MARITA SHIPPING LTD ν. NORRIS ALLIANCE LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 5284/12, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A230 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5284/12 Μεταξύ: MARITA SHIPPING LTD, από το Ισραήλ Εναγόντων - και -
- NORRIS ALLIANCE LTD, από τις Σεϋχέλλες
- BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 19.11.2012 Ημερομηνία: 30.5.2014 Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Κ. Αυγουστή για Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2/Καθ' ων η αίτηση 2: κ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.ΕΠ.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρισαν μονομερή αίτηση και αυθημερόν εξασφάλισαν διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης και δόθηκαν οδηγίες όπως τα διατάγματα υπό τις παραγράφους Β και Γ επιδοθούν στους Εναγόμενους. Το παρακλητικό της αίτησης έχει ως εξής: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 δια των διοικητικών συμβούλων τους και/ή δια των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οιονδήποτε άλλων ενεργούντων για λογαριασμό τους περιλαμβανομένων των προσώπων που δεσμεύουν τους λογαριασμούς των από το να εμβάσουν και/ή πληρώσουν και/ή αποξενώσουν ή άλλως πως διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή μεταφέρουν οποιονδήποτε χρηματικό ποσό από τα ποσά που είναι κατατεθειμένα σε τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν με τους Εναγόμενους 2 περιλαμβανομένου του λογαριασμού με αριθμό 357005768735 (IBAN CY 21002001950000357005768735) έτσι ώστε το πιστωτικό υπόλοιπο των Εναγομένων 1 με τους Εναγομένους 2 να καταστεί μικρότερο των 156.675,20 δολαρίων Αμερικής μέχρι την εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου του τύπου Norwich Parmacal με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 2 δια των διοικητικών συμβούλων τους και/ή δια των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή οιονδήποτε άλλων ενεργούντων για λογαριασμό τους εντός 10 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος να αποκαλύψουν Ενόρκως στους Ενάγοντες και στους Κύπριους δικηγόρους τους Αντρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. με κατάρτιση σχετικής Ένορκης Δήλωσης στην οποία να δηλώνονται και/ή αποκαλύπτονται τα ακόλουθα στοιχεία και/ή πληροφορίες και/ή έγγραφα:
- Όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 1 που διατηρούσαν ή διατηρούν με τους Εναγομένους
- Όλες και κάθε τραπεζική μεταφορά (transfer) και/ή πληρωμή και/ή πίστωση και/ή χρέωση (debit-credit) και/ή κατάθεση (deposit) και/ή ανάληψη και/ή είσπραξη που έγινε από ή προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων 1 που διατηρούν με τους Εναγομένους 2 περιλαμβανομένου του τραπεζικού λογαριασμού 357005768735 (IBAN CY 21002001950000357005768735).
- Όλα τα έγγραφα και/ή πληροφορίες και/ή στοιχεία που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν στους Εναγομένους 2 από και/ή για λογαριασμό των Εναγομένων 1 για το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών των περιλαμβανομένου του τραπεζικού λογαριασμού 357005768735 (IBAN CY 21002001950000357005768735) περιλαμβανομένων αντιγράφων εταιρικών εγγράφων, καταπιστευμάτων (trust deeds), ψηφισμάτων μετόχων ή διοικητικών συμβούλων και/ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων που έχουν σχέση με το άνοιγμα και/ή διακίνηση και/ή λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών εκ των οποίων εμφαίνονται και/ή δηλώνονται και/ή αποκαλύπτονται οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficiaries) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών και/ή η πραγματική ταυτότητα και οι πλήρεις διευθύνσεις των φυσικών προσώπων που δηλώθηκαν ως τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficiaries) των μετόχων των Εναγομένων 1 ως και των ονομάτων, διευθύνσεων και στοιχείων των προσώπων που με την υπογραφή τους δεσμεύουν τους εν λόγω λογαριασμούς. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους 2 όπως παραδώσουν αντίγραφα των εγγράφων που έχουν στην φύλαξη τους και/ή κατοχή τους και/ή έλεγχο τους στους δικηγόρους των Εναγόντων εντός του χρόνου που το Δικαστήριο θα διατάξει που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο Β ανωτέρω ως και τις μεταφορές και/ή εμβάσματα και/ή πληρωμές και/ή χρεώσεις και/ή πιστώσεις και/ή εισπράξεις και/ή αναλήψεις και/ή καταθέσεις περιλαμβανομένου κάθε εγγράφου που αφορά το έμβασμα των Εναγόντων στους Εναγομένους στον λογαριασμό 357005768735 (IBAN CY 21002001950000357005768735). Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4, 5 και 9, στο άρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Κοινοδίκαιο, στη διακριτική ευχέρεια, εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Αντώνη Χριστοφή, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων των Εναγόντων/Αιτητών ο οποίος αναφέρει πως οι Ενάγοντες είναι ναυτιλιακή εταιρεία ασχολούμενη με τη ναύλωση πλοίων αλλά και με την πρακτόρευση και διαχείριση πλοίων και έχει την έδρα της στο Ισραήλ. Οι Ενάγοντες στη βάση συμφωνίας ναύλωσης οι όροι της οποίας διαπραγματεύθηκαν μεταξύ ναυλομεσιτών ναύλωσαν το Τουρκικών συμφερόντων πλοίο KORAY OZGUN που είναι εγγεγραμμένο στο νηολόγιο των Marshall Islands με το χαρακτηριστικό αριθμό του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΙΜΟ) 9387126 για μεταφορά από το λιμάνι του Illychevsk της Ουκρανίας στο Southampton του Ηνωμένου Βασιλείου 3.429,565 μετρικών τόνων εξαχλωροβενζόλιο (Molochopt of Hexachlorbenzene). Στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας ναύλωσης ο ναύλος καθορίστηκε σε 50 δολάρια Αμερικής τον τόνο και θα έπρεπε να καταβληθεί στον τραπεζικό λογαριασμό που θα καθόριζαν οι ιδιοκτήτες του πλοίου μετά την υπογραφή των φορτωτικών επί των οποίων θα έπρεπε να αναγράφεται freight payable as per charterparty (Τεκμήριο 1). Μετά τη συμπλήρωση της φόρτωσης οι Ενάγοντες έλαβαν το έγγραφο με το οποίο καθορίζεται ως λογαριασμός στον οποίο θα έπρεπε να καταβληθεί ο ναύλος των 156.675.20 δολαρίων Αμερικής που οι Εναγόμενοι 1 διατηρούν με τους Εναγόμενους 2 (Τεκμήριο 2). Ο ναυλομεσίτης ζήτησε από τους Ενάγοντες παρουσιάζοντας τους σχετικό τιμολόγιο (freight invoice) προερχόμενο από τους ιδιοκτήτες του πλοίου Comm Line Inc των Marshall Islands όπως εμβάσουν στους Εναγόμενους 1 το ποσό των 156.675.20 δολαρίων Αμερικής στο λογαριασμό που διατηρούσαν με τους Εναγόμενους 2 με αρ.
- Οι Ενάγοντες με οδηγίες προς την τράπεζα τους έμβασαν στο λογαριασμό των Εναγομένων 1 που διατηρούν με τους Εναγόμενους 2 που υποδείχθηκε με το Τεκμήριο 2 το πιο πάνω ποσό. Σχετικό έμβασμα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η εταιρεία Armada Chartering της Κωνσταντινούπολης για λογαριασμό των ιδιοκτητών του πλοίου Koray Ozgun ενημέρωσε με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 14.11.12 (Τεκμήριο 4) τον πράκτορα των Εναγόντων στο Southampton ότι με δεδομένο ότι δεν έχουν εισπράξει τον ναύλο παρά την παρέλευση δύο εβδομάδων από την αναχώρηση του πλοίου από το λιμάνι φορτώσεως θα καθυστερήσουν την άφιξη του πλοίου στο Southampton και θα αξιώσουν έξοδα κατακράτησης (detention fees). Σύμφωνα με τον ισχυρισμό τους δεν είχαν λάβει καν αντίγραφο του εμβάσματος (swift). Οι Ενάγοντες πληροφόρησαν την Armada Chartering για την πραγματοποίηση του εμβάσματος (Τεκμήριο 5). Η Armada Chartering απάντησε με το Τεκμήριο 6 οπότε και διαπιστώθηκε ότι οι Ενάγοντες υπήρξαν θύματα απάτης αφού ο ναυλομεσίτης τόσο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων όσο και μεταγενέστερα παραποιούσε τα έγγραφα που ανταλλάσσονταν εμφανίζοντας, μεταξύ άλλων, στους μεν ιδιοκτήτες του πλοίου ότι ο συμφωνηθέντας ναύλος ήταν 65.50 δολάρια Αμερικής στους δε Ενάγοντες ότι ήταν 50.50 δολάρια Αμερικής. Για την απόσπαση δε του ποσού των 156.675.20 δολαρίων Αμερικής ο ναυλομεσίτης παραποίησε το τιμολόγιο που στάλθηκε από τους ιδιοκτήτες του πλοίου (Τεκμήριο 7) έτσι που να αναφέρεται ως ναύλος το ποσό των 156.675.20 δολαρίων Αμερικής αντί του ποσού των 218.900.27 δολαρίων Αμερικής και ως δικαιούχος η Εναγόμενη 1 αντί των ιδιοκτητών του πλοίου παραθέτοντας το λογαριασμό των Εναγομένων 2 αντί του λογαριασμού των ιδιοκτητών του πλοίου. Οι Ενάγοντες ενημέρωσαν την τράπεζα τους αμέσως μετά τη διαπίστωση της απάτης και ζήτησαν από τους Εναγόμενους 2 την ανάκληση της πληρωμής χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τα πιο πάνω γεγονότα καθιστούν αναγκαία την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων για να εμποδιστεί η αποξένωση του εμβασθέντος ποσού και σε περίπτωση που τούτο έχει ήδη αποξενωθεί να δοθούν στους Ενάγοντες στοιχεία για να μπορέσουν να εντοπίσουν το πρόσωπο στο οποίο εμβάσθηκε το ποσό αυτό. Περαιτέρω υποστηρίζει, πως οι Εναγόμενοι 1 δεν θα υποστούν ζημιά καθότι ουσιαστικά θα αποτραπούν από του να αποξενώσουν το δολίως εμβασθέν σε αυτούς ποσό. Και αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Ενάγοντες δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν τις ταυτότητες όλων των παραβατών και περαιτέρω οι Ενάγοντες δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζουν πού βρίσκονται τα περιουσιακά τους στοιχεία τα οποία οι Εναγόμενοι 1 με τη βοήθεια των συνεργατών τους έχουν υπεξαιρέσει. Η παρούσα αγωγή των Αιτητών συνιστά αξίωση εντοπισμού και ιχνηλάτισης για επανάκτηση της περιουσίας τους η οποία μεταβιβάστηκε δόλια και παράνομα στους Εναγόμενους
- Η αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα υπό την παράγραφο Α της αίτησης επιδόθηκε στους Εναγομένους 1, αφού εξασφαλίστηκε διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση τους οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένο επιστρεπτέο με αποτέλεσμα τούτο να οριστικοποιηθεί. Οι Εναγόμενοι 2/Καθ΄ων η αίτηση αποδέχθηκαν όπως το διάταγμα υπό την παράγραφο Α γίνει απόλυτο και καταχώρισαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως αναφορικά με τις παραγράφους Β και Γ της αίτησης των Εναγόντων/Αιτητών. Η ένσταση βασίζεται σε οκτώ λόγους στους οποίους θα γίνει αναφορά εφόσο αυτοί θα προωθηθούν κατά την αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων/Καθ΄ων η αίτηση. Τα γεγονότα δε επί των οποίων στηρίζεται αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Σάββα Ιωάννου ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγομένων 2 ο οποίος υποστηρίζει πως το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει το σχετικό αιτούμενο διάταγμα καθότι δεν προβάλλονται επαρκείς λόγοι και στοιχεία για τους εξής λόγους: (α) Οι Εναγόμενοι 2 δεσμεύονται από συμβατική υποχρέωση εμπιστοσύνης προς τους πελάτες τους και ή δεσμεύονται από τραπεζικό απόρρητο οι οποίοι δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεση τους στην αποκάλυψη. Τυχόν δε συγκατάθεση των Εναγομένων 2 στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μπορεί να έχει ως συνέπεια την αστική ευθύνη των Εναγομένων 2 προς τους πελάτες τους εκτός αν διατάξει το Δικαστήριο. (β) Η έγκριση του αιτήματος θα παραβίαζε το άρθρο 29 του Νόμου 66
(1)/97 που αναφέρεται στο τραπεζικό απόρρητο καθότι η συγκεκριμένη περίπτωση δεν φαίνεται να είναι τέτοια που να εμπίπτει στις εξαιρέσεις του Νόμου. (γ) Οι Εναγόμενοι 2 αποδέχθηκαν το αιτητικό Α το οποίο έγινε απόλυτο. Ισχυρίζεται πως το αιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας για να υποστηριχθεί η υπόθεση των Εναγόντων/Αιτητών η οποία δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Αποτελεί επίσης προσπάθεια απόσπασης πληροφοριών, είναι καταπιεστικό για τους Εναγόμενους 2 και δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ιδιαίτερα αποτελεί προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας επειδή επεκτείνεται σε όλους τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 εταιρείας για μεγάλη χρονική περίοδο. Επιπλέον είναι γενικό και αόριστο. Περαιτέρω ισχυρίζεται πως η αίτηση των Εναγόντων είναι πρόωρη δηλαδή καταχωρίστηκε πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων. Η αποκάλυψη και παράδοση εγγράφων με τη μορφή και το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. Δεν αποκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι ή εξαιρετικές περιστάσεις για να δικαιολογούν και/ή καταστήσουν αναγκαία την αποκάλυψη εγγράφων. Δεν αποκαλύφθησαν εξαιρετικές περιστάσεις και δεν τεκμηριώθηκε η αναγκαιότης και σκοπιμότης της επιθεώρησης και λήψης αντιγράφων στο παρόν στάδιο. Το αιτούμενο διάταγμα υποστηρίζει πως προκαλεί αδικία και καταπίεση στους Εναγομένους 2 λόγω του περιεχομένου του συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας του όσο και του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σ' αυτό καθώς και διότι επεκτείνεται σε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εναγομένης 1. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει, πως τα εν λόγω διατάγματα θα πρέπει να περιοριστούν στην περίοδο κατά την οποία έγινε η πληρωμή ή το έμβασμα ή η μεταφορά χρημάτων που επιδιώκουν να μάθουν οι Ενάγοντες και θα πρέπει να δοθεί τουλάχιστο προθεσμία στους Εναγόμενους δύο μηνών για να ανευρεθούν τα σχετικά εμβάσματα νοουμένου ότι εγκριθεί η παρούσα αίτηση. Περαιτέρω οι Ενάγοντες θα πρέπει να καλύψουν προκαταβολικά όλα τα έξοδα των Εναγομένων τα οποία ανέρχονται σε €40.000. Οι δικηγόροι των διαδίκων, ορθά πράττοντας αφού δεν αμφισβητούνται τα γεγονότα, δεν αντεξέτασαν τους ενόρκως δηλούντες και περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Εξέτασα τις θέσεις των δύο πλευρών όπως έχουν στις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, και τις οποίες διευκρίνισαν κατά τη δίκη, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι προστακτικής φύσεως διατάγματα, τα οποία μπορεί το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 να δώσει δικαίωμα στο Δικαστήριο να εκδώσει εάν το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala
(2007)1(A) A.A.Δ. 162, τονίστηκαν τα πιο κάτω: «Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ΄ όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο.» (βλ. AVILA MANAGEMENT SERVICES LTD κ.α. ν. FRANTISEK STEPANEK κ.α. Πολ. Εφ. 54/2012 ημερ. 27.6.2012). Και οι δύο πλευρές φαίνεται να συμφωνούν ότι τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν στη γενικότερη δυνατότητα της παροχής πληροφοριών και αποκάλυψης εγγράφων και στοιχείων. Στην υπόθεση STEPANEK (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Tο κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ΄ αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ΄ αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Ο τρόπος εφαρμογής του άρθρου 32 εξετάστηκε και αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Υποδεικνύονται στη Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τα εξής: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή (βλ. Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, 1366). Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως προς τα θέματα που συνάπτονται προς τα επίδικα της αγωγής. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής. (Βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Έχει δε επεξηγηθεί στην Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 ο όρος «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60). Επιβάλλει την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Οdysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, στη σελ. 569). Η δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου αναλύθηκε στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited Πολ. Έφ. 145/2011 ημερ. 13.6.2013). Η έκδοση διατάγματος υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. την Ανδρέα Κυτάλα ν. Άννας Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει την ουσιαστική διαφορά των Αιτητών με τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Αναπόφευκτα όμως θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Η βάση της αγωγής των Εναγόντων/Αιτητών συνδυάζει τις αρχές των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και τις αρχές ιχνηλάτισης και/ή εντοπισμού (tracing action). Από τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα έχει καταδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο οι Αιτητές περιέπεσαν θύματα της απάτης των Εναγομένων 1, αφού έδειξαν πίστη σε έγγραφα και παραστάσεις τα οποία αποδείχτηκαν εντελώς αβάσιμα και διέθεσαν κεφάλαια προς εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων τα οποία όμως κατατέθηκαν σε λογαριασμό των Εναγομένων 1 που διατηρούσαν με τους Εναγόμενους 2/Καθ' ων η αίτηση, αντί του λογαριασμού των ιδιοκτητών του πλοίου. Πρόσθετα των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 τα αιτούμενα διατάγματα δέον να κριθούν και υπό το φως των αρχών που διέπουν διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και με αναφορά στις εφαρμοστέες αρχές σε σχέση με τις προϋποθέσεις κάμψης του τραπεζικού απορρήτου και της αναγκαιότητας λήψης των αιτούμενων στοιχείων και πληροφοριών. Με κριτήριο τις πιο πάνω αρχές, έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προβάλλουν στις ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια και έχοντας υπόψη τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, θα εξετάσω κατά πόσο τα διατάγματα που οι Ενάγοντες ζητούν θα εκδοθούν. Αποτελεί δραστικό μέτρο η έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal και η έκδοση του πρέπει να γίνεται με φειδώ και πάντοτε όπου είναι αναγκαίο για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ισχυρή μαρτυρία ότι τα χρήματα των Εναγόντων/Αιτητών που απέσπασαν με δόλο οι Εναγόμενοι 1 από τους Ενάγοντες έχουν κατατεθεί σε λογαριασμό των Εναγομένων 1 που διατηρούν στην τράπεζα των Εναγομένων
- Αυτό δε που υποστηρίζεται είναι πως η αποκάλυψη είναι αναγκαία για τους Ενάγοντες/Αιτητές για να καθορίσουν ολόκληρη την αλυσίδα των γεγονότων, να εντοπίσουν τις ταυτότητες των προσώπων που εμπλέκονται στο σχέδιο απάτης εναντίον τους, να εντοπίσουν τη διαδρομή των περιουσιακών στοιχείων τα οποία οι Εναγόμενοι 1 παράνομα και δόλια αποξένωσαν και να δικογραφήσουν ή αποδείξουν τις αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν εις βάρος τους από τους Εναγόμενους 1 με τη βοήθεια ενδιάμεσων τρίτων προσώπων. Στην προκείμενη περίπτωση η τράπεζα, Καθ' ων η αίτηση 2 με βάση τα όσα οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου, κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης τους, σαν τράπεζα των Εναγομένων 1, στον ισχυριζόμενο δόλο. Επομένως νομιμοποιούνται οι Ενάγοντες να εγείρουν αγωγή εναντίον τους σύμφωνα με τη νομική αρχή της Norwich Pharmacal. Περαιτέρω, από τα γεγονότα, φαίνεται να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τέθηκαν με την υπόθεση Mitsui (ανωτέρω) όπως και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Οι τρεις προϋποθέσεις που έθεσε η υπόθεση Mitsui (ανωτέρω) έχει καταδειχθεί ότι ικανοποιούνται: (α) η διάπραξη, η εκ πρώτης όψεως διάπραξη, αδικοπραξίας σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών, (β) ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες γιατί χωρίς αυτές δεν θα είναι σε θέση να προωθήσουν την αγωγή τους εναντίον των προσώπων που κατ' ισχυρισμό διέπραξαν σε βάρος τους αδικοπραξία και (γ) η τράπεζα/Καθ' ων η αίτηση 2 είναι σε θέση, κάτι που η ίδια δεν αρνείται, να προμηθεύσει τους Αιτητές με τις πληροφορίες που ζητούν και οι οποίες είναι αναγκαίες για να προωθηθεί η αγωγή εναντίον των προσώπων που τους εξαπάτησαν. Επίσης ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- Θεωρώ πως αντικειμενικά από την αγωγή προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, με βάση δε την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει η ύπαρξη πιθανότητας οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία, δηλαδή επανάκτηση του προϊόντος της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας και τρίτο ότι η τράπεζα/Καθ' ων η αίτηση 2 είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να προωθήσουν την αγωγή τους και κατά συνέπεια θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπό το φως των πιο πάνω ικανοποιούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και καταρρίπτονται όλοι οι λόγοι ένστασης των Καθ΄ ων η αίτηση
- Εκείνο που επιθυμώ να τονίσω είναι πως η φύση των ζητουμένων πληροφοριών εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας - πελάτη. Περαιτέρω όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Βankers Trust Co. v. Shapira and others
(1980)1 W.L.R.1274, τα θύματα απάτης, εδώ oι Εάγοντες, έχουν δικαίωμα με βάση τις αρχές της επιείκειας να ιχνηλατίσουν τα χρήματα τους που κατ' ισχυρισμό απέσπασαν οι Εναγόμενοι 1, η απάτη των οποίων τους αποστερεί το δικαίωμα να επικαλεσθούν τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους και της τράπεζας. Συναφώς το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπόθεσης, εκδίδει διατάγματα ως οι παράγραφοι Β και Γ της αίτησης υπό τους ακόλουθους όρους: (α) Ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται στις 30 μέρες. (β) Η υποχρέωση της τράπεζας/Καθ' ων η αίτηση 2 περιορίζεται σε τραπεζικές πράξεις ή έγγραφα από την 1.11.12 και εντεύθεν. (γ) Οι Ενάγοντες/Αιτητές θα αναλάβουν όπως καλύψουν τους Καθ' ων η αίτηση 2 για οποιαδήποτε έξοδα αυτοί λογικώς ήθελε υποστούν λόγω της συμμόρφωσης τους προς τα διατάγματα. (δ) Οι Ενάγοντες/Αιτητές θα αναλάβουν όπως μη χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια των διαταγμάτων για οποιοδήποτε άλλο σκοπό από τον εντοπισμό (tracing) των χρημάτων τους και των αδικοπραγησάντων. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, έχοντας υπόψη μου το αποτέλεσμα αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρουσιάζονται ως διάδικοι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση 2 κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά τα επωμισθεί τα έξοδα της. Καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ..................................................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο