← Κύπρος

Κυριακής Χαραλάμπους κ.α. ν. Χάρη Ρουσή, Aρ. Αγωγής: 4778/2011, 20/5/2014

Κυριακής Χαραλάμπους κ.α. ν. Χάρη Ρουσή, Aρ. Αγωγής: 4778/2011, 20/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A214 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4778/2011 Μεταξύ:

  1. Κυριακής Χαραλάμπους, εκ Λευκωσίας
  2. Μαίρης Τσολάκη, εκ Λεμεσού Εναγουσών και Χάρη Ρουσή, εκ Πύργου Λεμεσού Εναγόμενου ------------------ Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 20.2.2014 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.5.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο-αιτητή: κα Καρεκλά (για ν' ακούσει απόφαση κα Κωνσταντά) Για τις ενάγουσες-καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Κωνσταντινίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγουσών εναντίον του εναγόμενου σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων είναι για το ποσό των €11.280,00 που αντιστοιχεί σε 12 καθυστερημένα μηνιαία ενοίκια καθώς και για το ποσό των €940,00 μηνιαίως, από 1.11.2011 μέχρι την εκκένωση και παράδοση ελεύθερης κατοχής ενός υποστατικού το οποίο, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία έγινε κατά ή περί τις 13.11.2006, οι ενάγουσες νοίκιασαν στον εναγόμενο για περίοδο τριών χρόνων, με μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των €854,
  3. Αποτελεί θέση των εναγουσών ότι ο εναγόμενος αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει να τους καταβάλει τα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβρης 2010 - Οκτώβρης 2011, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €11.280,00 και τούτο, παρότι του ζήτησαν πολλές φορές να τους ξοφλήσει. Με την αγωγή τους ζητούν και διάταγμα που να διατάσσει τον εναγόμενο να τους παραδώσει ελεύθερη κατοχή του επίδικου υποστατικού, το οποίο, όπως είναι η θέση τους βρίσκεται στον Ύψωνα και καταλαμβάνει μέρος του τεμαχίου με αριθμό 421, του οποίου οι ίδιες είναι συνιδιοκτήτριες και/ή ιδιοκτήτριες. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ζητούν διάταγμα που να διατάσσει την έξωση του εναγόμενου από το εν λόγω υποστατικό. Οι κύριες θέσεις και ισχυρισμοί του εναγόμενου στους παραπάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγουσών σύμφωνα με την υπεράσπισή του στην αγωγή και την ανταπαίτησή του εναντίον των εναγουσών είναι οι ακόλουθες: Παραδέχεται τη σχέση των εναγουσών με το τεμάχιο επί του οποίου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό, τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης, τους όρους της, το μηνιαίο ενοίκιο, ως επίσης και ότι κατέβαλε στις ενάγουσες τα ενοίκια μέχρι και τον Οκτώβρη του
  4. Αναφορικά με τα καθυστερημένα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβρης 2010 - Οκτώβρης 2011 που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €11.280,00 ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό θα έπρεπε να είχε συμψηφισθεί με τα απολύτως αναγκαία έργα τα οποία ανήγειρε με δικά του έξοδα έτσι ώστε το επίδικο υποστατικό να καταστεί λειτουργικό και/ή νόμιμο και/ή κατάλληλο για τη χρήση που νοικιάστηκε. Αποτελεί θέση του ότι με τη ρητή και/ή σιωπηρή συγκατάθεση των εναγουσών προέβη σε σωρεία άκρως αναγκαίων εξόδων τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €43.000,
  5. Ανεξάρτητα και διαζευκτικά (όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 της υπεράσπισης) ισχυρίζεται και ή έχει εύλογες υποψίες και ή αποδείξεις ότι οι ενάγουσες και ή αντιπρόσωποι και ή υπάλληλοί τους, κατά ή περί τον Ιούνιο του 2012, όλως αυθαίρετα και παράνομα επέμβηκαν στο ενοικιαζόμενο υποστατικό αντικαθιστώντας τις κλειδαριές του και εξαιτίας της εν λόγω παρανομίας και ή πράξης τους κλάπηκαν και ή καταστράφηκαν αντικείμενα, αξίας, πέραν των €15.000,
  6. Για την εν λόγω ζημιά που υπέστη επιφυλάσσει κάθε δικαίωμά του, εφόσον αποδειχθεί ότι οφείλεται σε πράξεις των εναγουσών και ή αντιπροσώπων και ή υπαλλήλων τους. Παραδέχεται ότι οφείλει τα ενοίκια που αξιώνουν οι ενάγουσες, ύψους €11.280,00, πλέον ακόμη 6 ενοίκια μέχρι και την ημερομηνία της παράνομης επέμβασης, που ανέρχονται στο ποσό των €5.640,
  7. Ωστόσο, με συμψηφισμό του συνολικού ποσού των €16.920,00 που τους οφείλει, με το ποσό των €43.000,00 (ανωτέρω), οι ενάγουσες του οφείλουν το ποσό των €26.080,
  8. Καταληκτικά ζητά απόρριψη της αγωγής, μεταξύ άλλων ως ενοχλητικής και/ή αβάσιμης. Με την ανταπαίτησή του ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγουσών για το ποσό των €26.080,00 (ανωτέρω), δήλωση ότι αυτές δε δικαιούνται κανένα ενοίκιο από την ημερομηνία της παράνομης επέμβασης και εντεύθεν, δηλαδή από τον Ιούνιο του 2012, εφόσον αποδειχθεί η επέμβαση. Διαζευκτικά της αξίωσής του για το ποσό των €26.080,00 ζητά απόφαση για οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε αποδειχθεί ότι ζημιώθηκε ή και συμψηφισμό του ποσού αυτού ή και οποιουδήποτε ποσού ήθελε επιδικαστεί στον ίδιο, με οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί στις ενάγουσες ή και οποιονδήποτε μέρος τέτοιου ποσού. Τέλος ζητά δήλωση ότι μπορεί να κινήσει νέα αγωγή εναντίον των εναγουσών, εφόσον αποδειχθεί η παράνομη επέμβαση εκ μέρους τους ή των αντιπροσώπων ή υπαλλήλων τους, για τις ζημιές που υπέστη συνεπεία της λόγω επέμβασης. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες πρώτη φορά στις 4.12.2012 μετά από αίτηση ορισμού. Ακολούθως επαναορίστηκε για οδηγίες στις 6.2.2013, 2.4.2013 και 16.4.2013 για σκοπούς ένορκης αποκάλυψης εγγράφων. Την πρώτη φορά εκ μέρους και των δύο πλευρών και τις άλλες δύο εκ μέρους του εναγόμενου. Οι ενάγουσες, στις 9.4.2013 καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου, ουσιαστικά, ως η απαίτησή τους στην αγωγή, επί τη βάσει των παραπάνω παραδοχών στις οποίες αυτός προέβη με την υπεράσπιση και ανταπαίτησή του. Στις 21.5.2013 που η αίτηση ήταν ορισμένη πρώτη φορά, τόσο αυτή όσο και η αγωγή ορίστηκαν για οδηγίες στις 28.6.2013, με οδηγίες τυχόν ένσταση να καταχωρηθεί μέχρι τότε. Στις 28.6.2013 ζητήθηκε από το δικηγόρο του εναγόμενου περαιτέρω χρόνος, για σκοπούς καταχώρησης ένστασης στην αίτηση. Το αίτημα έγινε δεκτό οπότε η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 14.10.2013, με οδηγίες η ένσταση να καταχωρηθεί μέχρι και τις 13.9.
  9. Η αγωγή επαναορίστηκε για οδηγίες την ίδια μέρα. Η ένσταση δεν καταχωρήθηκε και στις 14.10.2013 ζητήθηκε από κοινού αναβολή της ακρόασης της αίτησης, για σκοπούς συμβιβασμού «ολόκληρης της αγωγής» όπως αναφέρθηκε από τους δικηγόρους. Αποδέχθηκα το αίτημα και όρισα τόσο την αίτηση όσο και την αγωγή για οδηγίες στις 13.11.2013, με οδηγίες τυχόν ένσταση να καταχωρηθεί μέχρι και τις 6.11.
  10. Στις 13.11.2013 ζητήθηκε και δόθηκε άδεια στους δικηγόρους του εναγόμενου να αποσυρθούν, οπότε, η αγωγή καθώς και η αίτηση ορίστηκαν εκ νέου για οδηγίες στις 13.1.2014, με οδηγίες για καταχώρηση ένστασης το αργότερο στις 20.12.
  11. Η σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου του εναγόμενου καταχωρήθηκε στις 13.1.
  12. Την ημέρα αυτή παρουσιάστηκε εκ μέρους του η κα Καρεκλά, η οποία ζήτησε περαιτέρω χρόνο για καταχώρηση ένστασης. Το αίτημα εγκρίθηκε και η αγωγή καθώς και η αίτηση επαναορίστηκαν για οδηγίες στις 6.2.2014, με οδηγίες η ένσταση να καταχωρηθεί το αργότερο στις 4.2.
  13. Ούτε και αυτή τη φορά έμελλε να καταχωρηθεί η ένσταση, αφού, στις 6.2.2014, η κα Καρεκλά ζήτησε και πάλιν αναβολή, για σκοπούς καταχώρησης αίτησης τροποποίησης αυτή τη φορά. Συναινούντος και του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγουσών όρισα την αίτηση για απόδειξη στις 26.2.2014, εκτός εάν καταχωρείτο είτε ένσταση σ' αυτή μέχρι και τις 24.2.2014, είτε αίτηση τροποποίησης, η οποία θα έπρεπε να οριστεί το αργότερο στις 26.2.
  14. Ο εναγόμενος, στις 20.2.2014 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δια της διαγραφής των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 και της αντικατάστασης των ως ακολούθως: 1) Ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες κωλύονται και/ή εμποδίζονται και/ή δεν νομιμοποιούνται και/ή δεν δικαιούνται να έχουν απαίτηση και/ή να διεκδικούν οποιαδήποτε ποσά και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία καθ' ότι δεν είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και/ή δεν είναι εγγεγραμμένοι στο όλο μερίδιο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι παράνομα και/ή παράτυπα και/ή χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση και/ή άδεια και/ή έγκριση έχουν προβεί στην υπογραφή συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 13/11/06 ως ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου και η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. 2) Άνευ βλάβης της ως άνω ένστασης ο Εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει γενικά όλους και τον κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης τους εκτός από εκείνους που ρητά παραδέχεται στη συνέχεια και προβαίνει στην κάτωθι υπεράσπιση και ανταπαίτηση. 3) Ο Εναγόμενος αρνείται την παράγραφο 1 της Εκθέσεως Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν είναι ιδιοκτήτες του αναφερόμενου ακινήτου και/ή αν είναι ιδιοκτήτες είναι σε ποσοστό 1/10 το οποίο δεν τους νομιμοποιεί ως ιδιοκτήτες και/ή ως συνιδιοκτήτες του όλου ακινήτου. 4) Ο Εναγόμενος αρνείται τις παραγράφους 2, 3 (υποπαράγραφοι α, β, γ) και 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε επικαλούμενη συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή άλλως. 5) Ο Εναγόμενος αρνείται την παράγραφο 6 της Εκθέσεως Απαιτήσεως και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην αξίωση οποιουδήποτε ποσού ως ιδιοκτήτες και/ή ως πληρεξούσιοι και/ή υπό οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα για την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού για τους ως άνω λόγους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι για την πληρωμή του ενοικίου εκδίδοντο επιταγές επ' ονόματι κάποιας Ιφιγένειας Παπαβασιλείου η οποία ουδεμία σχέση είχε με τη συμφωνία ενοικίασης. 6) Ο Εναγόμενος αρνείται τις παραγράφους 7, 8, 9 και 10 της Εκθέσεως Απαιτήσεως ως επίσης και το Παρακλητικό αυτής ομού μετά των υποπαραγράφων Α έως ΣΤ και ζητεί αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι προφορικά συμφώνησε μετά των Εναγόντων ότι με την επικαλούμενη ενοικίαση του ακινήτου προβεί με δικά του έξοδα στην επιδιόρθωση και/ή ανακαίνιση του υποστατικού το οποίο ευρίσκεται εντός του ως άνω ακινήτου και ότι το ποσό (έξοδα) ανακαίνισης και/ή επιδιόρθωσης το οποίο ανέρχεται σε €43.000.- ως κατωτέρω αναλύεται θα αφαιρείτο και/ή θα συμψηφίζετο με τα ενοίκια, ποσό το οποίο ανταπαιτεί. Β. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δια της διαγραφής των παραγράφων 7 και 8 και της αντικατάστασης των ως ακολούθως: 7) Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες και/ή αντιπροσώποι και υπαλλήλοι αυτών κατά ή περί τον Ιούνιο του 2012 έχουν αυθαίρετα και παράνομα επέμβει στο επίδικο ακίνητο αντικαθιστώντας τις κλειδαριές. Από την ημερομηνία δε της αλλαγής των κλειδαριών ο Εναγόμενος έπαυσε να έχει οποιαδήποτε κατοχή επί του επιδίκου ακινήτου κατοχή την οποία είχαν οι Ενάγοντες και/ή αντιπροσώποι αυτών και ως εκ τούτου η οποιαδήποτε συμφωνία ενοικίασης έπαυσε να υφίσταται. 8) Ο Εναγόμενος επίσης ισχυρίζεται ότι εντός του αναφερομένου υποστατικού είχε διάφορα αντικείμενα και/ή μηχανήματα και/ή άλλως συνολικής αξίας εκ €15.000.- τα οποία από την ημερομηνία αλλαγής των κλειδαριών ως ανωτέρω έχουν περιέλθει στην κατοχή και/ή στην διαχείριση των Εναγόντων και/η των αντιπροσώπων αυτών και/ή ένεκα της αχρησίας έχουν υποστεί φθορά και/ή καταστράφηκαν και ο Εναγόμενος έχει υποστεί ζημιές εκ ποσού €15.000.- ποσό το οποίο ανταπαιτεί (Περισσότερες λεπτομέρειες για τις ζημιές που έχει υποστεί ο Εναγόμενος θα αναφερθούν κατά τη δικάσιμο). Γ. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δια της απαλείψεως της παραγράφου
  15. Δ. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ειδικά της υποπαραγράφου Α της παραγράφου 12 της τιτλοφορούμενης ως ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ δια της απαλείψεως της και της αντικατάστασης της ως ακολούθως: Α. €58.000.- και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε επιδικασθεί υπέρ του Εναγομένου ως ανωτέρω Ε. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δια της απαλείψεως της υποπαραγράφου Δ της παραγράφου 12 της τιτλοφορούμενης ως ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ. ΣΤ. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως ακολούθως: Οι παραγράφοι 6, 7, 8, 9 να διαβάζονται ως ακολούθως 7, 8, 9,
  16. Ζ. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την αναρίθμηση των υφιστάμενων υποπαραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ειδικά των υποπαραγράφων της παραγράφου 12 της τιτλοφορούμενης ως ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ της ως ακολούθως: Οι παραγράφοι Ε και ΣΤ να διαβάζονται ως ακολούθως Δ και Ε. Η. Άδεια και/ή έγκριση του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας. Θ. Οιονδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ι. Τα έξοδα της αίτησης και Φ.Π.Α. » Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.9 Θ.Θ.1 μέχρι 13, Δ.12 Θ.Θ.1 μέχρι 10, Δ.25 Θ.Θ.1 μέχρι 6, Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 9 και Δ.64 και τέλος, στη διακριτική ευχέρεια, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες καθώς και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση του εναγόμενου, Χάρη Ρουσή. «................................
  17. Είμαι ο Εναγόμενος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα τα οποία αναφέρω στην ένορκη μου δήλωση και για όσα δεν γνωρίζω προσωπικά αναφέρω την πηγή των πληροφοριών μου.
  18. Κατά ή περί την 13/1/14 διόρισα ως Δικηγόρους μου το Δικηγορικό γραφείο Ευαγόρας Αναστασίου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ σε αντικατάσταση της Δικηγόρου Έλλης Μιχαήλ.
  19. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μου μετά από προσεκτική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και σε συνδυασμό με πληροφορίες τις οποίες τους γνωστοποίησα, διαφάνηκε ότι υπήρχαν ουσιώδη λάθη και/ή παραλείψεις κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
  20. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μου οι παραλείψεις αυτές είναι ουσιώδεις με αποτέλεσμα η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης μου να μην παρουσιάζει την πραγματική εικόνα των γεγονότων.
  21. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μου, μόλις ήρθαν σε γνώση τους τα νέα αυτά στοιχεία, άμεσα, χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, κατάχρηση και/ή αξιοπιστία ζήτησαν προθεσμία όπως καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
  22. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι από τους Δικηγόρους μου για να μπορέσει να συνεχίσει η εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής θα πρέπει να τροποποιηθεί η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως η αίτηση τροποποίησης.
  23. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι από τον Δικηγόρο μου το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία και μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εφόσον δεν προκαλείται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους αντιδίκους η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με την επιδίκαση εξόδων.
  24. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι από τον Δικηγόρο μου θα πρέπει να εκδοθεί Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου επιτρέπον την συνέχιση της διαδικασίας.
  25. Περαιτέρω εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πληροφορούμαι από τον Δικηγόρο μου είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις και προς το σκοπό όπως απονεμηθεί δικαιοσύνη όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα». Οι ενάγουσες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «
  26. H υπό ένσταση αίτηση είναι αβάσιμη και/ή παράτυπη κα/ή αντικανονική και/ή καταχωρήθηκε κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  27. Η υπό ένσταση αίτηση είναι ανυπόστατη και/ή ανύπαρκτη και/ή στερείται και/ή έχει πλημμελή νομική βάση.
  28. Με την αίτηση και/ή με την επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση δεν προβάλλονται και/ή δεν αποδεικνύονται ότι πληρούνται οι πρόνοιες των Θεσμών πολιτικής δικονομίας.
  29. Η υπό ένσταση αίτηση είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστή και/ή δεν γίνεται καλή τη πίστη και/ή χρονικά καθυστερημένη.
  30. Τα αιτήματα των Αιτητών είναι νόμω και ουσία αβάσιμα και/ή αντιτίθενται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
  31. Η υπό ένσταση αίτηση γίνεται για να αποφύγει ο εναγόμενος την έκδοση απόφασης εναντίον του σε αίτηση για απόφαση επί παραδοχών του στην υπεράσπιση του, ημερομηνίας 09/04/2013, η οποία εκκρεμεί μέχρι σήμερα.
  32. Υπήρξε αδικαιολόγητη και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης χωρίς ο Εναγόμενος να δίνει επαρκή και/ή σαφή και/ή μη αμφιλεγόμενη δικαιολογία και/ή επεξήγηση ως προς την καθυστέρηση αυτή.
  33. Η υπό ένσταση αίτηση στερείται και/ή δεν υποστηρίζεται από ικανοποιητική και/ή κατάλληλη μαρτυρία και/ή δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία.
  34. Η εν γενεί μαρτυρία που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης του Εναγόμενου είναι γενική και/ή αόριστη, εν πολλοίς αλληλοσυγκρουόμενη και/ή ανεπαρκής και/ή αντινομική και/ή μαρτυρία μη αποδεκτή.
  35. Τυχόν έγκριση της αίτησης του Εναγομένου θα οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη χάραξη μιας νέας γραμμής υπεράσπισης εκ μέρους του Εναγομένου παραβλάπτοντας τα δικαιώματα των εναγόντων.
  36. Η σκοπούμενη τροποποίηση είναι ενοχλητική και/ή ανώφελη.
  37. Η σκοπούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση των εναγόντων και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με καταβολή εξόδων.
  38. Η υπό ένσταση αίτηση είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Συντάγματος και/ή ανεπίτρεπτη παραβιάζοντας το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη και το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη.
  39. Ο Αιτητής δεν παρουσιάζει εύλογη αιτία και/ή σοβαρούς λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  40. Το αιτούμενο διάταγμα δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί υπό τις περιστάσεις.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.24, Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4, στα άρθρα 30 και 35 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α., στη συναφή νομολογία και τέλος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2, Μαίρης Τσολάκη. Το περιεχόμενο των παραγράφων 6 μέχρι 11 παρατίθεται αυτούσιο: «
  41. Με την υπό ένσταση αίτηση ο εναγόμενος σκοπίμως και καταχρηστικά προσπαθεί να τροποποιήσει τις παραδοχές που έκανε στα δικόγραφα του με απώτερο σκοπό να αποφύγει την έκδοση απόφασης εναντίον του μέσα στα πλαίσια της ως άνω αίτησης η οποία μετά από ένα χρόνο από την καταχώρηση της εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος είχε αρκετό χρόνο και ακόμη περισσότερο με την αίτηση ημερομηνίας 09/04/2013 για απόφαση επί παραδοχών, να εντοπίσει τις όποιες λεγόμενες παραλείψεις και λάθη τα οποία ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση και να προβεί άμεσα στις σχετικές τροποποιήσεις ή ακόμη και στην προσθήκη των νέων ισχυρισμών που επικαλείται.
  42. Ως εκ τούτου και όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, θεωρώ πως παραήλθε αρκετός χρόνος και χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική δικαιολογία για την απραξία του εναγομένου σχετικά με αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό ένσταση αίτηση δεν αναφέρει καθόλου και ούτε δίνει οποιαδήποτε δικαιολογία για το μεγάλο χρονικό διάστημα που παραήλθε χωρίς να πράξει τα αναγκαία διαβήματα για να προβεί σε σχετική τροποποίηση.
  43. Επίσης, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την υπό ένσταση αίτηση δεν αναφέρει καθόλου και χωρίς οποιαδήποτε λεπτομέρεια και διευκρίνιση στο ποία ήταν αυτά τα λεγόμενα, κατ' αυτόν, ουσιώδη λάθη και παραλείψεις που δεν αναφέρθηκαν στο δικόγραφο της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του.
  44. Περαιτέρω, ο εναγόμενος με την υπό ένσταση αίτηση του προσπαθεί να αλλάξει πλήρως τη βάση της υπεράσπισης του όπως αναφέρεται τόσο στους λόγους της ένστασης όσο και στην παρούσα ένορκη δήλωση, χωρίς να προσκομίζει οποιοδήποτε τεκμήριο. Αυτό το γεγονός, όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, ελλοχεύει ο κίνδυνος να επηρεαστούν τα δικαιώματα τόσο της ενάγουσας 1 όσο και τα δικά μου δυσμενώς στην παρούσα αγωγή και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά τόσο στην ενάγουσα 1 όσο και σε εμένα, μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με καταβολή εξόδων.
  45. Περαιτέρω και εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, η υπό ένσταση αίτηση του εναγομένου δεν στηρίζεται σε κατάλληλη, επαρκή, ικανοποιητική και νομικά αποδεκτή μαρτυρία και εν γένει η εν λόγω αίτηση δεν στηρίζεται από μαρτυρία για να μπορεί να δικαιολογηθεί η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  46. Εξ όσων πιστεύω και από όσα με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου, πιστεύω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως το Σεβαστό Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του εναγομένου με έξοδα εις βάρος του. Σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος να παραβιαστούν τα δικαιώματα της ενάγουσας 1 και των δικών μου, τα οποία δεν θα μπορούν να αποκατασταθούν ακόμη και με την καταβολή των εξόδων». Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου

(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ.825, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των λόγων ένστασης στην αίτηση, της υποστηριχτικής τους μαρτυρίας και τέλος, της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγουσών, θα έλεγα πως, η ουσία της ένστασης των τελευταίων έγκειται στη βασική τους θέση ότι ο εναγόμενος, με την υπό κρίση αίτηση, κακόπιστα και καταχρηστικά επιδιώκει απλώς να αποστεί των παραδοχών στις οποίες έχει προβεί με την υφιστάμενη υπεράσπιση και ανταπαίτησή του, στη βάση των οποίων οι ίδιες καταχώρησαν την αίτηση ημερομηνίας 9.4.2013, με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον του, ουσιαστικά, ως απαίτησή τους στην αγωγή και τούτο προκειμένου να αποφύγει την έκδοση απόφασης στην εν λόγω αίτηση. Επομένως, δε θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, επειδή, σε αντίθετη περίπτωση, οι ίδιες θα υποστούν ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Δηλαδή, θα είναι ανεπανόρθωτη. Απ' όσα ακολουθούν θα διαφανεί κατά πόσο συμμερίζομαι τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς των εναγουσών καθώς και οτιδήποτε άλλο έχει λεχθεί από και/ή εκ μέρους τους συναφώς με αυτά. Προφανώς, η κατάληξή μου θα σηματοδοτήσει και την τύχη της αίτησης, αφού είναι γεγονός, ότι σε περίπτωση που κριθεί ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και ότι με αυτή ο εναγόμενος δεν ενεργεί καλόπιστα, ασφαλώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα: Η βάση της αγωγής των εναγουσών και η φύση των αξιώσεών τους εναντίον του εναγόμενου αναφέρονται σε άλλο σημείο (πιο πάνω). Επομένως, δεν προτίθεμαι να τα επαναλάβω. Η υφιστάμενη βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου εδράζεται στις ακόλουθες θέσεις και ισχυρισμούς του: Παραδέχεται την επίδικη συμφωνία ενοικίασης, ότι αυτή έγινε μεταξύ των διαδίκων, τη σχέση των τελευταίων με το τεμάχιο επί του οποίου βρίσκεται το επίδικο υποστατικό, τους όρους της συμφωνίας, τη διάρκειά της καθώς και το συμφωνημένο μηνιαίο ενοίκιο. Παραδέχεται ακόμη ότι πλήρωσε στις ενάγουσες τα ενοίκια μέχρι και τον Οκτώβρη του
  1. Αναφορικά με τον ισχυρισμό τους ότι αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει να τους πληρώσει τα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβρης 2010 - Οκτώβρης 2011 τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €11.280,00, παραδέχεται ότι δεν τα έχει πληρώσει προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το συγκεκριμένο ποσό θα έπρεπε να είχε συμψηφισθεί με το ποσό των €43.000,00 που αποτελεί τα απολύτως αναγκαία έξοδα στα οποία προέβη ώστε το επίδικο υποστατικό να καταστεί λειτουργικό, μεταξύ άλλων. Ισχυρίζεται ακόμη πως έχει εύλογες υποψίες και/ή αποδείξεις ότι οι ενάγουσες - και/ή άλλοι - περί τον Ιούνιο του 2012, αυθαίρετα και παράνομα επενέβησαν στο επίδικο υποστατικό αντικαθιστώντας τις κλειδαριές με αποτέλεσμα να κλαπούν και/ή καταστραφούν αντικείμενα αξίας, πέραν των €15.000,
  2. Τέλος παραδέχεται ότι εκτός από το παραπάνω ποσό που οφείλει, οφείλει ακόμη 6 ενοίκια μέχρι και τον Ιούνιο του 2012 τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5.640,
  3. Ισχυρίζεται ωστόσο, ότι το συνολικό ποσό των €16.920,00 που προκύπτει θα πρέπει να συμψηφιστεί με το ποσό των €43.000,00 (ανωτέρω), οπότε, οι ενάγουσες τού οφείλουν το ποσό των €26.080,00 - που αποτελεί τη διαφορά - το οποίο αξιώνει εναντίον τους δυνάμει ανταπαίτησης. Με την υπεράσπισή του, καταληκτικά ζητά την απόρριψη της αγωγής, μεταξύ άλλων ως ενοχλητικής, αβάσιμης και άνευ αντικειμένου, ενώ με την ανταπαίτησή του, μεταξύ άλλων επίσης ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγουσών για το ποσό των €26.080,00 καθώς και δήλωση ότι αυτές δε δικαιούνται κανένα ενοίκιο από την ημερομηνία της παράνομης επέμβασης και εντεύθεν, εφόσον αυτή αποδειχθεί. Επειδή το γνήσιο ή μη του επίδικου αιτήματος αποτελεί συνάρτηση της υφιστάμενης βάσης υπεράσπισης του εναγόμενου, των λόγων που επικαλείται για σκοπούς αιτιολόγησης του διαβήματός του σ' αυτό το στάδιο και του περιεχομένου των αιτούμενων τροποποιήσεων, αναπόφευκτα θα πρέπει να γίνει αναφορά και στο περιεχόμενο, τόσο της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου στην οποία προέβη προς υποστήριξη της αίτησης όσο και των αιτούμενων τροποποιήσεων, κυρίως όμως, θα πρέπει να διαφανεί και πως θα διαμορφωθεί η υπεράσπιση του εναγόμενου στην αγωγή, κατά κύριο λόγο καθώς και η ανταπαίτησή του εναντίον των εναγουσών, σε περίπτωση που αποδεχτώ την υπό κρίση αίτηση. Ο εναγόμενος, στις παραγράφους 2 μέχρι 5 και 7 της ένορκης του δήλωσης ισχυρίζεται τα εξής: Κατά ή περί τις 13.1.2014 διόρισε νέους δικηγόρους. Εξ όσων γνωρίζει και πληροφορείται από αυτούς, μετά από προσεκτική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και σε συνδυασμό με πληροφορίες που τους γνωστοποίησε, διαφάνηκε ότι υπήρχαν ουσιώδη λάθη και/ή παραλείψεις κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση και ανταπαίτησή του να μην παρουσιάζουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων. Μόλις ήρθαν σε γνώση των νέων δικηγόρων του αυτά τα νέα στοιχεία, άμεσα, χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, κατάχρηση και/ή αξιοπιστία ζήτησαν προθεσμία όπως καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Εξ όσων γνωρίζει και πληροφορείται από το δικηγόρο του, το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία και μπορεί να επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση, εφόσον δεν προκαλείται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στους αντιδίκους η οποία δεν μπορεί να θεραπευτεί με την επιδίκαση εξόδων. Κατά πόσο ευσταθούν οι παραπάνω ισχυρισμοί και θέσεις του εναγόμενου, θα έλεγα πως, κατά κύριο λόγο αντανακλάται από την ουσία των αιτούμενων τροποποιήσεων, σε συνάρτηση με το πώς θα διαμορφωθούν τα δικόγραφά του εάν αυτές επιτραπούν. Με την πρώτη αιτούμενη τροποποίηση, αναιρεί όλες τις παραδοχές του, που βασικά θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγουσών εναντίον του. Προκαταρκτικά, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης ισχυρίζεται ότι οι ενάγουσες δε νομιμοποιούνται να αξιώνουν οτιδήποτε εναντίον του, επειδή δεν είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του επίδικου ακινήτου και/ή του όλου ακινήτου (υποθέτω αναφέρεται στο ακίνητο εντός του οποίου σύμφωνα με τις ενάγουσες βρίσκεται το επίδικο ενοικιαζόμενο υποστατικό). Στο ίδιο πλαίσιο ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και πρέπει να απορριφθεί επειδή οι ενάγουσες προέβησαν παράνομα στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης. Με την ίδια αιτούμενη τροποποίηση ισχυρίζεται και τα εξής, άνευ βλάβης της προδικαστικής του ένστασης: Αρνείται ότι συνήψε με τις ενάγουσες την επίδικη συμφωνία ενοικίασης καθώς και τους όρους της, αλλά, την ίδια ώρα ισχυρίζεται ότι αυτή είναι παράνομη και/ή άκυρη (παράγραφος Α
(4)). Ακολούθως ισχυρίζεται ότι οι ενάγουσες δεν είναι ιδιοκτήτριες του επίδικου ακινήτου και/ή αν είναι δεν είναι του όλου ακινήτου, αλλά σε ποσοστό 10%, το οποίο δεν τις νομιμοποιεί ως ιδιοκτήτριες και/ή συνιδιοκτήτριες του όλου ακινήτου (παράγραφος Α
(3)). Περαιτέρω αρνείται ότι παρέλειψε να πληρώσει στις ενάγουσες τα ενοίκια για τους μήνες Νοέμβρης 2010 - Οκτώβρης 2011 τα οποία σύμφωνα με τις τελευταίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €11.280,00. Την ίδια ώρα αμφισβητεί και πάλιν το δικαίωμά τους να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό εναντίον του, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί (παράγραφος Α
(5)). Επί του περιεχομένου 5 της έκθεσης απαίτησης, με την οποία οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι πλήρωσε τα ενοίκια μέχρι και τον Οκτώβρη του 2010, δεν τοποθετείται, ωστόσο, αν ληφθεί υπόψη ότι με την αιτούμενη τροποποίηση, υπό Α
(2)αρνείται και απορρίπτει γενικά όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των εναγουσών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησής του, εκτός από εκείνους που παραδέχεται ρητά είναι σαφές ότι αρνείται ότι πλήρωσε τα παραπάνω ενοίκια. Φυσικά, δε μου διαφεύγει ότι με την πρώτη, πάντοτε, αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει να συμπεριλάβει τον ισχυρισμό ότι για την πληρωμή του ενοικίου εκδίδονταν επιταγές επ' ονόματι κάποιας Ιφιγένειας Παπαβασιλείου, η οποία ουδεμία σχέση είχε με την συμφωνία ενοικίασης (παράγραφος Α
(5)). Με την υπό αριθμό Α
(6)αιτούμενη τροποποίηση αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγουσών ότι του ζήτησαν να τους καταβάλει τα καθυστερημένα ενοίκια και ότι παρέλειψε να ανταποκριθεί. Περαιτέρω, ότι του απέστειλαν μέσω του δικηγόρου τους επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας, με την οποία του ζητούσαν όπως εντός 10 ημερών τους παραδώσει το επίδικο υποστατικό και τους καταβάλει τα καθυστερημένα ενοίκια. Με την ίδια αιτούμενη τροποποίηση ισχυρίζεται και τα εξής, που προφανώς δε συνάδουν με προηγούμενους ισχυρισμούς που θέλει να συμπεριλάβει στα δικόγραφά του: Συμφώνησε με τις ενάγουσες προφορικά, όπως με την επικαλούμενη ενοικίαση προβεί με δικά του έξοδα στην επιδιόρθωση και/ή ανακαίνιση του επίδικου υποστατικού και ότι η σχετική δαπάνη που ανέρχεται στο ποσό των €43.00,00 θα αφαιρείτο και/ή συμψηφιζόταν με τα ενοίκια, ποσό το οποίο ανταπαιτεί. Με τη δεύτερη αιτούμενη τροποποίηση (υπό Β), ζητά τη διαγραφή των υφιστάμενων παραγράφων 7 και 8 της υπεράσπισης και ανταπαίτησής του και αντικατάστασή τους με δύο νέες ταυτάριθμες παραγράφους. Με τις πρώτες, όπως αναφέρει «.ισχυρίζεται και ή έχει εύλογες υποψίες και ή αποδείξεις..» ότι οι ενάγουσες και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοί τους επενέβησαν παράνομα επί του επίδικου υποστατικού περί τον Ιούνιο του 2012 αντικαθιστώντας τις κλειδαριές, με αποτέλεσμα να κλαπούν και/ή καταστραφούν αντικείμενα συνολικής αξίας, πέραν των €15.000,
  1. Για την εν λόγω ζημιά, προστίθεται, επιφυλάσσει κάθε του δικαίωμά εφόσον αποδειχθεί ότι οφείλεται σε πράξεις των εναγουσών και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων τους. Αν λάβω υπόψη το περιεχόμενο των προτεινόμενων νέων παραγράφων 7 και 8 της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, συμπεραίνω ότι ο εναγόμενος διαθέτει πια αποδείξεις για το δράστη και/ή δράστες της παράνομης επέμβασης καθώς και της ζημιάς που υπέστη συνεπεία αυτής και όχι μόνο. Διαφορετικά, δεν εξηγούνται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί και θέσεις που προβάλλει με τις εν λόγω παραγράφους: Με αυτές, δε γίνεται πια λόγος για υποψίες σε σχέση με το δράστη του αδικήματος, αφού ο εναγόμενος το καταλογίζει στις ενάγουσες και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους τους, με την προσθήκη ότι μετά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος, ο ίδιος έπαυσε να έχει οποιαδήποτε κατοχή επί του επίδικου ακινήτου, την οποία είχαν, όπως ισχυρίζεται οι ενάγουσες και/ή αντιπρόσωποί τους και ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε συμφωνία ενοικίασης έπαυσε να υφίσταται. Με την επόμενη νέα παράγραφο 8 ισχυρίζεται ότι μέσα στο επίδικο υποστατικό είχε διάφορα αντικείμενα και/ή μηχανήματα, συνολικής αξίας €15.000,00, τα οποία, ενώ με την υφιστάμενη παράγραφο 7 ισχυρίζεται ότι έχουν κλαπεί και/ή καταστραφεί, τώρα ισχυρίζεται ότι από την ημερομηνία αλλαγής των κλειδαριών έχουν περιέλθει στην κατοχή και/ή διαχείριση των εναγουσών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή ένεκα της αχρησίας έχουν υποστεί φθορά και/ή καταστράφηκαν οπότε έχει υποστεί ζημιές ύψους €15.000,00, ποσό το οποίο ανταπαιτεί. Ένα από τα πολλά παράδοξα που χαρακτηρίζουν το υπό κρίση διάβημα του εναγόμενου είναι το εξής: Ενώ με την τρίτη αιτούμενη τροποποίηση ζητά την απάλειψη της παραγράφου 10 της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης (με την οποία παραδέχεται ευθέως ότι οφείλει ενοίκια συνολικού ύψους €16.920,00, τα οποία ωστόσο συμψηφίζει με το ποσό των €43.000,00, που όπως ισχυρίζεται του οφείλουν οι ενάγουσες και καταληκτικά αναφέρει ότι αυτές του οφείλουν το ποσό €26.080,00 το οποίο αξιώνει εναντίον τους δυνάμει ανταπαίτησης), με την έκτη αιτούμενη τροποποίηση ζητά την αναρίθμηση των υφιστάμενων παραγράφων 6, 7, 8 και 9, ώστε να διαβάζονται ως 7, 8, 9 και
  2. Μου φαίνεται πως έχει ξεχάσει ότι με τη δεύτερη αιτούμενη τροποποίηση ζητά τη διαγραφή των παραγράφων 7 και 8 της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης και την αντικατάστασή τους με νέες παραγράφους 7 και 8, οπότε διερωτώμαι πώς μπορεί την ίδια ώρα να ζητά και την αναρίθμησή τους σε παραγράφους 8 και
  3. Απλή αντιπαραβολή των υφιστάμενων παραγράφων 7 και 8 με τις προτεινόμενες - νέες ταυτάριθμες παραγράφους αποκαλύπτει το μέγεθος της παραδοξότητας στην οποία αναφέρομαι, κατά πόσο μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο δικόγραφο και οι τέσσερις παράγραφοι και που οδηγούμαστε αν συμβεί κάτι τέτοιο. Όσα ακολουθούν απαντούν και στο ερώτημα κατά πόσο σε περίπτωση που αποδεχτώ την αίτηση αλλάζει η βάση της υπεράσπισής του εναγόμενου καθώς και αν εξαιτίας της τροποποίησης, οι ενάγουσες θα υποστούν ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η ουσία της υπεράσπισης του εναγόμενου έγκειται στα εξής: Μολονότι παραδέχεται σχεδόν το σύνολο των ισχυρισμών των εναγουσών που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά τους και ουσιαστικά όλες τις εναντίον του αξιώσεις τους, εντούτοις, επειδή, όπως ισχυρίζεται, με τη ρητή και/ή σιωπηρή συγκατάθεση των εναγουσών, με δικά του έξοδα προέβη σε συγκεκριμένες εργασίες εντός του επίδικου υποστατικού προκειμένου αυτό να καταστεί λειτουργικό και κατάλληλο για τη χρήση που νοικιάστηκε και επειδή το ποσό των εν λόγω εξόδων υπερβαίνει του ποσού ενοικίων που οφείλει στις ενάγουσες, με συμψηφισμό των δύο ποσών, οι ενάγουσες του οφείλουν το ποσό που αξιώνει εναντίον τους ανταπαιτητικώς. Με τη λογική του συμψηφισμού των εκατέρωθεν απαιτήσεων, που ρητά υιοθετεί με την υπεράσπισή του, ζητά την απόρριψη της αγωγής, ως ενοχλητικής και/ή αβάσιμης και/ή νομικά απαράδεκτης και/ή ως άνευ αντικειμένου. Φυσικά δε μου διαφεύγει ότι με τη υφιστάμενη υπεράσπισή του (για να επαναλάβω) διατυπώνει τον ισχυρισμό ότι έχει εύλογες υποψίες και/ή αποδείξεις ότι οι ενάγουσες, περί τον Ιούνιο του 2012 παρενέβησαν παράνομα στο ενοικιαζόμενο υποστατικό με αποτέλεσμα την κλοπή και/ή καταστροφή αντικειμένων, αξίας πέραν των €15.000,
  4. Εξ ου και η σχετική δήλωση που επιδιώκει με την ανταπαίτησή του ότι οι αυτές δε δικαιούνται κανένα ενοίκιο από την ημερομηνία της παράνομης επέμβασης και εντεύθεν, εφόσον αυτή αποδειχθεί, ως επίσης και ότι σε τέτοια περίπτωση, που θα αποδειχθεί δηλαδή η παράνομη επέμβαση μπορεί να κινήσει νέα αγωγή εναντίον των εναγουσών κλπ. Ανεξάρτητα από τη νομική εμβέλεια της παραπάνω υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου, αυτή είναι τόσο ξεκάθαρη, σαφής και συγκεκριμένη, σε σημείο που οι ενάγουσες, οι οποίες προφανώς αντιλαμβάνονται πλήρως τη βάση τόσο της υπεράσπισης όσο και της ανταπαίτησης του εναγόμενου, με την αίτησή τους ημερομηνίας 9.4.2013, στη βάση συγκεκριμένων παραδοχών στις οποίες αυτός προβαίνει με την υφιστάμενη υπεράσπισή του ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον του, ουσιαστικά, ως η απαίτησή τους στην αγωγή. Το κατά πόσο αλλάζει η βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου σε περίπτωση αποδοχής της αίτησής του, καταφαίνεται από τους ακόλουθους ισχυρισμούς και θέσεις του που θα περικλείει το νέο δικόγραφό του. Ειδικότερα: Οι ενάγουσες δε δικαιούνται να έχουν οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του επειδή δεν είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του επίδικου ακινήτου και/ή του όλου ακινήτου. Η αγωγή τους δεν μπορεί να προχωρήσει επειδή αυτές παράνομα κλπ υπόγραψαν την επίδικη συμφωνία ενοικίασης. Αυτά υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. Άνευ βλάβης της προδικαστικής του ένστασης ισχυρίζεται τα εξής: Αρνείται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικίασης με τις ενάγουσες, τη διάρκειά της και γενικά τους όρους της συμφωνίας, ως επίσης και ότι οι ενάγουσες του παρέδωσαν κατοχή του ενοικιαζόμενου υποστατικού. Την ίδια όμως ώρα, «περαιτέρω» όπως αναφέρει - και όχι διαζευκτικά - ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε επικαλούμενη συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή άλλως. Αρνείται ακόμη ότι παραλείπει και/ή αμελεί να πληρώσει στις ενάγουσες τα μηνιαία ενοίκια για τους μήνες Νοέμβρης 2010 - Οκτώβρης 2011, τα οποία ανέρχονται στο ποσό €11.280,00 και όχι μόνο. Αρνείται ακόμη και τον ισχυρισμό τους ότι τους κατέβαλε τα ενοίκια μέχρι και τον Οκτώβρη του
  5. Φυσικά, την ίδια ώρα ισχυρίζεται ότι για την πληρωμή του ενοικίου εκδίδονταν επιταγές επ' ονόματι κάποιας Ιφιγένειας Παπαβασιλείου. Επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του ότι οι ενάγουσες δε νομιμοποιούνται στην αξίωση οποιουδήποτε ποσού εναντίον του, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί οι οποίοι, μεταξύ άλλων καθιστούν την επίδικη συμφωνία ενοικίασης άκυρη και παράνομη, ωστόσο, την ίδια ώρα ισχυρίζεται ότι συμφώνησε προφορικά με τις ενάγουσες, όπως με την επικαλούμενη ενοικίαση του υποστατικού προβεί ο ίδιος με δικά του έξοδα στην επιδιόρθωση και/ή ανακαίνιση του υποστατικού και ότι τα έξοδα για το σκοπό αυτό που ανέρχονται στο ποσό €43.000,00 θα αφαιρούνταν και/ή συμψηφίζονταν με τα ενοίκια. Τώρα πώς γίνεται η ανύπαρκτη ή στην καλύτερη περίπτωση άκυρη σύμβαση ενοικίασης για ό, τι αφορά την απαίτηση των εναγουσών, να είναι υπαρκτή και έγκυρη για τις ανάγκες της ανταπαίτησης του εναγόμενου, μόνο ο ίδιος γνωρίζει. Όπως επίσης μόνο αυτός γνωρίζει πώς μπορεί να γίνεται λόγος για συμψηφισμό της δικής του απαίτησης, που κατά τον ίδιο είναι υπαρκτή με την ανύπαρκτη απαίτηση των εναγουσών εναντίον του. Προφανώς, οι ενάγουσες, σε περίπτωση που επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με το παραπάνω συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων και αλληλοαναιρούμενων θέσεων του εναγόμενου που θα συνθέτουν τη νέα βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησής του, χωρίς να είναι σε θέση να γνωρίζουν τι και ποια υπόθεση θα συναντήσουν κατά τη δίκη εκ μέρους του, για να μπορούν να προετοιμαστούν κατάλληλα και να είναι σε θέση να την αντιμετωπίσουν. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος φθάνει στο σημείο να ζητά τη διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων (7 και 8) των υφιστάμενων δικογράφων του και την προσθήκη στη θέση τους νέων - ταυτάριθμων παραγράφων με διαφορετικό περιεχόμενο και ακολούθως ζητά την αναρίθμηση των υπό διαγραφή παραγράφων σε παραγράφους 8 και 9, γεγονός το οποίο, με απλά λόγια σημαίνει ότι εν τέλει παραμένουν και οι προς διαγραφή παράγραφοι, αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα του πόσο αλλοπρόσαλλο θα καταστεί το περιεχόμενο των δικογράφων του σε περίπτωση αποδοχής της υπό κρίση αίτησης, κάτι που αντανακλά και τη ζημιά που θα υποστούν οι ενάγουσες σε τέτοια περίπτωση, η οποία - ζημιά - , συμφωνώ μαζί τους ότι θα είναι ανεπανόρθωτη και μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Απλή αντιπαραβολή του περιεχομένου των παραγράφων 7 και 8 της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου με το περιεχόμενο των νέων παραγράφων 7 και 8 που θέλει να συμπεριλάβει καθιστά απολύτως σαφές τι εννοώ με τα παραπάνω. Και ενώ είναι ολοφάνερο ότι ο εναγόμενος με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προσπαθεί απλώς τεχνηέντως να αποστεί των σαφών και ξεκάθαρων παραδοχών στις οποίες προβαίνει με τα υφιστάμενα δικόγραφά του και τούτο, υπό το βάρος των επιπτώσεων που ενέχουν αυτές στον ίδιο, έχοντας υπόψη και το γεγονός ότι οι ενάγουσες καταχώρησαν την αίτηση ημερομηνίας 9.4.2013, με την οποία, στη βάση των παραδοχών του ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον του, βασικά ως η απαίτησή τους, τι λέει ο ίδιος στην ένορκη του δήλωση προκειμένου να με πείσει ότι το υπό κρίση διάβημά του είναι γνήσιο και ότι με αυτό ο ίδιος ενεργεί καλόπιστα; Τα εξής: Η ανάγκη καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, με την οποία επιδιώκει να συμπεριλάβει το σύνολο των παραπάνω θέσεων και ισχυρισμών που συνθέτουν σε μωσαϊκό τη νέα βάση υπεράσπισης και ανταπαίτησής του προέκυψε μετά την 13.1.2014 που διόρισε νέους δικηγόρους και συγκεκριμένα, όταν μετά από προσεκτική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης σε συνδυασμό με πληροφορίες τις οποίες γνωστοποίησε στους νέους δικηγόρους του διαφάνηκε ότι κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης και ανταπαίτησης υπήρχαν ουσιώδη λάθη και/ή παραλείψεις, με αποτέλεσμα τα υφιστάμενα δικόγραφά του να μην παρουσιάζουν την πραγματική εικόνα των γεγονότων. Μόλις ήρθαν σε γνώση των νέων δικηγόρων του αυτά τα νέα στοιχεία, προστίθεται, αυτοί, άμεσα, χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση, κατάχρηση και/ή αξιοπιστία ζήτησαν προθεσμία να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Ας δούμε τώρα μερικά από αυτά τα νέα στοιχεία - που δεν αποκαλύπτει ο εναγόμενος, τα οποία ωστόσο προκύπτουν από το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων - πόσο νέα μπορεί να θεωρηθούν και κατά πόσο η μη συμπερίληψή τους στο αρχικό δικόγραφό του ή η απάλειψη μερικών άλλων από αυτό αποτελεί αναλόγως λάθος και/ή παράλειψη. Πόσο λάθος μπορεί να είναι η ξεκάθαρη παραδοχή του ότι οφείλει το σύνολο των ενοικίων που αξιώνουν εναντίον του οι ενάγουσες για να ζητά τη διαγραφή τους; Και με δεδομένο ότι η δικηγόρος που συνέταξε τα υφιστάμενα δικόγραφά του, προφανώς δεν αυτοσχεδίαζε, αλλά βασιζόταν σε πληροφορίες που πήρε, ποιος άλλος, εκτός από το εναγόμενο πελάτη, της ανάφερε ότι αυτός οφείλει τα ενοίκια που οι ενάγουσες αξιώνουν εναντίον του με την αγωγή τους; Και πότε ανακάλυψε ο εναγόμενος πως δεν οφείλει τα εν λόγω ενοίκια στις ενάγουσες, για να γίνεται λόγος σε νέα στοιχεία; Έπειτα, πόσο λάθος ή απλή παράλειψη μπορεί να είναι το γεγονός, ότι, ενώ με την υφιστάμενη παράγραφο 7 της υπεράσπισής του - την οποία καθώς ήδη έχει αναφερθεί διατηρεί - διατυπώνει τη θέση υπό μορφή ισχυρισμού και/ή εύλογων υποψιών και/ή αποδείξεων ότι οι ενάγουσες και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοί τους περί τον Ιούνιο του 2012 επενέβησαν παράνομα και αυθαίρετα στο επίδικο υποστατικό αντικαθιστώντας τις κλειδαριές, με αποτέλεσμα να κλαπούν και/ή καταστραφούν αντικείμενα συνολικής αξίας πέραν των €15.000,00, επιφυλάσσοντας κάθε δικαίωμά του για τη σχετική ζημιά που υπέστη εφόσον αποδειχθεί ότι αυτή οφείλεται σε πράξεις των εναγουσών κλπ., με την προτεινόμενη νέα - προς αντικατάσταση και ταυτόχρονα επιπλέον παράγραφο - 7 αποδίδει την παραπάνω παράνομη ενέργεια στις ενάγουσες κλπ; Και όχι μόνο αυτό. Πόσο νέο στοιχείο αποτελεί ο ισχυρισμός του, τον οποίο, επίσης επιδιώκει να συμπεριλάβει στη νέα παράγραφο 7, ότι με την αλλαγή των κλειδαριών, ο ίδιος έπαυσε να έχει οποιαδήποτε κατοχή επί του επίδικου υποστατικού το οποίο περιήλθε στην κατοχή των εναγουσών κλπ., οπότε, όπως είναι η θέση του, γι' αυτό το λόγο, η οποιαδήποτε συμφωνία ενοικίασης έπαυσε να υφίσταται; Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ μα ούτε να αναφερθώ και σε σχετική νομολογία προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική, δηλαδή, κάθε άλλο παρά γνήσια και ότι με αυτή ο εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα και σε βάρος των εναγουσών, οι οποίες, σε περίπτωση που αποδεχτώ την αίτηση και επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις, θα υποστούν και οικονομική ζημιά, αλλά και ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων. Με αναφορά στην πρώτη παραπέμπω στην παραδοχή του εναγόμενου ότι οφείλει τα ενοίκια που συνθέτουν την εναντίον του αξίωση των εναγουσών, την οποία - παραδοχή -θεωρώ πέραν για πέρα γνήσια, σε συνδυασμό με το πολύ πιθανό ενδεχόμενο να εξακολουθεί να κατακρατεί το επίδικο υποστατικό μέχρι σήμερα, χωρίς να καταβάλλει ενοίκιο. Με αναφορά στη δεύτερη που ενδιαφέρει περισσότερο επαναλαμβάνω ότι οι ενάγουσες, σε περίπτωση που επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις, θα βρεθούν αντιμέτωπες με ένα συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων και αλληλοαναιρούμενων θέσεων που θα συνθέτουν τη νέα βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησής του εναγόμενου, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν τι και ποια υπόθεση θα συναντήσουν κατά τη δίκη εκ μέρους του, για να μπορούν να προετοιμαστούν κατάλληλα και να είναι σε θέση να την αντιμετωπίσουν. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα είναι φανερό ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις κάθε άλλο παρά απαραίτητες είναι για σκοπούς αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης που αποτελεί αναγκαίο όρο για σκοπούς έγκρισης αίτησης τροποποίησης (βλ. την Preece κ.ά., ανωτέρω). Επομένως, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, η απόφασή μου να απορρίψω την αίτηση, έχει έρεισμα την εξυπηρέτηση των καλώς νοούμενων συμφερόντων της δικαιοσύνης. Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγουσών και σε βάρος του εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΤΑ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.