← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ ν. ΔΑΦΝΗΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΕΥΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥ, Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ. 2866/2006 και 5543/2006, 29/5/2014

ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ ν. ΔΑΦΝΗΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΕΥΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥ, Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ. 2866/2006 και 5543/2006, 29/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A226 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές Αρ. 2866/2006 και 5543/2006 Αγωγή Αρ. 2866/2006 Μεταξύ:- ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ, Εναγοντα και ΔΑΦΝΗΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΕΥΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥ, Εναγομένης - - - - - - Αγωγή Αρ. 5543/2006 Μεταξύ:- ΔΑΦΝΗΣ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ, ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΕΥΑΓΟΡΑ ΧΡΙΣΤΟΥ, Ενάγουσας και ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ, Εναγόμενου - - - - - - Ημερομηνία: 29 Μαΐου, 2014 Για τον ενάγοντα στην αγωγή 2866/2006 και εναγόμενο στην αγωγή 5543/2006: κ. Σ. Φασουλιώτης. Για την εναγόμενη στην αγωγή 2866/2006 και ενάγουσα στην αγωγή 5543/2006: κ. Μ. Μελίδης. - - - - - - Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι διάδικοι ήταν σύζυγοι και στις 11.9.2002 ο ενάγοντας καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού την αίτηση περιουσιακών διαφορών με αρ. 51/

  1. Στις 15.11.2002 υπέγραψαν γραπτή συμφωνία διευθέτησης περιουσιακών διαφορών την οποίαν ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι παρέβη η εναγομένη και με την αγωγή 2866/06 αξιώνει τη μεταβίβαση ακινήτων και μετοχών που διαλαμβάνονταν σ΄ αυτήν ή εναλλακτικά, αποζημιώσεις. Με την αγωγή 5543/06 η εναγομένη στην αγωγή 2866/06 ως ενάγουσα, αξιώνει δήλωση του Δικαστηρίου ότι είναι η απόλυτη και νόμιμη ιδιοκτήτρια του ενός από τα ακίνητα που ζητούνται με την αγωγή 2866/06 και αξιώνει διάταγμα ελεύθερης κατοχής της επίδικης περιουσίας, πλέον αποζημιώσεις. Οι δύο αγωγές συνεκδικάστηκαν, με την αγωγή 2866/06 να είναι η καθοδηγητική. Δικόγραφα αγωγής 2866/06 Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης η συμφωνία ημερ. 15.11.2002 (στο εξής «η συμφωνία») η οποία υπεγράφη ενώ οι διάδικοι ήταν σύζυγοι τελούντες σε διάσταση, διελάμβανε διάφορες αμοιβαίες υποχρεώσεις για κάθε διάδικο, οι οποίες, ανάμεσα σε άλλα, περιελάμβαναν τα ακόλουθα: (α) Υποχρέωση της ενάγουσας όπως εντός τριών μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας μεταβιβάσει επ΄ονόματι του ενάγοντα τα ακίνητα υπ΄αρ. εγγραφής 4550, 5041 και 5602 καθώς επίσης 300 μετοχές της εταιρείας Andreas Ch. Patsalides Ltd και 500 μετοχές της εταιρείας ZEFIROS TRADING COMPANY LTD. (β) Η εναγομένη συμφώνησε να αποδεκτεί την εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος στην υπόθεση 51/2002 του Οικογενειακού Δικαστηρίου, με το οποίο θα διατασσόταν να μεταβιβάσει τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία επ΄ ονόματι του ενάγοντα, με αναστολή εκτέλεσης μέχρι της πλήρους εξόφλησης των υποθηκών που βάρυναν τα ακίνητα από τον ενάγοντα, εντός 3 μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. (γ) Ο ενάγοντας με την υπογραφή της συμφωνίας αναλάμβανε εξ ολοκλήρου την εξόφληση του χρέους που προέκυπτε από επενδυτικό δάνειο το οποίο σύναψε ο ίδιος με την Ελληνική Τράπεζα καθώς και την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω δεσμευόταν ότι θα αποζημίωνε την εναγομένη για οποιοδήποτε ποσό αυτή ήθελε κληθεί να καταβάλει προς οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, λόγω παράλειψης του ενάγοντα να εξοφλήσει τα πιο πάνω χρέη. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι προέβηκε χωρίς καθυστέρηση σε όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις προς εξόφληση των υποθηκών των ακινήτων που αναφέρονται πιο πάνω και ειδοποίησε σχετικά τους δικηγόρους της εναγομένης με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 25.11.2002, καλώντας την ταυτόχρονα να καθορίσει ημερομηνία για την διενέργεια των μεταβιβάσεων των ακινήτων. Λόγω της παράλειψης της εναγομένης να ανταποκριθεί στην πιο πάνω αξίωση, της απέστειλε επιστολές ημερ. 28.11.2002, 4.12.2002, 6.12.2002, 13.12.2002 και 3.1.2003 χωρίς όμως ανταπόκριση. Επιχείρησε τότε να προωθήσει περαιτέρω τη διαδικασία στην υπόθεση 51/2002, την οποία όμως αναγκάστηκε να αποσύρει καθότι το Οικογενειακό Δικαστήριο μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας στερείτο πλέον δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης. Η εναγόμενη στην υπεράσπιση της αναφέρει ότι η υπογραφή της συμφωνίας δεν έγινε με την ελεύθερη της βούληση. Αποτελεί ισχυρισμό της εναγομένης ότι κατά το χρόνο που υπεγράφη η εν λόγω συμφωνία οι διάδικοι δεν τελούσαν σε διάσταση και ο ενάγοντας δυνάμει ψυχικής και/ή σωματικής πίεσης η οποία ξεκίνησε περί τον Απρίλιο του 2002, όταν ο ενάγοντας αδικαιολόγητα άρχισε να δημιουργεί προβλήματα στην σχέση του με την εναγομένη με σκοπό πάντοτε να την πιέζει να του μεταβιβάσει την περιουσία που αναφέρεται στην συμφωνία και η οποία αποκτήθηκε από την εναγομένη και από δωρεά από τους γονείς της, την παρότρυνε και την εξαπάτησε με ψευδείς παραστάσεις να υπογράψει την συμφωνία, λέγοντας της ότι αυτή η συμφωνία ήταν τυπική για να νιώθει ο ίδιος ασφάλεια στο γάμο τους και με την υπογραφή της θα αποκαθίσταντο οι σχέσεις τους και θα τελείωναν οι προστριβές που ο ενάγοντας δημιουργούσε μεταξύ τους ενώ θα αποσύρονταν όλες οι εκκρεμούσες αιτήσεις των περιουσιακών διαφορών και θα επανέρχετο η σχέση τους σε φυσιολογικά επίπεδα και ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να σωθεί ο γάμος τους. Επίσης η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η συμφωνία ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και δόλου του ενάγοντα ο οποίος απέκρυψε από την εναγομένη περιουσιακά στοιχεία τα οποία απεκτήθησαν κατά τη διάρκεια του γάμου. Ο ενάγοντας, την διαβεβαίωσε ότι δεν είχε ακίνητη περιουσία είτε επ΄ονόματι του είτε στο όνομα οποιασδήποτε εταιρείας είχε συμφέρον. Περαιτέρω ο ενάγοντας με σκοπό την εξαπάτηση της απέκρυψε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς και άλλα χρήματα τα οποία είχε λάβει ή θα λάμβανε προσωπικά ή μέσω των εταιρειών που είχε συμφέρον. Δίδονται στο δικόγραφο λεπτομέρειες της απάτης και ψευδών παραστάσεων που ισχυρίζεται η εναγομένη, στις οποίες θα αναφερθώ στη πορεία της απόφασης μου. Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας ασκούσε πάνω της και πάνω στη θυγατέρα τους σωματική βία προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη, γεγονός που αποκλείει από τον ενάγοντα το δικαίωμα στις αιτούμενες θεραπείες με βάση το Ν. 232/91, όπως τροποποιήθηκε. Περαιτέρω και διαζευκτικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι λόγω της προώθησης της αίτησης περουσιακών διαφορών στην υπόθεση 51/02 επί τέσσερα χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο ενάγοντας έχει απωλέσει οποιοδήποτε δικαίωμα, καθότι με τη συμπεριφορά του εγκατέλειψε τα δικαιώματα του που απορρέουν από την εν λόγω συμφωνία, απεδέχθη ότι η συμφωνία είναι άκυρη και δεν είχε ισχύ και επέλεξε την συνέχιση της επίλυσης των περιουσιακών διαφορών από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Η δε απόσυρση της υπόθεσης στις 29.6.2006 έγινε μετά από επανεκτίμηση της προοπτικής επιτυχίας της υπόθεσης. Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ένα μήνα μετά την υπογραφή της συμφωνίας με επιστολή των τότε δικηγόρων της τερμάτισε τη συμφωνία καθότι, μεταξύ άλλων, προέβη στην υπογραφή της κατόπιν ψυχικής πίεσης. Η συναίνεση της δεν παρασχέθηκε ελεύθερα, δεν έτυχε ικανής και ολοκληρωμένης συμβουλής και τελούσε υπό καθεστώς απειλών κατά της ζωής της, εκφοβισμό και χρήση βίας. Λόγω της ακύρωσης της συμφωνίας, τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στον Πίνακα Β της συμφωνίας, ήτοι οι μετοχές στις εταιρείες Andreas Ch. Patsalides Ltd, Mazaruni Shipping Co. Ltd, Uralia Bonded Warehouses Ltd, Gainfield Enterprises Ltd και Zefiros Trading Co. Ltd καθώς και το χωράφι υπ΄αρ. εγγραφής 2665 Φ/Σχ. XL VII τεμ. 509 στις Κάτω Πλάτρες, αποτελούν περιουσιακά στοιχεία τα οποία απέκτησαν οι διάδικοι κατά την διάρκεια του γάμου τους λόγω και της συνεισφοράς της εναγομένης, τα οποία ο ενάγοντας οικειοποιήθηκε με αποτέλεσμα να προκαλέσει στην εναγομένη ζημιές ύψους €1.000.000 και ο ίδιος να πλουτίσει εις βάρος της αδικαιολόγητα. Η εναγόμενη με ανταπαίτηση αξιώνει διάταγμα με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη και/ή ακυρώσιμη η συμφωνία, διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι η εναγομένη είναι η ιδιοκτήτρια και δικαιούχος των ακινήτων και των μετοχών που αξιώνει ο ενάγοντας και διαζευκτικά απόφαση για την καταβολή του ποσού των €1.000.
  2. Δικόγραφα αγωγής 5543/06 Η ενάγουσα με την αγωγή αυτή αξιώνει δηλωτική απόφαση ότι είναι η απόλυτη και νόμιμη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4550 Φ/Σχ. LIII/54 τεμ. 44, τοποθεσία Πετράλονα στο χωριό Ερήμη, όπου υπάρχει ανεγερθείσα κατοικία, διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής, αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και αποζημιώσεις προς ΛΚ330 μηνιαίως ως ενοίκια τα οποία η ενάγουσα υποχρεώθηκε να πληρώσει συνεπεία της παράνομης επέμβασης. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι περί την 7.4.2003 ο εναγόμενος πέτυχε, επικαλούμενος επίθεση από την ενάγουσα, την έκδοση διατάγματος με το οποίο η ενάγουσα εμποδίζετο να εισέρχεται εντός της πιο πάνω οικίας η οποία χρησιμοποιείτο ως συζυγική κατοικία κατά το διάρκεια του γάμου τους, ο οποίος διελύθη τον Μάρτιο του
  3. Το διάταγμα ακυρώθηκε και/ή έπαυσε να ισχύει στις 10.10.
  4. Αποτελεί ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος για να πετύχει την έκδοση του διατάγματος επικαλέστηκε ψευδώς επίθεση από την εναγομένη η οποία αθωώθηκε από τις σχετικές κατηγορίες, ενώ ο ίδιος καταδικάστηκε για επίθεση εναντίον της για το ίδιο περιστατικό και του επιβλήθηκε χρηματική ποινή. Από τις 7.4.2003 που εκδιώχθηκε από τη συζυγική οικία η ενάγουσα εμποδίζεται να εισέλθη εντός αυτής και υποχρεώθηκε να ενοικιάσει άλλην κατοικία όπου καταβάλλει ΛΚ330 μηνιαίως. Περαιτέρω η ενάγουσα έχει απώλεια της ενοικιαστικής αξίας της κατοικίας προς €1.988,00 μηνιαίως. Στην υπεράσπιση του ο ενάγοντας εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι τα ίδια επίδικα θέματα και οι ίδιες θεραπείες θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί στην αγωγή 2866/
  5. Ο εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο αποκτήθηκε δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 4.4.1985 από τον ίδιο ο οποίος κατέβαλε το τίμημα πώλησης, ενεγράφη αρχικά στο όνομα του την 2.4.1988 και με δικά του έξοδα ανήγειρε σ΄ αυτό μία κατοικία. Για δικούς του προσωπικούς λόγους ο εναγόμενος προχώρησε περί την 14.11.1990 στη μεταβίβαση δια δωρεάς στην ενάγουσα του εν λόγω ακινήτου και καθ΄ όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους διέμεναν σ΄ αυτήν την οικία. Μετά την διάσταση που επήλθε μεταξύ τους ο εναγόμενος καταχώρησε την Αίτηση Χρήσης Οικογενειακής Στέγης αρ. 73/2002 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού και τις 15.11.2002 το Δικαστήριο με τη σύμφωνο γνώμη και των δύο διαδίκων εξέδωσε τελικό διάταγμα με το οποίο παραχωρείτο στον εναγόμενο αποκλειστική χρήση της κατοικίας η οποία βρίσκεται κτισμένη στο επίδικο ακίνητο και διατάσσετο η ενάγουσα όπως εγκαταλείψει αμέσως την κατοικία. Επίσης, στα πλαίσια της αγωγής 2866/06 ο εναγόμενος εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα που απαγόρευε την αποξένωση του ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, το οποίο κατέστη απόλυτο με τη σύμφωνο γνώμη της ενάγουσας στις 15.9.
  6. Περαιτέρω αναφέρεται πως το διάταγμα ημερ. 7.4.2003 επικυρώθηκε και κατέστη απόλυτο κατόπιν κανονικής δίκης με ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2431/03 στις 24.7.
  7. Μαρτυρία Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχώρησαν κατάλογο παραδεκτών γεγονότων (Τεκμ. «Α») τον οποίο συνοψίζω: Οι διάδικοι ήσαν σύζυγοι οι οποίοι τέλεσαν το γάμο τους στις 21.7.1984 και από το γάμο τους απέκτησαν τρία παιδιά. Τον Χαράλαμπο ο οποίος γεννήθηκε στις 19.7.1985, την Ελίζα η οποία γεννήθηκε στις 23.9.1986 και τον Μάριο ο οποίος γεννήθηκε στις 28.10.
  8. Ο ενάγοντας από προηγούμενο γάμο του απέκτησε ένα υιό, το Νικόλα, ο οποίος γεννήθηκε στις 12.12.
  9. Ο ενάγοντας καταχώρησε στις 1.9.2002 την αίτηση υπ΄αρ. 51/2002 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού για την ρύθμιση των περιουσιακών διαφορών των διαδίκων. Οι διάδικοι υπέγραψαν στις 15.11.2002 στη Λεμεσό γραπτή συμφωνία διαχωρισμού των οικογενειακών περιουσιακών τους στοιχείων (Τεκμ. 6

(1)) για την οποία οι δύο πλευρές επιφυλάσσουν τις θέσεις τους, όπως εγείρονται στα δικόγραφα. Ο ενάγοντας απέστειλε μέσω των δικηγόρων του προς τους δικηγόρους της εναγομένης τις επιστολές με ημερ. 25.11.2002, 28.11.2002, 4.12.2002, 6.12.2002, 13.12.2002 και 30.1.
  1. Η εναγομένη απάντησε στις επιστολές ημερ. 13.12.2002 και 3.1.2003 με αντίστοιχες επιστολές των δικηγόρων της ημερ. 13.12.2002 και 3.1.
  2. Η εναγόμενη επιφυλάσσεται να αναφερθεί στην επιστολή ημερ. 16.12.2002 της οποίας ο ενάγοντας αρνείται την σύνταξη, αποστολή και παραλαβή. Ο ενάγοντας επεχείρησε να προωθήσει περαιτέρω τη διαδικασία στην αίτηση υπ΄αρ. 51/2002 την οποία όμως απέσυρε στις 29.6.2006, δηλώνοντας ότι θα καταχωρήσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας. Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4550 αγοράστηκε δυνάμει αγοραπωλητηρίου ημερ. 5.4.1985 έναντι του ποσού των ΛΚ5.666,
  3. Επί του ακινήτου ανεγέρθηκε με δαπάνη ύψους εκ ΛΚ124.004 η οικογενειακή κατοικία στην οποία διέμεναν οι διάδικοι και τα τρία τους παιδιά. Το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε από τον ενάγοντα στην εναγομένη κατά ή περί την 14.1.
  4. Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 5041 ανήκε αρχικά στον πατέρα της εναγομένης Ευαγόρα Χρίστου Σταύρου, το οποίο και ενεγράφη επ΄ ονόματι της εναγομένης δυνάμει δωρεάς. Ο εναγόμενος επιφυλάσσεται να αναφέρει κατά τη δικάσιμο τις συνθήκες της δωρεάς. Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 5602 αγοράστηκε δυνάμει γραπτού αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 29.3.1995 έναντι του ποσού των ΛΚ31.500 και ενεγράφη επ΄ ονόματι της εναγομένης. Η αγωγή 2866/06 συνενώθηκε με την αγωγή 5543/06 δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 25.6.
  5. Περαιτέρω οι δύο πλευράς καταχώρησαν από κοινού 99 συνολικά έγγραφα (Τεκμ. 1 - 99) δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν και άλλα έγγραφα τα οποία θα θεωρήσουν ότι είναι σχετικά με την υπόθεση κα/ή θα περιέλθουν στην κατοχή τους. Περαιτέρω επεφύλαξαν το δικαίωμα τους να αμφισβητήσουν τις συνθήκες και χρόνο κατάρτισης των εγγράφων καθώς και το περιεχόμενο τους. Ο κατάλογος των εγγράφων καταχωρίστηκε ως Τεκμ. «Β». Στην πορεία της υπόθεσης καταχωρήθηκαν εκ συμφώνου τα ακόλουθα έγγραφα: · Φωτοαντίγραφο βιβλιαρίου καταθέσεων στον αρ. λογαριασμού 7471/4 με δικαιούχο την εναγομένη - Τεκμ. 100 · Φωτοαντίγραφο κατάστασης λογαριασμού του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού - Τεκμ. 101 · Δέσμη αποτελούμενη από πέντε αποδείξεις εισπράξεων καθώς και κατάσταση λογαριασμού της Barclays επ΄ ονόματι του ενάγοντα - Τεκμ. 102 · Δέσμη αποτελούμεμη από δύο φωτοαντίγραφα κατάθεσης του αστυφύλακα 709 Νίκου Χαραλάμπους ημερ. 12.5.2003 καθώς και κατάθεση της κας Μαρίας Μουστερή της ίδιας ημερομηνίας - Τεκμ. 103 · Φωτοαντίγραφα δύο επιταγών της τράπεζας Barclays - Τεκμ. 104 · Κατάσταση λογαριασμού του ενάγοντα στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) από τις 19.3.2002 μέχρι 25.9.2012 - Τεκμ. 105 · Έκθεση εκτίμησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 2665 ημερ. 19.3.2012 - Τεκμ. 107 · Έκθεση εκτίμησης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5041, 4550 και 5602 ημερ. 19.3.2012 - Τεκμ.
  6. Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης κατέθεσε ο Ανδρέας Πατσαλίδης, ενάγοντας, Μ.Ε.1, η Νίκη Σολωμού, Μ.Ε.2 και ο Λάκης Κωνσταντίνου, Μ.Ε.
  7. Εκ μέρους της εναγομένης κατάθεσαν η Ζωή Νικολάου Μ.Υ.1, η Δάφνη Χρίστου, εναγομένη, Μ.Υ.2, ο Αντώνης Χειλιμίντρης, Μ.Υ.3, η Ελίζα Πατσαλίδου Μ.Υ.4, ο Παναγιώτης Χριστοφόρου Μ.Υ.5, ο Γιαννάκης Γρηγορίου, Μ.Υ.6, η Σωκρατία Σάββα Γρηγορίου Μ.Υ.7, η Μαριάννα Βασιλειάδου Μ.Υ.8 και ο Περικλής Μάρκαρης Μ.Υ.9 Ο Ανδρέας Πατσαλίδης Μ.Ε.1, ενάγοντας στην αγωγή 2866/06 και εναγόμενος στην αγωγή 5543/06 υιοθέτησε γραπτή του δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (έγγραφο με ένδειξη «Χ»). Συνοψίζω το περιεχόμενο της εν λόγω δήλωσης: Μετά από 18 χρόνια γάμου, μετά τον Απρίλιο του 2002, παρουσιάστηκαν τα πρώτα προβλήματα στη σχέση του με την εναγομένη. Άρχισε για πρώτη φορά να λέει στους συγγενείς της ότι δεν ήταν αρκετή η οικονομική βοήθεια που της έδινε και ότι δεν της συμπεριφερόταν καλά και σε συζήτηση που είχαν του ανακοίνωσε ότι θα κοιμάται σε ξεχωριστό υπνοδωμάτιο. Παρά τις προσπάθειες που έκανε, η εναγομένη γινόταν όλο και πιο απόμακρη. Περί το τέλος Αυγούστου του 2002 η εναγομένη του ζήτησε να εξοφλήσει το ποσό των ΛΚ100.000 το οποίο αποτελούσε ενυπόθηκο δάνειο που πήρε για σκοπούς χρηματοδότησης της εταιρείας ANDREAS CH. PATSALIDES LTD, απειλώντας τον ότι αν δεν το εξοφλούσε σε περίοδο επτά ημερών θα προχωρούσε στην πώληση και αποξένωση της περιουσίας που αποκτήθηκε διαρκούντος του γάμου και για την οποία ο ίδιος πλήρωσε το τίμημα αγοράς. Η εναγόμενη εργάστηκε στην εταιρεία ANDREAS CH. PATSALIDES LTD για μερικούς μήνες. Αφού ο ίδιος αντελήφθηκε ότι θα πραγματοποιούσε τις απειλές της προχώρησε δικαστικώς με την καταχώρηση της αίτησης 51/02 στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης εξασφάλισε εναντίον της εναγομένης απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία που ήσαν εγγεγραμμένα στο όνομα της, μέχρι τελικής εκδίκασης της εν λόγω αίτησης. Δύο - τρεις ημέρες μετά, πληροφορήθηκε από κάποιαν κα Α. Κοσμά ότι η εναγομένη είχε δημιουργήσει εξωσυζυγική σχέση με το σύζυγο της. Αυτό δικαιολογούσε γιατί ήθελε επειγόντως να απαλλαγεί από τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου τους και να πάρει την περιουσία που ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της και να ζήσει με τον εραστή της. Για το λόγο αυτό τόσο η εναγομένη όσο και ο εραστής της προχώρησαν τον Ιούνιο του 2002 με συστημένη επιστολή για λύση του γάμου τους προς την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Όταν της μίλησε τα παραδέκτηκε όλα και του παρουσίασε το ημερολόγιο της για να τον πείσει για τις δικαιολογίες που του έλεγε. Αρχές Οκτωβρίου 2002, η εναγομένη του ζήτησε να συμφωνήσουν μεταξύ τους για το περιουσιακό διότι δεν ήθελε να επωμισθεί οποιαδήποτε χρέη. Σε συνανατήσεις που είχε με τον πατέρα της διεφάνη ότι είχαν συζητήσει το θέμα οικογενειακώς γιατί η μόνη τους έγνοια ήταν να μην επωμισθεί η Δάφνη οποιοδήποτε χρέος γιατί ο πατέρας της δεν θα μπορούσε να το αποπληρώσει. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι όλη η περιουσία που αποκτήθηκε διαρκούντος του γάμου τους κινητή ή ακίνητη έχει αγορασθεί και αποπληρωθεί από τον ίδιο ενώ η εναγομένη εργάστηκε για πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η εν λόγω περιουσία αποτελείται από τα ακόλουθα: «
  8. Διαμέρισμα υπ. Αρ. εγγραφής Α332
  9. Διαμέρισμα υπ. Αρ. εγγραφής Α337
  10. Χωράφι υπ. Αρ. εγγραφής 4550
  11. Χωράφι υπ. Αρ. εγγραφής 5041
  12. Χωράφι υπ. Αρ. εγγραφής 5602
  13. Κατάστημα υπ. Αρ. εγγραφής Α330
  14. Κατάστημα υπ. Αρ. εγγραφής Α352
  15. 4000 Μετοχές της Εταιρείας ANDREAS CH. PATSALIDES LTD.
  16. 1000 Μετοχές της Εταιρείας ZEFIROS TRADING COMPANY LTD.
  17. 500 Μετοχές της Εταιρείας MAZARUNI SHIPPING COMPANY LTD.
  18. 15000 Μετοχές της Εταιρείας URALIA BONDED WAREHOUSE LTD.
  19. 1667 Μετοχές της Εταιρείας GAINFIELD ENTERPRISES LTD.
  20. Χωράφι υπ. Αριθμό εγγραφής 2665.» Τα χρέη που είχαν δημιουργηθεί διαρκούντος του γάμου ήταν τα ακόλουθα: «
  21. Δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) ΛΤΔ για το ποσό των Λ.Κ. 803.179.11 πλέον τόκους.
  22. Το εξ αποφάσεως χρέος για το ποσό των Λ.Κ.69.806.19 με αγωγές υπ΄ αριθμούς 8129/1988 και 8751/
  23. Δάνειο στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για το ποσό των Λ.Κ. 100.000.» Μετά από συζητήσεις και ανταλλαγή προσχεδίων συμφωνητικών εγγράφων (Τεκμ. 53 - 56) μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων που αφορούσαν την εν λόγω συμφωνία και μετά από διάφορες τροποποιήσεις κατέληξαν στη συμφωνία που υπεγράφη στις 15.11.2002 (Τεκμ. 6
(1)). Η απόκτηση της περιουσίας που αναφέρεται στη συμφωνία αποκτήθηκε ως ακολούθως: Το διαμέρισμα με αρ. εγγραφής Α332 και ένα κατάστημα που αργότερα αντάλλαξαν με το κατάστημα υπ΄αρ. εγγραφής Α352, δια δωρεάς από την μητέρα της εναγομένης. Για τα δύο αυτά περιουσιακά στοιχεία υπήρχε χρέος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και ο ίδιος είχε πληρώσει σταδιακά ποσό πέραν των ΛΚ5000 για την αποπληρωμή του. Το διαμέρισμα με αρ. εγγραφής Α337 το έχει πληρώσει εξ ολοκλήρου και διαθέτει όλες τις αποδείξεις για την κατασκευή του. Το χωράφι με αρ. εγγραφής 4550 (Τεκμ. 28 ) αγοράστηκε από τον ίδιο και έχει τις αποδείξεις αγοράς του καθώς και τις αποδείξεις που πλήρωσε για το κτίσιμο της οικογενειακής τους στέγης. Οι αποδείξεις για το κτίσιμο της κατοικίας είναι διαθέσιμες εάν και εφόσον του ζητηθούν. Οι αποδείξεις αγοράς του χωραφιού καθώς και οι καταστάσεις της Barclays Bank που αποδεικνύουν τη πληρωμή του, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο (Τεκμ. 102). Το χωράφι με αρ. εγγραφης 5041 έχει αγοραστεί από τον ίδιο μετά από ανταλλαγή με οικόπεδο που είχε ο πατέρας της εναγομένης (Τεκμ. 26). Το χωράφι με αρ. εγγραφής 5602 (Τεκμ. 27) αγοράστηκε ολόκληρο από τον ίδιο. Κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο, επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αρ. 00344615 για το ποσό των ΛΚ31,500 καθώς και την επιταγή με αρ. 00344613 για το ποσό των ΛΚ1000 και απόδειξη του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 6.4.1995 (Τεκμ. 84). Το ένα τρίτο ενεγράφη στην μητέρα της εναγομένης, όπως συμφωνήθηκε, αφού πλήρωσε το ανάλογο ποσό. Το κατάστημα με αρ. εγγραφής Α330 ενεγράφη στο όνομα της εναγομένης (Τεκμ. 34) αφού πλήρωσε ο ίδιος μαζί με τον σύζυγο της αδελφής της τα χρέη που δημιούργησαν τα αδέλφια της ενόσω διατηρούσαν επιχείρηση «supermarket», με αντάλλαγμα τα καταστήματα που είχαν και αφού προηγουμένως τους το ζήτησε ο πατέρας της εναγομένης. Κατατέθηκε βιβλιάριο επιταγών (Τεκμ. 104). Ο ενάγοντας αναφέρει ότι ενώ ο ίδιος εκπλήρωσε τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις, η εναγόμενη από τη δική της πλευρά δεν ετήρησε τις δικές της εντός της καθορισμένης χρονικής προθεσμίας που αναφερόταν στην επίδικη συμφωνία. Ο ίδιος είχε εξοφλήσει το χρέος στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο και μέσω του δικηγόρου του ενημέρωσε την εναγομένη γραπτώς (Τεκμ. 7) και κατέθεσε ως Τεκμ. 101 την κατάσταση λογαριασμού στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Η ίδια δεν προχώρησε με τις μεταβιβάσεις και άρχισε να πιέζει για περισσότερα οφέλη. Για να τον πείσει να αναλάβει τα χρέη των ΛΚ972,985.30 αποδέχτηκε να πάρει ο ίδιος τα λεφτά από ένα γραμμάτιο που είχε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο και ότι άλλο είχε σε μετρητά. Επίσης ανέφερε ότι η εναγομένη ήταν ενήμερη για μίαν επένδυση που έκανε για τη μητέρα του και που εν γνώσει της εναγομένης είχε εγγράψει στο όνομα του με σκοπό να τη μεταβιβάσει στην μητέρα του, όπως και έπραξε. Μετά τη συμφωνία, η εναγομένη άρχισε να του λεέι ότι δεν είχε λεφτά και ζήτησε να της δώσει τα μισά από το γραμμάτιο. Μετά από συζητήσεις απέσυρε τα λεφτά που ήταν περίπου ΛΚ36.000 από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και τα μοιράστηκαν. Μετά άρχισε να του λέει ότι δεν είχε χρόνο να μεταβεί στους φόρους για τα ακίνητα που θα του μεταβίβαζε καθώς και τους προσωπικούς της φόρους στον Έφορο Εσωτερικών Προσόδων πράγμα που έκανε ο ίδιος, όπως φαίνεται και σε επιστολή του δικηγόρου του προς τη δικηγόρο της εναγομένης, Τεκμ.
  1. Ακολούθως, η εναγομένη του ζήτησε να κρατήσει στο όνομα της το σπίτι που έμεναν και που θα του μεταβίβαζε βάση της συμφωνίας. Μοναδική της επιδίωξη ήταν, όπως αναφέρει στη δήλωση του ο ενάγοντας, να αποφύγει τα χρέη που είχαν. Ο μάρτυρας προσπάθησε να καταθέσει μέρος του ημερολογίου που τηρούσε η εναγόμενη και που σύμφωνα με τον ίδιο φωτοτύπησε μαζί με την εναγομένη. Μετά από ένσταση, έγινε αποδεκτό μόνο μέρος μίας σελίδας του ημερολογίου στο οποίο γινόταν αναφορά στην περιουσία που της μεταβίβασε (Τεκμ. 109). Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε για πολλές μέρες. Παραθέτω τα κυριώτερα σημεία που προκύπτουν από την αντεξέταση του και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα: · Το χρέος στην Ελληνική Τράπεζα που αναφέρεται στη συμφωνία, αφορά δάνειο που έγινε το 1997-8 για σκοπούς επενδύσεων σε μετοχές. Η Ελληνική Τράπεζα για το δάνειο αυτό κίνησε την αγωγή 6975/03 και εκδόθηκε απόφαση για ποσό €2.100.
  2. Ακολούθως η υπόθεση συμβιβάστηκε κατά το έτος 2010, μετά την καταχώρηση εναντίον του ενάγοντα αίτησης πτώχευσης, με την καταβολή ποσού €490.000 πέραν των μετοχών που της πήρε η τράπεζα. · Το έτος 1980 ο ενάγοντας εγγυήθηκε την εταιρεία D. Kapardis General Bonded Warehouse Ltd. Προέκυψε όμως το χρέος και η απαίτηση το έτος 1988 και περί το 2005-6 έγινε συμβιβασμός και ο ενάγοντας κατέβαλε το συνολικό οφειλόμενο ποσό. Ο ενάγοντας αρνήθηκε υποβολή ότι η υπόθεση είχε διευθετηθεί το έτος
  3. · Κατά το χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, ανέφερε, οι μετοχές που περιλαμβάνοντο στο χαρτοφυλάκιο του δεν του ανήκαν καθότι είχε πάρει δάνειο από την τράπεζα και διατηρούσε «investor's account». Οι μετοχές ήταν ενεχυριασμένες στην τράπεζα, γι΄ αυτό δεν γίνεται αναφορά σ΄ αυτές στη συμφωνία. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι η σύζυγος του δεν συμφωνούσε με τις επενδύσεις που έκανε στο χρηματιστήριο. · Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού της Andreas Patsalides Ltd που κατατέθηκε ως Τεκμ. 101 όπου φαίνεται να κατατέθηκε στην εταιρεία το ποσό των ΛΚ119.834,98 μεταξύ 1.11.2002 και 29.11.2002, ο ενάγοντας ανέφερε ότι τα χρήματα αυτά βρέθηκαν από πελάτες που χρωστούσαν στην εταιρεία, και από συγγενείς και φίλους έτσι ώστε να απαλλαγεί η περιουσία από τις υποθήκες και ακολούθως να τους επιστρέψει τα λεφτά. Σε ότι αφορά τις οφειλές των πελατών, αυτές, φαίνονται και στο Τεκμ. 67, διευκρίνισε ο ενάγοντας, κάτι που βρισκόταν στην κατοχή της εναγομένης πριν την υπογραφή της συμφωνίας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του. · Αναφορικά με το δάνειο της εν λόγω εταιρείας ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι εξοφλήθηκε και ανέμενε την εναγομένη στο κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση, αφού αποσυρθεί η υποθήκη. · Ο ενάγοντας αναφέρθηκε σε ένα «secret account» που διατηρούσαν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο από τον οποίο απέσυρε τα χρήματα μετά την υπογραφή της συμφωνίας και έκλεισε το λογαριασμό. Τα χρήματα αυτά τα πήραν και οι δύο παρά το ότι όταν έγινε η συμφωνία είχαν πεί ότι τα μετρητά που υπήρχαν θα τα έπαιρνε ο ίδιος για να ξοφλήσει τα χρέη. · Ο ενάγοντας ερωτήθηκε για τις εταιρείες Mazaruni και Uralia όπου κατ΄ ισχυρισμό της υπεράσπισης απέκρυψε την αξία των ακινήτων των εν λόγω εταιρειών. Όπως εξήγησε, οι αξίες που δόθηκαν από τον κ. Μάρκαρη είναι υπερβολικές, αφορούν το σύνολο των ακινήτων ενώ δεν ανήκε στον ίδιο το σύνολο της περιουσίας και επίσης δεν λήφθηκαν υπόψη τα χρέη των εταιρειών αυτών. · Για την εταιρεία Gainfield ο ενάγοντας ανέφερε ότι υπήρχαν ακόμη δύο μέτοχοι. Η εταιρεία στεγαζόταν σε γραφείο στη Λεωφ. Ομονοίας το οποίο αγοράστηκε από τους άλλους δύο μετόχους και τον ίδιο εκ μέρους της μητέρας του (Τεκμ. 82). Για τον σκοπό αυτό προέβησαν σε δανεισμό από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για ποσό ΛΚ120.000 (Τεκμ. 83), το ποσό των ΛΚ15.000 το κατέβαλε η Gainfield και το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ15.000 θα καταβάλλετο κατά την τιτλοποίηση. Ο ίδιος έφυγε από την εταιρεία το 2004 και το μόνο που απέμεινε ήταν το γραφείο όπου στεγαζόταν η εταιρεία το οποίο αγόρασε η μητέρα του. Όπως ανέφερε, η εν λόγω περιουσία αγοράστηκε από τη μητέρα του με στόχο να δημιουργηθεί εισόδημα για τα τρία παιδιά της αδελφής του που είχε πεθάνει και το γεγονός αυτό ήταν σε γνώση της Δάφνης. Διευκρίνισε ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία παρά μόνο το δάνειο. · Αναφορικά με την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, προηγήθηκε ανταλλαγή προσχεδίων μεταξύ των δικηγόρων. Ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι είναι ο ίδιος που προέβαινε στην ετοιμασία αυτών των εγγράφων. Όπως ανέφερε, στα πλαίσια της υπόθεσης 51/02 ο ίδιος είχε πετύχει διάταγμα που δεν επέτρεπε την μεταβίβαση της περιουσίας και θα προχωρούσε προς απόδειξη της υπόθεσης του. Η εναγομένη είναι αυτή που ζήτησε να συμβιβαστούν προς αποφυγή πληρωμής του χρέους. · Ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι ασκούσε βία τόσο στην εναγομένη όσο και στην κόρη τους Ελίζα ενώ λίγες μέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας ήταν πλέον κανονικό ζευγάρι, ανέφερε. Αρνήθηκε επίσης ότι κάποια Ζωή Νικολάου ερχόταν σπίτι τους συχνά για φαγητό αναφέροντας ότι μόνο μία φορά πήγε στο σπίτι τους και όταν άκουσε ότι μπορεί να είχε ευθύνη για την σχέση της εναγομένης με κάποιο Κοσμά δεν πήγε ξανά. · Αρνήθηκε υποβολή ότι την επόμενη ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας, η εναγομένη ανακάλυψε ένα file με λογαριασμούς και του είπε ότι δεν επρόκειτο να εκπληρώσει την συμφωνία και ότι αυτός άρχισε να φωνάζει ότι θα του πάρει τα χρήματα του και την ειρωνεύτηκε ότι είναι «παλαβή» που υπέγραψε τη συμφωνία, κάτι που συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα οπόταν την απείλησε για τη ζωή της και την μεθεπόμενη μέρα η Δάφνη αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι. Η Νίκη Σολωμού, Μ.Ε.2 υπεύθυνη στην υπηρεσία συναλλαγών στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού κλήθηκε για να καταθέσει την κατάσταση λογαριασμού της εταιρείας Andreas Patsalides Ltd. Όπως ανέφερε η μάρτυρας η εν λόγω κατάσταση ήταν πέραν των 300 σελίδων και δεν μπορούσε να την εκτυπώσει. Μελέτησε όπως είπε τις καταστάσεις λογαριασμού από τα στοιχεία που υπάρχουν στο Συνεργατικό Τεμιευτήριο Λεμεσού. Ο εν λόγω λογαριασμός ήταν πιστωτικός όταν ανοίχθηκε τον Απρίλιο του 2002 και για ένα μήνα προτού να προβούν σε όριο πίστωσης και μετά εντόπισε ότι από τις 22.11.2002 μέχρι τις 2.12.2002 είχε πιστωτικό υπόλοιπο. Την υπόλοιπη περίοδο ήταν χρεωστικός μέσα στα όρια τρεχουμένου που του είχαν παραχωρηθεί. Επίσης ανέφερε ότι δεν εντόπισε υπερβάσεις και ότι ο λογαριασμός λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Η μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμ. 130 βεβαίωση που υπογράφεται από την ίδια και αφορά έναν άλλο λογαριασμό κατάθεσης που είχε δεσμευτεί για τον τρεχούμενο. Ο Λάκης Κωνσταντίνου, Μ.Ε.3, εκτιμητής ακινήτων κατέθεσε δύο εκτιμήσεις που ετοίμασε ημερ. 21.11.2002 και 22.11.2002 ως Τεκμ. 131
(1)και 131
(2)αντίστοιχα. Τις εκτιμήσεις της έκανε για λογαριασμό του κ. Ανδρέα Πατσαλίδη που τον είχαν στείλει κοντά του από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Οι οδηγίες δόθηκαν στις 15.11.2002 και η εκτίμηση έγινε την ίδια ημέρα για το Τεκμ. 131
(2)και για το Τεκμ. 131
(1)οι οδηγίες δόθηκαν στις 14.11.2002 και η εκτίμηση έγινε την ίδια ημέρα. Η Ζωή Νικολάου, Μ.Υ.1 υιοθέτησε γραπτή της δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης (έγγραφο με ένδειξη «Χ1») όπου ανέφερε ότι έμενε για δέκα χρόνια στην ίδια γειτονιά με τους διαδίκους μέχρι που αυτοί μετακόμισαν στο σπίτι τους στην Ερήμη. Διατηρούσαν στενές οικογενειακές σχέσεις, με τα δύο μικρά παιδιά τους να πηγαίνουν στο ίδιο σχολείο και πολλές φορές έτρωγαν μαζ. Οι σχέσεις τους συνεχίστηκαν και μετά που οι διάδικοι μετακόμισαν στο σπίτι τους στην Ερήμη και έτρωγαν κάποιες φορές μαζί τα μεσημέρια. Το 2002, ανέφερε η μάρτυρας ήταν άσχημος χρόνος για τους διαδίκους, καθότι τα προβλήματα τους έγιναν πιο έντονα. Ο ενάγοντας ζήτησε από την εναγομένη να του δώσει γενικό πληρεξούσιο έγγραφο και η εναγομένη αρνήθηκε και έτσι αυτός άρχισε να της ζητά διαζύγιο και η εναγομένη να μην ξέρει τι να κάνει. Από τις συζητήσεις που έκαναν στο σπίτι των διαδίκων για το χρηματιστήριο μέσα στο 1999-2000 ο ενάγοντας περιφανευόταν ότι έκανε πολλά κέρδη και στη συνέχεια το 2002 έλεγε ότι είχε ζημιές. Σε κάποια στιγμή της είπε να του δώσει χρήματα να της επενδύσει και αυτή του έδωσε ΛΚ
  1. Ποτέ δεν της έφερε κάποιο χαρτί αλλά μετά της είπε ότι δεν πήγε καλά η επένδυση και της επέστρεψε τα χρήματα όταν του τα ζήτησε. Ο ενάγοντας είπε, κτυπούσε την εναγομένη και την κόρη τους Ελίζα και η εναγομένη ήταν ψυχικά ράκος και δεν ήξερε πως έπρεπε να χειριστεί την κατάσταση. Επίσης ενοχλούσε τους γονείς της εναγομένης πάντοτε με θέμα την περιουσία όπως της έλεγε τόσο η εναγομένη όσο και η μητέρα της. Λίγους μήνες πριν την καταχώρηση της υπόθεσης για τις περιουσιακές διαφορές η εναγόμενη υπέγραψε στον ενάγοντα υποθήκη με επιβάρυνση την πατρική της περιουσία. Αρχές του 2002 ο ενάγοντας επέμενε να πάνε στην Μητρόπολη όπου ενώπιον των ιερέων είπε ότι δεν την αγαπούσε και δεν την ήθελε. Μετά άρχισαν να χειροτερεύουν τα πράγματα, αλλά η εναγομένη συνέχιζε να ανέχεται την κατάσταση χωρίς να μπορεί να πάρει μιαν απόφαση και να δώσει τέλος στο μαρτύριο που ζούσε. Η εναγομένη έβλεπε ψυχολόγο και προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της. Μέσα Σεπτεμβρίου 2002 της επιδόθηκε η υπόθεση των περιουσιακών διαφορών. Λίγες ημέρες μετά ο ενάγοντας μία νύκτα την κτύπησε άγρια, της πέταξε το κινητό και της πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου. Εκείνη την εποχή δεν διέθεταν σταθερό τηλέφωνο στο σπίτι. Ο ενάγοντας άρχισε να φορτώνει στην εναγομένη εξωσυζυγικές σχέσεις ενώ ο ίδιος διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις και διατηρούσε γκαρσονιέρα στην πολυκατοικία Τάσια Κώρτ στη Λεωφόρο Μακαρίου, όπου η ίδια τον είδε να βγαίνει με μία κοπέλα από τη πολυκατοικία και να μπαίνουν στο αυτοκίνητο του ενάγοντα. Ένα απόγευμα μέσα στον Οκτώβριο του 2002 που είχε επισκεφθεί την εναγομένη στο σπίτι της, ήταν μέσα και ο ενάγοντας και τα παιδιά. Ενώ η ίδια βρισκόταν στο σαλόνι και ο ενάγοντας στον πάνω όροφο, ο ενάγοντας άρχισε να φωνάζει και να κατηγορεί την εναγομένη για εξωσυζυγική σχέση και την απειλούσε ότι αν δεν υπογράψει τη συμφωνία θα την σκότωνε. Πετούσε πράγματα από τον πάνω όροφο κάτω και συμπεριφερόταν σαν θηρίο. Αρχές Νοεμβρίου του 2002 η κατάσταση άλλαξε και πάλι. Ο ενάγοντας έλεγε στην εναγομένη ότι όλα θα τελειώσουν, ότι δεν ήθελε να χωρίσουν και ότι αν του υπέγραφε την συμφωνία όλα θα πήγαιναν καλά. Όπως της έλεγε η εναγομένη κοιμόταν και πάλι με τον ενάγοντα ο οποίος έμενε πολλές ώρες στο σπίτι και ζούσαν σαν κανονικό ζευγάρι. Στις 15.11.2002 η εναγομένη μετά από πολλές πιέσεις και εξαντλημένη όπως ήταν, υπέγραψε τη συμφωνία πιστεύοντας ότι θα ηρεμούσε η κατάσταση. Δυστυχώς όμως την επόμενη ημέρα η Δάφνη ανακάλυψε ότι ο ενάγοντας την είχε ξεγελάσει αφού είχε βρει λογαριασμούς του σε τράπεζες. Την πήρε τηλέφωνο και της είπε τι συνέβαινε και ότι δεν θα εκπλήρωνε τη συμφωνία που υπέγραψε. Την επόμενη είχαν τσακωθεί και στις 18.11.2002 πήγε στο σπίτι της κλαίγοντας και της είπε ότι την είχε διώξει από το σπίτι με μία βαλίτσα μόνο και την απειλούσε για τη ζωή της όταν η εναγομένη του είχε πει πως δεν θα εκπλήρωνε τη συμφωνία. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είναι και η ίδια διαζευγμένη και θύμα βίας. Αναφορικά με τα χρήματα που της επέστρεψε ο ενάγοντας αρνήθηκε ότι της τα έστειλε όταν θα πάντρευε την κόρη της το 2009, χωρίς να του τα ζητήσει. Η Δάφνη Χρίστου, Μ.Υ.2, εναγόμενη στην αγωγή 2866/06 και ενάγουσα στην αγωγή 5543/06 υιοθέτησε γραπτή της δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (έγγραφο με ένδειξη «Χ2»). Παραθέτω τα κύρια σημεία: Αρραβωνιάστηκε με τον ενάγοντα το 1983 και οι γονείς της τους παραχώρησαν ένα διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων σε οικογενειακό κτίριο στη Λεωφόρο Ομονοίας 72 στη Λεμεσό και ένα ισόγειο κατάστημα στο ίδιο κτίριο για να ανοίξουν εκτελωνιστικό γραφείο. Το 1984 παντρεύτηκαν και από το γάμο πήραν ΛΚ4.
  2. Το 1985 οι γονείς της τους μεταβίβασαν το πιο πάνω διαμέρισμα (Τεκμ. 62) και της είχαν μεταβιβάσει και το ισόγειο κατάστημα δυνάμει δωρεάς. Η περιουσία αυτή χρησιμοποιήθηκε για το ενυπόθηκο δάνειο στην Ελληνική και στην συνέχεια στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για το ποσό των ΛΚ100.000 (Τεκμ. 50 και 51) για σκοπούς χρηματοδότησης της Andreas CH. Patsalides Ltd στην οποία ο ενάγοντας είχε 3.700 μετοχές και η ίδια
  3. Περαιτέρω με την επιβάρυνση της εν λόγω περιουσίας εξασφάλισαν δάνεια με σκοπό τη προώθηση της επιχείρησης τους. Η ίδια εργάστηκε από το 1982 μέχρι το 1983 στην εταιρεία Καπαρτής και Πατσαλίδης Λτδ, και από το 1983 μέχρι το Μάιο του 1985 στη δική τους εταιρεία Andreas Patsalides Shipping Clearing Forwarding Agents. Εργάστηκε τα έτη 1985, 2000 και 2001 στην εταιρεία Andreas Ch. Patsalides Ltd η οποία συστάθηκε στις 4.6.1985 και ενώ ο ενάγοντας υποσχόταν να της παραχωρήσει το 50% των μετοχών λόγω της δικής της συνεισφοράς και των γονιών της, της έδωσε μόνο 300 μετοχές. Κατά τα έτη 1997 και 1998 εργαζόταν στην εταιρεία ZEFIROS TRADING LTD η οποία δραστηριοποιήθηκε την 1.1.1997 και είχαν από 500 μετοχές, χωρίς όμως να λάβει οποιαδήποτε μερίσματα και τα κέρδη είχαν χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση της περιουσίας τους. Το 1985 αναγκάστηκε να σταματήσει την εργασία λόγω απόκτησης των παιδιών της. Το 1999 επίσης σταμάτησε την εργασία της λόγω θανάτου της αδελφής του ενάγοντα για να βοηθήσει στην ανατροφή των δικών της παιδιών. Επέστρεψε όμως στην Αndreas Ch. Patsalides Ltd τα έτη 2000 και
  4. Στην πορεία οι γονείς της τους μεταβίβασαν δυνάμει δωρεάς ακόμα ένα διαμέρισμα και ένα κατάστημα στην ίδια πολυκατοικία (Τεκμ. 62). Τα ενοίκια των διαμερισμάτων και καταστημάτων και ένα δάνειο που συνήψε το 1990 μαζί με την μητέρα της για το ποσό των ΛΚ15.000 από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού (Τεκμ. 80) χρησιμοποιήθηκαν για την απόκτηση της περιουσίας. Για το κτίσιμο του σπιτιού τους χρησιμοποιήθηκε επίσης δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού (Τεκμ. 81) το οποίο αποπληρωνόταν από τα ενοίκια των διαμερισμάτων και καταστημάτων. Ο ενάγοντας ουδέποτε πλήρωσε το ποσό των ΛΚ5000 ως ισχυρίστηκε. Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4550 αγοράστηκε δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 5.4.1985 έναντι του ποσού των ΛΚ5.666,66 και επί του ακινήτου ανεγέρθηκε με δαπάνη ύψους ΛΚ124.004 η οικογενειακή κατοικία. Το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε από τον ενάγοντα στην ίδια στις 14.11.1990 ως χωράφι και όχι μαζί με την οικία που ανεγέρθη μεταγενέστερα. Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης των Markaris Chartered Surveyors Ltd η εκτιμημένη αξία του ακινήτου περί τις 15.11.2002 ανερχόταν σε €335.000 (Τεκμ. 108). Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 5041 ανήκε αρχικά στον πατέρα της το οποίο ενεγράφη επ΄ ονόματι της δυνάμει δωρεάς με νέο αρ. εγγραφής
  5. Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης των Markaris Chartered Surveyors Ltd η εκτιμημένη αξία του ακινήτου περί τις 15.11.2002 ανερχόταν σε €84.000 (Τεκμ. 108). Το ακίνητο με αρ. εγγραφής 5602 αγοράστηκε δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 29.3.1995 έναντι του ποσού των ΛΚ31.500 και ενεγράφη επ΄ ονόματι της (Τεκμ. 84). Σύμφωνα με την έκθεση εκτίμησης των Markaris Chartered Surveyors Ltd η εκτιμημένη αξία του ακινήτου περί τις 15.11.2002 ανερχόταν σε €80.000 (Τεκμ. 108). Η υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 15.11.2002 ήταν αποτέλεσμα της πίεσης που της ασκούσε ο ενάγοντας εκείνη την περίοδο όταν τη διαβεβαίωνε ότι θα σταματούσε να συμπεριφέρεται βίαια τόσο στην ίδια όσο και στην κόρη τους και θα έκανε προσπάθεια να συνεχιστεί ο γάμος τους. Την ξεγέλασε λέγοντας της ότι ήταν οικονομικά κατεστραμμένος. Ο ενάγοντας πριν την υπογραφή της συμφωνίας δεν απεκάλυψε όλα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατείχε, καθώς και τις εταιρείες στις οποίες ήταν μέτοχος και είχε συμφέροντα, ούτε αποκάλυψε τις πραγματικές του υποχρεώσεις. Περαιτέρω η ίδια δεν εμπλέκεται στο χρηματιστήριο ούτε έχει οποιαδήποτε σχέση με το δάνειο στην Ελληνική Τράπεζα που έκανε ο ίδιος με στόχο την κερδοσκοπία στο ΧΑΚ. Η εναγομένη επίσης ισχυρίζεται ότι δεν έχει σχέση με το εξ αποφάσεως χρέος του ενάγοντα το οποίο αφορά σε δάνειο που έκανε ο ίδιος το 1980, προτού την γνωρίσει. Το 2002 ο ενάγοντας άρχισε να συμπεριφέρεται με χειρότερο τρόπο και αυτό κράτησε μέχρι της 5.11.
  6. Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα της ζητούσε να του υπογράψει γενικό πληρεξούσιο ώστε να χειρίζεται την περιουσία της. Την απειλούσε, ασκούσε βία επανειλημμένα, τόσο στην ίδια όσο και στη θυγατέρα τους με σκοπό είτε να δεχτεί να του δώσει πληρεξούσιο, είτε να μεταβιβάσει περιουσιακά στοιχεία στο όνομα της μητέρας του. Τον Ιανουάριο του 2002 την παίρνει στη Μητρόπολη γιατί ήθελε να χωρίσουν και μπροστά στους ιερείς να λέει ότι δεν την αγαπούσε. Στις 23.4.2003 υποβάλλει αίτηση στο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο για διάλυση του γάμου (Τεκμ. 123). Η ίδια υποβάλλει αίτηση για πολιτικό διαζύγιο τον Μάρτιο του 2003 μετά από ξυλοδαρμό της. Στις 24.5.2002 υπογράφει για την μεταφορά υποθήκης από την Ελληνική Τράπεζα στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για ΛΚ100.000 με υποθήκη στην δική της περιουσία (Τεκμ. 48 - 51) γιατί πίστευε ότι μπορούσε να αλλάξει η βίαιη συμπεριφορά του ενάγοντα. Μόλις υπογράφει, την απειλεί ότι θα πάρει την περιουσία του και αναγκάζεται να ζητήσει με επιστολή της ημερ. 21.6.2002 ακύρωση τυχόν πληρεξουσίου της από το κτηματολόγιο (Τεκμ. 36) γιατί την απειλεί ότι έχει στα χέρια του πληρεξούσιο και θα της πάρει την περιουσία της. Βάζει μάλιστα το υιό τους Χαράλαμπο να της διαβάσει κείμενο ενός πληρεξουσίου το οποίο δήθεν υπέγραψε η ίδια πριν από χρόνια. Το καλοκαίρι του 2002 της παρουσιάζει για υπογραφή συμφωνία παραχώρησης των μετοχών που κατείχε στην εταιρεία Andreas Ch. Patsalides Ltd καθώς και έγγραφο μεταβίβασης των εν λόγω μετοχών, υπογραμμένα και από τον ίδιο, για την μεταβίβαση των μετοχών στον υιό τους Χαράλαμπο με τον ίδιο να είναι καταπιστευματοδόχος (Τεκμ. 40 - 42). Της πήρε επίσης φόρμες (Τεκμ. 119 και 120) και της ζήτησε να παραιτηθεί από γραμματέας της εταιρείας. Η εναγόμενη αρνήθηκε και ο ενάγοντας αρχίζει και πάλι να ασκεί βία. Τον Αύγουστο του 2002 πληροφορείται από τη φίλη της Ζωούλλα ότι είδε τον ενάγοντα να βγαίνει από πολυκατοικία με μία κοπέλλα. Ο ίδιος αρνήθηκε και προσπάθησε να φορτώσει στην ίδια εξωσυζυγικές σχέσεις. Στις 13.8.2002 πηγαίνει με τον υιό τους Χαράλαμπο στην Αγγλία για να αγοράσει αυτοκίνητο ενώ στην ίδια έλεγε ότι τα οικονομικά τους δεν ήταν καλά. Φέρνει το αυτοκίνητο ΚΕΜ744, το βάζει στο Bonded και στην πορεία το μεταβιβάζει στο όνομα της μητέρας του. Η ίδια το ανακαλύπτει μετά την υπογραφή της συμφωνίας. Στις 11.9.2002 ο ενάγοντας καταχωρεί την αίτηση 51/2002 στο Οικογενιακό Δικαστήριο και πέτυχε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος (Τεκμ. 1 και 4). Μετά από αυτό, το κλίμα χειροτέρευσε στο σπίτι. Στις 26.9.2002 το βράδυ, ενώ βρίσκετο με τον ενάγοντα στο αυτοκίνητο μετά από μια συζήτηση, αυτός σταμάτησε το αυτοκίνητο σε ένα χωράφι και άρχισε να την κτυπά μανιωδώς, την έπιασε από τον λαιμό και την απειλούσε ότι θα τη σκοτώσει προκειμένου να πιάσει την περιουσία. Η ίδια έκλαιγε και φώναζε βοήθεια χωρίς βέβαβαι να μπορεί να εισακουστεί. Μετά, όταν ξεκίνησαν για το σπίτι, κατά διαστήματα συνέχιζε να την κτυπά. Η ίδια προσπάθησε να αμυνθεί και όταν έπιασε το τηλέφωνο της για να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία της το πέταξε από το παράθυρο και της πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου της. Το ίδιο βράδυ όταν πήγαν στο σπίτι την κλείδωσε στο δωμάτιο και τον άκουσε να συζητά με την Ελίζα και μετά την έδειρε. Μετά από αυτό η εναγόμενη τον προειδοποίησε ότι θα πάει στην αστυνομία αν το επαναλάβει. Ο ενάγοντας, ανέφερε, είχε διάφορες εξωσυζυγικές σχέσεις με κοπέλες που κατονόμασε. Της έλεγε να φύγει από το σπίτι με τα παιδιά και να του δώσει την περιουσία της και ότι θα έβρισκε τρόπο να το κάνει. Μερικές μέρες μετά άρχισε να αλλάζει η συμπεριφορά του και να της λέει ότι όλα τα έκανε γιατί ένιωθε ανασφάλειες, ότι έχασε πολλά χρήματα στο ΧΑΚ και οικονομικά είχαν καταστραφεί. Της έλεγε ότι δεν ήθελε να χωρίσουν γι΄ αυτό να κάνουν μία συμφωνία για τη λύση των περιουσιακών και να αποσύρει την αίτηση και το διάταγμα με το οποίο της δέσμευσε τη περιουσία. Τον Οκτώβριο του 2002 της έπαιρνε διάφορες συμφωνίες τις οποίες ο ίδιος ετοίμαζε. Της έλεγε ότι αν γινόταν ο διακανονισμός θα απέσυρε την αίτηση 51/02 και θα σταματούσε τη βία στην ίδια και στην κόρη τους. Άρχισαν τότε να έχουν και ολοκληρωμένες σχέσεις ως κανονικό ζευγάρι 10 μέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Στις 14.11.2002 ήταν «σήκωσες» και πήγαν με τα παιδιά στη μητέρα της όπως κάθε χρόνο. Στις 15.11.2002 πήγαν μαζί με το ίδιο αυτοκίνητο στο Δικαστήριο και υπέγραψε την συμφωνία που έστειλε στη δικηγόρο της την προηγούμενη μέρα. Θυμάται ότι έκλαιγε τόσο πριν υπογράψει την συμφωνία όσο και κατά τη διάρκεια της υπογραφής της. . Τον Οκτώβριο του 2002 ο ενάγων την κτύπησε και την έριξε στον τοίχο όπου τρίφτηκαν τα χέρια της επειδή δεν δεχόταν να υπογράψει τις συμφωνίες που τις έπαιρνε και δεν παραδεχόταν ότι είχε εξωσυζυγικές σχέσεις. Τον ίδιο καιρό επεσυνέβη και το συμβάν όπως το περιέγραψε η ΜΥ
  7. Η ίδια είχε αρκετές πιέσεις από τα παιδιά της να υπογράψει τη συμφωνία αφού ο ενάγοντας έβαζε τρίτα πρόσωπα και συγκεκριμένα τον εξάδελφο Ανδρέα Ζαχαρία να προσπαθήσει να πείσει τον υιό τους Χαράλαμπο ότι αν υπέγραφε δεν θα χώριζαν με τον πατέρα του. Η μάρτυρας πέραν του ισχυρισμού περί υπογραφής της συμφωνίας ως αποτέλεσμα επηρεασμού που ασκήθηκε από τον ενάγοντα, ισχυρίζεται ότι δεν πήρε ολοκληρωμένη και κατάλληλη συμβουλή. Δεν της δόθηκε καμία συμβουλή ή κατάλληλη συμβουλή για τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων για να ελεγχθούν οι λογαριασμοί και τα περιουσιακά στοιχεία των εταιρειών για να ζητηθεί από τον ενάγοντα να προσκομίσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία που θα έπρεπε να κάμει σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, δεν της δόθηκε συμβουλή ότι ο ενάγοντας θα έπρεπε να προσκομίσει αποδείξεις και καταστάσεις λογαριασμού για το εν λόγω χρέος και ότι δεν απέκτησε οποιοδήποτε όφελος ή κέρδος. Δεν της δόθηκε επίσης κατάλληλη συμβουλή ότι το εξ αποφάσεως χρέος του ενάγοντα δεν έπρεπε να περιληφθεί στη συμφωνία καθότι είχε δημιουργηθεί πολύ πριν το γάμο τους, αλλά ούτε και ότι έπρεπε να εξετάσει την αλήθεια της ύπαρξης του εν λόγω χρέους. Στις 16.11.2002 το πρωί βρήκε ένα φάιλ του ενάγοντα και ανακάλυψε ότι είχε λογαριασμούς σε τράπεζες που ο ίδιος της απέκρυψε. Όταν του το είπε, αυτός άρχισε να φωνάζει και να της λέει ότι την ξεγέλασε και υπέγραψε τη συμφωνία και το διάταγμα αποκλειστικής χρήσης. Δεν αρνήθηκε να αποκαλύψει ότι είχε αποκρύψει τα χρήματα και έλεγε συνεχώς ότι την είχε ξεγελάσει, ότι ήταν χαζή που υπέγραψε και ότι οι μέρες της στο σπίτι ήταν μετρημένες. Η ίδια του είπε ότι η συμφωνία είναι άκυρη και ότι θα ενημέρωνε το δικηγόρο της, πράγμα το οποίο έπραξε. Στις 18.11.2002, μετά από ένα καυγά, την ανάγκασε να φύγει από το σπίτι. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας ο ενάγων συνέχισε να προωθεί την αίτηση περιουσιακών διαφορών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου για σχεδόν τέσσερα χρόνια. Κατά την εκκρεμότητα της εν λόγω υπόθεσης υποβάλλοντο προτάσεις για εξώδικη διευθέτηση. Η μάρτυρας ανέφερε ότι είναι αναληθές το γεγονός ότι μετέβη στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 6.12.
  8. Η ίδια ουδέποτε είχε πρόθεση να μεταβεί στο Κτηματολόγιο μετά την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας. Οι δε φόρμες του Κτηματολογίου Τεκ. 25 υπεγράφησαν στις 15.11.2002 που υπεγράφη και η συμφωνία. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, τα πιο κάτω περιουσιακά στοιχεία απεκτήθησαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους λόγω και της δικής της συνεισφοράς, τα οποία ο ενάγων οικειοποιήθηκε με αποτέλεσμα να της προκαλέσει ζημιές ύψους 1 εκ. ευρώ. Τα στοιχεία αυτά καθορίζονται ως ακολούθως:
  9. ANDREAS CH. PATSALIDES LTD 3.700 μετοχές
  10. MAZARUNI SHIPPING COMPANY LTD 500 μετοχές
  11. URALIA BONDED WAREHOUSES LTD 15.000 μετοχές
  12. GAINFIELD ENTERPRISES LTD 1.667 μετοχές
  13. ZEFIROS TRADING COMPANY LTD 500 μετοχές
  14. Χωράφι υπ΄ αρ. εγγραφής 2665 στις Κ. Πλάτρες (Τεκ. 115) το οποίο ενέγραψε ο ενάγων στο όνομα του υιού τους Χαράλαμπου στις 6.2.2004, χωρίς τη συγκατάθεσή της, αξίας περίπου 24.000 στις 15.11.2002, σύμφωνα με εκτίμηση ημερομηνίας 19.3.
  15. (Τεκ. 107). Στη συνέχεια το πώλησε μέσω πληρεξουσίου που είχε από τον υιό του Χαράλαμπο και εκκρεμεί υπόθεση εικονικής πώλησης στην Αστυνομία (Τεκ. 112) αφού το αγοραπωλητήριο έγγραφο καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο μετά την ακύρωση του πληρεξουσίου εγγράφου του Χαράλαμπου.
  16. Ο ενάγων μεταβίβασε τις μετοχές που κατείχε στις εταιρείες MAZARUNI SHIPPING COMPANY LTD, URALIA BONDED WAREHOUSES LTD και POLLAM LTD στον υιό τους Χαράλαμπο και στη συνέχεια δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου τις πώλησε έναντι του συνολικού τιμήματος των 1.5 εκ. ευρώ. (Τεκ. 113 και 114).
  17. Ο ενάγων ενέγραψε περιουσιακά στοιχεία τα οποία αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου στον υιό τους Χαράλαμπο με σκοπό να τα αποξενώσει από την ίδια και καταχώρησε εναντίον του Χαράλαμπου αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Τεκ. 95) ενώ εναντίον του ενάγοντα καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση 28765/2012 για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Σχετική είναι η έκθεση του εμπειρογνώμονα Α. Παναγιώτου, ημερομηνίας 29.2.
  18. (Τεκ. 94).
  19. Λόγω της παράνομης επέμβασης του ενάγοντα στην οικία της στο χωριό Ερήμη, που καλύπτεται από τον τίτλο εγγραφής 4550 απώλεσε την ενοικιαστική αξία της κατοικίας η οποία ανέρχεται σε €1.998 μηνιαία από 7.4.
  20. (Βλέπε έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 14.11.2011 - Τεκ. 93). Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων της απέκρυψε περιουσιακά στοιχεία ως ακολούθως: (α) Το γεγονός ότι ήταν ιδιοκτήτης του 1/12 μεριδίου του ακινήτου με αρ. εγγραφής 1/62446 (Τεκ. 6 και 63) αξίας περίπου €127.000 σύμφωνα με εκτίμηση ημερομηνίας 5.3.2012 (Τεκ. 78) το οποίο μεταβίβασε αρχές Νοεμβρίου του 2002 επ΄ όνοματι της μητέρας του δυνάμει δωρεάς. Η εν λόγω περιουσία δεν μπορεί να αγοράστηκε με χρήματα της μητέρας του ενάγοντα όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, καθότι δεν διέθετε περιουσία και τα χρήματα που έλαβε από την περιουσία του συζύγου της όταν απεβίωσε ήταν λίγα. (β) Το γεγονός ότι είχε λάβει από την εταιρεία MEDOCHEMIE LTD το ποσό των ΛΚ108.371,24 κατά το έτος 2001 και στη συνέχεια καταχώρησε αγωγή με την οποία αξίωνε το ποσό των ΛΚ200.000, όπου εξεδόθη απόφαση υπέρ του στις 4.2.
  21. (Τεκ. 59). (γ) Το γεγονός ότι είχε συμφέρον στην εταιρεία SHAREFIELD INVESTMENTS LTD ως μέτοχος και διευθυντής η οποία είχε εγγραφεί στις 11.6.
  22. (Τεκ. 72). Ο ενάγων χρησιμοποίησε την εν λόγω εταιρεία για να κάνει διάφορες προσωπικές επενδύσεις για λογαριασμό του. (δ) Ο ενάγων με σκοπό την εξαπάτησή της της παρουσίασε ότι ο κοινός λογαριασμός προθεσμίας υπ΄ αρ. 3272401/2 που διατηρούσε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού (Τεκ. 43 και 44) είχε κλείσει στις 22.3.2002 και ότι τα χρήματα που βρίσκονταν κατατεθειμένα σ΄ αυτόν είχαν χρησιμοποιηθεί για εξόφληση των υποχρεώσεων τους, ενώ στην πραγματικότητα είχε χρησιμοποιηθεί μέρος από τον εν λόγω λογαριασμό και το υπόλοιπο ποσό των 35.000 το κατέθεσε ο ενάγων σε προσωπικό του λογαριασμό με αριθμό 3286690 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού με το όνομα Ανδρέας Χαραλάμπους, ποσό το οποίο απέκρυψε από την ίδια και δεν το αποκάλυψε κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Η ίδια δεν πήρε οποιαδήποτε χρήματα από το εν λόγω γραμμάτιο όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. (ε) Το γεγονός ότι διατηρούσε λογαριασμό στην τράπεζα Alpha Bank Ltd με ποσό περίπου ΛΚ84.165 τον οποίο χρησιμοποιούσε με το όνομα Ανδρέας Χαραλάμπους. (στ) Το γεγονός ότι διατηρούσε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου στο Λονδίνο με το ποσό των Στερλινών 723,86 ο οποίος ήταν κοινός μαζί με τον υιό τους Χαράλαμπο. (Τεκ. 45). (ζ) Το γεγονός ότι η εταιρεία ANDREAS CH. PATSALIDES LTD είχε να λαμβάνει από τους χρεώστες πελάτες της το ποσό των ΛΚ152.259,88 περίπου ενώ προέβαινε σε διαβεβαιώσεις προς την ίδια ότι η εν λόγω εταιρεία δεν είχε ούτε χρήματα, ούτε πιστωτές κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. (Τεκ. 67). (η) Το γεγονός ότι διατηρούσε λογαριασμό στο όνομά του στην USB Bank Ltd για το ποσό των ΛΚ4.
  23. (Τεκ. 88). (θ) Ο ενάγων της παρουσίασε ότι οι μετοχές τις οποίες είχε αγοράσει και διαπραγματεύονταν στο Χρηματιστήριο ήταν μηδαμινής αξίας και δεν αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο το οποίο έπρεπε να προστεθεί στη συμφωνία, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία και την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού οι εν λόγω μετοχές ανέρχονταν σε €153.082,
  24. (Τεκ. 116 και 118). (ι) Της απέκρυψε ότι είχε ακίνητη ιδιοκτησία επ΄ ονόματι της εταιρείας URALIA BONDED WAREHOUSES LTD στην οποία ήταν μέτοχος κατά 50%, η οποία αποτελείτο από ένα οικόπεδο με αρ. εγγραφής 1/85 στον Αγ. Σπυρίδωνα αξίας €51.000 κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας σύμφωνα με εκτίμηση ημερομηνίας 5.3.
  25. (Τεκ. 76). (κ) Της απέκρυψε επίσης ακίνητη περιουσία επ΄ ονόματι της εταιρείας MAZARUNI SHIPPING COMPANY LTD στην οποία ο ενάγων ήταν μέτοχος κατά 50%. Επρόκειτο για το ακίνητο με αρ. εγγραφής 1/69 αξίας €1.200.000 σύμφωνα με εκτίμηση ημερομηνίας 6.3.
  26. (Τεκ. 77). (λ) Το γεγονός ότι διατηρούσε λογαριασμό με καταθέσεις στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου). (Τεκ. 87). (μ) Με σκοπό την εξαπάτηση της δεσμεύτηκε να αποσύρει όλες τις εκκρεμούσες αιτήσεις ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, πράγμα που δεν έπραξε. (ν) Ο ενάγων με σκοπό τον εξαναγκασμό της να υπογράψει τη συμφωνία ασκούσε συστηματικά τόσο στην ίδια όσο και στη θυγατέρα τους σωματική και ψυχολογική βία. Η ενάγουσα παρέπεμψε σε αποφάσεις όπου καταδικάστηκε ο ενάγων για άσκηση βίας ενώ αθωώθηκε η ίδια από υπόθεση που κατήγγειλε ο ενάγων στην αστυνομία. (Σχετικά είναι τα Τεκ. 60, 61 και 17). (ξ) Τη διαβεβαίωνε ότι μετά την υπογραφή της συμφωνίας η σχέση τους θα καλυτέρευε και πως ήταν ο μόνος τρόπος να σωθεί ο γάμος τους, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. (ο) Ο ενάγων ανέλαβε να εξοφλήσει όλα τα βάρη και υποθήκες που βάρυναν της περιουσία της, κάτι που μέχρι σήμερα δεν έχει πράξει. Τα κυριώτερα σημεία της αντεξέτασης της έχουν ως εξής: · Αναφορικά με τον ισχυρισμό της παραγράφου 6 της δήλωσης της περί δανείων που εξασφαλίστηκαν με επιβάρυνση περιουσία των γονιών της η εναγόμενη δεν μπορούσε να δώσει στοιχεία γιατί έχουν γίνει πριν αρκετά χρόνια, ο πατέρας της έχει αποβιώσει και δεν υπήρχε κάποιος να θυμηθεί να της πει τι είχε γίνει. · Για την εταιρεία Zefiros Trading Ltd η εναγόμενη δεν μπορούσε να δώσει στοιχεία για τα κέρδη που η εταιρεία πραγματοποίησε λόγω του ότι τα ζήτησε από τον λογιστή και δεν της τα έδωσε. Κατέθεσε όμως μίαν κατάσταση των πιστωτών Τεκμ. 141 και ισχυρίστηκε ότι τα ποσά καταβλήθηκαν στην εταιρεία χωρίς όμως να μπορεί να παρουσιάσει στοιχεία περί τούτου. · Τα ενοίκια που εισέπραττε από τα διαμερίσματα και καταστήματα που της είχαν εκχωρήσει με δωρεάν οι γονείς της κατατίθεντο σε λογαριασμό δανείου στο Συνεργατικό Ταμιεύτηριο Λεμεσού για την ανοικοδόμιση του σπιτιού τους. Το δάνειο ήταν στο όνομα του ενάγοντα με υποθήκη την περιουσία που ήταν στο όνομα της ίδιας. · Η εναγομένη αρνήθηκε υποβολή ότι το ποσό για την αγορά του ακινήτου 5041 που αναφέρει στη δήλωση της και ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ9.500, καταβλήθηκε από τον ενάγοντα στον πατέρα της, επιμένοντας στη δήλωση της ότι το οικόπεδο δόθηκε με ανταλλαγή ένα χωράφι. Ο πωλητής έχει αποβιώσει και το περιεχόμενο μίας γραπτής δήλωσης του ιδίου δεν έγινε αποδεκτό. · Αναφορικά με την ανέγερση της οικογενειακής κατοικίας επί του ακινήτου υπ΄αρ. εγγραφής 4550 ύψους ΛΚ124.004 η εναγομένη ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το ποιός κατέβαλε το ποσό αυτό: «Παραμένω στη θέση που έχω αναφέρει και για την προηγούμενη απόκτηση της περιουσίας. Ο αιτητής, ο ενάγοντας εις την αντεξέταση του στις 14.1.13 λέει ότι έπαιρνε μισθό ΛΚ600 και όλα τα υπόλοιπα πληρώνονταν με τα ενοίκια τα οποία παίρναμε από τη γονική περιουσία των γονιών μου, ο ίδιος το έχει αναφέρει στη δική του μαρτυρία. Το χτίσιμο του σπιτιού έχει γίνει με την πάρα πολλή βοήθεια των γονιών μου, συν τα χρήματα, συν χρήματα δικά μας. Και οι δύο συνεισφέραμε για τούτο αλλά ως επί το πλείστον με τη δική μου συνεισφορά διότι πρόσφεραν οι γονείς, τόσο ο πατέρας μου και χειρονακτικά είχε προσφέρει στο σπίτι διότι το επάγγελμα του ήταν πάνω στην κατασκευκή κτιρίων, ήταν επιστάτης και πρόσφερε χειρονατικά στην κατασκευή του σπιτιού μας.». Της ζητήθηκε από το συνήγορο του ενάγοντα να καταθέσει αποδείξεις και μεταφορές χρημάτων για απόκτηση της οικογενειακής περιουσίας και η εναγόμενη παρέπεμψε στο Τεκμ.
  27. Όπως ανέφερε, δεν είχε άλλες αποδείξεις γιατί φεύγοντας από το σπίτι έμεινα όλα εκεί και ο ενάγοντας έχει κάποιες αποδείξεις, χωρίς να σημαίνει ότι κάποιος που πηγαίνει και αγοράζει κάποια υλικά για το σπίτι και βγαίνει η απόδειξη στο όνομα του ότι είναι αυτός που κτίζει το σπίτι. · Ερωτηθείσα για την περίοδο όπου δεχόταν πιέσεις από τον ενάγοντα, η εναγομένη αναφέρθηκε σε όλη την περίοδο του 2002 ως την αποκορύφωση, ενώ υπήρχαν και προηγουμένως. Ο εναγόμενος είχε φύγει για οκτώ ημέρες από το σπίτι και όταν επέστρεψε της ζητούσε πληρεξούσιο να διαχειρίζεται την περιουσία η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα της, η ίδια αρνήθηκε και τότε άρχισε ένας πόλεμος και η βία που ασκούσε στην ίδια και ιδιαίτερα στην Ελίζα έφθασε στο αποκορύφωμα. Οι ψευδείς δε παραστάσεις που επικαλείται είναι ότι ο ενάγοντας από τη μιά της ανέφερε ότι έχασε χρήματα στο Χρηματιστήριο και από την άλλη την καλόπιανε. · Η εναγομένη ανέφερε ότι δεν υπήρξε διαπραγμάτευση πριν την συμφωνία, δεν συναντήθηκαν οι δικηγόροι τους προηγουμένως. Διευκρίνισε ότι δεν ζήτησε ούτε η ίδια ούτε η δικηγόρος της οποιεσδήποτε λεπτομέρειες των υποχρεώσεων του ενάγοντα ούτε οποιαδήποτε στοιχεία όπως αυτά αναφέρονται στη δήλωση της. · Η μοναδική της συναλλαγή στο Χρηματιστήριο αφορούσε την αγοραπωλησία 454 μετοχών της Libra απ΄ ότι γνωρίζει. Ζήτησε όμως από την Sharelink Securities Ltd να της στείλει κατάσταση λογαριασμού. Η ίδια διευκρίνισε, δεν έχει δώσει ποτέ οδηγίες για οποιαδήποτε αγορά μετοχών. Ο ενάγοντας αγόραζε στο δικό της όνομα χωρίς να είναι η ίδια ενήμερη. Όπως πληροροφήθηκε εκ των υστέρων από το δικηγόρο της ένα άτομο δεν μπορούσε να αγοράσει περισσότερες μετοχές από ένα ορισμένο ποσό και γίνονταν αγορές πάνω σε άλλα ονόματα. Της παρουσιάστηκε ένα έγγραφο που τιτλοφορείται σύμβαση παροχής υπηρεσιών ημερ. 30.3.2000 όπου αναγνώρισε την υπογραφή της ως Τεκμ. 145 και κατάσταση λογαριασμού της Sharelink ως Τεκμ.
  28. · Αναφορικά με το Τεκμ. 109, το μέρος του ημερολογίου της που κατέθεσε ο ενάγοντας, η μάρτυρας διευκρίνισε ότι αναφέρεται στην περιουσία που αποκτήθηκε από κοινού μετά το γάμο και βρισκόταν εγγεγραμμένη στο δικό της όνομα, κάτι που ποτέ δεν έχει αμφισβητήσει. Αν ο ενάγοντας ήθελε να του μεταβιβάσει το μερίδιο το δικό της θα το μεταβίβαζε, προκειμένου να επέλθει ηρεμία. · Η ίδια έστειλε στην Μητρόπολη Λεμεσού στις 20.6.2002 επιστολή για να ξεκινήσει η διαδικασία λύσης του γάμου και την ίδια ημέρα είχε αποστείλει επιστολή στο Κτηματολόγιο για την ακύρωση του πληρεξουσίου. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο λόγος που έκανε αυτές τις ενέργειες ήταν γιατί είχε κάνει και ο Πέτρος Κοσμά αίτηση για διαζύγιο και προχώρησε να αναφερθεί σε εξωσυζυγικές σχέσεις που είχε ο ενάγοντας με άλλες γυναίκες. Ανέφερε επίσης ότι εκείνη την ημέρα ο ενάγοντας πήρε το γιό τους Χαράλαμπο στο γραφείο του απ΄ όπου ο γιός της της τηλεφώνησε και της διάβασε το περιεχόμενο ενός πληρεξουσίου εγγράφου που κατ΄ ισχυρισμό έδωσε στον ενάγοντα. · Αναφερόμενη σε ένα περιστατικό βίας που κατ΄ ισχυρισμό έλαβε χώρα στις 26.9.2002, ανέφερε ότι την επόμενη ημέρα ο ενάγοντας άρχισε να την καλοπιάνει, να ζητά συγγνώμη και δεν κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Στην Αστυνομία πήγε τον Μάρτιο του
  29. · Η εναγόμενη αρνήθηκε ότι είναι η ίδια που εισηγήθηκε την υπογραφή συμφωνίας διαχωρισμού περιουσίας και ανέφερε ότι ο ενάγοντας εισηγήθηκε την υπογραφή της συμφωνίας έτσι ώστε μετά να αποσύρει την υπόθεση από το Οικογενειακό Δικαστήριο και να ζήσουν πάλι αρμονικά. Τις συμφωνίες τις έφερνε ο ίδιος και τις άλλαζε όπως ο ίδιος ήθελε χωρίς η ίδια να ασχοληθεί με αυτές. Η ίδια δεν ήθελε να υπογράψει καμία συμφωνία και δεν τις είχε δεί παρά μόνο την ημέρα που θα υπέγραφε τη συμφωνία στο Δικαστήριο. Η συμφωνία είχε αποσταλεί από το δικηγόρο του ενάγοντα στη δικηγόρο της το προηγούμενο βράδυ, δεν είχε γίνει καμία προεργασία για την υπογραφή της συμφωνίας. Η ίδια είχε ενδώσει γιατί τις τελευταίες 10 ημέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας οι σχέσεις της με τον ενάγοντα ήταν καλές. Αναφέρθηκε στον όρο της συμφωνίας ότι την αποκλειστική χρήση του σπιτιού θα είχε ο ενάγοντας και είπε ότι ο όρος αυτός προσετέθη την τελευταία στιγμή, η ίδια δεν ήθελε να υπογράψει αλλά τελικά υπέγραψε λόγω, μεταξύ άλλων και των πιέσεων που δέχτηκε από τα παιδιά της. · Αναφορικά με το φάκελο που βρήκε η εναγομένη την επομένη της υπογραφής της συμφωνίας στο συρτάρι του ενάγοντα, πήρε σημειώσεις με τα στοιχεία που ήθελε και άφησε το φάκελο στη θέση του. Το περιεχόμενο του φακέλου αφορούσε κυρίως καταστάσεις λογαριασμών σε τράπεζες. · Αναφορικά με τον ισχυρισμό της περί μεταβίβασης του 1/12 μεριδίου του ενάγονταα στο ακίνητο με αρ. 1/62446 επ΄ ονόματι της μητέρας του το πληροφορήθηκε όταν διόρισε δικηγόρο της τον κ. Μελίδη και έγιναν έρευνες και συνεπώς δεν έπαιξε ρόλο στην ισχυριζόμενη απόφαση της να τερματίσει την συμφωνία. Το ίδιο και η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον της Medochemie και όσα αναφέρονται στην παράγραφο 27(γ) της γραπτής της δήλωσης σε συνάρτηση με τo συμφέρον που κατ΄ ισχυρισμόν είχε ο ενάγοντας στην Sharefield Investments Ltd παρά το ότι γνώριζε για την ύπαρξη της εταιρείας από προηγουμένως. Το ποσό των ΛΚ35.000 που κατ΄ ισχυρισμόν έλαβε από κοινό λογαριασμό και το κατέθεσε σε δικό του λογαριασμό το είχε ανακαλύψει, είπε στι 16.11.
  30. Την ίδια ημέρα ανακάλυψε και το ποσό που διατηρούσε στην Alpha Bank, όπως αναφέρεται στη παράγραφο 37(ε) της δήλωσης της, καθώς και τον λογαριασμό στην USB με υπόλοιπο ΛΚ4.
  31. Αναφορικά με τους χρεώστες της εταιρείας A. Patsalides όπως αναφέρεται στην παράγραφο 37(ζ) της δήλωσης, ο ενάγοντας την ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας στο Δικαστήριο την διαβεβαίωσε ότι η εταιρεία δεν είχε να παίρνει κάποια χρήματα, την ίδια ημέρα και και στον ίδιο χώρο την διαβεβαίωσε για την μηδαμινή αξία των μετοχών που είχε αγοράσει και διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ όπως αναφέρεται στην παράγραφο 37(θ) της δήλωσης της. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της στις παραγράφους 37(ι) και (κ) ήτοι για την ακίνητη περιουσία των εταιρειών Uralia και Mazaruni αποτελούν στοιχεία που προέκυψαν μετά από έρευνες που έγιναν μετά το διορισμό του κ. Μελίδη. Ο λογαριασμός στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν μπορούσε η μάρτυρας να καθορίσει αν αφορούσε ποσό 723 λιρών περίπου, ήταν όμως λογαριασμός που ανακάλυψε στις 16.11.
  32. Ο Αντώνης Χειλιμίντρης, Μ.Υ.3, υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα στη λεωφόρο Ομονοίας αναφέρθηκε σε λογαριασμό που άνοιξε ο ενάγοντας στις 12.3.2002 με ποσό ΛΚ40.
  33. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στις αναλήψεις που έγιναν και ότι αυτός έκλεισε στις 14.6.
  34. Κατέθεσε ως Τεκμ. 150 την κατάσταση λογαριασμού. Το έτος 2002 ο ενάγοντας άνοιξε και δεύτερο λογαριασμό στις 19.3.2002 ο οποίος εξοφλήθηκε στις 20.12.
  35. Κατάθεσε ως Τεκμ. 151 την κατάσταση λογαριασμού Η Ελίζα Πατσαλίδου, Μ.Υ.4, κόρη των διαδίκων αναφέρθηκε στη κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι τους το 2002 όπου κεντρικό θέμα συζήτησης και αντιπαράθεσης ήταν η περιουσία. Ο πατέρας της είχε χάσει κάποια χρήματα στο χρηματιστήριο και προσπαθούσε να πείσει τη μητέρα της να του μεταβιβάσει κάποια περιουσία. Υπήρχαν εκείνη την περίοδο καυγάδες στο σπίτι τόσο για περιουσιακά θέματα όσο και για το ότι ο πατέρας της υποπτευόταν ότι η μητέρα της είχε εξωσυζυγική σχέση. Όπως ανέφερε «για δικούς τους λόγους, φαντάζομαι, είχαν μπει στη διαδικασία να θέλουν να κάνουν την οικονομική συμφωνία, απλώς άκουσα ήταν γιατί ο παπάς μου ήθελε να νιώθει κάποια ασφάλεια γιατί είχε χάσει πολλά λεφτά στο χρηματιστήριο και η μάμα μου είχε μπει στη διαδικασία να κάνει τούτο το πράγμα γιατί απλά ήθελε να ξεφύγει από το γάμο, τη σχέση τους και να χωρίσουν, οπόταν νομίζω ότι ο λόγος που τη δέχτηκε κιόλας ήταν να ξεφύγει από τούτη την κατάσταση την οποία επικρατούσε στο σπίτι και να φύγουμε όλοι μαζί». Διευκρίνισε δε ότι η κατάσταση που ήθελε να ξεφύγει η μητέρα της ήταν η κατάσταση βίας που επικρατούσε στο σπίτι τόσο προς την μητέρα της όσο και προς την ίδια. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας όταν ήρθαν στο σπίτι οι γονείς της καυγάδισαν και η μητέρα της φώναζε να ακυρώσουν τη συμφωνία γιατί ο πατέρας της της είπε ψέματα και δεν τα έγραψε όλα στο χαρτί. Στις 18.11.2002, ημερομηνία που η μάρτυρας ανέφερε ότι θυμόταν πολύ καλά και αφού προηγήθηκαν πολλοί καυγάδες η μητέρα της έφυγε και πήγε στο σπίτι της γιαγιάς της ενώ την επομένη επέστρεψε στο σπίτι και πήρε τον αδελφό της τον Μάριο (μικρό). Η ίδια μαζί με τον αδελφό της Χαράλαμπο παρέμειναν στο σπίτι με τον πατέρα τους μέχρι τα Χριστούγεννα. Μετά τσακώθηκε με τον πατέρα της, την έδιωξε από το σπίτι και πήγε και έμεινε με την μητέρα της, η οποία ανέλαβε και τις σπουδές της, με τις σχέσεις της με τον πατέρα της να αποκαθίστανται μόλις πριν από 2 - 3 χρόνια. Ο Παναγιώτης Χριστοφόρου, Μ.Υ.5, λειτουργός στο Τμήμα Εκκαθάρισης Συναλλαγών στο ΧΑΚ, αναφέρθηκε στην μερίδα που διατηρεί ο ενάγοντας στο ΧΑΚ και κατέθεσε ως Τεκμ. 152, την ανάλυση των πράξεων που διενήργησε κατά την περίοδο 1.10.1999 - 30.10.
  36. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμ. 153 την περιληπτική μορφή των συναλλαγών του ενάγοντα. Αναγνώρισε επίσης τα Τεκμ. 118 και Τεκμ. 134 ότι ετοιμάστηκαν από το ΧΑΚ. Η συνολική αξία των μετοχών που αγόρασε ο ενάγοντας, είπε, σύμφωνα με το Τεκμ. 152 ανέρχεται σε ΛΚ3.325.378,40 ενώ των πωλήσεων σε ΛΚ3.450.936,
  37. Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να καθορίσει κατά πόσον από τα κέρδη που πραγματοποίησε ο ενάγοντας από τις αγοραπωλησίες μετοχών έπαιρνε χρήματα. Ζητήθηκε από το μάρτυρα να ερευνήσει κατά πόσον υπήρχε λογαριασμός στο ΧΑΚ στο όνομα της εναγομένης και ανέφερε ότι φαίνεται ότι δεν υπήρχει κανένας λογαριασμός. Ο Γιαννάκης Γρηγορίου Μ.Υ.6 υπάλληλος στην Alpha Bank στο κατάστημα της λεωφ. Ομονοίας ανέφερε ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λογαριασμός που να αφορά τον Ανδρέα Πατσαλίδη για τον επίδικο χρόνο. Στο εν λόγω κατάστημα διατηρούσε λογαριασμό προθεσμίας η Ελένη Δαμιανού για ποσό 5.258,75 συμπεριλαμβανομένων τόκων ο οποίος έκλεισε στις 30.10.2002 και το ποσό μεταφέρθηκε σε λογαριασμό ταμιευτηρίου ο οποίος στις 15.11.2002 είχε υπόλοιπο 10.844,23 Η Σωκρατία Σάββα Γρηγορίου Μ.Υ.7 επικαλέστηκε το τραπεζικό απόρρητο το οποίο ήρθη μετά από δήλωση του συνηγόρου του ενάγοντα αναφορικά με τους λογαριασμούς που διατηρούσε ο ίδιος στην εν λόγω τράπεζα κατά τον επίδικο χρόνο ομως η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες. Η Μαριάννα Βασιλειάδου Μ.Υ.8, υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα επικαλέστηκαν τραπεζικό απόρρητο και τελικά δεν έδωσε οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με λογαριασμούς της Sharefield Investments Ltd και της εταιρείας Gainfield. Ο Περικλής Μάρκαρης Μ.Υ.9, εκτιμητής ακινήτων υιοθέτησε εκτιμήσεις ακινήτων που έκανε και κατατέθηκαν ως Τεκμ. 75 -
  38. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους τόσο ως προς τη μαρτυρία όσο και ως προς τη νομική πτυχή της υπόθεσης σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες εξέτασα και θα αναφερθώ εκεί όπου χρειάζεται στην πορεία της απόφασης. Ο κ. Φασουλιώτης εισηγήθηκε ότι ο ενάγοντας προέβηκε σε όλες τις ενέργειες που απαιτούντο για εκπλήρωση της συμφωνίας ενώ η εναγομένη παρέλειψε να εκπληρώσει τις δικές της συμβατικές υποχρεώσεις, χωρίς ποτέ της να δηλώσει ρητώς ότι αρνείται να το πράξει και χωρίς να προσδιορίσει τους λόγους της παράλειψης της αυτής. Αναφερόμενος στην επιστολή Τεκμ. 39 που κατ΄ ισχυρισμό της εναγομένης απεστάλη από τη δικηγόρο της με την οποία τερματίζει τη συμφωνία, εισηγήθηκε ότι αποτελεί ένα πλαστό και κατασκευασμένο έγγραφο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέλυσε με αναφορά στη νομική πτυχή τη δοθείσα μαρτυρία σε συνάρτηση με την ισχυριζόμενη ψυχική και σωματική πίεση και κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ανυπόστατοι. Σε ό,τι αφορά την ισχυριζόμενη απάτη και ψευδείς παραστάσεις του ενάγοντα, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι μέσα από τη μαρτυρία της εναγομένης προκύπτει ότι αυτή δεν διαπραγματεύτηκε ούτε συζήτησε το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επικαλείται ότι η υπογραφή της συμφωνίας ήταν το αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων του ενάγοντα, χωρίς να απαιτείται λεπτομερής εξέταση των λεπτομερειεών που επικαλείται. Πέραν τούτου, οι περισσότερες λεπτομέρειες προέκυψαν μετά από έρευνες που έγιναν από τον δικηγόρο που διόρισε το 2011 και δεν θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τον ισχυριζόμενο τερματισμό της συμφωνίας από την επόμενη της υπογραφής της. Από την άλλη, ο κ. Μελίδης αναφέρθηκε στη μαρτυρία της εναγομένης στη βάση της οποίας και ανέλυσε τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της ψυχικής πίεσης, της απάτης και των ψευδών παραστάσεων. Ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι στη βάση των αρχών αυτών το Δικαστήριο θα πρέπει να οδηγηθεί σε εύρημα ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη. Ιδιαίτερη ανάλυση έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο στη σελίδα του προσωπικού ημερολογίου της εναγομένης που καταχωρήθηκε ως τεκμήριο. Πρόκειται για έγγραφο που λήφθηκε κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων και ελευθεριών της εναγομένης, ανέφερε ο συνήγορος, αφού προέβη σε εκτεταμένη ανάλυση των διαφόρων συνταγματικών και άλλων προνοιών που διέπουν το θέμα. Αξιολόγηση Η αξιολόγηση της μαρτυρίας στην παρούσα υπόθεση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Παρά το ότι η βάση της αγωγής είναι η εκτέλεση μίας σύμβασης, το γεγονός ότι η σύμβαση αυτή αφορά σε διευθέτηση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων, ήταν αναπόφευκτο να επεκταθεί η μαρτυρία στις σχέσεις μεταξύ τους κατά τη διάρκεια του γάμου και έχοντας υπόψη ότι τελικά υπήρξε διάλυση του γάμου, να υπάρχει συναισθηματική φόρτηση, ιδιαίτερα κατά το στάδιο όπου έδιδε μαρτυρία η Ελίζα, κόρη των διαδίκων. Θα πρέπει εξ αρχής να σημειωθεί ότι για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης αυτό που έχει σημασία να εξεταστεί είναι κατά πόσο η σύναψη της επίδικης συμφωνίας είναι αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης που κατ΄ ισχυρισμό άσκησε ο ενάγοντας στην εναγομένη και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρξε τελικά διάλυση του γάμου των διαδίκων υποδηλεί τον κλονισμό των σχέσεων τους που, όπως φάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας και τις μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες, οι διάδικοι δεν μπόρεσαν να γεφυρώσουν ούτε για χάριν των τριών παιδιών που απέκτησαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Είναι δε λυπηρό που σε μία περιουσιακή διαμάχη κλήθηκε ως μάτυρας η κόρη τους, η οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί σε μία ψυχοφθόρα διαδικασία. Θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτά τα στοιχεία για να εξηγήσω ότι, όπως είναι φυσικό σε τέτοιες υποθέσεις υπάρχουν υπερβολές και πάθη. Ο ενάγοντας έδωσε τη μαρτυρία του στη κυρίως εξέταση περιοριζόμενος στα απαραίτητα που αφορούσαν την επίδικη συμφωνία. Υπέστη εκτεταμένη αντεξέταση χωρίς όμως να διαφοροποιήσει ουσιαστικά τις θέσεις του και προσπαθούσε τον κάθε ισχυρισμό του να τον τεκμηριώσει με αναφορά σε έγγραφα. Δημιουργούνται βέβαια κάποια ερωτηματικά όπως θα αναφέρω στη συνέχεια, όμως σε όση έκταση η μαρτυρία του σε συνάρτηση με τα περιουσιακά θέματα συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια και δεν αμφισβητείται από άλλην αποδεκτή μαρτυρία γίνεται αποδεκτή. Ο ενάγοντας όμως δεν με έπεισε για τη συμπεριφορά του τόσο προς την Δάφνη όσο και προς την Ελίζα, ούτε ως προς τη σχέση που είχε η Ζωή Νικολάου με την οικογένεια. Η εναγομένη από την άλλη έδωσε τη μαρτυρία της στηριζόμενη σε γενικότητες, κυρίως καταλογίζοντας στον ενάγοντα βίαιη συμπεριφορά και προσπάθεια να οικειοποιηθεί την περιουσία της. Οι ισχυρισμοί της σε συνάρτηση με την επίδικη συμφωνία παρέμειναν χωρίς τεκμηρίωση και ανοικοδομούσε ισχυρισμούς στη βάση της μαρτυρίας του ενάγοντα. Ουσιαστικά μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν είχε την απαιτούμενη μαρτυρία και τεκμηρίωση για τις θέσεις της, και προσπαθούσε να λάβει στοιχεία από τον ενάγοντα για να κατοχυρώσει τους ισχυρισμούς της. Σε μίαν υπόθεση όπου είναι δεδομένη η υπογραφή της συμφωνίας η οποία μάλιστα έγινε στο χώρο του Δικαστηρίου ενώ η εναγομένη είχε δικηγόρο της επιλογής της που μπορούσε να συμβουλεύεται και όπου μετά από την υπογραφή της συμφωνίας ακολούθησαν εμφανίσεις στο Δικαστήριο με στόχο την υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας, οι ισχυρισμοί περί ακυρότητας και τερματισμού της θα έπρεπε να συνοδεύονται από σαφή και τεκμηριωμένη μαρτυρία. Υπήρξε μεγάλο κεφάλαιο στην υπόθεση ένα ημερολόγιο που κατ΄ ισχυρισμό διατηρούσε η εναγομένη και κατέγραφε σ΄ αυτό τις σκέψεις και τα συναισθήματα της. Κατατέθηκε από τον ενάγοντα μία σελίδα από το εν λόγω ημερολόγιο (Τεκμ. 109) στην οποία αναφερόταν στην περιουσία που ο ενάγοντας ενέγραψε στο όνομα της για δικούς του λόγους και εκφράζει την επιθυμία να του τα μεταβιβάσει. Όπως ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, αντίγραφο αυτής της σελίδας δόθηκε στον ίδιο από την εναγομένη. Η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι αυτό εκλάπη από τον ενάγοντα γεγονός που κατήγγειλε στην αστυνομία μετά την καταχώρηση του στο Δικαστήριο και πως η κατάθεση του προσωπικού της ημερολογίου παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιωτικής της ζωής που τυγχάνει προστασίας από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το γεγονός ότι η εναγομένη έκαμε την σχετική καταγραφή στο ημερολόγιο της δεν αμφισβητήθηκε, άλλωστε κάτι τέτοιο θα ήταν αντιφατικό με τον ισχυρισμό περί κλοπής του ημερολογίου. Εκείνο όμως που επισημαίνω είναι ότι παρά την έντονη αντίδραση της εναγομένης για την κατάθεση της εν λόγω παραγράφου από το ημερολόγιο της, η οποία σημειώνεται ότι εν πάση περιπτώσει από μόνη της δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημαντική επίπτωση στην υπόθεση όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια, η ίδια προσπάθησε σε διάφορα στάδια της υπόθεσης να καταθέσει άλλες σελίδες του εν λόγω ημερολογίου για να ενισχύσει την μαρτυρία της, χωρίς να θεωρεί ότι παραβιάζεται το δικαίωμα της ιδιωτικής της ζωής. Βέβαια η εν λόγω μαρτυρία δεν επετράπη, αφού στόχο είχε την αυτοενίσχυση. Αυτό όμως υποδηλεί μία στάση επιλεκτικής αναφοράς στα γεγονότα. Η εναγομένη προώθησε τη θέση ότι δεν ασχολήθηκε καθόλου με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, ούτε την είχε διαβάσει πριν μεταβεί στο Δικαστήριο για την υπογραφή της. Όμως από την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι πριν την υπογραφή της συμφωνίας υπήρξαν προσχέδια συμφωνίας (Τεκμ. 53 - 56) τα οποία ανταλλάγησαν μέσω δικηγόρων. Συνεπώς η μαρτυρία της επί του προκειμένου είναι αντιφατική ή τουλάχιστον στερείται πειστικότητας. Ακόμα και ο ισχυρισμός της ότι την επόμενη ημέρα όταν βρήκε κάποια έγγραφα στο συρτάρι του κωμοδίνου του συζύγου της διαπίστωσε ότι είχε ξεγελαστεί και προχώρησε στην κατ΄ισχυρισμόν αποστολή επιστολής τερματισμού της συμφωνίας, επίσης στερείται πειστικότητας. Και ο λόγος είναι ότι τα έγγραφα που κατ΄ισχυρισμό βρήκε επρόκειτο για τραπεζικούς λογαριασμούς, ενώ όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση της, τα περισσότερα στοιχεία επί των οποίων εδράζεται η θέση της περί ψευδών παραστάσεων τα ανακάλυψε, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της, πολλά χρόνια μετά, όταν διόρισε δικηγόρο τον κ. Μελίδη ο οποίος προέβη σε έρευνες στο Κτηματολόγιο, Έφορο Εταιρειών κ.λ.π.. Περαιτέρω, ενώ ακολούθησαν αυτής της ανακάλυψης διάφορες εμφανίσεις των δικηγόρων της στο Δικαστήριο με στόχο την υλοποίηση της συμφωνίας, καμία αναφορά δεν έγινε στο γεγονός αυτό. Το μοναδικό στοιχείο που αναφέρθηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο ως σημείο διαφωνίας με την συμφωνία ήταν ως προς το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής κατοικίας, που δίδεται με βάση τη συμφωνία στον ενάγοντα. Ένα άλλο θέμα που με προβλημάτισε είναι πως η εναγομένη, όσο και εάν τελούσε, όπως ισχυρίζεται, σε κατάσταση απελπισίας, διέθετε δικηγόρο και τόσο στο τελικό κείμενο της συμφωνίας όπως και στα προσχέδια αυτής, περιείχετο ξεκάθαρος κατάλογος της περιουσίας που απεκτήθη κατά τη διάρκεια του γάμου καθώς και της περιουσίας που ανήκε στον ενάγοντα. Από την στιγμή που υπήρξαν προσχέδια συμφωνίας, δηλαδή δεν πρόκειται για την περίπτωση όπου τέθηκε στην εναγομένη μία συμφωνία με την τελεσίδικη απαίτηση του ενάγοντα να την υπογράψει και όπως η ίδια ισχυρίστηκε, εκείνες τις μέρες οι σχέσεις της με τον ενάγοντα ήταν καλές και με δεδομένο ότι είχε δικηγόρο να ενεργεί εκ μέρους της, είναι άξιον απορίας γιατί δεν ανέφερε οτιδήποτε τουλάχιστον για την περιουσία που ισχυρίζεται ότι της έδωσαν οι γονείς της και για τα ενοίκια που εισπράττονταν από την εν λόγω περιουσία. Οι μάρτυρες Νίκη Σολωμού, Μ.Ε.2, Αντώνης Χειλιμίντρης Μ.Υ.3, Παναγιώτης Χριστοφόρου Μ.Υ.5 και Γιαννάκης Γρηγορίου, υπήρξαν ανεξάρτητοι μάρτυρες στην υπόθεση και κρίνω ότι η μαρτυρία τους υπήρξε αντικειμενική, γίνεται αποδεκτή και προβαίνω στα ανάλογα ευρήματα. Η Σωκρατία Σάββα Γρηγορίου Μ.Υ.7 και η Μαριάννα Βασιλειάδου δεν ανέφεραν οτιδήποτε για την υπόθεση. Η Ζωή Νικολάου, φίλη της εναγομένης η οποία, όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση είχε και η ίδια την εμπειρεία ενός τραυματικού διαζυγίου, δεν μπορώ να τη θεωρήσω ως ανεξάρτητη μάρτυρα. Θεωρώ ότι δεν θα μπορούσα να στηριχθώ στη μαρτυρία της για να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα. Βέβαια δεν αμφισβητώ τη μαρτυρία της ως προς την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στο σπίτι των διαδίκων πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, για την οποία άλλωστε ακόμα και ο ενάγοντας αποδέκτηκε, τουλάχιστον σε ότι αφορά το συμβάν που έγινε στην παρουσία της. Ως προς τα υπόλοιπα θέματα που ανεφέρθη η μάρτυρας περί της συμφωνίας, αυτά βέβαια αποτελούν θέματα που κατ΄ ισχυρισμό της ανέφερε η εναγομένη χωρίς η μάρτυρας να έχει ιδίαν γνώση, πέραν του ότι χαρακτηρίζονται από γενικότητες που δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σε υπόθεση αυτής της φύσης. Η Ελίζα, κόρη του ζεύγους θεωρώ ότι δεν μπορούσε να αναφερθεί σε οτιδήποτε αφορούσε την ίδια τη συμφωνία, άλλωστε ούτε επιχείρησε να κάνει κάτι τέτοιο. Ουσιαστικά κατά την κυρίως εξέταση αναφέρθηκε στις συνθήκες που επικρατούσαν στο σπίτι κατά την περίοδο που υπεγράφη η συμφωνία, χωρίς να αναφερθεί σε τραυματικές εμπειρίες που κατ΄ ισχυρισμό είχε στην παιδική της ηλικία ούτε σε ισχυριζόμενα περιστατικά βίας εναντίον τόσο της ίδιας όσο και της μητέρας της. Η μαρτυρία αυτή προέκυψε κατά την αντεξέταση μετά από σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου του ενάγοντα. Δεν θεωρώ ότι ενδιαφέρει, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η λεπτομερής αναφορά και ανάλυση αυτής της μαρτυρίας, ειδικώτερα έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις της εναγομένης, όπου περιορίζονται οι αναφορές σε ισχυριζόμενη άσκηση σωματικής και ψυχικής βίας κατά της ίδιας και της Ελίζας το έτος
  39. Αυτό που διαπίστωσα, έχοντας δει τη μάρτυρα αυτή να καταθέτει ενώπιον μου, είναι ότι η Ελίζα δεν ήρθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να παραθέσει μίαν κατασκευασμένη και ψευδή μαρτυρία με μοναδικό κίνητρο να βοηθήσει την μητέρα της και να πληγεί ο πατέρας της, όπως ισχυρίστηκε ο συνήγορος του ενάγοντα. Άλλωστε όπως η ίδια διευκρίνισε, ενώ οι σχέσεις της με τον πατέρα της ήταν διασαλευμένες από την ημέρα που έφυγε από την οικογενειακή στέγη, επανακτήθηκαν δύο - τρία χρόνια προηγουμένως, με τον πατέρα της να της έχει παραχωρήσει διαμέρισμα για την εργασία της, κάτι που, όπως η ίδια ανέφερε, ενδεχόμενα μετά την κατάθεση της ως μάρτυρα, να το έπαιρνε πίσω. Συνεπώς η ίδια είχε προσωπικό όφελος να μην αναφερθεί σε ισχυριζόμενη άσκηση βίας τόσο εναντίον της ίδιας όσο και της μητέρας της. Πέραν τούτου η Ελίζα όχι μόνο δεν έλαβε οποιαδήποτε θέση υπέρ της μητέρας της σε σχέση με την ουσία της περιουσιακής διαφοράς των γονέων της, αλλά αντίθετα υπήρξε σαφής ότι η ίδια ουδεμία αξίωση έχει για περιουσία και χρήματα και πως η περιουσία θα έπρεπε να δοθεί στα αδέλφια της. Βέβαια δημιουργούνται διάφορα ερωτηματικά όπως ορθά τέθηκαν στην αγόρευση του κ. Φασουλιώτη, όπως το γεγονός ότι η αρχική επιλογή της Ελίζας ήταν να παραμείνει στην οικογενειακή κατοικία με τον πατέρα της και τον αδελφό της Χαράλαμπο, που δεν θεωρείται εκ πρώτης όψεως λογική απόφαση, έχοντας υπόψη την ισχυριζόμενη άσκηση βίας εναντίον της. Δεν μου διαφεύγει ότι πρόκειται για σχέσεις μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας όπου τέτοιου είδους αντίδραση είναι δυνατόν να υπάρξει, έχοντας υπόψη ότι στο σπίτι παρέμεινε και ο μεγαλύτερος αδελφός της. Άλλωστε το έτος 2002 η Ελίζα ήταν μόλις 16 χρονών, ηλικία που τα παιδιά έχουν ακόμα την ανάγκη και των δύο γονιών και συνεπώς μπορεί να δικαιολογηθεί η παραμονή της στο σπίτι με τον πατέρα και τον αδελφό της παρά την ισχυριζόμενη άσκηση βίας εναντίον της. Η Ελίζα στο στάδιο της αντεξέτασης ερωτήθηκε για την ισχυριζόμενη άσκηση βίας από τον πατέρα της, τόσο εναντίον της ίδιας όσο και της μητέρας της, θέμα που επικαλείται η εναγομένη, με γενικότητα βέβαια στο δικόγραφο της. Συνεπώς, παρά το ότι η ίδια δεν ήρθε στο Δικαστήριο με πρόθεση να αναφερθεί σε τέτοια περιστατικά, τελικά στο στάδιο της αντεξέτασης αναγκάστηκε να κάνει αναφορά σ΄ αυτά ως απάντηση σε ερωτήσεις που τέθηκαν σ΄αυτήν από το συνήγορο του ενάγοντα. Παρουσιάζεται κάποια διαφορά με την μαρτυρία της μητέρας της την οποία όμως δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να αναφερθώ σε λεπτομέρεια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η εναγομένη ισχυρίζεται ψυχική πίεση που ασκήθηκε από τον ενάγοντα σ΄ αυτήν με στόχο την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Στην υπόθεση Κεφάλας ν. Νικόλα
(2000)1 Α.Α.Δ. 1226 γίνεται ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα της ψυχικής πίεσης και αντί άλλης αναφοράς παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, στο άρθρο 16 οι διατάξεις του οποίου αποτελούν την υποθεμελίωση της πρωτόδικης απόφασης έχει ως εξής: "16.1 Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
  1. Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο - (α) Εχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
  2. Οταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου." Το άρθρο 2
(1)του Κεφ. 149 προβλέπει ότι ο νόμος αυτός ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που ισχύουν στην Αγγλία και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο νόμο θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια που τους απέδωσε το αγγλικό δίκαιο. Βλ. Patsalidou v. Kyriakides
(1979)1 CLR 71). Στο Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδ., παρ. 7-024 δίδεται ο εξής ορισμός της ψυχικής πίεσης: "Equitable doctrine of undue influence. The equitable doctrine of undue influence is a comprehensive phrase covering cases of undue influence in particular relations and also cases of coercion, domination or pressure outside those special relations. .................................................. .................................................. ................................................. .............. At common law, the presence of duress was traditionally justified on the ground that the duress prevented the party constrained from forming a full and independent resolution to contract. In equity however, the application of the doctrine of undue influence was intended rather to ensure that no person should be allowed to retain the benefit of his own fraud or wrongful act." Στην Allcard v. Skinner
(1887)36 Ch.D. 145, η θέση του δίκαιου της επιείκειας αναδύεται σύντομα και περιεκτικά μέσα από τις πιο κάτω γραμμές: "This is not a limitation placed on the action of the donor; it is a fetter placed upon the conscience of the recipient of the gift, and one which arises out of public policy and fair play." Eκ των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκειας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που αποκτάται ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία και συνεπώς δεν υπάρχουν στεγανά. Τα αγγλικά δικαστήρια έχουν περιγράψει την ψυχική πίεση ως some unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party". Βλ. Allcard v. Scinner (ανωτέρω). Στην Allcard v. Skinner (ανωτέρω) ο Cotton L.J. προσέγγισε το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγων μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις. ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν ουδετεροποιεί την άλλη. Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others
(1970)2 All E.R. 390. Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγητηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελημότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε.» Σχετική είναι και η υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανίας Κώστα Πουλλά κ.ά.
(2004)1 Α.Α.Δ. 961 όπου επίσης γίνεται ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα της ψυχικής πίεσης. Σύμφωνα με την υπεράσπιση της εναγομένης η ισχυριζόμενη ψυχική πίεση εδράζεται στο ότι ο ενάγοντας αδικαιολόγητα ξεκίνησε περί τον Απρίλιο του 2002 να δημιουργεί προβλήματα στην σχέση του με την εναγομένη με σκοπό να την πιέζει να του μεταβιβάσει την περιουσία και την ανάγκασε να υπογράψει την συμφωνία λέγονας της ότι αυτή η συμφωνία ήταν τυπική για να νιώθει ο ίδιος ασφαλεια στο γάμο τους και με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας θα αποκαθίσταντο οι σχέσεις τους και θα τελείωναν όλες οι προστριβές που ο ενάγοντας δημιουργούσε μεταξύ τους και θα αποσύρονταν όλες οι εκκερεμούσες αιτήσεις των περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο και θα επανέρχετο η σχέση τους σε φυσιολογικά επίπεδα, ως ο μονος τρόπος για να σωθεί ο γάμος τους. Η δικογραφημένη θέση της εναγομένης δεν συνάδει με την μαρτυρία που δόθηκε από την ίδια και την κόρη της Ελίζα καθώς και από τα αποδεκτά γεγονότα. Η ενάγουσα είχε αποστείλει από τον Ιούνιο του 2002 επιστολή στον οικείο Επίσκοπο για να δρομολογήσει τη διαδικασία καταχώρισης αίτησης στο Οικογενειακό Δικαστήριο για τη λύση του γάμου της με τον Πατσαλίδη, την οποία ουδέποτε ανακάλεσε. Όπως δε προκύπτει από την αίτηση που υπέβαλε στο Οικογενειακό Δικαστήριο για λύση του γάμου, Τεκμ. 21, η εναγομένη επικαλείται προβλήματα στο γάμο τους από το έτος 1999 και τα οποία την οδήγησαν στην αποστολή της επιστολής τον Ιούνιο του
  1. Περαιτέρω η εναγομένη ανέφερε ότι τόσο ο Χαράλαμπος όσο και η Ελίζα την παρότρυναν να χωρίσει, και επίσης ότι υποσχέθηκε στην Ελίζα ότι θα υπογράψει την συμφωνία για να την σώσει. Βέβαια η εναγομένη συναρτά την άσκηση βίας τόσο προς την ίδια όσο και προς την Ελίζα με την υπογραφή της συμφωνίας, παρουσιάζοντας αυτήν ως λαμβάνουσα χώρα το έτος 2002, ενώ από τη μαρτυρία της Ελίζας προκύπτει ότι αυτή η άσκηση βίας προϋπήρχε. Από την άλλη αποτέλεσε θέση της εναγομένης ότι κατά το χρονικό διάστημα αμέσως πριν την υπογραφή της συμφωνίας οι σχέσεις μεταξύ τους υπήρξαν καλές και πως αυτό που της έλεγε ο ενάγοντας ήταν πως όταν υπογραφεί η συμφωνία θα σωθεί ο γάμος τους. Τελικά για ποιό λόγο υπέγραψε τη συμφωνία; Αυτό παραμένει αδιευκρίνιστο. Πέραν και ανεξάρτητα από αυτό, η εναγομένη είχε δικηγόρο που την συμβούλευε και ανταλλάγησαν προσχέδια συμφωνίας για χρονικό διάστημα περίπου ενός μηνός μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών και η συμφωνία υπεγράφη στο χώρο του Δικαστηρίου Λεμεσού στην παρουσία των δικηγόρων. Η ίδια η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι τις συμφωνίες τις ετοίμαζε ο ενάγοντας, όμως καμία αναφορά δεν γίνεται από την ίδια ως προς τον τρόπο που ετοιμάστηκε αυτή η συμφωνία και πως εισήχθησαν τα διάφορα στοιχεία σ΄ αυτήν. Αν δε γίνει αποδεκτή η θέση της ότι τις συμφωνίες τις ετοίμαζε ο ενάγοντας, δεν υπάρχει εξήγηση για ποιό λόγο υπήρξαν τροποποιήσεις στην εν λόγω συμφωνία όπως επιμαρτυρείται με τα Τεκμ. 53 -
  2. Δεν υπάρχει επίσης οποιαδήποτε αναφορά από την εναγομένη ως προς τις οδηγίες που έδωσε στους δικηγόρους της και ο ισχυρισμός της ότι δεν έτυχε ορθής νομικής συμβουλής παρέμεινε στη σφαίρα της γενικότητας και της αοριστίας. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι από τα πρακτικά του Οικογενειακού Δικαστηρίου προκύπτει ότι ενώ γίνονταν προσπάθειες υλοποίησης της συμφωνίας με στόχο να αποσυρθεί η υπόθεση από το Οικογενειακό Δικαστήριο, ο δικηγόρος της εναγομένης δηλώνει στο Δικαστήριο στις 16.1.2003, Τεκμ. 73, ότι υπάρχει διαφωνία ως προς την χρήση της οικογενειακής κατοικίας. Αυτό όμως είναι τουλάχιστον αντιφατικό με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι την επόμενη ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας είχε ανακαλύψει λογαριασμούς στο όνομα του ενάγοντα για τους οποίους ουδεμία αναφορά γίνεται στη συμφωνία και γι αυτό έδωσε, κατά τους ισχυρισμούς της, οδηγίες στους δικηγόρους της να τερματίσουν τη συμφωνία. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό περί τερματισμού της συμφωνίας με επιστολή ημερ. 16.12.2002 Τεκμ. 39 την οποία ο ενάγοντας αρνείται ότι παρέλαβε παρατηρώ ότι αυτή παρά το ότι παρουσιάζεται να έχει αποσταλεί με fax δεν έχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι απεστάλη και παρελήφθη, συνεπώς δεν μπορώ να καταλήξω σε εύρημα ότι αυτή απεστάλη στον ενάγοντα. Πέραν τούτου, ουδεμία αναφορά γίνεται περί του τερματισμού στο Οικογενειακό Δικαστήριο, παρά τις επανειλημμένες εμφανίσεις που έγιναν σ΄αυτό. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, αποδέχομαι την μαρτυρία που δόθηκε ότι ο ενάγοντας ασκούσε βία τόσο στη Δάφνη όσο και στην Ελίζα, όμως η μαρτυρία δεν καταδεικνύει ότι αυτή συναρτάτο με την υπογραφή της συμφωνίας και αυτό αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Αντίθετα, η μαρτυρία της ίδιας της Δάφνης ήταν ότι κατά το χρονικό διάστημα αμέσως πριν την υπογραφή της συμφωνίας, οι σχέσεις τους ήταν καλές. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη τις αρχές που διέπουν το θέμα κρίνω ότι δεν δικαιολογείται από την ενώπιον μου μαρτυρία κατάληξη ότι η υπογραφή της συμφωνίας ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης. Σίγουρα κατά τον επίδικο χρόνο ο οποίος καθορίζεται στο δικόγραφο της εναγομένης ως το έτος 2002 υπήρξε διασάλευση της σχέσης μεταξύ των διαδίκων η οποία οδήγησε την εναγομένη στην αποστολή επιστολής προς τον οικείο Επίσκοπο, καθώς και τον ενάγοντα σε καταχώρηση αίτησης στο Οικογενειακό Δικαστήριο για επίλυση περιουσιακών διαφορών, όπου η εναγομένη διόρισε δικηγόρο να την αντιπροσωπεύσει. Στα πλαίσια αυτά έγινε και η επίδικη συμφωνία, για την οποία ανταλλάγησαν για περίοδο ενός μηνός προσχέδια μεταξύ των δικηγόρων. Η εναγομένη ισχυρίζεται ακυρότητα της συμφωνίας ως αποτέλεσμα απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων. Τα άρθρα 17 - 19 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοούν τα εξής σχετικά με την εγειρόμενη υπεράσπιση: «17.—
(1)"Απάτη" περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπό του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπού του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης— (α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές· (β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό· (γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσής της· (δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση· (ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2)Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση. 18. "Ψευδής παράσταση" περιλαμβάνει— (α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές· (β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού· (γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής. 19.—
(1)Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Ο συμβαλλόμενος, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θαβρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3)Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά ,δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4)Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη, ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη.» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαράλαμπος Γεωργίου κ.ά. ν. Alpha Concrete Ltd
(2009)AΑΔ 267 που με παρέπεμψε ο κ. Φασουλιώτης: «Η νομική αρχή είναι ότι η παράλειψη εκμετάλλευσης της ευκαιρίας να ανακαλύψει ο αθώος συμβαλλόμενος την αλήθεια, με άσκηση εύλογης επιμέλειας, δεν συνιστά εμπόδιο για τη διεκδίκηση θεραπείας (της ακύρωσης της σύμβασης) νοουμένου ότι ο αθώος συμβαλλόμενος (στην προκείμενη περίπτωση οι εφεσίβλητοι) εύλογα βασίστηκε στη ψευδή παράσταση του αντισυμβαλλόμενου (των εφεσειόντων).» (Βλ. επίσης Ανδρέα Λοϊζου κ.ά. ν. Ανδρέας Πατσαλίδης, Πολ. Έφεση αρ. 87/2009, ημερ. 26.6.2012, και Μιχάλης Μούντης ν. Κώστα Φοίβου Παπαχριστοφόρου κ.ά., Πολ. Εφέσεις αρ. 189/2007, 90/2007 και 191/2007, ημερ. 30.11.2012). Σε σχέση δε με το αγώγιμο δικαίωμα που στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της απάτης (deceit), για να μπορεί ο αποδέκτης ψευδούς παράστασης να το επικαλεστεί θα πρέπει απαραιτήτως να δείξει ότι αυτή (η ψευδής παράσταση) ενέργησε στο μυαλό του και ήταν ένας από τους ουσιώδεις παράγοντες για τους οποίους αποφάσισε να εισέλθει στη σύμβαση την οποία επιδιώκει να ακυρώσει (βλ. Industrial Properties Ltd v. Associated Electrical Industries Ltd
(1977)Q.B. 580). Στην έκθεση απαίτησης απαριθμούνται οι ψευδείς παραστάσεις στις οποίες κατ΄ισχυρισμό της εναγομένης προέβη ο ενάγοντας, οι οποίες αναφέρθηκαν και πιο πάνω στην απόφαση μου. Θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω σε αυτό το σημείο ότι στην επίδικη συμφωνία (Τεκ. 6
(1)), η υπογραφή της οποίας είναι παραδεκτή, παρατίθενται σε επισυνημμένο πίνακα τα περιουσιακά στοιχεία που απεκτήθησαν από κοινού κατά την διάρκεια της συμβιώσεως των συμβαλλομένων και ευρίσκονται επ΄ ονόματι της εναγομένης καθώς και σε άλλο πίνακα τα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν προσωπική περιουσία του ενάγοντα. Η συμφωνία προνοεί, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση της εναγομένης για μεταβίβαση των ακινήτων υπ΄ αριθμό εγγραφής 4550, 5041 και 5602, καθώς και 300 μετοχές της εταιρείας Andreas Ch. Patsalides Ltd και 500 μετοχές της εταιρείας ZEFIROS TRADING CO LTD, καθώς και την υποχρέωση του ενάγιοντα να εξοφλήσει τις υποθήκες που βαρύνουν τα ακίνητα και το δάνειο της Ελληνικής Τράπεζας, καθώς και την εξόφληση της εξ αποφάσεως χρέους. Ενώ δε πρόκειται για υπόθεση με αντικείμενο την εγκυρότητα γραπτής συμφωνίας όπου η εναγομένη ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και απάτης εκ μέρους του ενάγοντα, η ίδια δεν έδωσε σαφή μαρτυρία ως προς το πως εξελήχθηκαν τα γεγονότα από τη στιγμή που αποφάσισαν να επιλύσουν τη διαφορά τους με συμφωνία μέχρι την υπογραφή της. Ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο για να μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε ευρήματα ως προς τις παραστάσεις στις οποίες προέβη ο ενάγοντας στην εναγομένη για τα περιουσιακά τους στοιχεία, τι στοιχεία ζητήθηκαν, τι στοιχεία δόθηκαν από τον ενάγοντα και γενικά πως κατέληξαν στο τελικό κείμενο της συμφωνίας. Η εναγομένη ανέφερε στη μαρτυρία της ότι η ίδια δεν διαπραγματεύτηκε τη συμφωνία και πως η πρώτη φορά που την διάβασε ήταν όταν μετέβη με τον ενάγοντα στο δικαστήριο λίγο πριν την υπογραφή της. Από τις δικές της θέσεις συνάγεται ότι τα όσα περιουσιακά στοιχεία διαλαμβάνονταν στην εν λόγω συμφωνία δεν είχαν οποιανδήποτε επίδραση στην απόφαση της για την υπογραφή της. Επίσης από την μαρτυρία της προκύπτει ότι τα περισσότερα στοιχεία, ήτοι τα στοιχεία της παραγράφου 2Α (α), (β), (γ), (στ), (ζ), (η), (θ), (ι), (κ) και (λ) που περιέχονται στις λεπτομέρειες απάτης και ψευδών παραστάσεων, αποτελούν στοιχεία που πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο της κ. Μελίδη ο οποίος διενήργησε διάφορες έρευνες, μεταξύ άλλων, στο Κτηματολόγιο, στον Έφορο Εταιρειών, στο ΧΑΚ κ.λ.π. το έτος 2011 και 2012. Αυτό όμως αφήνει μετέωρο τον ισχυρισμό της ότι την επομένη της υπογραφής της συμφωνίας, μετά την ανεύρεση κάποιων εγγράφων διαπίστωσε ότι ο ενάγοντας τη ξεγέλασε και έδωσε οδηγίες για τερματισμό της συμφωνίας και θεωρώ ότι δεν απαιτείται η περαιτέρω ανάλυση των θέσεων που προβλήθηκαν επί των λεπτομερειών απάτης και ψευδών παραστάσεων. Όπως επίσης ορθά υποδείχθηκε από τον κ. Φασουλιώτη στην αγόρευση του, ο ισχυρισμός της παραγράφου (δ) τέθηκε για πρώτη φορά στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση μετά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της υπεράσπισης στις 28.3.2012 χωρίς να γίνει καμία αναφορά για το θέμα είτε σε οποιοδήποτε δικόγραφο είτε σε οποιαδήποτε εμφάνιση στο Οικογενειακό Δικαστήριο όπου επανειλημμένως εμφανίστηκαν οι δικηγόροι της με στόχο την εξεύρεση συναινετικής λύσης προς υλοποίηση της συμφωνίας. Περαιτέρω, ενώ ανακάλυψε, όπως είπε, από τις 16.11.2002 τα διάφορα έγγραφα που αφορούσαν λογαριασμούς του ενάγοντα, δηλαδή τα όσα περιέχονται στις παραγράφους (δ) και (ε) των λεπτομερειών εντούτοις στην παράγραφο 11 της υπεράσπισης της αγωγής 2866/06 αναφέρει ότι ενημέρωσε τους τότε δικηγόρους της αμέσως για την επιθυμία της να τερματίσει την εν λόγω συμφωνία, για τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης, με την παράγραφο αυτή να αναφέρεται σε ισχυριζόμενη άσκηση ψυχικής και σωματικής βίας εναντίον τόσο της ίδιας όσο και της Ελίζας. Σημειώνεται επίσης ότι με βάση τη μαρτυρία του Γρηγορίου, την οποία αποδέχομαι, ο ενάγων δεν διατηρούσε οποιονδήποτε λογαριασμό στην Alpha Bank κατά τον επίδικο χρόνο. Πέραν και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω η εναγομένη απέτυχε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της που περιέχονται στις λεπτομέρεις της παραγράφου 2 Α. Ακόμα και σε συνάρτηση με το ποσό των ΛΚ35.000 που διαλαμβάνεται στην παράγραφο (δ) των λεπτομερειών, έστω και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία της επί του προκειμένου δεν θα δικαιολογούσε τον τερματισμό ή την ακύρωση της συμφωνίας γι΄ αυτό το λόγο. Θα ήθελα επίσης να προβώ σε μία παρατήρηση. Ο ισχυρισμός περί άσκησης ψυχικής πίεσης ενδεχόμενα να έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό περί υπογραφής της συμφωνίας ως αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων εκ μέρους του ενάγοντα. Στην πρώτη περίπτωση η συναίνεση δεν είναι ηθελημένη ενώ στην δεύτερη, η υπογραφή της σύμβασης γίνεται ηθελημένα, όμως, η υπογραφή της αποσπάται με ψευδείς παραστάσεις του άλλου μέρους στη συμφωνία. Υπήρξε θέση της εναγομένης ότι το γεγονός ότι ο ενάγοντας ασκούσε σωματική βία επί της ίδιας και της Ελίζας, αποκλείει από τον ενάγοντα το δικαίωμα στις αιτούμενες θεραπείες δυνάμει του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου (Ν.232/1991). Θα πρέπει να τονιστεί ότι η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί υπόθεση ρυθμίσεως περιουσιακών σχέσεων συζύγων όπου θα εφαρμόζετο ο νόμος αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση εξετάζεται η εγκυρότητα σύμβασης με την οποία διευθετήθηκαν οι περιουσιακές διαφορές των διαδίκων. Σημειώνεται ότι η επίδικη συμφωνία υπεγράφη ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία ρύθμισης περιουσιακών διαφορών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το Οικογενειακό Δικαστήριο όμως δεν θα μπορούσε να εξετάσει την εγκυρότητα αυτής της συμφωνίας (βλ. Μαρία Πετράκη ν. Μάριου Φωτίου, Έφ. Αρ. 35/2010, ημερ. 3.4.2012, του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου) και ορθά η υπόθεση αποσύρθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Δεν θεωρώ επίσης το γεγονός ότι η υπόθεση παρέμεινε σε εκκρεμότητα μετά την υπογραφή της συμφωνίας ότι συνηγορεί υπερ της θέσης της εναγομένης ότι αυτό επηρεάζει την εγκυρότητα της συμφωνίας. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της διαδικασίας ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου (Τεκμ.73), αυτό που ουσιαστικά γινόταν ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν μία προσπάθεια υλοποίησης της συμφωνίας χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε δήλωση του συνηγόρου της εναγομένης που να υποδηλεί οτιδήποτε περί μη εγκυρότητας η μη προώθησης της εκτέλεσης της συμφωνίας. Για τους λόγους που προσπάθησαν να εξηγήσω πιο πάνω θεωρώ ότι η επίδικη συμφωνία είναι έγκυρη και δεν έχει τερματιστεί νόμιμα. Η αξίωση του ενάγοντα σύμφωνα με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης είναι για διάταγματα μεταβίβασης των ακινήτων που με βάση τη συμφωνία η εναγόμενη όφειλε να του μεταβιβάσει στον ενάγοντα καθώς και διατάγματα μεταβίβασης μετοχών σε δύο εταιρείες, όπως διαλαμβάνεται στη συμφωνία. Πρόκειται δηλαδή για ειδική εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης, έστω και αν το λεκτικό που χρησιμοποιείται είναι διαφορετικό. Το άρθρο 76 του Κεφ. 149 προνοεί τα ακόλουθα: «76.
(1)Η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν— (α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου· και (β) είναι γραπτή· και (γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής· και (δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη.» Στην υπόθεση CLR Investment Fund Ltd v. Alliance International Reinsurance Co. Ltd Πολ. Εφ. 46/2008 ημερ. 23.5.2012 το Δικαστήριο εξέτασε την δυνατότητα ειδικής εκτέλεσης σύμβασης για απόκτηση μετοχών με ιδιωτική τοποθέτηση. Η απόδοση τέτοιας θεραπείας κρίθηκε ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστήριου. Ένας από τους όρους επιβολής ειδικής εκετέλεσης της σύμβασης, είναι ότι αυτή «δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη». Στην υπόθεση εκείνη, με βάση τα περιστατικά της κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν αυτές οι προϋποθέσεις. Έχοντας υπόψη τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως αναλύονται πιο πάνω, θεωρώ ότι σ΄ αυτήν την περίιπτωση πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τίθενται από το εν λόγω άρθρο. Έχω ήδη καταλήξει ότι η επίδικη συμφωνία δεν είναι άκυρη. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η συμφωνία είναι γραπτή (Τεκμ. 6
(1)) και φέρει τις υπογραφές των δύο συμβαλλομένων. Αναφορικά με την προϋπόθεση του άρθρου 76
(1)(δ), η περιουσία που αποτελεί αντικείμενο της συμφωνίας και διεκδικείται από τον ενάγοντα έχει παγοποιηθεί με προσωρινό διάταγμα, συνεπώς είναι πρακτικά εφαρμόσιμη η θεραπεία της ειδικής εκτέλεσης. Πέραν τούτου, έχοντας υπόψη την φύση της υπόθεσης, όπου ο διαμοιρασμός της περιουσίας που απέκτησαν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του γάμου τους συμφωνήθηκε και αποτελεί αντικείμενο έγκυρης συμφωνίας, δεν θεωρώ ότι είναι παράλογο ή ανεπιεικές να δοθεί αυτή η θεραπεία. Σε αυτό το σημείο θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω ότι στην επίδικη συμφωνία περιλαμβάνονται όροι που υποχρεώνουν την εναγομένη να δεχθεί διατάγματα στο Οικογενειακό Δικαστήριο για την υλοποίηση της συμφωνίας, όμως δεν θεωρώ ότι η μη αποδοχή τέτοιων διαταγμάτων επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο την υπόθεση του ενάγοντα από τη στιγμή που τα διατάγματα που θα εκδίδονταν θα ήταν προς όφελος του. Πέραν τούτου σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία ο ενάγοντας είχε υποχρέωση να εξαλείψει τις υποθήκες επί της περιουσίας της εναγομένης. Με βάση τις επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ των δικηγόρων, Τεκμ.7 - 13, είναι εμφανές ότι ο ενάγοντας ειδοποίησε την εναγομένη περί της εξόφλησης του ποσού που αφορούσαν οι υποθήκες και την κάλεσε να προσέλθει στο κτηματολόγιο με στόχο την εξόφληση των υποθηκών και την μεταβίβαση των ακινήτων, με το οποίο η ίδια δεν συμμορφώθηκε. Επίσης από τη μαρτυρία της Νίκης Σολωμού την οποία έχω αποδεχθεί προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που ειδοποιήθηκε η εναγομένη να προσέλθη στο Κτηματολόγιο, ο λογαριασμός της εταιρείας Patsalides ήταν πιστωτικός. Για τους πιο πάνω λόγους η απαίτηση στην αγωγή 2866/06 επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση εναντίον της εναγομένης για ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας ημερ. 15.11.2002 (Τεκμ. 6
(1)), σε συνάρτηση με την υποχρέωση μεταβίβασης των εκεί διαλαμβανομένων ακινήτων και μετοχών, εντός περιόδου 60 ημερών από την επίδοση της απόφασης, πλέον έξοδα υπέρ του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς περαιτέρω διαταγή για έξοδα εν όψει του ότι συνεκδικάστηκε με την απαίτηση. Η αγωγή 5543/06 απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι μόνο ένα σετ εξόδων επιδικάζεται μετά την συνένωση των δύο αγωγών. Οι αγωγές αποσυνενώνονται και εκδίδονται αποφάσεις ως ανωτέρω. Κ. Σταματίου ΠΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.