M. SIALLAS CONSTRUCTIONS & SON LIMITED ν. ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ "ΠΑΜΠΕΛΕΟ" ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 5690/12, 15/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5690/12 Μεταξύ: M. SIALLAS CONSTRUCTIONS & SON LIMITED Εναγόντων και ΚΤΗΜΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ "ΠΑΜΠΕΛΕΟ" ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Αίτηση παραπομπής σε διαιτησία Ημερομηνία: 15.5.2014 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Σ. Νεοκλέους για PHC Tsangarides LLC. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης για Ντ. Μαστορούδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους ημερ. 10.9.13 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) τα ακόλουθα:
- Διάταγμα για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία ενώπιον διαιτητή που θα διορίσει το Δικαστήριο, ο οποίος να εξουσιοδοτηθεί να αποφασίσει τελεσίδικα επί όλων των τεχνικών θεμάτων και οικονομικών διαφορών που αφορούν απαίτηση των Εναγόντων για εκτελεσθείσες εργασίες, αξία επιπρόσθετων εργασιών, κακοτεχνίες και παραλείψεις που εγείρονται στην παρούσα αγωγή, στην Έκθεση Απαίτησης και στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, εξαιρουμένων των νομικών σημείων.
- Διάταγμα για υπογραφή μεταξύ των διαδίκων συνυποσχετικού για τον τρόπο και την διαδικασία που θα ακολουθήσει ο διαιτητής κατά την διαιτησία καθώς και τα έξοδα της διαιτησίας. Η αίτηση εδράζεται στις Δ.30 και Δ.48 Κ.1, 2, 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 2, 3, 6, 10 και 30 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Φειδία Ευαγγέλου, διευθυντή των Αιτητών, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: Η απαίτηση των Εναγόντων-Αιτητών, όπως φαίνεται στην Έκθεση Απαίτησης είναι για υπόλοιπο αξίας διαφόρων εργασιών για σκοπούς ανέγερσης οικοδομής των Εναγομένων δυνάμει συμφωνίας και βάσει προσφοράς και παραγγελίας με συμφωνημένο ποσό αναλυτικά για κάθε μια εργασία. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών υπήρξαν ελαττωματικές εργασίες και ότι η αξία των εργασιών που εκτελέστηκαν είναι πολύ μικρότερου ποσού, από το ποσό που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι κατάρτισαν και υπέγραψαν γραπτή συμφωνία εργολαβίας για οικοδομικά έργα όπου το άρθρο 36 προνοούσε πως σε περίπτωση που υπάρξει διαφορά μεταξύ των μερών να παραπεμφθεί η διαφορά των μερών στον αρχιτέκτονα για επίλυση της. Οι Εναγόμενοι όπως επίσης και ο αρχιτέκτονας του έργου ειδοποιήθηκαν με επιστολή ημερομηνίας 28.10.12, με θέμα την επίλυση διαφορών που εγέρθηκαν μεταξύ των μερών, την έναρξη της διαιτησίας σε καθορισμένη ημερομηνία δυνάμει του άρθρου 36, αλλά παρέλειψαν να εμφανισθούν. Λόγω του τερματισμού του αρχιτέκτονα να ενεργεί ως αρχιτέκτονας του έργου, οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή γιατί το έργο και η διαφορά των μερών παρέμεινε χωρίς αρχιτέκτονα και χωρίς να μπορεί να παραπεμφθεί στον αρχιτέκτονα για απόφαση δυνάμει του άρθρου
- Τόσο οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα όσο και οι ισχυρισμοί των Εναγομένων, αφορούν εξειδικευμένα τεχνικά θέματα, για τα οποία απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και από τις δύο πλευρές και εξειδικευμένες γνώσεις για κατανόηση από το Δικαστήριο των επίδικων διαφορών και κατάληξη σε ασφαλή συμπεράσματα. Πέραν των πιο πάνω και λόγω της φύσης της επίδικης διαφοράς, θα αναλωθεί πολύς δικαστικός χρόνος, με την μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων των δύο πλευρών. Για τους πιο πάνω λόγους, είναι προς το συμφέρον και των δύο διαδίκων αλλά και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της εξοικονόμησης πολύτιμου δικαστικού χρόνου, να παραπεμφθεί η διαφορά, σε ότι αφορά τα τεχνικά θέματα, σε διαιτητή, είτε επιμετρητή, είτε αρχιτέκτονα, ο οποίος έχει τις κατάλληλες γνώσεις για διάγνωση της επίδικης διαφοράς και κατάληξης σε ασφαλή συμπεράσματα. Οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) απάντησαν με καταχώρηση ένστασης στις 6.2.14, η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική βάση με την αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι εξής:
- Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι η καταχώρηση αυτής δεν προβλέπεται από οποιοδήποτε νόμο ή κανονισμό.
- Η παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία απαιτεί και προϋποθέτει την σύμφωνη γνώμη όλων των διαδίκων και στην παρούσα υπόθεση οι Εναγόμενοι δεν συμφωνούν και δεν αποδέχονται την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία.
- Οι Αιτητές κωλύονται να ζητούν την παραπομπή από το Δικαστήριο της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία γιατί παρέλειψαν, πριν από την καταχώρηση της αγωγής, να ακολουθήσουν την διαδικασία παραπομπής σε διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 36 της επίδικης συμφωνίας εργολαβίας.
- Τα γεγονότα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση παρουσιάζονται κατά τρόπο παραπλανητικό και/ή ψευδή. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Οδυσσέα Οδυσσέως, διευθυντή των Εναγομένων, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Το άρθρο 36 του επίδικου συμφωνητικού εγγράφου ημερομηνίας 6.9.08 (τεκμήριο 1) προέβλεπε ολοκληρωμένη διαδικασία εξώδικης επίλυσης οποιωνδήποτε διαφορών. Συγκεκριμένα οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορούσε να υποβάλει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά προς επίλυση στον αρχιτέκτονα του έργου. Εάν για οποιοδήποτε λόγο ο αρχιτέκτονας δεν εξέδιδε Απόφαση εντός συγκεκριμένης πρoθεσμίας, τότε προβλεπόταν διαδικασία παραπομπής της αμφισβήτησης ή διαφοράς σε διαιτησία. Μάλιστα και σύμφωνα με το άρθρο 36
(5)(α) προβλεπόταν και ήταν δυνατή η διαδικασία παραπομπής οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 ακόμη και στην περίπτωση που το άλλο συμβαλλόμενο μέρος δεν συμφωνούσε και/ή δεν συνεργαζόταν για παραπομπή του ζητήματος σε διαιτησία. Όταν οι Εναγόμενοι παρέλαβαν την επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων για παραπομπή της διαφοράς σε αρχιτέκτονα, ο Οδυσσέως είχε συνάντηση με τον δικηγόρο των Εναγόντων, ο οποίος του ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να εμφανιστούν στην καθορισμένη ημερομηνία εφόσον ο αρχιτέκτονας του έργου με την επιστολή του ημερομηνίας 26.10.12 είχε ενημερώσει τους δικηγόρους των Εναγόντων ότι είχε παύσει να είναι αρχιτέκτονας του έργου. Ως εκ των άνω οι Εναγόμενοι δεν εμφανίστηκαν στην καθορισμένη ημερομηνία παραπομπής της υπόθεσης στον αρχιτέκτονα. Αντί δε οι Ενάγοντες να υποβάλουν τις διαφορές σε διαιτησία, ως είχαν το δικαίωμα να πράξουν με βάση το άρθρο 36
(5)(α), επέλεξαν την προσφυγή στην Δικαιοσύνη καταχωρώντας την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Εν όψει τούτου οι Ενάγοντες εμποδίζονται από την εν λόγω συμπεριφορά τους να ζητούν τώρα την παραπομπή από το Δικαστήριο της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία. Περαιτέρω οι διάδικοι θα έχουν την δυνατότητα, κατά την ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης, να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία εμπειρογνωμόνων ενώπιον του Δικαστηρίου, η oπoία και θα αξιολογηθεί και θα κριθεί από το Δικαστήριο με βάση τις ισχύουσες νομικές αρχές. Η δε αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι η καταχώρηση της στο παρόν στάδιο δεν προβλέπεται από οποιοδήποτε Νόμο ή Κανονισμό. Τέλος η παραπομπή στο παρόν στάδιο της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία απαιτεί και προϋποθέτει την σύμφωνη γνώμη όλων των διαδίκων και στην παρούσα οι Εναγόμενοι δεν συμφωνούν. Ως εκ των άνω ζητείται η απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των Αιτητών. Στα πλαίσια ακρόασης της αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίσθηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Θα εξετάσω κατ' αρχήν τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι αιτούμενες θεραπείες στην παρούσα στερούνται οποιασδήποτε νομικής βάσης. Από τη νομική βάση της αίτησης φαίνεται ότι αυτή στηρίζεται ουσιαστικά στα άρθρα 2, 3, 6, 10 και 30 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4. Καμία όμως από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3, 6 και 30 δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να παραπέμψει το ίδιο τη διαφορά σε διαιτησία, ως το αιτούμενο στην παρούσα. Το δε άρθρο 10
(2)στο οποίο αναφέρονται οι Αιτητές προβλέπει ότι το Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του συμβαλλόμενου, ο οποίος έδωσε την ειδοποίηση δύναται, να διορίσει διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτο διαιτητή, ο οποίος έχει τις ίδιες εξουσίες να ενεργήσει στην παραπομπή και να εκδώσει απόφαση ωσάν να είχε διοριστεί με τη συναίνεση όλων των αντισυμβαλλόμενων. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο εφόσον η περίπτωση εμπίπτει στις συγκεκριμένες και ρητά προβλεπόμενες από το άρθρο 10
(1)περιπτώσεις ήτοι: (α) όταν το συνυποσχετικό προβλέπει ότι η παραπομπή σε διαιτησία θα γίνει σε ένα μόνο διαιτητή και μετά την εμφάνιση διαφορών όλοι οι συμβαλλόμενοι δεν συμφωνούν στο διορισμό ενός διαιτητή· ή (β) αν διαιτητής ο οποίος έχει διοριστεί αρνηθεί ή αδυνατεί να ενεργήσει ή αποθάνει και στο συνυποσχετικό δεν φαίνεται ότι υπήρχε πρόθεση να μην πληρωθεί η θέση και οι συμβαλλόμενοι δεν πληρώσουν τη θέση· ή (γ) όταν οι συμβαλλόμενοι ή δύο διαιτητές είναι ελεύθεροι να διορίσουν επιδιαιτητή ή τρίτο διαιτητή, ή όταν απαιτείται να διορίσουν επιδιαιτητή δύο διαιτητές και δεν τον διορίσουν· ή (δ) όταν επιδιαιτητής ή τρίτος διαιτητής που διορίστηκε αρνείται ή αδυνατεί να ενεργήσει ή αποθάνει και στο συνυποσχετικό δεν φαίνεται ότι υπήρχε πρόθεση να μην πληρωθεί η θέση και οι συμβαλλόμενοι ή οι διαιτητές δεν πληρώσουν τη θέση, οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους δύναται να επιδώσει στους άλλους συμβαλλόμενους ή στους διαιτητές ανάλογα με την περίπτωση, γραπτή ειδοποίηση για διορισμό διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτου διαιτητή. Η παρούσα όμως ως θα καταδειχθεί στη συνέχεια δεν εμπίπτει στις πιο πάνω περιπτώσεις. Οι Αιτητές επικαλούνται επίσης το άρθρο 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το οποίο πράγματι παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για παραπομπή σε διαιτησία. Έχει όμως νομολογηθεί ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τη Δ.48 K.1, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Είναι λοιπόν επιβεβλημένη η επίκληση του συγκεκριμένου άρθρου ή της διάταξης για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της αίτησης. Το προαναφερόμενο άρθρο 36 αναφέρεται μόνο στις αγορεύσεις των Αιτητών και δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Δεν πρόκειται λοιπόν για περίπτωση στην οποία η παράλειψη αναφοράς της ορθής νομικής θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία, η οποία θα ήταν θεραπεύσιμη στη βάση της νέας Δ.64 (βλ. Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου,
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366). Άλλωστε οι Αιτητές δεν ισχυρίζονται καν κάτι τέτοιο. Αντίθετα η παρούσα εμπίπτει στις περιπτώσεις που στερούνται παντελώς οποιασδήποτε νομικής βάσης για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της αίτησης. Η δε αναφορά των Αιτητών (επίσης στις αγορεύσεις τους) στο άρθρο 8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, το οποίο επίσης απουσιάζει από τη νομική βάση της αίτησης, χαρακτηρίζεται ως εντελώς άστοχη εφόσον ο εν λόγο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών, στις οποίες σε καμία περίπτωση δεν εμπίπτει η υπό εξέταση περίπτωση. Όλη δε η νομολογία στην οποία παραπέμπουν οι Αιτητές προς υποστήριξη των θέσεων τους αφορά περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου (το οποίο επίσης δεν παρατίθεται στη νομική βάση της αίτησης). Το άρθρο αυτό προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας άν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Προκύπτει λοιπόν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου ότι υπό προϋποθέσεις και μετά από σχετική αίτηση, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας εάν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία, σύμφωνα με το συνυποσχετικό. Σε σχέση με το πιο πάνω θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι με την παρούσα αίτηση δεν ζητείται η αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή. Περάν δε τούτου κρίνεται ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, δεν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί το εν λόγω άρθρο και εξηγώ: Όσον αφορά την ύπαρξη συνυποσχετικού οι Αιτητές αναφέρουν ότι ουσιαστικά αυτό αποτελεί το άρθρο 36 του συμβολαίου, το οποίο υπεγράφη στις 16.9.08 μεταξύ των Εναγομένων (ως Εργοδότη) και των Εναγόντων (ως Εργολάβου), για την ανέγερση οικοδομής. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρατεθεί η διαδικασία που προβλέπει σχετικά το προαναφερόμενο άρθρο 36 του συμβολαίου. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 αυτού σε περίπτωση που θα αναφύεται οποιαδήποτε αµφισβήτηση ή διαφορά µεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφενός και του Εργολάβου αφετέρου είτε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης, είτε µετά την συµπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πρίν είτε µετά την λύση ή την ισχυριζόµενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του συµβολαίου, σε ότι αφορά θέματα, ανάμεσα στα οποία και θέματα τα οποία επαφίενται στην κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης από τον Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού ή της ρύθµισης του Ποσού Συµβολαίου, τότε το θέµα θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε µέρος ή και από τα δύο µέρη στον Αρχιτέκτονα προς επίλυση και έκδοση από τον ίδιο γραπτής σχετικής Απόφασης. Σε τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, ο Αρχιτέκτονας θα έχει υποχρέωση να συµπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του τόσο στον Εργοδότη όσο και στον Εργολάβο εντός 28 ηµερών από την ηµεροµηνία υποβολής του προς επίλυση θέµατος. Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα θα είναι τελεσίδικη και δεσµευτική για τα µέρη εκτός εάν είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος, εντός 28 ηµερών από την ηµεροµηνία λήψης της Απόφασης, µε γραπτή ειδοποίηση προς τον Αρχιτέκτονα και µε αντίγραφο προς το άλλο µέρος, προβάλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο µέρος την Απόφασης, στην οποία περίπτωση ή σε περίπτωση όπου ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συµπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα µέρη όπως προαναφέρεται, το ενδιαφερόµενο µέρος θα δικαιούται, µε γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο µέρος, να αξιώσει την άµεση παραποµπή της αµφισβήτησης ή διαφοράς σε Διαιτησία. Σε περίπτωση δε που ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συµπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα µέρη, όπως προαναφέρεται, αλλά κατόπιν τούτου ουδέν µέρος αξιώσει, εντός της προαναφερόµενης προθεσµίας, την παραποµπή της αµφισβήτησης ή διαφοράς σε Διαιτησία, τότε, αφενός η προαναφερόµενη παράλειψη του Αρχιτέκτονα θα θεωρείται ως τελεσίδικη απόρριψη από τον ίδιο οποιωνδήποτε αιτηµάτων τα οποία αποτελούν το θέµα της αµφισβήτησης ή διαφοράς και αφετέρου η προαναφερόµενη µή αξίωση για παραποµπή της διαφοράς σε Διαιτησία θα θεωρείται ως οριστική και αδιαµφισβήτητη αποδοχή και από τα δύο µέρη της απόρριψης των αιτηµάτων, όπως προαναφέρεται. Περαιτέρω ουδεµία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία σε σχέση µε το θέµα της αµφισβήτησης ή διαφοράς θα επιτρέπεται να προωθηθεί εκ νέου είτε διά Διαιτησίας είτε βάσει οποιωνδήποτε άλλων προνοιών του συµβολαίου. Στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου του συμβολαίου αναφέρεται ότι σε περίπτωση παραποµπής της αµφισβήτησης ή διαφοράς σε Διαιτησία βάσει της παραγράφου 4, τότε οποιοδήποτε µέρος, µε σχετική επιστολή, θα καλεί το άλλο µέρος σε συνάντηση εντός τακτής προθεσµίας (η οποία προθεσµία δεν θα είναι µικρότερη των 7 ηµερών) προς επίτευξη συµφωνίας για τον από κοινού διορισµό ενός Διαιτητή κοινής αποδοχής για να ενεργήσει ως από κοινού διοριζόµενος Διαιτητής για την επίλυση της αµφισβήτησης ή διαφοράς. Εάν εντός 14 ηµερών από την ηµεροµηνία εκπνοής της προθεσµίας η οποία καθορίζεται στην προαναφερόµενη επιστολή τα µέρη δεν συµφωνήσουν, για οποιονδήποτε λόγο, ως προς τον από κοινού διορισµό ενός Διαιτητή κοινής αποδοχής, τότε οποιοδήποτε µέρος θα έχει δικαίωµα, δια ειδοποιήσεως µε συστηµένη επιστολή ή µε πιστοποιηµένη παράδοση προς το άλλο µέρος, να διορίσει ένα Διαιτητή της επιλογής του και να απαιτεί από το άλλο µέρος να ορίσει και ο ίδιος Διαιτητή της δικής του επιλογής. Εάν εντός 7 ηµερών από της λήψης της προαναφερόµενης ειδοποίησης, το άλλο µέρος, για οποιονδήποτε λόγο, αρνηθεί ή παραλείψει να ορίσει και ο ίδιος Διαιτητή της δικής του επιλογής, τότε θα ισχύουν και θα τίθενται σε εφαρµογή οι σχετικές πρόνοιες του Περί Διαιτησίας Νόµου, Κεφ.
- Στην ένορκη δήλωση των Αιτητών στην παρούσα αναφέρεται ότι με επιστολή ημερομηνίας 28.10.12 οι Εναγόμενοι και ο αρχιτέκτονας του έργου ειδοποιήθηκαν, με θέμα την επίλυση διαφορών που εγέρθηκαν μεταξύ των μερών, για την έναρξη της διαιτησίας σε καθορισμένη ημερομηνία δυνάμει του άρθρου 36, αλλά παρέλειψαν να εμφανισθούν. Η εν λόγω επιστολή δεν επισυνάπτεται όμως στην ένορκη δήλωση. Αντίθετα είναι σαφές από την ένορκη δήλωση των Καθ' ων η αίτηση και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Αιτητές, ότι η επιστολή που στάληκε δεν ήταν για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία αλλά για παραπομπή της στον αρχιτέκτοντα για απόφαση. Αυτό συνάγεται και από το ότι στη συνέχεια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι λόγω του τερματισμού του αρχιτέκτονα να ενεργεί ως αρχιτέκτονας του έργου, οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή γιατί το έργο και η διαφορά των μερών παρέμεινε χωρίς αρχιτέκτονα και χωρίς να μπορεί να παραπεμφθεί στον αρχιτέκτονα για απόφαση δυνάμει του άρθρου
- Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω κρίνεται ότι δεν βρίσκει έρεισμα στα δεδομένα της υπόθεσης η θέση των Αιτητών ότι ουσιαστικά μετά την παράλειψη των Εναγομένων και του αρχιτέκτονα να εμφανισθούν στην καθορισμένη ημερομηνία οι Ενάγοντες δεν είχαν άλλη εκλογή παρά να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Από τη στιγμή που ο αρχιτέκτονας του έργου παρά το ότι κλήθηκε για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς με βάση το συμβόλαιο, αποχώρησε και δεν έδωσε σχετική απόφαση, οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα, με βάση του άρθρου 36
(4)του συμβολαίου, µε γραπτή ειδοποίηση προς τους Εναγόμενους, να αξιώσουν την άμεση παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, κάτι που ποτέ δεν έπραξαν. Έαν δε έκαναν αυτή την ειδοποίηση για παραπομπή σε διαιτησία, ακόμη και σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι δεν συναινούσαν ή δεν συνεργάζονταν στο διορισμό διαιτητή, οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα με βάση το άρθρο 36
(5)του συμβολαίου να διορίσουν διαιτητή της δικής τους επιλογής και στη συνέχεια να προχωρήσουν την διαδικασία της διαιτησίας με βάση τις σχετικές πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 (βλ. και Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ 1895). Η δε παράλειψη των Αιτητών για παραποµπή της διαφοράς σε Διαιτησία, αφενός κατέστησε, σύμφωνα με το άρθρο 36
(5)του συμβολαίου, την παράλειψη του αρχιτέκτοντα να δώσει απόφαση, ως τελεσίδικη απόρριψη από τον ίδιο οποιωνδήποτε αιτηµάτων τα οποία αποτελούν το θέµα της διαφοράς και αφετέρου θεωρείται οριστική και αδιαµφισβήτητη αποδοχή και από τα δύο µέρη της απόρριψης των αιτηµάτων. Προβλέπεται δε περαιτέρω ότι σε τέτοια περίπτωση ουδεµία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία σε σχέση µε το θέµα της διαφοράς θα επιτρέπεται να προωθηθεί εκ νέου είτε διά διαιτησίας είτε βάσει οποιωνδήποτε άλλων προνοιών του συµβολαίου. Αντί λοιπόν οι Αιτητές να προχωρήσουν με παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία, ως είχαν το δικαίωμα και τη δυνατότητα εκ του συμβολαίου, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 11.12.12. Πέραν δε αυτού δεν καταχώρησαν την παρούσα αίτηση παρά μόνο, μετά τη συμπλήρωση των εγγράφων προτάσεων (οι Εναγόμενοι μάλιστα καταχώρησαν και ανταπαίτηση), 9 μήνες αργότερα. Αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι θα αποτελούσε από μόνο του λόγο για απόρριψη αιτήματος και δυνάμει του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου εφόσον μια από τις προϋποθέσεις, για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια για αναστολή της διαδικασίας, είναι η αίτηση να γίνεται μετά την καταχώρηση εμφάνισης και προτού ο αιτητής παραδώσει οποιοδήποτε δικόγραφο ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη διαδικασία (βλ. Bulfracht v. Third World Steel Company Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 148 και Vector Onega A.G. v. Του πλοίου M/V Grivas κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1). Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν δικαιούνται των αιτούμενων θεραπειών ούτε με βάση το Νόμο αλλά ούτε και με βάση τις πρόνοιες του συμβολαίου ημερομηνίας 16.9.08. Συναφώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων - Αιτητών, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.)............... Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: General Applications/Interim (Αναφορά: Αίτηση για παραπομπή σε διαιτησία) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο