιος υπογράφει υπό την ιδιότητα του Διευθυντή Ανάπτυξης Συγκροτήματος (της εταιρείας Μινέρβα, όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων). Στην υποβολή ότι γνώριζε την ύπαρξη του επίδικου «γραμματίου», διαφώνησε. Στη υποβολή ότι ως εκ της θέσεώς του γνώριζε πως λόγω της συνεργασίας που προέκυψε μεταξύ της εταιρείας Citi Principal Investments Ltd και του εναγόμενου 1, δεν υφίστατο πλέον οφειλή, ύψους £30.000,00, δυνάμει γραμματίου, επέμενε ότι δεν γνωρίζει τίποτε γι αυτό επειδή δεν εργαζόταν στη Μινέρβα όταν έγινε το δάνειο. Και ο τελευταίος μάρτυρας των εναγόντων (Μ.Ε.3) για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης/κατάθεσης (τεκμήριο 6). Σύμφωνα με αυτή, στον ουσιώδη χρόνο ήταν γραμματέας των εναγόντων και έχει γνώση των ακόλουθων γεγονότων: Το δάνειο ημερομηνίας 15.11.2001 που χορηγήθηκε από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 1 καταβλήθηκε προς την εταιρεία Citi Principal Investments Ltd, σε ειδικό λογαριασμό που διατηρούσε η εν λόγω εταιρεία στο όνομα του εναγόμενου. Αυτό έγινε κατόπιν παράκλησης του τελευταίου. Ουδέποτε οι ενάγοντες ή οποιοσδήποτε εκ μέρους τους παρέστησαν στους εναγόμενους ότι το ποσό του δανείου δε θα αποπληρωνόταν ή ότι η αποπληρωμή του θα τελούσε κάτω από οποιουσδήποτε όρους. Ούτε μπορούσε άλλη εταιρεία που σχετιζόταν με τους ενάγοντες να τους δεσμεύσει, καθώς και αντίστροφα. Ο μάρτυρας παρουσίασε στο Δικαστήριο και την επιστολή του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες, ημερομηνίας 20.11.2001, στην οποία, με θέμα «Έμβασμα Ποσού Λ.Κ.30.000» αναφέρονται τα εξής: «Σύμφωνα με το γραμμάτιο ημερομηνίας 15.11.2001 που έχω υπογράψει προς όφελος σας, παρακαλώ όπως εμβάσετε το ποσό το Λ.Κ.30.000,00 σε ειδικό λογαριασμό στην εταιρεία Citi Principal Investments Ltd, όπως αυτό προνοείται από την συμπληρωματική συμφωνία που έχω υπογράψει με την Citi Principal Investments Ltd και αντίγραφο έχει ήδη σταλεί κοντά σας.» Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Γνωρίζει ότι το ποσό των £30.000,00 καταβλήθηκε στον εναγόμενο 1, μέσω της εταιρείας Citi Principal Investments Ltd, σε ειδικό λογαριασμό που διατηρούσε η εν λόγω εταιρεία, με βάση τον τρόπο που εργαζόταν τότε στην εταιρεία αυτή ο εναγόμενος, αλλά και ο οποιοσδήποτε έκανε παρόμοια συμφωνία, ο οποίος θα έπρεπε να είχε κατατεθειμένο ένα ποσό για να μπορεί να κάνει τις πράξεις του. Ο εναγόμενος ζήτησε να του παραχωρηθεί το επίδικο δάνειο για να μπορεί να το καταθέσει για να κάνει τις πράξεις του σαν ένας συνεργαζόμενος με μία άλλη θυγατρική εταιρεία. Γνωρίζει ότι το ποσό των £30.000,00 έφυγε από τους ενάγοντες και μπήκε στην εταιρεία Citi Principal Investments Ltd, από τη γραπτή δήλωση του εναγόμενου, αλλά και από την ίδια την εταιρεία. Μάλιστα, στη συνέχεια είχε τη δυνατότητα να δει κατά πόσο το εν λόγω ποσό αναπληρωνόταν ή όχι ή ξοφλήθηκε και αν έμεινε οποιοδήποτε υπόλοιπο και τι έγινε. Στην υποβολή ότι ο λόγος που ο εναγόμενος 1 δεν όφειλε κανένα ποσό στους ενάγοντες αφορά στο γεγονός ότι το ποσό των £30.000,00 τού δόθηκε για να μπορεί να καταστεί δυνατή η συνεργασία του με τη θυγατρική εταιρεία των εναγόντων, Citi Principal Investments Ltd, απάντησε ως εξής: «Σε καμιά περίπτωση δεν ήταν έτσι. Το δάνειο αυτό δόθηκε προς τον εναγόμενο για να μπορεί ο ίδιος σαν agent να έχει τη δυνατότητα ρευστότητας, να μπορεί να συνεργάζεται με το χρηματιστηριακό γραφείο, γιατί διαφορετικά θα έπρεπε να έχει ο ίδιος τα λεφτά, που εκ των πραγμάτων δε θα είχε και είναι γι αυτό το λόγο που ζήτησε το δάνειο. Άλλοι συνάδελφοί του που είχαν τη δυνατότητα την οικονομική δεν ζητούσαν δάνειο.» Ο εναγόμενος 1 καθώς ήδη έχει αναφερθεί είναι και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων. Για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε κι αυτός το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε (τεκμήριο 8), ενώ παρουσίασε και τη συμφωνία ημερομηνίας 1.2.2001 (τεκμήριο 9), η οποία συνάφθηκε μεταξύ του και της εταιρείας Citi Principal Investments Ltd. Τα κύρια σημεία της μαρτυρίας του, σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης είναι τα εξής: Καταρχήν, με την παράγραφο 1 υιοθετεί το περιεχόμενο της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγόμενων. Επί της ουσίας της απαίτησης των εναγόντων ισχυρίζεται πως δεν οφείλει σ' αυτούς κανένα ποσό, για το λόγο ότι έχει υπογράψει με την εταιρεία Citi Principal Investments Ltd δύο συμφωνίες, ημερομηνίας 1.2.2001 και 15.11.2001, στη βάση των οποίων, ουσιαστικά, το ποσό του τεκμηρίου 2 (επίδικο «γραμμάτιο») έπαυσε να καθίσταται οφειλόμενο προς τους ενάγοντες καθοιονδήποτε τρόπο και τούτο γιατί φαίνεται (από τις εν λόγω συμφωνίες) ότι η εταιρεία Citi Principal Investments Ltd που είναι θυγατρική εταιρεία των εναγόντων συμφωνεί ότι το δάνειο ύψους £30.000,00 που του δόθηκε, δεν αποτελούσε χρηματοδότησή του για προσωπικούς λόγους, αλλά για σκοπούς χρήσης του ως αντιπροσώπου της εν λόγω εταιρείας, για σκοπούς εκτέλεσης εντολών των πελατών του και μόνο. Συμπληρωματικά δηλώνει πως δεν υπάρχει καμιά απολύτως μαρτυρία μα ούτε και στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι παρέβηκε με οποιοδήποτε τρόπο τις εν λόγω συμφωνίες και κατέστησε τον εαυτό του υπόχρεο να καταβάλει ή και να επιστρέψει το ποσό των £30.000,00, είτε στην εταιρεία Citi Principal Investments Ltd είτε στους ενάγοντες. Δηλώνει ακόμη, ότι ενήμερος για τη συνεργασία του με την εν λόγω εταιρεία, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν ο διευθυντής ανάπτυξης του συγκροτήματος των εναγόντων, δηλαδή της μητρικής εταιρείας της εταιρείας Citi Principal Investments Ltd. Ο υπό αναφορά (Μ.Ε.2), ήταν και το άτομο που τον προσέγγισε και τον έπεισε να συνεργαστεί με την εν λόγω εταιρεία, ως χρηματιστηριακός αντιπρόσωπος. Στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου θα αναφερθώ και σε μερικούς από τους ισχυρισμούς του τους οποίους προέβαλε αντεξεταζόμενος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους τρεις μάρτυρες των εναγόντων καθώς και τον εναγόμενο 1, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση Προτού υπεισέλθω σ' αυτό καθ' αυτό το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τα εξής: Καθώς έχει νομοληγηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στην προηγούμενη υπόθεση υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας (ιδωμένης ασφαλώς υπό το φως των αντίστοιχων δικογραφημένων ισχυρισμών) στις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τριών μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων είναι θετική. Με μόνο λόγο ότι η μαρτυρία τους και ιδιαίτερα του Μ.Ε.1, που είναι και η πλέον σημαντική για την επίλυση των βασικών επίδικων θεμάτων της υπόθεσης, επί της ουσίας παρέμεινε αναντίλεκτη, χωρίς να μου διαφεύγει ότι, έστω έμμεσα, κατά μία εκδοχή γίνεται παραδεκτή και από τον εναγόμενο 1, που για να επαναλάβω είναι και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόντων, θεωρώ και τους τρεις αξιόπιστους μάρτυρες, οι οποίοι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με πρόθεση να πουν και είπαν την αλήθεια. Η μαρτυρία του ενός ενισχύει και/ή επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του άλλου, ενώ και των τριών η μαρτυρία, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων. Τέλος είναι και το γεγονός, ότι, η μαρτυρία και των τριών, επί της ουσίας πάντοτε, καλύπτεται πλήρως από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Για όλους αυτούς τους λόγους, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι, η μαρτυρία τους, γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου 1 ως μάρτυρα είναι τόσο αρνητική, σε βαθμό που απορρίπτω τη μαρτυρία του συνολικά, με εξαίρεση, εκείνο μόνο το μέρος που συνάδει με τη μαρτυρία των μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων. Μια πρώτη - βασική διαπίστωση είναι ότι πλείστα όσα έχει αναφέρει ο εναγόμενος αφίστανται θεμελιωδώς των δικογραφημένων ισχυρισμών των εναγόμενων, που με τη σειρά τους (για να επαναλάβω) δεν απαντούν στην ουσία της υπόθεσης των εναγόντων, με αναφορά φυσικά στους δικούς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Ακολούθως, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, είτε δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσουν, είτε ακόμη στερούνται λογικής και πειστικότητας. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία του εναγόμενου, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Την ίδια ώρα αναδεικνύουν και άλλους λόγους για τους οποίους το θεωρώ αναξιόπιστο μάρτυρα. Ειδικότερα: Αρχίζοντας με αυτά που ανάφερε στην κυρίως εξέταση και συγκεκριμένα στη γραπτή του δήλωση παρατηρώ τα εξής: Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αναφέρονται στο γραμμάτιο ημερομηνίας 15.11.2001, για το ποσό των £30.000,
- Με την τροποποιημένη υπεράσπισή τους οι εναγόμενοι αναφέρονται σε κάποιο γραμμάτιο, ημερομηνίας 25.1.2002, για το ποσό των £5.000,
- Ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό του από τους ενάγοντες, σύμφωνα με τη μαρτυρία πρόκειται για το τεκμήριο 2 το πρώτο, ενώ γραμμάτιο, σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή των εναγόμενων δεν έχει τεθεί ενώπιόν μου. Απ' εκεί και πέρα, οι εναγόμενοι, σύμφωνα και πάλιν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, για διάφορους λόγους, τους οποίους αναφέρουν και με ειδική αναφορά σε κάποια συμφωνία/συμφωνίες που υπέγραψε ο εναγόμενος 1 με την εταιρεία Citi Principal Investments Ltd ισχυρίζονται ότι δεν υπέχουν υποχρέωσης πληρωμής στους ενάγοντες του ποσού του γραμματίου, επειδή αυτό, μεταξύ άλλων είναι παράνομο και εικονικό. Ο εναγόμενος 1, προφανώς αγνοώντας τους παραπάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόμενων, με τη γραπτή του δήλωση, προκειμένου να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του πως δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες και συγκεκριμένα το ποσό του επίδικου «γραμματίου» επικαλείται δύο συμφωνίες που συνήψε με την παραπάνω εταιρεία, ημερομηνίας 1.2.2001 η πρώτη και 15.11.2001 η δεύτερη. Με μόνο λόγο ότι η αναφορά του στο επίδικο «γραμμάτιο» (τεκμήριο 2) καθώς και στη συμφωνία ημερομηνίας 15.11.2001 δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, η μαρτυρία του, επί του προκειμένου υπέχει μηδενικής αποδειχτικής αξίας και ασφαλώς δεν λαμβάνεται υπόψη. Το ίδιο ισχύει και για την αναφορά του στη συμφωνία ημερομηνίας 1.2.2001 (τεκμήριο 9), η οποία, ενώ καλύπτεται από τα δικόγραφα των εναγόμενων, εντούτοις, επειδή δεν υπήρξε εκ μέρους τους συμμόρφωση με τον όρο που τους είχε τεθεί κατά το χρόνο κατάθεσης του σχετικού εγγράφου, για δέουσα χαρτοσήμανσή του εντός 20 ημερών προκειμένου να ληφθεί υπόψη, επίσης δε λαμβάνεται υπόψη. Εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο της εν λόγω συμφωνίας, δε βοηθά τους εναγόμενους για το λόγο που την επικαλείται ο εναγόμενος
- Απ' εκεί και πέρα, ο εναγόμενος 1, με το να ισχυρίζεται πως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι υπέχει υποχρέωσης να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό του επίδικου «γραμματίου» παραβλέπει ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1, σύμφωνα με την οποία, στις 15.11.2001, έναντι του ποσού των £30.000,00 που έλαβε από τους ενάγοντες υπέγραψε προς όφελός τους το τεκμήριο 2, για το ποσό αυτό, την πληρωμή του οποίου εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2 και 3 και ότι σήμερα οφείλεται και από τους τρεις εναγόμενους το ποσό των £38.052,33, πλέον τόκοι 9% από 1.1.2003 μέχρι τελικής εξόφλησης, παρέμεινε αναντίλεκτη. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος. Ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε έχει συνάψει οποιοδήποτε γραμμάτιο με τους ενάγοντες και ούτε ξέρει που είναι τα γραφεία τους, κάτι που ισχύει και για τους γονείς του - εναγόμενους 2 και 3 αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα της ευκολίας με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, αλλά και που προέβαλλε ισχυρισμούς, οι οποίοι, όχι απλώς δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα των εναγόμενων, αλλά και που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με αυτά. Προφανώς, ο εναγόμενος δεν μπορεί από τη μια να επικαλείται τις δύο συμφωνίες που συνήψε με την εταιρεία Citi Principal Investments Ltd προκειμένου να τεκμηριώσει τη θέση του πως δεν οφείλει το ποσό του επίδικου «γραμματίου» και από την άλλη, να ισχυρίζεται ότι ουδέποτε, είτε αυτός είτε οι εναγόμενοι 2 και 3 υπόγραψαν τέτοιο έγγραφο. Και τούτο, όταν αργότερα, υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόντων αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι κατόπιν γραφολογικής εξέτασης που διενήργησε γραφολόγος για λογαριασμό των εναγόμενων, δηλαδή και του ίδιου διαπιστώθηκε το γνήσιο της υπογραφής τους επί του τεκμηρίου 2 και περαιτέρω ότι πλήρωσε κιόλας το δικηγόρο του που διέταξε να γίνει η σχετική γραφολογική έρευνα. Φυσικά, το γεγονός ότι έλεγε ψέματα όταν ισχυριζόταν πως δεν υπόγραψε επί του επίδικου «γραμματίου» μα ούτε και γνωρίζει περί τίνος πρόκειται το εν λόγω έγγραφο αποδεικνύεται και από το περιεχόμενο της επιστολής του (τεκμήριο 7, ανωτέρω) την οποία απέστειλε στους ενάγοντες (το περιεχόμενό της εκτίθεται αυτούσιο σε άλλο σημείο, πιο πάνω) με την οποία παραδέχεται ρητά ότι υπόγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο στις 15.11.2001, ότι πρόκειται για γραμμάτιο αυτό, για το ποσό των £30.000,00, το οποίο ζήτησε από τους ενάγοντες να εμβάσουν σε ειδικό λογαριασμό στην εταιρεία Citi Principal Investments Ltd. Ο ισχυρισμός του (κατά μία εκδοχή) ότι είδε μόνο φωτοαντίγραφο του επίδικου «γραμματίου» και αυτό σχισμένο, με speed fix πάνω αριστερά, το φέρνει αντιμέτωπο και με το περιεχόμενο της πραγματικής μαρτυρίας, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοπιστία του ως μάρτυρα. Το επίδικο «γραμμάτιο» αποτελεί και πραγματική μαρτυρία και εκθέτει ανεπανόρθωτα τον εναγόμενο, αν ληφθεί υπόψη, ότι, ενώ πράγματι είναι σχισμένο στο πάνω μέρος αριστερά και φέρει speed fix, εντούτοις είναι πρωτότυπο έγγραφο και όχι φωτοαντίγραφο, όπως αναληθώς ισχυρίστηκε και επέμενε ο εναγόμενος. Άξιοι αναφοράς είναι και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί του: Το φωτοαντίγραφο του επίδικου «γραμματίου» τού το έδειξε από απόσταση ο Μ.Ε.3 το 2007, αυτή ήταν και η πρώτη φορά που ήρθε σε γνώση του και ο ίδιος, που όπως ισχυρίστηκε προηγουμένως, έχει πείρα, μεταξύ άλλων και στη διακρίβωση πλαστογραφημένων επιστολών και ξόδεψε περισσότερα από €1.000.000,00, οπότε είναι γνώστης του αντικειμένου καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο γραφολόγο στην Κυπριακή Δημοκρατία, αντιλήφθηκε - από απόσταση - ότι το εν λόγω έγγραφο ήταν αντίγραφο κάποιου εγγράφου που είχε speed fix πάνω. Θυμάται μάλιστα, ότι είπε στο Μ.Ε.3 «τύπωσε όσα γραμμάτια θέλεις ή έγγραφα.» Ο ισχυρισμός του τέλος, ότι, ούτε αυτός ούτε οι γονείς του - εναγόμενοι 2 και 3 υπόγραψαν το επίδικο «γραμμάτιο», συν τοις άλλοις έρχεται σε αντίθεση με την περί αντιθέτου δικογραφημένη θέση και των τριών. Ιδιαίτερα η επιμονή του ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν υπόγραψαν ως εγγυητές του επί του επίδικου «γραμματίου» τον αφήνει ανεπανόρθωτα εκτεθειμένο, με μόνο λόγο ότι οι τελευταίοι, με την παράγραφο 15 της υπεράσπισης και των τριών παραδέχονται ρητά ότι εγγυήθηκαν την πληρωμή του επίδικου «γραμματίου» από τον ίδιο. Μολονότι θα μπορούσα να παραθέσω σωρεία άλλων παραδειγμάτων που αναδεικνύουν το μέγεθος της αναξιοπιστίας του εναγόμενου 1 ως μάρτυρα, επειδή θεωρώ αρκετά τα παραπάνω μένω ως εδώ. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων. Συνοψίζοντάς τα είναι τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο παρείχαν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και διευκολύνσεις. Κατά τον ίδιο χρόνο χορήγησαν στον εναγόμενο 1 πιστωτική διευκόλυνση υπό μορφή δανείου, το ποσό των £30.000,
- Ο τελευταίος, έναντι της καταβολής του εν λόγω ποσού, στις 15.11.2001 υπέγραψε προς όφελός τους το τεκμήριο 2, το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται αυτούσιο: «ΚΑΛΟΝ ΓΙΑ Λ.Κ.30.000,00 Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Φώτης Θεμιστοκλέους από Κλέωνος 7, 3085 Λεμεσός, χρωστώ να πληρώσω στη Δημόσια Εταιρεία MINERVA FINANCIAL SERVICES LTD., Αρ. Εγγραφής: 25167, Εγγεγραμμένο γραφείο: Επαμεινώνδα 8, 1684 Λευκωσία, το ποσό των Λ.Κ.30.000,00 (Λίρες Κύπρου Τριάντα Χιλιάδες) η αξία του οποίου προέρχεται από μετρητά που έλαβα από αυτή. Το πιο πάνω ποσό αναλαμβάνω να εξοφλήσω με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.600,00 έκαστη, της πρώτης πληρωτέας την 01/12/2001 και των επομένων την τελευταία ημέρα εκάστου επομένου μηνός μέχρι εξοφλήσεως. Καθυστέρηση πληρωμής οποιασδήποτε δόσεως ως ανωτέρω καθιστά ολόκληρο το ποσό του χρέους, η οποιουδήποτε τυχόν οφειλόμενου υπολοίπου, αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Επίσης οφείλω να πληρώσω τόκο προς 9% το χρόνο για το ως άνω ποσό των Λ.Κ.30.000,00 από σήμερα μέχρι τελικής εξόφλησης και σε περίπτωση αγωγής θα υποχρεούμαι να καταβάλω όλα τα δικηγορικά και δικαστικά έξοδα. Έγινε την ..15.11.01............... στη Λευκωσία. ΕΓΓΥΗΤΕΣ ............. .......... Ο ΧΡΕΩΣΤΗΣ Οι πιο κάτω υπογεγραμμένοι εγγυούμεθα προσωπικώς και αλληλεγγύως την πληρωμή από το χρεώστη του πιο πάνω γραμματίου και/ή οφειλής για ολόκληρο το ποσό, τόκους και έξοδα μέχρι τελικής εξόφλησης του, δηλώνουμε δε ότι ο δανειστής δικαιούται να δέχεται πληρωμές έναντι του πιο πάνω γραμματίου και να δίνει παρατάσεις στον πρωτοφειλέτη χωρίς να επηρεάζεται η δική μας ευθύνη που θα εξακολουθήσει να υπάρχει μέχρι τελικής εξόφλησης του δανείου. ΜΑΡΤΥΡΕΣ
- Υπογραφή: ............ Υπογραφή: ...... Πλήρες Όνομα: Γεώργιος Θεμιστοκλέους, Α..Τ.. Πλήρες Όνομα: .... Διεύθυνση: Κλέωνος 7, Διεύθυνση: ........ 3085 Λεμεσός
- Υπογραφή: ............ Υπογραφή: ..... Πλήρες Όνομα: Αίγλη Θεμιστοκλέους, Α..Τ.... Πλήρες Όνομα: .... Διεύθυνση: Κλέωνος 7, Διεύθυνση: ..... 3085 Λεμεσός» Προκύπτει από το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ότι ο εναγόμενος 1 ανέλαβε να ξοφλήσει το ποσό του δανείου που του παραχώρησαν οι ενάγοντες, με μηνιαίες δόσεις £600,00, κάθε μήνα, της πρώτης πληρωτέας την 1.2.
- Προκύπτει ακόμη ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης, ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό θα καθίστατο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό. Με το ίδιο έγγραφο, ο εναγόμενος 1 ανέλαβε να πληρώσει τόκο 9% το χρόνο επί του ποσού του δανείου, από τις 15.11.2001 μέχρι εξοφλήσεως. Στο ίδιο έγγραφο, όπου ο εναγόμενος 1 υπέχει θέση χρεώστη υπόγραψαν και οι γονείς του - εναγόμενοι 2 και 3, οι οποίοι υπέχουν θέση εγγυητών του για πληρωμή στους ενάγοντες του ποσού του δανείου. Ο εναγόμενος 1, με την επιστολή του προς του ενάγοντες, ημερομηνίας 20.11.2001, με αναφορά στο παραπάνω έγγραφο (επίδικο «γραμμάτιο» - τεκμήριο 2 - ) παρακάλεσε τους ενάγοντες όπως εμβάσουν το ποσό των £30.000,00 σε ειδικό λογαριασμό στην εταιρεία Citi Principal Investments Ltd, όπως και έγινε. Έναντι του παραπάνω ποσού καταβλήθηκε στους ενάγοντες το ποσό £5.940,11 και παραμένει υπόλοιπο το ποσό των £38.052,33, πλέον τόκος 9%, από 1.1.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Οι εναγόμενοι 1 μέχρι 3, μολονότι κλήθηκαν επανειλημμένα από τους ενάγοντες να καταβάλουν το ποσό αυτό παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Από το περιεχόμενο της παραγράφου 2 της έκθεσης απαίτησης, το οποίο ακολουθεί αυτούσιο αναδεικνύεται και η βάση/βάσεις αγωγής των εναγόντων: «2) Κατά ή περί την 15.11.2001 ο Εναγόμενος 1, έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, ήτοι την χορήγηση και/ή συμφωνία για χορήγηση χρηματικού ποσού και/ή δανείου και/ή πιστωτικής διευκόλυνσης, υπέγραψε γραμμάτιο και/ή συναλλαγματική και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους (στο εξής «το Γραμμάτιο»), προς την Ενάγουσα για το ποσό των Λ.Κ.30,000.- πλέον τόκο προς 9% από 15.11.2001 μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η Ενάγουσα χορήγησε δάνειο και/ή πιστωτική διευκόλυνση προς τον Εναγόμενο 1 για το ποσό των Λ.Κ.30.000.- το οποίο ο Εναγόμενος ανέλαβε να εξοφλήσει με 9% τόκο από 15/11/2001 μέχρι εξόφλησης». Κατά τη δίκη, οι ενάγοντες και συγκεκριμένα ο Μ.Ε.1 προέβαλε τον ισχυρισμό ο οποίος παρέμεινε αναντίλεκτος και που εν πάση περιπτώσει καλύπτεται πλήρως από τους παραπάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 1, στις 15.11.2001 έναντι της λήψης του ποσού των £30.000,00 από τους ενάγοντες υπόγραψε προς όφελος τους το τεκμήριο 2 το οποίο ο μάρτυρας χαρακτηρίζει διαζευκτικά με διάφορους τρόπους (γραμμάτιο, συναλλαγματική, έγγραφο αναγνώρισης χρέους, χρεωστικό ομόλογο) και αποκαλεί «γραμμάτιο» (βλ. την παράγραφο 3 της γραπτής του δήλωσης - τεκμήριο 1 -). Από τα παραπάνω είναι σαφές, ότι, η βάση αγωγής που προώθησαν και απέδειξαν οι ενάγοντες κατά τη δίκη είναι η χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης υπό μορφή δανείου. Απ' εκεί και πέρα, το τεκμήριο 2, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό του ως εγγράφου από τους ενάγοντες, τόσο σε επίπεδο δικογραφημένων ισχυρισμών όσο και σε επίπεδο μαρτυρίας προβάλλεται ως και, θα έλεγα, αποτελεί μέσο εξασφάλισης των εναγόντων έναντι του εναγόμενου 1 για το ποσό του δανείου που του χορήγησαν στον ουσιώδη χρόνο και όχι ως αυτοτελής βάση αγωγής. Εν πάση περιπτώσει από το περιεχόμενό του το εν λόγω έγγραφο, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι φέρει την υπογραφή ενός μόνο μάρτυρα, αυτό που σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί είναι είτε συναλλαγματική είτε γραμμάτιο. Έχω τη γνώμη ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός του είναι γραπτή αναγνώριση χρέους. Το περιεχόμενο του δε αποδεικνύει και στοιχειοθετεί το αρχικό ύψος του χρέους, τον τρόπο αποπληρωμής του, ότι το χρέος θα φέρει τόκο 9% το χρόνο, από τις 15.11.2001 μέχρι εξοφλήσεως, το χρεώστη που είναι ο εναγόμενος 1 και τους εγγυητές του - εναγόμενους 2 και 3, οι οποίοι εγγυήθηκαν προσωπικά και αλληλέγγυα την πληρωμή από αυτόν στους ενάγοντες του ποσού του χρέους, τόκων και εξόδων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 μέχρι 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €65.016,26 (£38.052,33) με τόκο 9% το χρόνο επί του ποσού αυτού, από 1.1.2003 μέχρι εξοφλήσεως. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής (απαίτηση και ανταπαίτηση) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 μέχρι
- (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - συμφωνία δανείου/ χορήγηση πιστωτικής διευκόλυνσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο