← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5290/2013, 9/5/2014

ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5290/2013, 9/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A203 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5290/2013 ΜΕΤΑΞΥ: ΜΑΡΙΟΥ ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑ Ενάγοντα και

  1. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ
  2. Εφημερίδα «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ»
  3. ΜΙΧΑΛΗ ΧΑΤΖΗΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 25/11/2013 για Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα Ημερομηνία: 9/5/2014 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Ζ. Νικολάου για Φιόνα και Ζέτα Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 1 - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Αποστολίδης με κα Χρίστου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγομένους 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ν. Δημητρίου για κ. Γ. Τριλλίδη για Πολάκη Σαρρή Δ.Ε.Π.Ε Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ο Ενάγων αξιώνει, μεταξύ άλλων, εναντίον των Εναγομένων ειδικές και/ή γενικές αποζημιώσεις αναφορικά με δυσφημιστικά δημοσιεύματα σε εφημερίδα ημερομηνίας 11/10/2013 που αφορούσαν το χειρισμό και συμβιβασμό απαίτησης ιδιωτικής εταιρείας για κατασκευαστικό έργο που είχε εκτελεστεί για το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Στην αγωγή απαιτεί και την έκδοση και απαγορευτικών διαταγμάτων για τη μη επανάληψη ανάλογων δημοσιευμάτων ή προφορικών ή γραπτών δυσφημίσεων. Η Αίτηση Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής, ο Ενάγων, καταχώρισε μονομερώς αίτηση με την οποία αιτήθηκε τα ακόλουθα διατάγματα: «A. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 από το να δημοσιεύουν και/ή αναδημοσιεύουν και/ή συντάσσουν και/ή επανασυντάσσουν και/ή κοινοποιούν και/ή αναρτούν και/ή επαναμεταδίδουν δυσφημιστικά και/ή κακόβουλα σχόλια γραπτά και/ή προφορικά αναφορικά με τη προσωπικότητα και/ή την υπόληψη και/ή την εντιμότητα και/ή την επαγγελματική του υπόσταση του Αιτητή, το ίδιο και/ή παρόμοιο δημοσίευμα στην εφημερίδα «ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ» ημερομηνίας 11/10/2013, με το εξής περιεχόμενο: «Deal ενός εκατομμυρίου με Μιλτιάδη παραμονές εκλογών», - «Μπλόκο €1 εκατομμυρίου σε Μιλτιάδη Νεοφύτου» - €90,000 το μέγιστο υπολόγισε το ποσό ο Πρύτανης - «Το «όχι» του Πρύτανη» και «Το κατεπείγον φαξ της Γενικής Ελέγκτριας», σε εξόχως περίοπτη θέση, και μάλιστα το πρώτο από αυτά στην πρώτη σελίδα της έκδοσης. Τα δημοσιεύματα αναφέρουν ανάμεσα σε άλλα τo εξής: «.... ενώ ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Χριστοφίδης, υποστηρίζει ότι το ποσό των αποζημιώσεων δεν ξεπερνά τις €90,000, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αρμοδίων υπηρεσιών του Πανεπιστημίου ..», και στον ως άνω τίτλο «Το «όχι του Πρύτανη», με το εξής περιεχόμενο «ΤΗΝ επίμαχη επιστολή αρνήθηκε να υπογράψει ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κωνσταντίνος Χριστοφίδης, ο οποίος, κατήγγειλε προσπάθειες περιθωριοποίησης του και διασπάθιση των χρημάτων του Πανεπιστημίου, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση για καταβολή αποζημιώσεων πέραν του €1 εκατ. Στον Μιλτιάδη Νεοφύτου είναι αδικαιολόγητη.», μέχρι τη τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι την έκδοση νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 εν γένει και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτών και/ή άλλως πως, από το να δυσφημούν με οποιοδήποτε τρόπο γραπτό και/ή προφορικό και/ή να προβαίνουν σε δηλώσεις και/ή να δημοσιεύουν και/ή να προκαλούν τη συγγραφή και/ή τη διανομή εντύπων και/ή άλλως, ιδίων και ή παρόμοιων και/ή οιωνδήποτε δυσφημιστικών κειμένων και/ή λιβέλλων σε βάρος του ενάγοντα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διαττάττει τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών και/ή άλλως πως όπως προβούν σε άμεση επανόρθωση διά της ανακατασκευής του επίδικου δημοσιεύματος και/ή της προβολής και/ή κοινοποίησης δημόσιας ανακοίνωσης και/ή διά της γραπτής και/ή προφορικής απόσυρσης του επίδικου δημοσιεύματος και/ή ομιλίας και/ή δυσφημιστικών δηλώσεων προφορικών και/ή εφημερίδας και/ή δημοσίου εντύπου παγκύπριας και/ή ευρείας μετάδοσης και/ή ως ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει και/ή ορίσει ως εύλογο υπό τις περιστάσεις. Δ. Οποιοδήποτε άλλο και/ή περαιτέρω διάταγμα και/ή οποιεσδήποτε άλλες θεραπείες και/ή παρεπόμενες οδηγίες θεωρήσει το Δικαστήριο εύλογες και δίκαιες υπό τις περιστάσεις». Η αίτηση βασίζεται στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, Άρθρα 17, 18 και 25, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4

(1)και
(9)στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρο 32
(1)και
(2), στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, Θ.2 και 3, στη διακριτική εξουσία και/ή γενικές και/ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι δεν πληρείτο η προϋπόθεση του κατεπείγοντος διέταξε την επίδοση της αίτησης, οπότε και οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ενστάσεις. Ή ακρόαση της αίτησης έγινε επί των ενόρκων δηλώσεων. Ουδείς από τους ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκε. Οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα H αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα - Αιτητή Μάριου Μαυρονικόλα («ο Ενάγων») το περιεχόμενο της οποίας συνοψίζεται στα ακόλουθα σημεία: Είναι ο Αντιπρύτανης Διεθνών Σχέσεων Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστημίου Κύπρου, θέση την οποία κατέχει από τις 16/12/2010 μέχρι σήμερα. Στις 11/10/2013 στην καθημερινή και παγκύπριας κυκλοφορίας εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» δημοσιεύτηκαν συγκεκριμένα δημοσιεύματα αναφορικά με συμφωνία που έγινε με την εργοληπτική εταιρεία Miltiades Neophytou CEC & D Limited (η «Εργοληπτική Εταιρεία») και του Πανεπιστημίου Κύπρου για ανέγερση κτιρίων. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα τα εν λόγω δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά γιατί προβάλλουν τον ίδιο ως άτομο χαμηλής ηθικής υπόστασης και ανέντιμο και ως αξιωματούχο που κατά τον ουσιώδη χρόνο έδρασε σε βάρος του κράτους και του δημοσίου συμφέροντος για ίδιον οικονομικό όφελος και συμφέρον, γιατί αφήνεται να νοηθεί ότι η επιτροπή στην οποία μετείχε προέβηκε σε φιλικό διακανονισμό με την εν λόγω Εργοληπτική Εταιρεία για το ποσό των €890,000 πλέον Φ.Π.Α. σε σχέση με απαιτήσεις της ενώ υπήρχε μελέτη των αρμοδίων υπηρεσιών του Πανεπιστημίου Κύπρου ότι οι απαιτήσεις της δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τις €90,
  1. Τα εν λόγω δημοσιεύματα έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο
  2. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου είχε συστήσει τριμελή επιτροπή απαρτιζόμενη από τον ίδιο, το μέλος του Πανεπιστημίου Κύπρου, Χαράλαμπο Χαραλάμπους και τον Συμεών Μάτση με σκοπό την διαβούλευση με την εν λόγω Εργοληπτική Εταιρεία. Σε συνεδρία της τριμελούς επιτροπής λήφθηκε υπόψη της εμπιστευτικός πίνακας εκτιμήσεων των Τεχνικών Υπηρεσιών, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2, ο οποίος περιείχε τα διάφορα αποδεκτά σενάρια και υπολογισμούς για τα αντίστοιχα δυνατά ποσά σε σχέση με συγκεκριμένα σενάρια απαιτήσεων. Σύμφωνα με τον πίνακα αυτό η τριμελής επιτροπή αντιλήφθηκε ότι το μέγιστο ποσό που σύστηναν οι Τεχνικές Υπηρεσίες ήταν €650,000, σενάριο Γ, το οποίο αντιπροσώπευε τους υπολογισμούς των Τεχνικών Υπηρεσιών για το τι θα στοίχιζαν οι απαιτήσεις της εν λόγω εταιρείας εάν υιοθετείτο η εκτίμηση του αρχιτέκτονα του έργου. Το ποσό αυτό θεωρήθηκε ως σημείο αναφοράς από την τριμελή επιτροπή αφού σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Εργοληπτικής Εταιρείας, σενάριο Ε, το ποσό θα μπορούσε να φθάσει μέχρι τα €3,343,
  3. Κατά την διάρκεια της συνεδρίας ο Πρόεδρος του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Κύπρου τους μετέφερε την άποψη ότι το αποδεκτό ποσό πρέπει να κυμαίνεται από ένα ακόμη υψηλότερο των €650,000 ποσό και συγκεκριμένα το ποσό των €700,000 το οποίο του είχαν αναφέρει ως η άποψη τους οι Τεχνικές Υπηρεσίες «γκρίζα ζώνη» μέχρι και του ποσού περίπου του €1.000,
  4. Αυτός φαίνεται να είναι ο λόγος που κατέληξαν στο να προτείνουν το ποσό των €890,000 πλέον Φ.Π.Α. στις 13/2/
  5. Πουθενά και σε καμιά περίπτωση υπήρχε σενάριο για πληρωμή του ποσού των €90,
  6. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 ενήργησε κακόβουλα υποκινούμενος από αλλότρια κίνητρα με σκοπό να βλάψει για προσωπικό του όφελος την προσωπικότητα, τιμή και υπόληψη του Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 συνέδραμαν με τον Εναγόμενο 1 και ενήργησαν με αντιεπαγγελματικό και κακόπιστο τρόπο και/ή με πλήρη αδιαφορία και/ή ανεπίτρεπτη υπό τις περιστάσεις απερισκεψία και αμέλεια και χωρίς την προαπαιτούμενη έρευνα και/ή τεκμηρίωση υπό τις περιστάσεις των πληροφοριών και/ή των ειδήσεων που δημοσίευσαν εναντίον του Ενάγοντα. Ο Ενάγων αντιδρώντας απέστειλε επιστολή απάντησης ημερομηνίας 15/10/2013 (Τεκμήριο 3) στα πιο πάνω δημοσιεύματα η οποία δημοσιεύτηκε από την Εναγομένη 2 στις 22/10/2013, Τεκμήριο
  7. Ο Ενάγων κατέθεσε ως Τεκμήρια επίσης τα ακόλουθα έγγραφα: - Τεκμήριο 5: Προσχέδιο της Έκθεσης της Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας. - Τεκμήριο 6: Απαντητική Επιστολή του Προέδρου του Συμβουλίου με συνημμένα παραρτήματα. - Τεκμήρια 7: Επιστολή ημερ. 18/10/2013 του Εναγομένου 1 στην οποία επισυνάπτει κατ' ισχυρισμό αναλυτική έκθεση των Τεχνικών Υπηρεσιών. - Τεκμήριο 8: Επιστολή του Προέδρου του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Κύπρου ημερ. 23/10/2013 προς τον Εναγόμενο 1 με την οποία του ζητεί να αποκαλύψει τα στοιχεία της κατ' ισχυρισμό αναλυτικής έκθεσης των Τεχνικών Υπηρεσιών. - Τεκμήριο 9: Επιστολή του Ενάγοντα ημερ. 5/11/2013 με την οποία απέρριψε την κατ' ισχυρισμό έκθεση και με την οποία τον καλούσε να παρουσιάσει απόφαση του Συμβουλίου Πανεπιστημίου Κύπρου ή άλλου αρμοδίου οργάνου και έγκριση της κατ' ισχυρισμό έκθεσης. - Τεκμήριο 10: Επιστολή του Εναγομένου 1 ημερ. 15/11/2013 η οποία, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, του αποδίδει αλλότρια κίνητρα, δόλο και διασπάθιση δημοσίου χρήματος αφού τον παρουσιάζει ως άτομο το οποίο δρα εναντίον του κράτους και του δημοσίου συμφέροντος. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 κατά καιρούς και συστηματικά επιδείκνυε προσβλητική και συκοφαντική συμπεριφορά κατά το πρόσωπο του την οποία ο Ενάγοντας κάλεσε επανειλημμένως να άρει με επιστολές ημερ. 27/6/2013, 11/7/2013, 10/10/2013 και 28/11/2013 (Τεκμήρια 11, 12, 13, 14 και 15 αντίστοιχα) χωρίς ανταπόκριση. Η συμπεριφορά του Εναγομένου 1 αποτελεί προϊόν προσωπικής εμπάθειας και έχει ως αποκλειστικό στόχο την προσωπική, ακαδημαϊκή και επαγγελματική σπίλωση του Ενάγοντα και την προσωπική του εξουδετέρωση και εξόντωση ενόψει των επικείμενων πρυτανικών εκλογών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Αποτέλεσμα των δημοσιευμάτων ήταν να γίνει ο Ενάγοντας δέκτης εκατοντάδων τηλεφωνημάτων και ερωτήσεων από διάφορα πρόσωπα εντός και εκτός του πανεπιστημιακού χώρου ακόμα και φίλων και συγγενών του. Όσον αφορά τους Εναγομένους 2 και 3 θεωρεί άκρως επικίνδυνο τον τρόπο και χρόνο με τον οποίο μεταδίδουν, αναμεταδίδουν και επαναλαμβάνουν τα δυσφημιστικά σχόλια και ισχυρισμούς υπό τύπο γεγονότων επιδεικνύουν μεροληπτική στάση σε βάρος του και υφίσταται κίνδυνος επανάληψης της δημοσίευσης ανάλογου δημοσιεύματος οπότε «εάν δεν έχει ζημιωθεί η φήμη και αξιοπρέπεια (του) ως ατόμου θα ζημιωθεί για πάντα». Σύμφωνα με τον Ενάγοντα ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος για τους ακόλουθους λόγους: (α) Τα επίδικα δημοσιεύματα και τα επίδικα σχόλια είναι έκδηλα δυσφημιστικά. (β) Τα επίδικα δημοσιεύματα και τα επίδικα σχόλια δεν αποτελούν σχολιασμό αλλά αναληθείς αναφορές έκδηλα ψευδείς και δυσφημιστικές. (γ) Δεν υφίσταται θέμα καλόπιστου σχολίου, αντίθετα προκύπτει κακοπιστία εκ μέρους του Εναγομένου 1 όποιος προσπαθεί να του σπιλώσει την φήμη. (δ) Αν ο Εναγόμενος 1 δεν παρεμποδιστεί θα συνεχίσει την δυσφημιστική συμπεριφορά του και αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι ουσιαστικά αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντίθετα οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν θα υποστούν καμιά ζημιά. Η Ένσταση του Εναγομένου 1 Οι λόγοι ένστασης του Εναγομένου 1 είναι οι ακόλουθοι: «
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για την έκδοση παρεμπιπτόντων Διαταγμάτων.
  9. Ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  10. Ο Αιτητής με την ένορκη δήλωσή του δεν καταδεικνύει ότι υπάρχει πρόθεση επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμισης από πλευράς του εναγομένου
  11. Ο Αιτητής σε κανένα σημείο δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή του που εδράζεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης.
  12. Ο Αιτητής δεν έχει δώσει καμία εξήγηση και δεν έχει προσκομίσει καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των διαταγμάτων.
  13. Τα γεγονότα που συνοδεύουν την παρούσα ένσταση καταδεικνύουν ότι το δημοσίευμα είναι αληθές.
  14. Υπό το πρίσμα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience) δεν είναι δίκαιο ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
  15. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα παραβίαζε το Άρθρο 19
(1)και
(2)του Συντάγματος που διαφυλάττει και προστατεύει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου.
  1. Τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με προληπτική λογοκρισία - πρακτική που πρέπει να αποδοκιμάζεται, και θα διακύβευε το, κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, δικαίωμα στην ελευθερία της άποψης, στην απόλαυση του οποίου σπανίως τίθενται προσκόμματα.
  2. Δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  3. Το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την άκρως ευαίσθητης φύσεως, δικαιοδοσία του προς έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθότι δεν έχει προσκομιστεί, έστω και εκ πρώτης όψεως, μαρτυρία ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή ότι έγινε κακόβουλα.
  4. Ο Αιτητής δεν κατονομάζεται στο δημοσίευμα και δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία που να λέει ότι αναγνωρίστηκε από τρίτα πρόσωπα που διάβασαν το δημοσίευμα. Δεν υπάρχει η παραμικρή σύνδεση του Αιτητή με το δημοσίευμα και ελλείπουν τα εξωτερικά εκείνα στοιχεία που φωτογραφίζουν τον Αιτητή.
  5. Η άκρως ευαίσθητη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης ασκείται μόνο στις πλέον ξεκάθαρες περιπτώσεις δυσφήμισης και η παρούσα δεν είναι μία από αυτές.
  6. Από την ημέρα εκδόσεως της εφημερίδας μέχρι και την καταχώριση της αίτησης μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα όπου ουδέν το, κατ' ισχυρισμό του Αιτητή δυσφημιστικό δημοσιεύθηκε για τον ίδιο, συνεπώς η δικαιολογητική βάση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων λείπει.
  7. Η αίτηση για χορήγηση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, ειδικά σε περιπτώσεις όπου η βάση της αγωγής και ο λίβελος, εγκρίνεται μόνο όταν συντρέχουν σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις: (α) το δημοσίευμα είναι πέραν πάσης αμφιβολίας δυσφημιστικό, (β) το δημοσίευμα είναι έκδηλα ψευδές, (γ) καμία από τις κατά νόμω προσφερθείσες υπερασπίσεις δεν μπορεί να επιτύχει, και (δ) υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης του, κατ' ισχυρισμός, δυσφημιστικού δημοσιεύματος. Στην παρούσα δεν πληρούνται, ούτε σωρευτικά ούτε, καν, κατά μόνας, οι πιο πάνω προϋποθέσεις.
  8. Ο εναγόμενος 1 προτίθεται να προβάλει τις εξής υπερασπίσεις: (α) τα δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά και είναι αληθή, (β) πρόκειται περί εντίμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος το οποίο έγινε καλόπιστα και (γ) ως εκ της θέσης του εναγομένου 1 στο Πανεπιστήμιο Κύπρου τα δημοσιεύματα καλύπτονται από την υπεράσπιση του προνομίου.
  9. Οι θεραπείες που επιζητεί ο Αιτητής μέσω της παρούσας αίτησης είναι αλυσιτελείς και οδηγούν σε παραδοξότητες με εσαεί φίμωση των καθ' ων η αίτηση.
  10. Ο Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο δικαστήριο και υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή διαστρέβλωση αυτών.
  11. Τα τεκμήρια είναι ελλιπή, διατμημένα και δεν είναι δεικτικά δικαστικής εκτίμησης. Δεν έχει επισυναφθεί επίσημο πιστοποιημένο αντίγραφο των δημοσιευμάτων.
  12. Ζητείται απαγορευτικό διάταγμα κατά εφημερίδας χωρίς να έχει προστεθεί ο εκδότης αυτής ή ο ιδιοκτήτης.
  13. Η αίτηση είναι κακόπιστη και συνάμα καταχρηστική.
  14. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή γίνεται για πολιτικές σκοπιμότητες». Η ένσταση βασίζεται στα Άρθρα 29, 31, 32, 42 και 42Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως τροποποιήθηκε, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148, άρθρα 17-24 και 25, στη Δ.48, Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 19 και 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στο Κοινοδίκαιο, στις αποφάσεις των Κυπριακών και Βρετανικών Δικαστηρίων, στις Αρχές της Επιείκειας και του Κοινού δικαίου και στη διακριτική ευχέρεια και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. H ένσταση του Εναγομένου 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου στην οποία λέει περιληπτικά τα ακόλουθα: Είναι ενταγμένος στην ακαδημαϊκή κοινότητα του Πανεπιστημίου Κύπρου από το 1992 και από τον Νοέμβριο του 2010 είναι ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου. Απορρίπτει τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Δέχεται ότι παρά το γεγονός ότι από τις 16/12/2012, ο Διευθυντής του Γραφείου Ανάπτυξης της Πανεπιστημιούπολης (ΓΑΠ) που είναι το αρμόδιο όργανο σύμφωνα με τον νόμο και τους κανονισμούς του Πανεπιστημίου για την υλοποίηση κατασκευαστικών συμβολαίων, αξίωνε την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου Κύπρου, αντί να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία διόρισε ad hoc επιτροπή με συγκεκριμένους όρους εντολής και εξουσίες για να προχωρήσει σε «φιλικό διακανονισμό». Τα πρακτικά της συνεδρίας με την οποία διορίστηκε η εν λόγω επιτροπή επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  15. Μέλη της επιτροπής διορίστηκαν ο Ενάγων, ο αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Ηλεκτρολόγων - μηχανικών κ. Χαράλαμπος Χαραλάμπους και το μέλος του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου κ. Συμεών Μάτση. Η διαπραγμάτευση της εν λόγω επιτροπής με την Εργοληπτική Εταιρεία έλαβε χώρα 13/2/13 με την συμμετοχή κατά τρόπο παράτυπο του τότε Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου κ. Ανδρέα Χριστοφίδη και κατέληξε στο ποσό των €890.000 πλέον Φ.Π.Α. Είναι η θέση του ότι η παρουσία του κ. Χριστοφίδη στη συνεδρία αλλά και ο ρόλος του αποκρύπτεται. Αποκρύπτεται επίσης το γεγονός ότι ο κ. Μάτσης αποχώρησε από τη διαδικασία διαπραγμάτευσης όταν διαφώνησε με την κατάληξη της επιτροπής. Η παρουσία και μόνο ατόμου πέραν των διορισθέντων μελών καθιστά την απόφαση του τρωτή ή άκυρη. Μάλιστα παραθέτει ως Τεκμήριο 3 την έκθεση του κ. Μάτση ο οποίος έφερε ένσταση στην παρουσία του Διευθυντή της Διοίκησης κατά την διαπραγμάτευση αλλά και την απουσία ειδικού λειτουργού των Τεχνικών Υπηρεσιών. Παρά την πλημμέλεια η εν λόγω απόφαση των δύο μελών της εν λόγω επιτροπής γνωστοποιήθηκε στο Συμβούλιο του Πανεπιστημίου και ακολούθησε η επιστολή του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου ημερ. 19/2/13 προς την Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας με την οποία ζητούσε την άμεση και επείγουσα καταβολή του ποσού των €890.000 πλέον Φ.Π.Α. στην Εργοληπτική Εταιρεία (Τεκμήριο 2). Αρνήθηκε να υπογράψει την εν λόγω επιστολή γιατί το ποσό ήταν εξωφρενικά ψηλό ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι οι Τεχνικές Υπηρεσίες του Πανεπιστήμιου υπολόγιζαν το καταβλητέο ποσό στις €91.
  16. Θεωρεί άξιο απορίας το ότι δεν κλήθηκαν οι Τεχνικές Υπηρεσίες την στιγμή μάλιστα που τα δύο υπογράφοντα μέλη της επιτροπής έκριναν ότι ο εμπιστευτικός πίνακας που είχαν δεν περιείχε επαρκείς επεξηγήσεις. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο 4 το εσωτερικό σημείωμα του Ενάγοντα. Τα μέλη της επιτροπής όφειλαν να καλέσουν τους ειδικούς για εξηγήσεις παρά να προσπεράσουν το θέμα «ελαφρά τη καρδία». Στο όλο θέμα ενεπλάκη και η Γενική Ελεγκτής της Δημοκρατίας η οποία εισηγήθηκε την παύση οποιαδήποτε πληρωμής προς την Εργοληπτική Εταιρεία μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας της. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 5 επιστολή της ημερ.21/2/
  17. Η τελική έκθεση της γενικής ελέγκτριας ημερ. 1/3/2013 (Τεκμήριο 6) σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1 επιβεβαιώνει πλήρως τις ανησυχίες του. Η έκθεση των Τεχνικών Υπηρεσιών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  18. Συνεπώς οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα όσον αφορά την γνησιότητα του εγγράφου είναι ανεδαφικοί. Όσον αφορά τα εν λόγω δημοσιεύματα ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν έχει συμπράξει με την εφημερίδα ή τον συντάκτη των δημοσιευμάτων. Αμφισβητεί την ύπαρξη των αναγκαίων προϋποθέσεων της έκδοσης διατάγματος ενόψει μάλιστα ότι δεν καταδεικνύεται πρόθεση επανάληψης ή δημοσίευση της δυσφήμισης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τα γεγονότα στα οποία έχει αναφερθεί είναι αληθή ή ουσιωδώς αληθή και θα αποδειχθούν κατά την ακρόαση. Εγείρει ειδικά επίσης την υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου αφού είναι θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Θεωρεί επίσης ότι η παρούσα αγωγή και τα προσωρινά μέτρα που ζητούνται είναι καταχρηστικά και με υπέρμετρη καθυστέρηση ήτοι ενάμιση μήνα αφότου το δημοσίευμα έλαβε χώρα στην εφημερίδα και 10 σχεδόν μήνες από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα από την ανάμειξη της Γενικής Ελεγκτού. Η Ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 Οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων 2 και 3 είναι οι ακόλουθοι: «
  19. Δεν έχει καταδειχθεί ύπαρξη πρόθεσης ή πιθανότητας επανάληψης οποιασδήποτε δημοσίευσης που να αφορά τον Ενάγοντα.
  20. Ο Ενάγων δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
  21. Ο Ενάγων δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή του.
  22. Ο Ενάγων δεν έχει δώσει καμιά εξήγηση και δεν προσκομίσει καμιά μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ή ότι αυτός θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση του διατάγματος.
  23. Υπό το πρίσμα του ισοζυγίου της ευχέρειας («balance of convenience») δεν είναι δίκαιο ή εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  24. Υπό το πρίσμα του κανόνα κατά του εκ προοιμίου περιορισμού («rule against prior restraint») δεν είναι δίκαιο ή εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  25. Τυχόν έκδοση του διατάγματος θα ισοδυναμούσε με προληπτική λογοκρισία - πρακτική που πρέπει να αποδοκιμάζεται - , και θα διακύβευε το κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα, την ΕΔΑΔ και τις διεθνείς συμβάσεις, δικαίωμα στην ελευθερία της άποψης και πληροφόρησης, στην απόλαυση του οποίου σπανίως και σε εξαιρετικές περιπτώσεις τίθενται προσκόμματα.
  26. Το δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την, άκρως ευαίσθητης φύσεως, δικαιοδοσία του προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν έχει προσκομισθεί έστω και εκ πρώτης όψεως, μαρτυρία ότι το επίδικο δημοσίευμα έγινε κακόβουλα.
  27. Η εξαιρετικά εκλεκτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου προς έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων ασκείται μόνο στις πλέον ξεκάθαρες περιπτώσεις δυσφήμισης και η παρούσα δεν είναι μία απ' αυτές.
  28. Από την ημέρα δημοσίευσης του επίδικου δημοσιεύματος μέχρι και την καταχώριση της αίτησης (αλλά και μέχρι σήμερα) μεσολάβησαν οι εκδόσεις πάμπολλων φύλλων της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» και πολλά δημοσιεύματα που φέρουν την υπογραφή του Καθ' ου η Αίτηση 3 και ουδέν το, κατ' ισχυρισμόν, δυσφημιστικό δημοσιεύθηκε για τον Ενάγοντα, συνεπώς η δικαιολογητική βάση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος εξέλιπε προ πολλού.
  29. Η αίτηση για χορήγηση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, ειδικά σε περιπτώσεις όπου βάση της αγωγής είναι ο λίβελος, εγκρίνεται μόνο όταν συντρέχουν, σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις: (α) το δημοσίευμα είναι πέραν πάσης αμφιβολίας δυσφημιστικό, (β) το δημοσίευμα αποκλείεται να είναι αληθές, (γ) καμία από τις κατά νόμω προσφερόμενες υπερασπίσεις δεν μπορεί να επιτύχει, (δ) υπάρχει ισχυρή μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης του, κατ' ισχυρισμόν, δυσφημιστικού (ή παρόμοιου) δημοσιεύματος η οποία θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον Ενάγοντα. Στην παρούσα δεν πληρούνται ούτε σωρευτικά ούτε κατά μόνας, οι πιο πάνω προϋποθέσεις.
  30. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, προτίθενται, σε περίπτωση που το δικαστήριο κρίνει είτε εκ πρώτης όψεως είτε μεταγενέστερα ότι το επίδικο είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα (πράγμα που αρνούνται), να προβάλουν τις εξής υπερασπίσεις: (α) το δημοσίευμα είναι αληθές - αρχή απορρέουσα, σε αυτό το πρώιμο στάδιο, από την υπόθεση Bonnard v. Perryman, (β) το δημοσίευμα είναι έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος το οποίο έγινε καλόπιστα, (γ) το δημοσίευμα καλύπτεται από την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη και/ή τις αρχές περί ουδέτερου ρεπορτάζ ("neutral reporting") και/ή τις αρχές απορρέουσες από την υπόθεση Reynolds.
  31. Ο Ενάγων δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο δικαστήριο.
  32. Δεν υπάρχει εταιρεία ή νομικό πρόσωπο ή οποιοσδήποτε νομίμως συσταθείς οργανισμός με το όνομα ή την επωνυμία «Εφημερίδα 'Ο Φιλελεύθερος'» όπως αναγράφεται στην αγωγή και στην υπό κρίση αίτηση. Πρόκειται περί ανύπαρκτου Εναγόμενου.
  33. Ο Ενάγων δεν έχει καταδείξει - δεν έχει καν υποστηρίξει - ότι είτε η εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» είτε ο Καθ' ου η Αίτηση 3 είναι αφερέγγυα ή αναξιόχρεα πρόσωπα ώστε εάν στο τέλος της υπόθεσης επιδικαστούν αποζημιώσεις εναντίον τους, ο Ενάγων να μην είναι σε θέση να ικανοποιηθεί στο έπακρο.
  34. Η Αίτηση του Ενάγοντα είναι κακόπιστη και καταχρηστική». Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 19 του Συντάγματος, στον περί Τύπου Νόμο, στο Νόμο 39/62 ο οποίος επικυρώνει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών μετά των πρόσθετων Πρωτοκόλλων 2 και 10, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.Θ1-9, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Χατζηστυλιανού, Εναγομένου 3, ο οποίος λέει περιληπτικά τα ακόλουθα: Είναι δημοσιογράφος και εργάζεται στο νομικό πρόσωπο το οποίο εκδίδει την εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος» δηλαδή, κατά τον Ενάγοντα, τον Εναγόμενο
  35. Στην αγωγή ενάγεται η «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ»» η οποία είναι ανύπαρκτος διάδικος. Το νομικό πρόσωπο που εκδίδει την εν λόγω εφημερίδα είναι η εταιρεία Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της ηλεκτρονικής σελίδας του γραφείου Τύπου και Πληροφοριών όπου είναι καταχωρισμένη η εν λόγω πληροφόρηση. Όσον αφορά τα επίδικα δημοσιεύματα ισχυρίζεται το αληθές του περιεχομένου τους. Τούτο επιβεβαιώνεται από την επιστολή ημερομηνίας 16/2/2013 του Προέδρου του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Κύπρου κ. Χάρη Χαραλάμπους, Τεκμήριο 2 και της ετήσιας έκθεσης της Γενικής Ελεγκτού για το έτος 2012 ως Τεκμήριο 3 (σελ. 767-770). Ακόμα και αν τα όσα έχουν καταγραφεί αφορούν σχόλιο από πλευράς του θεωρεί ότι αυτό αποτελεί έντιμο ή εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος αφού άπτονται κονδυλίων του Πανεπιστημίου Κύπρου και αναμφιβόλως της σφαίρας του δημοσίου συμφέροντος και ενδιαφέροντος. Μετά τα επίδικα δημοσιεύματα ο Ενάγων είχε την ευκαιρία να απαντήσει και η εφημερίδα προέβηκε και σε δημοσίευση της επιστολής του. Πέραν της δημοσίευσης της επιστολής του Ενάγοντα η εφημερίδα δημοσίευσε και επιστολή του δικηγόρου της Εργοληπτικής Εταιρείας για το ίδιο θέμα την οποία προσκομίζει ως Τεκμήριο
  36. Το γεγονός αυτό ο Ενάγων δεν το αποκάλυψε στην αίτηση του. Εγείρει επίσης την υπεράσπιση σε περίπτωση που το εν λόγω δημοσίευμα κριθεί ότι είναι εκ πρώτης όψεως δυσφημιστικό να τύχουν της υπεράσπισης του προνομιούχου δημοσιεύματος υπό την επιφύλαξη ότι αυτό έγινε καλόπιστα. Σ' αυτό στηρίζεται στο γεγονός ότι το επίδικο άρθρο ήταν ισορροπημένο περιλάμβανε όλες τις θέσεις που υπήρχαν στην διάθεση του και δεν υπερέβηκε ούτε σε έκταση ούτε σε ένταση το εύλογα αναγκαίο. Ο λόγος που δεν ζήτησε τη θέση του Ενάγοντα ήταν γιατί δεν έκρινε ότι υπήρχε οτιδήποτε δυσφημιστικό για τον ίδιο και αφού εν πάση περιπτώσει τα όσα ανέφερε έρχονταν από επίσημα έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Από τις 22/10/13 και μετά τίποτα άλλο δεν έχει δημοσιευθεί σε σχέση με το θέμα και ούτε αναμένεται εκτός βέβαια αν τεθούν νέα γεγονότα τα οποία ενδεχομένως να ενδιαφέρουν το αναγνωστικό κοινό και να είναι ζητήματα δημοσίου συμφέροντος. Η προσπάθεια του Ενάγοντα είναι να φιμώσει τον ίδιο προσωπικά αλλά και την εφημερίδα και μάλιστα 4 μήνες μετά το εν λόγω δημοσίευμα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αλλά και για προστασία του συνταγματικού τους δικαιώματος για διαφύλαξη της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και πληροφοριών θα πρέπει το αίτημα να απορριφθεί. Οι Εισηγήσεις των Δικηγόρων Η δικηγόρος του Ενάγοντα εισηγήθηκε ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα αφού παρουσιάζεται εμμέσως πλην σαφώς ως άτομο χαμηλής ηθικής υπόστασης. Η επίσημη θέση του Πανεπιστημίου επιβεβαιώνει τα γεγονότα όπως τα έθεσε. Δεν αποτελεί τη θέση του Πανεπιστημίου ότι το οφειλόμενο ποσό στην Εργοληπτική Εταιρεία δεν υπερβαίνει τα €90,
  37. Η επιστολή του Εναγομένου 1 ημερομηνίας 15/11/2013 αποτελεί επανάληψη της δυσφήμισης η οποία συνεχίστηκε παρά τις προειδοποιήσεις του Ενάγοντα. Από τα δημοσιεύματα προκύπτουν ξεκάθαρα τα ακόλουθα: (α) Αποδίδεται στον Ενάγοντα διασπάθιση δημοσίου χρήματος προς εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων. (β) Δημιουργείται στο κοινό και τη δημόσια γνώμη τέτοια εντύπωση διασπάθισης δημοσίου χρήματος εκ μέρους του Ενάγοντα. (γ) Αποδίδονται στον Ενάγοντα αλλότριες διασυνδέσεις με πολιτικά πρόσωπα και/ή κόμματα και συμμετοχή σε πολιτική και/ή κομματική διαπλοκή. (δ) Αμφισβητείται και προσβάλλεται η ηθική υπόσταση του Ενάγοντα, το προσωπικό και ακαδημαϊκό του κύρος και η επαγγελματική του φήμη, και γενικότερα αμαυρώνεται η φήμη του. Όσον αφορά τη μαρτυρία και ειδικότερα τους λόγους ένστασης του Εναγομένου 1 ανέφερε: Το Γραφείο Ανάπτυξης της Πανεπιστημιούπολης (ΓΑΠ) δεν είναι αρμόδιο όργανο του Πανεπιστημίου (βλ Περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Όργανα του Πανεπιστημίου) Κανονισμούς του 1994 - 2007, Κ.Δ.Π. 55/94, 272/99, 343/2002, 160/2006, 108/2007.) Τα όργανα του Πανεπιστημίου είναι το Συμβούλιο, η Σύγκλητος, ο Πρύτανης και οι Αντιπρυτάνεις. Το ΓΑΠ λειτουργεί εντός των Τεχνικών Υπηρεσιών του Πανεπιστημίου ασκεί διοικητική λειτουργία αλλά δεν λαμβάνει αποφάσεις. Η τριμελής επιτροπή δεν ήταν «ad hoc» αλλά επιτροπή που καταρτίστηκε δυνάμει του άρθρου 6Α[1] του Περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου 1989 - 2013, Ν.144/1989 σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου δύναται να μεταβιβάζει αρμοδιότητες. Στη συνεδρία που έγινε 14/1/2013 με την οποία διορίστηκε η εν λόγω επιτροπή παρέστη και ο Εναγόμενος 1 και ουδέποτε έθεσε θέμα για όριο €90,000 σε οποιοδήποτε ποσό αποζημίωσης ή ότι η διαφορά έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Σύμφωνα με το άρθρο 6Α του Ν.144/1989 μέλη επιτροπών μπορούν να είναι μόνο μέλη του Συμβουλίου. Δεν μπορούσαν να είναι μέλη άλλοι «ειδικοί για τεχνικά θέματα». Η δήλωση ότι η συμμετοχή του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου στην συνεδρία αποτελούσε παρατυπία είναι παραπλανητικός αφού μετέχει και στις συνεδρίες του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου (άρθρο 5[2] του Ν.144/1989). Η «Έκθεση» των Τεχνικών Υπηρεσιών φέρει χειρόγραφη ημερομηνία 17/9/
  38. Επομένως δεν μπορεί να την είχε υπόψη του όταν κλήθηκε και αρνήθηκε να υπογράψει επιστολή ημερομηνίας 19/2/
  39. Περαιτέρω η θέση των Τεχνικών Υπηρεσιών ήταν ότι το ποσό έπρεπε να κυμαίνεται από €700,000 μέχρι αυτού που είχε δηλωθεί στη Γενική Ελέγκτρια αναφερόμενο ως «γκρίζα ζώνη» (Παράρτημα Α στο Τεκμ. 9 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα και Τεκμ. 3 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1) και όχι €90,
  40. Αμφισβητείται η γνησιότητα της «Έκθεσης» που παρουσιάζει ο Εναγόμενος
  41. Η έλλειψη επαρκών εξηγήσεων από τις Τεχνικές Υπηρεσίες δεν καθιστούσε τα στοιχεία που διέθετε η Επιτροπή ανεπαρκή. Η τελική Έκθεση της Γενικής Ελεγκτού διαφέρει από την αρχική της Έκθεση και ταυτόχρονα καταγράφει τα μη επιβεβαιωμένα γεγονότα όπως αυτά προέκυψαν από την επιστολή του προέδρου του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου. Ο Ενάγων έχει υποστεί και θα συνεχίζει να υφίσταται ανεπανόρθωτη ζημιά αφού έχει επηρεαστεί η φήμη και η υπόληψη του. Η ταυτότητα του Ενάγοντα προκύπτει σαφέστατα στα δημοσιεύματα. Ο Εναγόμενος 1 έχει δείξει πρόθεση επανάληψης της δυσφήμισης. Ο Ενάγων δεν έχει καθυστερήσει στη λήψη μέτρων. Δεν υπήρξε καθόλου κατάχρηση ή απόκρυψη γεγονότων από πλευράς του Ενάγοντα. Οι λόγοι ένστασης 17-22 δεν υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 συνεπώς πρέπει να θεωρηθούν ότι εγκαταλείφθηκαν. Με αναφορά στην Νομολογία επί του θέματος ισχυρίστηκε ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος εναντίον όλων των Εναγομένων γιατί: Η επίδικη δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική. Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής. Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει. Υπάρχει μαρτυρία επανάληψης και κατ' εξακολούθηση επαναδημοσίευσης της δυσφήμησης. Όσον αφορά τους Εναγομένους 2 και 3 εισηγήθηκε περαιτέρω ότι τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος. Ειδικά για την Εναγομένη 2 ισχυρίστηκε ότι από την στιγμή που καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης τότε διορθώνεται η παρατυπία της μη ορθής περιγραφής της στον τίτλο της αγωγής. Ο δικηγόρος του Εναγομένου 1 αναφέρθηκε εκτενώς στην νομολογία επί του θέματος. Επισήμανε ότι το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα μόνο όπου: Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική. Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής. Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει. Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμισης. Με αναφορά στην νομολογία εισηγήθηκε ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν έχουν ικανοποιηθεί από τον Ενάγοντα. Εισηγήθηκε επίσης ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν κατονομάζουν ή αναφέρονται στον Ενάγοντα. Σε περίπτωση που αποδειχθεί λίβελος κατά τη δίκη τότε ο Ενάγων θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως. Η επίκληση και μόνο από τον Εναγόμενο 1 της Υπεράσπισης της αλήθειας ή του ευλόγου σχολίου είναι αρκετή ώστε να μην εκδοθεί απαγορευτικό διάταγμα. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 είναι ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι αληθές αφού γίνεται αναφορά σε γεγονότα που επισυνέβησαν. Ακόμα όμως και αν θεωρηθούν σχόλια ικανοποιείται το τεστ του «αντικειμενικά δικαίου», έγιναν επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και χωρίς κακοπιστία (malice). Ικανοποιούνται επίσης οι προϋποθέσεις της υπεράσπισης του προνομίου υπό επιφύλαξη του άρθρου 21 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  42. Δεν έχει καταδειχθεί πρόθεση επανάληψης, υπάρχει ασάφεια στο αιτητικό της αίτησης και δεν έχει επισυναφθεί πιστοποιημένο αντίγραφο του δημοσιεύματος από το Κέντρο Τύπου και Πληροφοριών. Ο δικηγόρος των Εναγομένων 2 και 3 ήγειρε θέμα αναφορικά με την υπόσταση της Εναγομένης
  43. Ενάγεται ως «Εφημερίδα 'Ο Φιλελεύθερος'» αντί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο Ιδιοκτήτης της εφημερίδας. Ενόψει της παρατυπίας αυτής δεν μπορεί να επιτύχει η Αίτηση εναντίον της Εναγομένης 2 αφού δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Παρέπεμψε ειδικά στο άρθρο 18[3] του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και στα άρθρα 13[4] και 15[5] του Περί Τύπου Νόμου, Ν. 145/
  44. Το άρθρο 18 ομιλεί για «πρόσωπο» που προβαίνει σε δημοσίευση, άρα ο όρος περιλαμβάνει και νομικό πρόσωπο. Επί της ουσίας ανέπτυξε τους λόγους ένστασης που αναφέρθηκαν πιο πάνω με αναφορά στην νομολογία. Ειδικότερα ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγων δεν έχει ικανοποιήσει τις αυστηρές προϋποθέσεις που απαιτούνται για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος για λίβελο και κακοβουλία από πλευράς των Εναγομένων 2 και
  45. Αντίθετα επιδιώκεται από τον Ενάγοντα διάταγμα που ισοδυναμεί με «προληπτική λογοκρισία». Οι αναφορές στη νομολογία που έγιναν από τους δικηγόρων των διαδίκων ήταν ιδιαίτερα βοηθητικές για το Δικαστήριο. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32[6] του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Νομικές Αρχές ως προς την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης. Σε υποθέσεις δυσφήμισης η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων ασκείται με μεγαλύτερη φειδώ. Με το άρθρο 19[7] του Συντάγματος της Δημοκρατίας η ελευθερία του λόγου προστατεύεται ειδικά. Το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών άνευ επεμβάσεως οποιασδήποτε δημοσίας αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων. Το δικαίωμα δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς που καλύπτουν, μεταξύ άλλων, την προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων (βλ. άρθρο 19.3). Ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος προϋποθέτει ότι η έκδοση του πρέπει να γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις (βλ. C.T. Tobacco Limited v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ και άλλοι
(2003)1 ΑΑΔ 853, Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1 (Α) ΑΑΔ 78, Coulson v. Coulson
(1887)3 T.L.R. 846 και The Exclusive Brethren case
(1980)3 All E.R. 161, 183). Το θέμα της έκδοσης απαγορευτικών ενδιάμεσων διαταγμάτων σε περιπτώσεις δυσφημιστικών κειμένων εξετάστηκε στην αγγλική απόφαση Schering Chemicals Ltd. v. Falkman Ltd and others
(1981)2 All E.R. 321, στην οποία ο Λόρδος Denning τόνισε μεταξύ άλλων ότι: "In all but the most exceptional cases we will not grant an interim injunction to restrain the publication of a libel. Such an exceptional case was instanced by Jessel MR. It was a Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 at 508 ... an atrocious libel wholly unjustified and inflicting the most serious injury of the plaintiff. Except in such a case we never grant an interim injunction." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις θα εκδίδουμε διάταγμα για να εμποδίσουμε τη δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου. Μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση υποδείχθηκε από το Δικαστή Jessel MR. Ήταν η υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 στη σελίδα 508 ... ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Εκτός από μια τέτοια περίπτωση ουδέποτε θα εκδώσουμε ένα απαγορευτικό διάταγμα.» (μετάφραση και αναφορά από την Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω, σελ. 85) Στην C.T. Tobacco Limited v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ, πιο πάνω καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις οι οποίες επιτρέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε περιπτώσεις δυσφήμισης. Αυτές έχουν υιοθετηθεί και επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω στην οποία έγινε ιδιαίτερη ανάλυση, Χρίστου Ευστρατίου v. Dicran Oyzounian and Company Ltd, εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus Πολ. Έφεση Αρ. 292/2010, 20 Ιανουαρίου 2014 και Πέτρος Κωμοδρόμος ν. Πάνου Παπαναστασίου, Πολ. Έφεση Αρ. 110/2010, 3 Ιανουαρίου 2014). Το δικαστήριο θα προβεί στην έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος μόνο όταν: 1. Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική. Η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα μιας ευαίσθητης δικαιοδοσίας και η έκδοση του δικαιολογείται μόνο στις πιο έκδηλες περιπτώσεις, όταν το δημοσίευμα όχι μόνο μπορεί να κριθεί ως δυσφημιστικό αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται ότι αναπόφευκτα θα καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ήταν δυσφημιστικό (βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω). 2. Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα σε περιπτώσεις δυσφημιστικών κειμένων, όταν ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι το επίδικο κείμενο είναι ψευδές (βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω, με αναφορά στην Quartz Hill Consolidated Gold Mining Company v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501). Το βάρος απόδειξης ότι η δήλωση είναι ψευδής φέρει ο ενάγοντας και είναι μεγάλο (βλ. Holley v. Smyth [1998] QB 726, Blackstone's Civil Practice 2011 σελ. 545[8]). Όταν ο εναγόμενος θα προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι δηλώσεις είναι αληθείς, το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει το προσωρινό διάταγμα εκτός αν πειστεί ότι η υπεράσπιση αυτή της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω, με αναφορά στην Bonnard v. Perryman
(1891)2 Ch. 269). Το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει (βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω, με αναφορά στην Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another
(1982)2 All E.R. 701, βλ. επίσης και Injunctions, David Bean, 9th edition, 2007, σελ. 64[9]). Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος προτίθεται να δικαιολογήσει «τον πυρήνα» των ισχυρισμών του (the 'sting' of the allegations) έστω και αν δεν μπορεί να αποδείξει τα γεγονότα επακριβώς (βλ. Injunctions, David Bean, πιο πάνω, σελ. 64, Khashoggi v IPC Magazines Ltd [1986] 1 W.L.R. 1412) 3. Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει. Το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για τη μη επανάληψη μιας δυσφήμισης, όταν η απειλούμενη δυσφήμιση μπορεί να είναι προνομιούχος[10], εκτός από περιπτώσεις στις οποίες υποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα (maliciously). (βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω, με αναφορά στην Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another, πιο πάνω). Όμως σε μια τέτοια περίπτωση η κακοπιστία (malice) πρέπει να είναι έκδηλη και απόλυτα ολοκληρωτική (absolutely overwhelming) για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να επέμβει με την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω, με αναφορά στην Herbage v. Pressdram
(1984)1 W.L.R. 1160, βλ. επίσης και Injunctions, David Bean, πιο πάνω, σελ. 64). 4. Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης. Το Δικαστήριο για να προβεί στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος πρέπει να πειστεί ότι υπάρχει πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου επανάληψης της δυσφήμισης. Η πρόθεση μπορεί να αποδειχθεί με δηλώσεις ή απειλές εκ μέρους του εναγόμενου (βλ. Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη πιο πάνω, με αναφορά στην Quartz Hill Consolidated Gold Mining Company v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501 και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 10th Edition, 786). Εφαρμογή των Προϋποθέσεων του Νόμου και Αξιολόγηση Ο δικηγόρος των Εναγομένων 2 και 3, όπως ανέφερα, ήγειρε θέμα κατά πόσο μπορεί η αγωγή να εγείρεται εναντίον της εφημερίδας και όχι εναντίον του ιδιοκτήτη της εφημερίδας. Συμφωνώ με την επιχειρηματολογία που έχει παραθέσει. Τα ονόματα ή τίτλοι εφημερίδων αποτελούν ιδιοκτησία φυσικών ή νομικών προσώπων που κατοχυρώνονται από τον Περί Τύπου Νόμο, Ν. 145/89 (βλ. άρθρο 15
(1)). Πουθενά ο εν λόγω Νόμος δεν καθιστά το όνομα ή τον τίτλο εφημερίδας «νομικό πρόσωπο». Ούτε δίδει την ευχέρεια στην έγερση διαδικασίας στο όνομα ή τίτλο εφημερίδας αντί στο όνομα του κατά νόμον ιδιοκτήτη. Αντίθετα επιβάλλει την αναγραφή του κατά νόμον ιδιοκτήτη επί του εντύπου (βλ. άρθρο 13) ενώ για σκοπούς ποινικών αδικημάτων όπου ο Ιδιοκτήτης είναι νομικό πρόσωπο απαιτείται και η συμπερίληψη «κατά νόμον υπεύθυνου», (βλ. άρθρο 11[11]). Κρίνω συνεπώς ότι η έγερση αγωγής εναντίον της 'Εφημερίδας «Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ»', Εναγομένης 2, είναι λανθασμένη αφού ο τίτλος εφημερίδας δεν αποτελεί «πρόσωπο» σύμφωνα με το άρθρο 18 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  1. Ενόψει και της κατάληξης μου αυτής κρίνω ότι όσον αφορά τον εν λόγω διάδικο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν μπορεί να υφίσταται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ούτε ορατή πιθανή επιτυχίας της αγωγής και συνεπώς η αίτηση εναντίον του είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Προχωρώ να εξετάσω τώρα κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος εναντίον των Εναγομένων 1 και
  2. (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση Η πρώτη προϋπόθεση στοιχειοθετείται αφού ο Ενάγων κατέδειξε από τα δικόγραφά του, την ένορκη δήλωση και τα κατατεθέντα τεκμήρια ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, δηλαδή, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δυσφήμιση κατά του προσώπου του. Η θέση του δικηγόρου του Εναγομένου 1 ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν αναφέρονται ή κατονομάζουν τον Ενάγοντα ειδικά δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στο Τεκμήριο 1 στο άρθρο με τίτλο «Μπλόκο €1 εκατομμυρίου σε Μιλτιάδη Νεοφύτου» αναφέρεται ονομαστικά ο Ενάγων ως μέλος της τριμελούς επιτροπής που έλαβε την απόφαση για διευθέτηση της διαφοράς με την Εργοληπτική Εταιρεία. (β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παραθέσει ο Ενάγων ότι έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτό που ο Ενάγων ουσιαστικά ισχυρίζεται είναι ότι τα επίδικα δημοσιεύματα του αποδίδουν μεμπτή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Το κατά πόσο κάποια λέξη ή φράση ή ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικά είναι θέμα γεγονότων (βλ. Πέτρος Κωμοδρόμος ν. Πάνου Παπαναστασίου πιο πάνω). Το δε κριτήριο εάν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι η έννοια που αποδίδεται σ' αυτό από λογικά σκεπτόμενα πρόσωπα και όχι η φύση της πρόθεσης του εναγομένου (βλ. Agathangelou v. Mousoulides & Sons
(1980)1 CLR 272). Γενικά, δημοσίευμα θεωρείται δυσφημιστικό, όταν, με αυτό, καταλογίζεται σε κάποιον που κατέχει οποιοδήποτε αξίωμα ή θέση ανέντιμη ή δόλια συμπεριφορά, ή οποιαδήποτε άλλη μη αποδεκτή συμπεριφορά, ή ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του (βλ. Πέτρος Κωμοδρόμος ν. Πάνου Παπαναστασίου πιο πάνω). Κρίνω ότι το περιεχόμενο των εν λόγω δημοσιευμάτων δυνατόν να δώσει αυτή την εντύπωση σε αναγνώστες και ενδεχομένως να αποτελούν δυσφημιστικά σχόλια. Επισημαίνω ότι στο παρόν στάδιο ο Ενάγων είχε υποχρέωση να παραθέσει στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, αν δηλαδή έχει καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, σύμφωνα με την νομολογία, εξετάζεται αν με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης η απονομή αποζημιώσεων θα προσφερόταν σαν επαρκής και ικανοποιητική θεραπεία. Όπως ανέφερα η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co. πιο πάνω). Διαφωνώ με τους Δικηγόρους των Εναγομένων ότι η τυχόν ζημιά που έχει υποστεί ο Ενάγων να μπορεί να αποτιμηθεί χρηματικά. Λόγω της θέσης που κατέχει ο Ενάγων παραμένει ενδεχομένως εκτεθειμένος επαγγελματικά. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι ο Ενάγων πέτυχε να στοιχειοθετήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
  1. Κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια ότι το διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί παρά το γεγονός ότι έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Οι λόγοι για τους οποίους έχω καταλήξει σ' αυτό το συμπέρασμα είναι ακόλουθοι: Το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ, δηλαδή σε εξαιρετικές μόνο περιστάσεις. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίστανται τέτοιες περιστάσεις. Είναι εμφανές ότι οι Εναγόμενοι προτίθενται να προβάλουν υπεράσπιση της αλήθειας του περιεχομένου, προνομίου ή ευλόγου σχολίου. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχουν παρατεθεί, υπάρχουν καλοί λόγοι για τους οποίους οι δηλώσεις των Εναγομένων μπορεί να αποδειχθούν αληθείς ή τουλάχιστον η ουσία τους. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 επισυνάπτει ως Τεκμήριο 7 σχετική Έκθεση των Τεχνικών Υπηρεσιών η οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να τον επιβεβαιώνει ή τουλάχιστον να του δίνει δικαίωμα σχολίου για το θέμα. Δεν μου διαφεύγει ότι κάτι ανάλογο δεν προκύπτει από την Έκθεση της Γενικής Ελεγκτού (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3) στην οποία αναφέρονται διαφορετικά δεδομένα. Ειδικότερα δεν αναφέρεται πουθενά έκθεση με την οποία το καταβλητέο ποσό έπρεπε να είναι €91,175.46 ως φαίνεται στο Τεκμήριο
  3. Αναφέρει όμως τα εξής σημαντικά σημεία: - Η Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων (ΚΕΑΑ) είχε εγκρίνει το ποσό των €49,633 κατόπιν εισήγησης του Υπεύθυνου Τομέα Κατασκευών και Διεύθυνσης Έργων του ΓΑΠ ως καταβλητέο ποσό (σελ. 769). Το τελικό ποσό των €890,000 υπερέβαινε κατά πολύ αυτό το ποσό οπότε και η Γενική Ελεγκτής ζήτησε εξηγήσεις από το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου. - Αφού καταγράφει ακολούθως στην έκθεση της τα όσα λέχθηκαν από τον πρόεδρο του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν τεκμηριώθηκε η ορθότητα επιλογής του Σεναρίου Γ ως σημείου αναφοράς. Επίσης επικρίνει το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε η συνδρομή του ΓΑΠ στις διαπραγματεύσεις. Η Γενική Ελεγκτής εντοπίζει πρόβλημα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Από την ύπαρξη και μόνο των πιο πάνω στοιχείων δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι δηλώσεις των Εναγομένων είναι ψευδείς. Τα θέματα που εγείρονται είναι θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και τα τεκμήρια που έχουν παρατεθεί δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε κακοβουλία (malice) από οποιοδήποτε από τους Εναγομένους. Αντίθετα στον Ενάγοντα δόθηκε και δικαίωμα απάντησης η οποία και δημοσιεύτηκε αυτούσια (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα). Σχετικό είναι επίσης και το Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 που αφορά δημοσίευση των θέσεων της Εργοληπτικής Εταιρείας. Δόθηκε η ευκαιρία δηλαδή στα εμπλεκόμενα πρόσωπα να προβάλουν τις θέσεις τους. Το Δικαστήριο για να προβεί στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος πρέπει να πειστεί ότι υπάρχει πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου επανάληψης της δυσφήμισης. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υφίσταται τέτοιο θέμα. Από τα ενώπιον μου τεκμήρια προκύπτει ότι μεταξύ του Ενάγοντα με τον Εναγόμενο 1 έχει όντως προκύψει αντιπαράθεση. Δεν καταδεικνύεται ότι θα επαναληφθούν τα δημοσιεύματα χωρίς να προκύψουν νέα στοιχεία. Στο Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 (δημοσίευση επιστολής της Εργοληπτικής Εταιρείας), που είναι μεταγενέστερο των επιδίκων δημοσιευμάτων, αναγράφονται τα ακόλουθα: «Διευκρίνιση Φιλελεύθερου. Ο Φιλελεύθερος δημοσιεύει αυτούσια την επιστολή στα πλαίσια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας, όπως μας εστάλη από τον δικηγόρο της εταιρείας και τον κ. Μιλτιάδη Νεοφύτου. Η υπόθεση είναι υπό διερεύνηση από την Γενική Ελέγκτρια του Κράτους και αν κριθεί αναγκαίο θα επανέλθουμε». Κατάληξη Για όλους τους λόγους που προανέφερα η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Order/Libel Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα/Λίβελος [1] 6Α. Το Συμβούλιο δύναται να καταρτίζει Επιτροπές από μέλη του στις οποίες μπορεί να μεταβιβάζει, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που κρίνει εκάστοτε σκόπιμο να καθορίσει, οποιεσδήποτε από τις αρμοδιότητες του. [2] 5.-
(1)Υφίσταται Συμβούλιο που αποτελείται από τα ακόλουθα μέλη: (α) Τον Πρύτανη και τους Αντιπρυτάνεις του Πανεπιστημίου (β) δύο μέλη του μόνιμου ακαδημαϊκού προσωπικού που εκλέγονται από το σύνολο του ακαδημαϊκού προσωπικού (γ) τέσσερα μέλη που διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο (δ) τρία μέλη που διορίζονται από τη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου, και που δεν μπορούν να είναι μέλη του προσωπικού του Πανεπιστημίου (ε) ένα μέλος που εκπροσωπεί τους φοιτητές του Πανεπιστημίου (στ) ένα μέλος που εκπροσωπεί το διοικητικό προσωπικό, το οποίο εκλέγεται από το σύνολο του προσωπικού αυτού.
(2)Στις συνεδρίες του Συμβουλίου μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ο Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών. [3] 18.-
(1)Πρόσωπo δημoσιεύει δυσφημηστικό δημoσίευμα αv πρoκαλεί τέτoια χρήση τoυ εvτύπoυ, γραπτoύ, ζωγραφιάς, oμoιώματoς, χειρovoμιώv, λόγωv ή άλλωv ήχωv ή άλλωv μέσωv, με τα oπoία μεταδίδεται τo δυσφημηστικό δημoσίευμα, είτε με έκθεση, αvάγvωση, απαγγελία, περιγραφή, παράδoση, κoιvoπoίηση, διαvoμή, επίδειξη, έκφραση, εκφώvηση ή άλλως πως, ώστε τo δυσφημηστικό vόημα αυτoύ vα περιέρχεται ή vα εvδέχεται vα περιέλθει σε γvώση oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ ή- (α) Αυτoύ πoυ δυσφημείται από αυτό͘ ή (β) τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ πoυ δημoσίευσε τη δυσφημηστική δήλωση κατά τη διάρκεια τoυ γάμoυ.
(2)Για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ, κoιvoπoίηση με αvoικτή επιστoλή ή ταχυδρoμικό δελτάριo, αvεξάρτητα αv απoστέλλεται πρoς αυτόv πoυ δυσφημείται ή πρoς άλλo, συvιστά δημoσίευση. [4] 13.-
(1)Στο πάνω μέρος οποιασδήποτε σελίδας όλων των αντιτύπων των εφημερίδων, που εκδίδονται στη Δημοκρατία αναγράφονται υποχρεωτικά το όνομα και η διεύθυνση του ιδιοκτήτη του, κατά νόμον υπευθύνου, όπως και ο τόπος εκτύπωσης της εφημερίδας. [5] 15.-
(1)Εφόσο ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις των άρθρων 9, 10 και 11 του παρόντα Νόμου, ο ιδιοκτήτης της εφημερίδας, αναφορικά με την οποία έγινε η κατά νόμο δήλωση, αποκτά δικαίωμα ιδιοκτησίας στον τίτλο της εφημερίδας. Ο τίτλος αυτός ή άλλος που προσομοιάζει με τον τίτλο σε βαθμό που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος άλλης εφημερίδας. [6] 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. [7]
  1. Έκαστος έχει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπον εκφράσεως.
  2. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημοσίας αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων.
  3. Η ενάσκησις των δικαιωμάτων, περί ων η πρώτη και δευτέρα παράγραφος του παρόντος άρθρου, δύναται να υποβληθή εις διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή ποινάς προδιαγεγραμμένους υπό του νόμου και αναγκαίους μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή προς προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ή προς παρεμπόδισιν της αποκαλύψεως πληροφοριών ληφθεισών εμπιστευτικώς ή προς διατήρησιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.
  4. Η κατάσχεσις εφημερίδων ή άλλων εντύπων δεν επιτρέπεται άνευ εγγράφου αδείας του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας, ήτις δέον να επικυρωθή δι' αποφάσεως αρμοδίου δικαστηρίου εντός εβδομήκοντα δύο ωρών το βραδύτερον, εν περιπτώσει δε μη επικυρώσεως αίρεται η κατάσχεσις.
  5. Ουδέν εκ των διαλαμβανομένων εις το παρόν άρθρον εμποδίζει την Δημοκρατίαν ν' απαιτή την έκδοσιν αδείας ή λειτουργίας επιχειρήσεων ραδιοφωνικών ή κινηματογραφικών ή τηλεοράσεως. [8] 'The claimant may accordingly adduce evidence to prove the falsity of the words published. However, the burden on the claimant is a heavy one' [9]' An interim injunction against alleged defamation will not be granted where the defendant is saying what he honestly believes to be true'. [10] Στο σύγγραμμα Injunctions, David Bean, πιο πάνω, σελ. 64 αναφέρεται ότι το δημοσίευμα πρέπει να είναι εκ πρώτης όψεως προνομιούχο (prima facie privileged). [11] 11.-
(1)Κατά νόμον υπεύθυνος εφημερίδας ορίζεται σε όλες τις περιπτώσεις που ιδιοκτήτης της εφημερίδας είναι νομικό πρόσωπο. O ορισμός του γίνεται με δήλωση του ιδιοκτήτη που κατατίθεται στον Υπουργό τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν αρχίσει να εκδίδεται η εφημερίδα. Η δήλωση περιέχει το όνομα και τη διεύθυνση του και τον ορίζει ως υπεύθυνο για τη διαχείριση και τον έλεγχο της εφημερίδας.
(2)Κατά νόμον υπεύθυνος εφημερίδας ορίζεται υποχρεωτικά ένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του νομικού προσώπου.
(3)Ανεξάρτητα από τυχόν ευθύνη του ιδιοκτήτη της εφημερίδας, ο κατά νόμον υπεύθυνος της εφημερίδας ευθύνεται για κάθε αδίκημα που διαπράττεται από τον ιδιοκτήτη της εφημερίδας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα ή άλλου νόμου ή σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.