Hellenic Bank Public Company Ltd ν. N. Peratikos Develpers Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2495/11, 26/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A220 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2495/11 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd, εκ Λευκωσίας Ενάγουσας - και -
- N. Peratikos Develpers Ltd, εκ Λεμεσού
- Νίκος Περατικός, εκ Λεμεσού
- Νεοφύτα Περατικού άλλως Νεοφύτα Μιλτιάδη Μιλτιάδους σύζυγος Ιούλιου Περατικού, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερ.: 26.5.2014 Για την Ενάγουσα: κα Λ. Νικολάου για Κυρ. Κ. Σαβεριάδης & Σία Για τους Εναγόμενους: κ. Μ. Ιωάννου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της Ενάγουσας Τράπεζας εναντίον της Εναγόμενης 1 πρωτοφειλέτριας εταιρείας και των Εναγομένων 2 και 3 εγγυητών της, εδράζεται σε τρεις συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφείς συμφωνίες εγγύησης ως ακολούθως: · Συμφωνία δανείου ημερ. 13.6.2006 με την Εναγόμενη 1 για ποσό ΛΚ90.000 (€153.774,13). · Συμφωνία εγγύησης ημερ. 13.6.2006 με τους Εναγόμενους 2 και 3 για το πιο πάνω ποσό. · Συμφωνία δανείου ημερ. 6.9.2007 με την Εναγόμενη 1 για το ποσό των ΛΚ150.000 (€256.290,21). · Συμφωνία εγγύησης ημερ. 6.9.2007 με τον Εναγόμενο 2 για το πιο πάνω ποσό. · Συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερ. 19.2.2008 με την Εναγόμενη
- · Συμφωνία εγγύησης ημερ.19.2.2008 με τον Εναγόμενο 2 για το ποσό των €315.
- Επιπρόσθετα, των πιο πάνω εγγυήσεων η Εναγόμενη 3 υποθήκευσε την 23.6.2006 μερίδιο της σε ακίνητη περιουσία για το ποσό των ΛΚ22.000 (€37.589,23) πλέον τόκους προς όφελος της Τράπεζας ενώ η Εναγόμενη 1 εταιρεία υποθήκευσε μερίδια της σε τρεις ακίνητες περιουσίες στις 25.9.2006, 10.9.2007 και 11.9.2007 για τα ποσά των ΛΚ90.000 (€153.774,12), ΛΚ30.000 (€51.258,04) και ΛΚ150.000 (€256.290,21) αντίστοιχα και την 21.2.2008 άλλη ακίνητη περιουσία της για το ποσό των €315.000, πλέον τόκους, επίσης προς όφελος της Τράπεζας. Οι σχετικοί ισχυρισμοί εμπεριέχονται στις παραγράφους 1 - 13 της Έκθεσης Απαίτησης και έγιναν παραδεκτοί από το δικηγόρο των Εναγομένων με δήλωση του κατά την ακρόαση της αγωγής την 4.10.
- Κατά τη δικάσιμο της 21.11.2013 οι Εναγόμενοι 1 και 2 με δήλωση του δικηγόρου τους αποδέχτηκαν ότι οφείλουν το συνολικό ποσό των €932.152,28 πλέον τόκους προς 7,65% ετησίως επί ποσού €191.513,95 από 1.11.2013 μέχρι εξόφλησης πλέον τόκους 8,40% ετησίως επί ποσού €312.408,75 από 1.11.2013 μέχρι εξόφλησης πλέον τόκους προς 7,70% ετησίως επί του ποσού των €406.269,80 από 1.10.2013 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο με την κεφαλαιοποίηση να αφορά όλους τους τόκους. Η Εναγόμενη 3, με δήλωση του δικηγόρου της αποδέχτηκε ότι οφείλει το ποσό των €153.774,12 πλέον τόκους προς 7,65% ετησίως επί του ίδιου ποσού από 13.6.2006 μέχρι 31.8.2006, 7,90% επί του ιδίου ποσού από 1.9.2006 μέχρι 23.12.2007, 7,40% επί του ιδίου ποσού από 24.12.2007 μέχρι 3.7.2008, 7,65% επί του ιδίου ποσού από 4.7.2008 μέχρι 7.7.2008, 8,15% επί του ιδίου ποσού από 8.7.2008 μέχρι 14.10.2008, 7,65% επί του ιδίου ποσού από 15.10.2008 μέχρι 11.11.2008, 7,15% επί του ιδίου ποσού από 12.11.2008 μέχρι 9.12.2008, 6,40% επί του ιδίου ποσού από10.12.2008 μέχρι 20.1.2009, 5,90% επί του ιδίου ποσού από 21.1.2009 μέχρι 10.3.2009, 5,40% επί του ιδίου ποσού από11.3.2009 μέχρι 7.4.2009, 5,15% επί του ιδίου ποσού από 8.4.2009 μέχρι 12.5.2009, 4,90% επί του ιδίου ποσού από 13.5.2009 μέχρι 30.11.2009, 7,65% επί του ιδίου ποσού από 1.12.2009 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30 Ιουνίου και την 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Διευκρινίστηκε πως το ποσό που οφείλει η Εναγόμενη 3 περιλαμβάνεται στο ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι 1 και
- Η δικηγόρος της Τράπεζας συμφώνησε ότι αυτές είναι οι οφειλές των Εναγομένων. Ότι παραμένει προς εκδίκαση είναι κατά πόσο τα οφειλόμενα ποσά κατέστησαν πληρωτέα προς την Τράπεζα ώστε να εκδοθεί απόφαση γι΄ αυτά υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων. Παρουσιάστηκε κατά την δικάσιμο της 29.11.2013 από κοινού κατάλογος παραδεχτών εγγράφων και δηλώθηκε ότι οι αναφερόμενες στον κατάλογο συμφωνίες έχουν υπογραφεί ενώ οι αναφερόμενες στον κατάλογο επιστολές έχουν αποσταλεί. Η επιφύλαξη της Υπεράσπισης ότι η παραδοχή αποστολής δεν περιλαμβάνει τις επιστολές ημερ. 1.12.2009 (Τεκμ. 4), ήταν ίσως εκ του περισσού αφού οι ρηθείσες επιστολές δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο παραδεκτών εγγράφων. Στην Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, οι Εναγόμενοι προβάλλουν διάφορες θέσεις. Στην έκταση που οι θέσεις αυτές εδράζονται σε ισχυριζόμενα γεγονότα που θα έπρεπε αυτοί θετικά να αποδείξουν, δεν θα απασχολήσουν περισσότερο αφού, στην παντελή απουσία μαρτυρίας από μέρους της Υπεράσπισης, οι θέσεις παρέμειναν ατεκμηρίωτες και απορρίπτονται. Παραμένει αριθμός νομικών ζητημάτων που εγείρονται στη βάση των παραδεκτών γεγονότων: - Η Τράπεζα θα έπρεπε να ζητήσει την εκτέλεση των υποθηκών και η αγωγή έπρεπε να εγερθεί και εναντίον των υπόλοιπων μεριδιούχων. - Η αγωγή είναι πρόωρη καθότι όφειλε η Τράπεζα να εκποιήσει τις υποθήκες και αν παρέμενε υπόλοιπο οφειλόμενο μόνο τότε να καταχωρήσει αγωγή εναντίον των Εναγομένων. - Οι Εναγόμενοι 2 και 3 απαλλάγηκαν από τις δοθείσες εγγυήσεις γιατί η Τράπεζα έδωσε στην Εναγόμενη 1 παράταση χρόνου εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της. Ανταπαιτείται, μεταξύ άλλων, διάταγμα όπως όλες οι υποθήκες εκτελεστούν με κατώτερη ή επιφυλαχθείσα τιμή την αξία των υποθηκών, αλλά και όπως συγκεκριμένα μια από αυτές αποσυρθεί, εξαλειφθεί και ακυρωθεί. Η νομοθεσία επιτρέπει την υποθήκευση μεριδίου σε ακίνητη ιδιοκτησία. Οτιδήποτε άλλο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτο περιορισμό στο δικαίωμα του ιδιοκτήτη να εκμεταλλευτεί την ακίνητη ιδιοκτησία του. Δεν είναι ορθή η θέση της Υπεράσπισης πως οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες, που δεν έχουν υποθηκεύσει τα μερίδια τους, πρέπει να συνενώνονται ως εναγόμενοι στην αγωγή με την οποία ζητείται η εκποίηση των υποθηκών προς εξασφάλιση του λαβείν του ενάγοντα. Τα όποια δικαιώματα του συνιδιοκτήτη για απόκτηση του μεριδίου του εναγομένου ενυπόθηκου οφειλέτη, εξασφαλίζονται μέσα από τη διαδικασία του δημόσιου πλειστηριασμού. Σε κάθε, όμως, περίπτωση με την παρούσα αγωγή δεν επιδιώκεται οιοδήποτε διάταγμα για την πώληση των ενυπόθηκων μεριδίων. Η αγωγή αφορά σε συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφείς συμφωνίες εγγύησης μεταξύ των διαδίκων και οι ιδιοκτήτες των μεριδίων των ενυπόθηκων ιδιοκτησιών που δεν υποθηκεύτηκαν δεν θα είχαν θέση ως διάδικα μέρη στην αγωγή. Η θέση ότι ο ενυπόθηκος δανειστής οφείλει να εκποιήσει την υποθήκη προτού αποταθεί για ανάκτηση του οφειλόμενου δυνάμει του δανείου ποσού δικαστικά, δεν υποστηρίζεται από καμιά νομοθετική πρόνοια ή άλλη αρχή δικαίου και απορρίπτεται. Η θέση ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 απαλλάγηκαν από τις δοθείσες εγγυήσεις γιατί η Τράπεζα έδωσε στην Εναγόμενη 1 παράταση χρόνου εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της επίσης απορρίπτεται. Σύμφωνα με τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, άρθρο 95, η απλή αποφυγή - υπομονή (forbearance) εκ μέρους του δανειστή να ενάξει τον πρωτοφειλέτη ή να επιβάλει οιαδήποτε άλλη θεραπεία εναντίον του δεν απαλλάττει τον εγγυητή, εκτός και αν υπάρχει σχετική πρόνοια στη σύμβαση εγγύησης. Είναι μόνο η συμφωνία μεταξύ του δανειστή και του πρωτοφειλέτη να παράσχει στον τελευταίο χρόνο που μπορεί να απαλλάξει τον εγγυητή από τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης (άρθρο 93). Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για τέτοια συμφωνία μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης 1, ούτε υφίσταται πρόνοια στις επίδικες συμφωνίες εγγύησης που θα μπορούσε να απαλλάξει, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, τους Εναγόμενους 2 και
- Αντίθετα, ο όρος 14(β) των τριών συμφωνιών εγγύησης ρητά προνοεί ότι: «... η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποιανδήποτε στιγμή και χωρίς να επηρεάζει την ισχύ της παρούσας εγγύησης και/ή την ευθύνη μου με βάση την παρούσα εγγύηση ... Να δίνει προς τον πρωτοφειλέτη παρατάσεις χρόνου για την εκτέλεση από αυτόν οποιασδήποτε υποχρέωσης». Κατά την αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων έγινε επίκληση του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του
- Ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης αφού οι τρεις συμφωνίες της πρωτοφειλέτριας εταιρείας εμπίπτουν στον ορισμό του «δανείου» κατά το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου και οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι φυσικά πρόσωπα. Προνοείται με το άρθρο 4 ότι: «
(1)Σύμβαση εγγύησης δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, εκτός αν συνάπτεται γραπτώς και φέρει την υπογραφή του εγγυητή και την ημερομηνία κατά την οποία την υπέγραψε.
(2)Εκαστος των συμβαλλομένων σε μη έγκυρη και εκτελεστή σύμβαση εγγύησης, λόγω του ότι δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, έχει έναντι του αντισυμβαλλομένου του τις θεραπείες, τις υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, ανάλογα με την περίπτωση, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου.» Οι συμβάσεις εγγύησης είναι στην προκειμένη περίπτωση γραπτές και φέρουν την υπογραφή των Εναγομένων 2 και 3 και την ημερομηνία που αυτοί υπέγραψαν. Με το άρθρο 5 προνοείται ότι προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης ο προτιθέμενος πιστωτής του παραδίδει αυτοπροσώπως (α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται συγκεκριμένα στοιχεία που απαριθμούνται σχετικά με την παροχή της εγγύησης και (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με την περιουσία του και τυχόν επιβαρύνσεων της που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου. Στον κατάλογο παραδεκτών εγγράφων υπάρχει (έγγραφο 8) επιστολή ημερ. 8.6.2006 της Τράπεζας προς την πρωτοφειλέτρια εταιρεία, όπου καταγράφονται όλα τα σχετικά, και που υπογράφεται από την Εναγόμενη 3 ότι την έλαβε και κατανόησε το περιεχόμενο της. Καμιά τέτοια επιστολή δεν παρουσιάζεται σε σχέση με τον Εναγόμενο
- Περαιτέρω, δεν μαρτυρήθηκε να παραδόθηκε από την Τράπεζα στους Εναγόμενους 2 ή 3 η γραπτή δήλωση που αναφέρεται στο άρθρο 5(β) του Νόμου. Το ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο οι πραλείψεις, αν πράγματι δεν παραδόθηκαν τα πιο πάνω, οδηγούν σε ακυρότητα των συμφωνιών εγγύησης. Είμαι της θέσης πως τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να εγείρεται στην παρούσα υπόθεση. Τέτοιο ζήτημα δεν ηγέρθηκε στην Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης (παράγρ. 18). Όμως ακόμα και αν τέτοιο ζήτημα ήταν επίδικο κατέστηκε μη επίδικο από τις παραδοχές που έγιναν την 21.11.2013 για τις οφειλές των Εναγομένων 2 και
- Η παραδοχή των οφειλών εξυπακούει αποδοχή ότι οι συμφωνίες εγγύησης ήταν έγκυρες και δεσμευτικές για τους Εναγόμενους 2 και
- Όταν ένας διάδικος παραδέχεται την ύπαρξη μιας συμφωνία και ότι δυνάμει αυτής οφείλει κάποιο ποσό δεν μπορεί και εμποδίζεται να επικαλείται πως η συμφωνία ήταν άκυρη. Οι παραδοχές των Εναγομένων 2 και 3 έγιναν προτού η Ενάγουσα καλέσει προφορική μαρτυρία και μπορεί να επικαλείται πως είχε τη σχετική μαρτυρία που δεν προσκόμισε λόγω των παραδοχών. Περαιτέρω, όπως ερμηνεύω τις σχετικές διατάξεις, και παρά το ότι αναμφίβολα το άρθρο 5 θεσπίστηκε για την προστασία του εγγυητή, ο Νομοθέτης καθόρισε με το άρθρο 4 πότε μια σύμβαση εγγύησης είναι έγκυρη και δεν περιέλαβε την ύπαρξη των υποχρεώσεων του άρθρου
- Καταλήγω πως οι πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 δεν επηρεάζουν την αξίωση της Τράπεζας εναντίον των Εναγομένων 2 και
- Περαιτέρω εγείρεται ζήτημα κατάχρησης στη βάση του γεγονότος, που έγινε παραδεκτό κατά την ακρόαση της 29.11.2013, ότι η Τράπεζα έχει υποβάλει αιτήσεις για τις υποθήκες που αναφέρονται στην αγωγή στα αρμόδια Κτηματολογικά Γραφεία σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 και εκκρεμεί διαδικασία με σκοπό να εκποιηθούν οι υποθήκες και όποιο ποσό εισπραχθεί από τις πωλήσεις να χρησιμοποιηθεί έναντι της εξόφλησης των οφειλόμενων ποσών. Παρουσιάστηκαν από κοινού (Τεκμ. 1) πέντε ένορκες δηλώσεις επίδοσης Ειδοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 37
(1)του Νόμου προς τους Εναγόμενους 1 και 3. Σημειώνεται ωστόσο πως με την αγωγή δεν προωθείται αξίωση αναφορικά με τις υποθήκες, που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης για σκοπούς πληρότητας. Εφόσον δεν προωθείται αξίωση αναφορικά με τις υποθήκες δεν είναι κατανοητό που μπορεί να έγκειται η κατάχρηση. Είναι βέβαια αντιληπτό πως εάν πραγματοποιούνταν οι εκποιήσεις πριν την έκδοση απόφασης, το ποσό της απόφασης θα έπρεπε να μειωθεί κατά τα ποσά που θα είχαν εισπραχθεί από τις πωλήσεις, εάν δε εισπραχθούν τέτοια ποσά μετά την έκδοση απόφασης, αναμφίβολα θα λογιστούν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Αναφέρεται στην Κιτρομηλίδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1165, 1171 το εξής, που καλύπτει πλήρως το ζήτημα που εγείρουν οι Εναγόμενοι: «Ούτε μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική η προώθηση πώλησης ενυπόθηκων κτημάτων, ως ισχυρίζεται η εφεσείουσα βασιζόμενη σε σχετική, κατ΄ αυτή, νομολογία. Η νομολογία αναφέρεται σε παράλληλη προώθηση πέραν της μιας διαδικασιών ή πέραν του ενός ενδίκου μέσου (Βλέπε: Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 (Β) ΑΑΔ 1168). Στην υπόθεση αυτή δεν προωθούντο δύο παράλληλα ένδικα μέσα. Η προώθηση πώλησης των ενυπόθηκων κτημάτων από την εφεσίβλητη, μέσω του Κτηματολογίου, ήταν συμβατικό δικαίωμα της». Προχωρώ στην εξέταση της αξίωσης. Στη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 13.6.2006 προνοείτο πως: «.παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη όπως καταβάλει ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις μαζί με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Τράπεζα με βάση την παρούσα συμφωνία απαιτήσει οποιαδήποτε πληρωμή, καθιστούν το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στην Τράπεζα, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος τους, το δικαίωμα όπως απαιτήσει και εισπράξει αμέσως ολόκληρο το πιο πάνω δάνειο, προμήθειες ή δικαιώματα.» (Όρος 4, βλ. παράγρ. 4(ε) της Έκθεσης Απαίτησης) «Μόλις το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα θα καθίσταται αμέσως απαιτητό και θα εξοφλείται, ο δε χρεώστης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο προς την Τράπεζα. η δε Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους» (Όρος 6, βλ. παράγρ. 4(στ) της Έκθεσης Απαίτησης) «Κάθε ειδοποίηση . θα μπορεί να σταλεί στον Χρεώστη με συνηθισμένο ταχυδρομείο . στη διεύθυνση που φαίνεται πιο κάτω ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση την οποία θα δώσει ο πελάτης προς την Τράπεζα, ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.» (Όρος 12, βλ. παράγρ. 4(ζ) της Έκθεσης Απαίτησης) Η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 6.9.2007 είναι πανομοιότυπη με τη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 13.6.2006 και οι όροι 4, 6 και 12 δικογραφούνται στις παραγράφους 7(ε)-(η). Στη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων σε Τρεχούμενο Λογαριασμό ημερομηνίας19.2.2008 προνοείτο πως: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε αποφασίσει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη να τερματίσει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό ά οποιοδήποτε δάνειο και/ή πίστωση και/ή άλλη τραπεζική ή πιστωτική διευκόλυνση που δόθηκε ή θα δοθεί στο μέλλον προς τον πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα .» (Όρος 10, βλ. παράγρ. 10(ι) της Έκθεσης Απαίτησης) «Μόλις τα πιο πάνω συμφωνηθέντα δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις ή οποιοδήποτε μέρος τους ζητηθεί από την Τράπεζα για οποιαδήποτε αιτία θα καθίστανται αμέσως απαιτητά και θα εξοφλούνται, ο δε πελάτης οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό οφειλόμενο προς την Τράπεζα, . παράλειψη δε του πελάτη να πράξει αυτό αμέσως, θα συνεπάγεται σημαντική αύξηση του Περιθωρίου από την ημέρα της ζήτησής τους, η δε Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον των δικαστικών και/ή άλλων εξόδων οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελικής εξόφλησης.» (Όρος 12, βλ. παράγρ. 10(κ) της Έκθεσης Απαίτησης) «Κάθε ειδοποίηση βάσει του παρόντος συμβολαίου θα μπορεί να σταλεί στον πελάτη με συνηθισμένο ταχυδρομείο . στη διεύθυνση που δηλώνεται πιο κάτω ή σε οποιαδήποτε νέα διεύθυνση την οποία θα δώσει ο πελάτης προς την Τράπεζα ή στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση.» (Όρος 15, βλ. παράγρ. 10(θ) της Έκθεσης Απαίτησης) Τα έγγραφα εγγύησης ημερομηνίας 13.6.2006 και 6.9.2007 είναι πανομοιότυπα σε ότι αφορά τους όρους τους. Προνοείται πως: «. με την παρούσα εγγυώμαι όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου . αναλαμβάνω δε να πληρώσω προς την Τράπεζα μόλις μου ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που μπορεί να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα σε σχέση με την πιο πάνω υποχρέωση του πρωτοφειλέτη, .» (Όρος 2) Το έγγραφο εγγύησης ημερ. 19.2.2008 προνοεί πως: «. με την παρούσα εγγυώμαι όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα που απορρέουν από τη συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος ... αναλαμβάνω δε να πληρώσω προς την Τράπεζα μόλις μου ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που μπορεί να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα σε σχέση με την πιο πάνω υποχρέωση του πρωτοφειλέτη, .» (Όρος 2) Και τα τρία έγγραφα εγγύησης προνοούν ότι: «Γραπτή ζήτηση από την Τράπεζα με βάση την παρούσα θα θεωρείται ότι έγινε ορθά προς εμένα . αν δοθεί με επιστολή που θα σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή άλλως πως, ως η Τράπεζα ήθελε κατά την κρίση της αποφασίσει, στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω ή σε οποιανδήποτε άλλη διεύθυνση σας έχω κοινοποιήσει γραπτώς και η οποία έχει παραληφθεί από εσάς ή στην τελευταία γνωστή μου διεύθυνση.» (Όρος 9) Η διά ζώσης μαρτυρία ήταν περιορισμένη. Μαρτύρησε για την Τράπεζα η Σωκρατία Σάββα (γραπτή δήλωση Τεκμ. 2), υπάλληλος της Τράπεζας από το
- Η Υπεράσπιση, όπως προειπώθηκε, δεν πρόσφερε μαρτυρία. Η μαρτυρία της Σάββα επικεντρώθηκε στο ζήτημα του τερματισμού των συμφωνιών της Εναγόμενης 1 και παρουσίασε φωτοαντίγραφα τριών επιστολών ημερ. 1.12.2009 (ως δέσμη Τεκμ. 4) προς κάθε ένα των Εναγομένων. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι οι ρηθείσες επιστολές παραλήφθηκαν ή ότι αποστάληκαν, δηλαδή ταχυδρομήθηκαν προς τους Εναγόμενους. Αντίθετα με τις προειδοποιητικές επιστολές προς τους Εναγόμενους ημερ. 30.10.2009 (ως δέσμη Τεκμ. 3) που απεστάλησαν συστημένες και υπάρχει ταχυδρομική απόδειξη (Τεκμ. 5), οι επιστολές ημερ. 1.12.2009 δεν στάληκαν συστημένες αφού η πρακτική της Τράπεζας είναι συστημένες να αποστέλλονται μόνο οι προειδοποιητικές επιστολές. Η Σάββα συνέταξε και συνυπόγραψε με το διευθυντή του καταστήματος της Τράπεζας τις επιστολές ημερ. 1.12.2009 και τις παρέδωσε για ταχυδρόμηση. Αναφέρει στη γραπτή της δήλωση πως αυτές στάλησαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο για να διευκρινίσει δια ζώσης πως η ίδια τις παρέδωσε για ταχυδρόμηση χωρίς να θυμάται σε ποιον και δεν γνωρίζει ποιος τις ταχυδρόμησε. Διαφάνηκε, όταν της υποβλήθηκε πως οι επιστολές δεν ταχυδρομήθηκαν, πως η μαρτυρία της ότι αυτές αποστάληκαν με συνηθισμένο ταχυδρομείο εδράζεται στο γεγονός πως δεν επιστράφηκαν στην Τράπεζα. Βέβαια, αν ό,τι εννοεί είναι επιστροφή από το ταχυδρομείο, τούτο προϋποθέτει την ταχυδρόμηση τους, που είναι και το ζητούμενο. Προκύπτει πως η Σάββα δεν θα μπορούσε να μαρτυρήσει θετικά ότι οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν. Η αποδεκτά ειλικρινής της πεποίθηση πως τούτο έγινε, βασίζεται στην ακολουθητέα πρακτική και ότι ο υπάλληλος της Τράπεζας στον οποίο η ίδια έδωσε τις επιστολές για ταχυδρόμηση τις ταχυδρόμησε. Στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., τόμος 17, παράγρ. 210, αναφέρεται πως: «The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it or that it was put into a box which was cleared every day by the postman.» Στην παράγρ. 211 αναφέρεται πως: «Proof that a letter has been posted, and that it was prepaid, properly addressed, and not returned undelivered, is evidence of its delivery in the ordinary course of post.» Επεξηγείται σε υποσημείωση πως ότι εγείρεται είναι μαχητό τεκμήριο ότι τέτοια επιστολή έχει παραδοθεί το οποίο μπορεί να ανατραπεί. Στην προκειμένη περίπτωση η Υπεράσπιση υπόβαλε στη μάρτυρα Σάββα πως οι επιστολές τερματισμού ούτε παραλήφθηκαν από τους Εναγόμενους αλλά ούτε και ταχυδρομήθηκαν, ωστόσο, καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από την Υπεράσπιση ότι οι ρηθείσες επιστολές δεν παραλήφθηκαν. Η διεύθυνση της Εναγόμενης 1 εταιρείας όπως αναφέρεται στις δύο συμφωνίες δανείου και τη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό είναι «Αγίας Αικατερίνης 13, 3096, Λεμεσός». Η διεύθυνση των Εναγομένων 2 και 3 στις συμφωνίες εγγύησης ήταν «Σπυρίδωνος Λάμπρου 24Α, 3106 Λεμεσός», όπως δηλαδή αυτές καταγράφονται στις επιστολές ημερ. 1.12.
- Δεν ηγέρθηκε ποτέ ζήτημα ότι οιοσδήποτε των Εναγομένων άλλαξε διεύθυνση ή ότι κοινοποίησε ή έδωσε άλλη διεύθυνση στην Τράπεζα. Αναφέρθηκε στην Barclays Bank Plc κα ν. J.G.L. (Constr.) Ltd κ.α.
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1726, 1733 πως καθ΄ όσον δεν γνωστοποιείται οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης, η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που αναγράφονται επί της συμβάσεως συνιστά νόμιμο τερματισμό της. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της Σάββα ότι παρέδωσε σε κάποιο υπάλληλο της Τράπεζας τις επιστολές ημερ. 1.12.2009 για σκοπούς ταχυδρόμησης. Σε υποβολή πως δεν ταχυδρομήθηκαν, η Σάββα απάντησε: «Γιατί να μην έχει ταχυδρομηθεί; Είναι η διαδικασία που κάνουμε και ακολουθούμε πάντα ...». Αυτή η μαρτυρία συνιστά μαρτυρία πως οι επιστολές ταχυδρομήθηκαν και παρέμεινε αναντίλεκτη. Ως εκ τούτου καταλήγω πως οι επιστολές ημερ. 1.12.2009 ταχυδρομήθηκαν. Για να αποδειχθεί πως οι επιστολές παραδόθηκαν από το ταχυδρομείο στους Εναγόμενους πρέπει να ικανοποιούνται τέσσερα στοιχεία, όπως πιο πάνω εξηγείται. Στην προκείμενη περίπτωση ελλείπει μαρτυρία για το δεύτερο ότι δηλαδή προπληρώθηκε το τέλος ή καλύτερα ότι επικολλήθηκαν τα ορθά γραμματόσημα στην επιστολή. Καταλήγω πως η Τράπεζα απέτυχε να αποδείξει πως παραδόθηκαν στους Εναγόμενους οι επιστολές τερματισμού. Εκφράζω στο στάδιο τούτο την απορία μου γιατί αφού το ζήτημα ετέθηκε ξεκάθαρα από τους Εναγόμενους κατά την αντεξέταση της Σάββα ως ο ακρογωνιαίος λίθος της Υπεράσπισης η Τράπεζα δεν κάλεσε περαιτέρω μαρτυρία για να τεκμηριώσει τη θέση της. Προκύπτει από τον όρο 4 των Συμφωνιών Δανείου πως τα δάνεια καθίσταντο άμεσα πληρωτέα και απαιτητά σε δύο περιπτώσεις. Πρώτον, παράλειψη ή άρνηση της Εναγόμενης 1 να καταβάλει έστω και μέρος μιας δόσης όπως προνοείτο και δεύτερον, μόλις η Τράπεζα απαιτούσε οποιαδήποτε πληρωμή με βάση τη Συμφωνία. Στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός πως η Εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με τους όρους λειτουργίας των λογαριασμών, χωρίς ρητά να αναφέρεται πως παρέλειψε να καταβάλει κάποια δόση προς την Τράπεζα. Από πλευράς της Υπεράσπισης δεν ζητήθηκαν Περισσότερες και Καλύτερες Λεπτομέρειες του ισχυρισμού. Ήταν, συνεπώς, επιτρεπτό για την Τράπεζα να καταδείξει με μαρτυρία πως υπήρξε παράλειψη στην καταβολή των καθορισμένων δόσεων των δανείων. Έχοντας υπόψη τις παραδοχές ως προς το ύψος των οφειλομένων ποσών καθίσταται πρόδηλο πως υπήρξε παράλειψη καταβολής, όχι μίας αλλά περισσοτέρων δόσεων των δανείων. Από την επιστολή ημερομηνίας 30.10.2009 προς την Εναγόμενη 1, και που έχει αποδειχθεί πως απεστάληκε προς αυτήν, προκύπτει πως κατά την εν λόγω ημερομηνία στο πρώτο δάνειο υπήρχε καθυστερημένο ποσό €8.584, δηλαδή υπήρχαν πέραν των έξι καθυστερημένων μηνιαίως δόσεων (βλ. όρο 3 της Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 13.6.2006), ενώ στο δεύτερο δάνειο δεν υπήρχαν καθυστερήσεις. Με αυτή την επιστολή τα δάνεια δεν κατέστησαν απαιτητά. Το δεύτερο δεν είχε καθυστερήσεις ενώ αναφορικά με το πρώτο ότι ζητήθηκε από την Εναγόμενη 1 ήταν να μεριμνήσει για την εξόφληση των καθυστερήσεων και όχι να πληρώσει το υπόλοιπο του δανείου. Αναφερόταν πως πλήρη εξόφληση του δανείου θα ζητείτο εάν δεν υπήρχε συμμόρφωση, οπόταν και θα τερματιζόταν η λειτουργία του σχετικού λογαριασμού. Άμεση είναι η μαρτυρία ότι η Τράπεζα απαίτησε πληρωμή των δανείων. Οι επιστολές ημερομηνίας 14.4.2010 και 3.11.2010 προς όλους τους Εναγόμενους (μέρος του «Καταλόγου Παραδεκτών Εγγράφων») είναι παραδεκτό ότι απεστάλησαν προς τους Εναγόμενους. Όταν γίνεται παραδεκτό ότι μια επιστολή αποστάληκε, νοείται ότι αποστάληκε δεόντως και ορθά. Διαφορετικά ότι θα έπρεπε να γίνει παραδεκτό θα ήταν πως επιχειρήθηκε να αποσταλεί. Οι διευθύνσεις των επιστολών είναι αυτές που αναφέρονται πιο πάνω. Μπορούμε να περιοριστούμε στις επιστολές που αποστάληκαν προς την Εναγόμενη 1, πρωτοφειλέτρια. Οι ρηθείσες επιστολές συνιστούν απαίτηση πληρωμής εντός επτά ημερών των υπολοίπων των δανείων που ήταν στις 14.4.2010 για το πρώτο δάνειο €152.946,27 και για το δεύτερο δάνειο €245.399,04. Κατά την 3.11.2010, προδήλως αφού προστέθηκαν τόκοι, τα υπόλοιπα ανήλθαν σε €162.942,81 και €261.438,59 αντίστοιχα. Η αναφορά στις επιστολές ότι η Τράπεζα είχε από 1.12.2009 τερματίσει τη λειτουργία των λογαριασμών δεν ανατρέπει το γεγονός πως οι επιστολές ημερ. 14.4.2010 και 3.11.2010 συνιστούσαν απαίτηση πληρωμής των υπολοίπων. Συνεπώς, και σύμφωνα με τον όρο 6 των Συμφωνιών Δανείου η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά την πληρωμή των χρεών αυτών από την Εναγόμενη 1. Προχωρώ στην αξίωση εναντίον της πρωτοφειλέτριας που εδράζεται στη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό. Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, που επικαλέστηκαν και οι δύο πλευρές, ο σχετικός όρος προέβλεπε ότι; «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ ειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζητήση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν ...». Αποφασίστηκε στη βάση του πιο πάνω όρου, ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Ο όρος 10 στην επίδικη Συμφωνία Πιστωτικών Διευκολύνσεων σε Τρεχούμενο Λογαριασμό είναι κατ΄ ουσία ο ίδιος με τον όρο που εξετάστηκε στην Lombard. Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία, που δεν αμφισβητήθηκε καν, ότι η Τράπεζα τερμάτισε τη συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων στον τρεχούμενο λογαριασμό (όπως και τις δύο συμφωνίες δανείου). Η αμφισβήτηση της Υπεράσπισης αφορούσε στην κοινοποίηση της απόφασης της Τράπεζας για τερματισμό στους Εναγόμενους με τις επιστολές ημερομηνίας 1.12.
- Είναι, όμως, παραδεκτό γεγονός ότι αποστάληκαν προς τους Εναγόμενους, στον κάθε ένα, οι επιστολές ημερομηνίας 14.4.2010 και 3.11.
- Και στις έξι επιστολές γίνεται αναφορά στο γεγονός του τερματισμού από την Τράπεζα και των τριών επιδίκων συμφωνιών από 1.12.
- Επομένως, και τερματισμός της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων στον τρεχούμενο λογαριασμό υπήρξε (όπως και των συμφωνιών δανείων), αλλά και κοινοποίηση στην Εναγόμενη 1 πρωτοφειλέτρια και στους Εναγόμενους 2 και 3 εγγυητές της, έστω και με καθυστέρηση, αλλά προτού καταχωριστεί η αγωγή. Επικουρικά, ο όρος 12 επιτρέπει την απαίτηση της πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού χωρίς την αναγκαιότητα τερματισμού. ΄Οταν το υπόλοιπο ή οποιοδήποτε μέρος του ζητηθεί από την Τράπεζα για οποιαδήποτε αιτία, καθίσταται αμέσως απαιτητό και η Τράπεζα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά την πληρωμή του από την Εναγόμενη
- Στην επιστολή ημερομηνίας 20.10.2009 προς την Εναγόμενη 1 αναφέρεται πως υπήρχε υπέρβαση στο λογαριασμό παρατραβήγματος ύψους €12.047, ό,τι δε ζητείτο από την Εναγόμενη 1 ήταν να καλύψει την υπέρβαση εντός 21 ημερών. Με τις επιστολές ημερομηνίας 14.4.2010 και 3.11.2010 ζητείτο η πληρωμή ολόκληρου του υπολοίπου του λογαριασμού που ήταν €320.363,33 και €342.123,49 αντίστοιχα. Συνεπώς, και σύμφωνα με τον όρο 12 της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό, η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά την πληρωμή και αυτού του χρέους από την Εναγόμενη
- Στην Lombard αναφέρεται πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις: ● To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και ● Να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Σύμφωνα με τον όρο 2 και των τριών εγγράφων εγγύησης, ο εγγυητής αναλαμβάνει να πληρώσει προς την Τράπεζα οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που έχει καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα σε σχέση με τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη μόλις το ποσό του ζητηθεί. Τούτο σημαίνει πως προϋπόθεση για τη δυνατότητα ανάκτησης του ποσού από τον εγγυητή είναι το ποσό να έχει καταστεί πληρωτέο και να ακολουθήσει ζήτηση του εκ μέρους της Τράπεζας από τον εγγυητή. Καταλήγω ότι και οι τρεις οφειλές είχαν καταστεί απαιτητές έναντι της Εναγόμενης 1 πρωτοφειλέτριας και είχε, για όλες, υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από τον Εναγόμενο 2 και από την Εναγόμενη 3 για το ποσό της πρώτης συμφωνίας δανείου, για το οποίο η τελευταία ήταν υπόλογη. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €932.152,28 πλέον τόκους προς 7,65% ετησίως επί ποσού €191.513,95 από 1.11.2013 μέχρι εξόφλησης πλέον τόκους 8,40% ετησίως επί ποσού €312.408,75 από 1.11.2013 μέχρι εξόφληση πλέον τόκους προς 7,70% ετησίως επί του ποσού των €406.269,80 από 1.10.2013 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως, την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο με την κεφαλαιοποίηση να αφορά όλους τους τόκους. Περαιτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 3 για το ποσό των €153.774,12 πλέον τόκους προς 7,65% ετησίως επί του ίδιου ποσού από 13.6.2006 μέχρι 31.8.2006, 7,90% επί του ιδίου ποσού από 1.9.2006 μέχρι 23.12.2007, 7,40% επί του ιδίου ποσού από 24.12.2007 μέχρι 3.7.2008, 7,65% επί του ιδίου ποσού από 4.7.2008 μέχρι 7.7.2008, 8,15% επί του ιδίου ποσού από 8.7.2008 μέχρι 14.10.2008, 7,65% επί του ιδίου ποσού από 15.10.2008 μέχρι 11.11.2008, 7,15% επί του ιδίου ποσού από 12.11.2008 μέχρι 9.12.2008, 6,40% επί του ιδίου ποσού από10.12.2008 μέχρι 20.1.2009, 5,90% επί του ιδίου ποσού από 21.1.2009 μέχρι 10.3.2009, 5,40% επί του ιδίου ποσού από11.3.2009 μέχρι 7.4.2009, 5,15% επί του ιδίου ποσού από 8.4.2009 μέχρι 12.5.2009, 4,90% επί του ιδίου ποσού από 13.5.2009 μέχρι 30.11.2009, 7,65% επί του ιδίου ποσού από 1.12.2009 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως, την 30 Ιουνίου και την 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Νοείται ότι η απόφαση εναντίον της Εναγόμενης 3 είναι σε συνάρτηση με την απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 μετά των οποίων η Εναγόμενη 1 οφείλει το ποσό που επιδικάστηκε εναντίον της αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Η ανταπαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 απορρίπτεται. Στην απαίτηση επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 - 3, όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 θα είναι στην κλίμακα του επιδικασθέντος εναντίον τους ποσού ενώ τα έξοδα εναντίον της Εναγόμενης 3 θα είναι στην κλίμακα του επιδικασθέντος εναντίον της ποσού και θα είναι σε συνάρτηση με τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Στην ανταπαίτηση επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 στην κλίμακα που αντιστοιχεί στον κάθε ένα, όπως και πάλιν τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι για τις δικασίμους θα αποδοθούν έξοδα μια φορά αφού απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν χωρίς να προκύψουν επιπρόσθετα έξοδα λόγω της ανταπαίτησης. (Υπ.)........................... Χ.Μαλαχτός Π.Ε.Δ. /ΚΣ . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο