← Κύπρος

ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. CH.YI. ROOF PROFESSIONALS LTD, Αρ. Αγωγής: 4498/07, 30/5/2014

ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. CH.YI. ROOF PROFESSIONALS LTD, Αρ. Αγωγής: 4498/07, 30/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A233 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4498/07 Μεταξύ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγοντα και CH.YI. ROOF PROFESSIONALS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 30.5.

  1. Για Ενάγοντα: κα Ευαγγέλου με κα Κυπριανού. Για Εναγόμενους: κ. Αρτέμης. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €7.528,09 ως ειδικές αποζημιώσεις καθώς και γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη, λόγω ατυχήματος το οποίο επισυνέβη στις 14.3.06 κατά τη διάρκεια και στα πλαίσια της εργοδότησης του από τους Εναγομένους. Περαιτέρω ζητά νόμιμους τόκους από την ημέρα του ατυχήματος και έξοδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην έκθεση απαίτησης του κατά πάντα ουσιώδη χρόνο αυτός ήταν 45 ετών, καθόλα υγιής και αρτιµελής, παντρεµένος και πατέρας δύο παιδιών. Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία που ασχολείται µεταξύ άλλων µε την κατασκευή ξύλινων στεγών και άλλων κατασκευών σε οικοδοµές. Ο Ενάγοντας προσλήφθηκε στις 9.3.06 από τους Εναγόμενους, ως αποθηκάριος, με µισθό Λ.Κ.160 εβδοµαδιαίως, δηλαδή το ισόποσο των €273.
  2. Κατά ή περί τις 14.3.06 ο Ενάγοντας, στα πλαίσια των καθηκόντων του και κατόπιν οδηγιών των Εναγοµένων και/ή των αντιπροσώπων τους και/ή των υπηρετών τους, ασχολείτο µε την τοποθέτηση σε ράφια ασφαλτικο-µονωτικού υλικού, σε αποθήκη των Εναγοµένων στη βιοµηχανική περιοχή Αγίου Σιλά στη Λεµεσό. Κατά την εκτέλεση της εργασίας αυτής και ενώ βρισκόταν στις περόνες ανυψωτικού οχήµατος, το οποίο χειριζόταν άλλος υπάλληλος και/ή αντιπρόσωπος των Εναγοµένων, σε ύψος 2 ½ - 3 περίπου µέτρα από το δάπεδο και ασχολείτο µε την εκφόρτωση του ως άνω υλικού, το οποίο επίσης βρισκόταν στις περόνες του οχήματος µέσα σε παλέτα, και με την τακτοποίηση και τοποθέτηση του υλικού πάνω σε ράφια ύψους 4 περίπου µέτρων από το δάπεδο, το παλέτο και το ασφαλτικο-µονωτικό υλικό ανατράπηκε και/ή αναποδογυρίστηκε από τις περόνες και έπεσε στο έδαφος µαζί µε τον Ενάγοντα, µε αποτέλεσµα αυτός να υποστεί σοβαρούς τραυµατισµούς. Σύμφωνα πάντα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα το ατύχημα επισυνέβη λόγω της αμέλειας και/ή παραβάσεως των εκ του νόµου απορρεόντων καθηκόντων των Εναγοµένων και/ή των αντιπροσώπων και/ή των υπηρετών τους (οι σχετικές λεπτομέρειες παρατίθενται αναλυτικά στο δικόγραφο). Λόγω του πιο πάνω ατυχήματος ο Ενάγοντας υπέστη σωµατικές βλάβες, απώλειες και ζηµιές, υπέφερε, υποφέρει και θα υποφέρει στο µέλλον πόνο, ενοχλήσεις και ταλαιπωρία, η δε ικανότητα του για εργασία και στην αγορά εργασίας έχει επηρεαστεί µε αποτέλεσµα στο µέλλον να υφίσταται ζηµιές και απώλειες εισοδηµάτων. Σε σχέση µε το επίδικο ατύχημα οι Εναγόµενοι κατηγορήθηκαν δυνάµει της σχετικής νοµοθεσίας, στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεµεσού 19885/07, σε τρείς κατηγορίες, τις οποίες και παραδέχθηκαν. Όσον αφορά τις σωματικές βλάβες ο Ενάγοντας υπέστη: κατάγµατα σώµατος Ο1 και Ο2 σπονδύλων, οπίσθια µετατόπιση Ο1 και Ο2 οστού και κεφαλαλγία. Στις 14.3.06 εισήχθη στο Ορθοπεδικό Τµήµα του Γενικού Νοσοκοµείου Λεµεσού για νοσηλεία και παρακολούθηση, εξήλθε αυτού στις 21.3.06 και παρακολουθείτο στα εξωτερικά ιατρεία. Του δόθηκε αναρρωτική άδεια από 14.3.06 µέχρι 31.8.
  3. Υπεβλήθη σε φυσιοθεραπευτικό πρόγραµµα και κινητοποιήθηκε σταδιακά µε ζώνη οσφύος. Παρουσιάζει δυσκαµψία της οσφυϊκής µοίρας. Πρόσφατη ακτινολογική εικόνα θωρακοοσφυικής µοίρας δείχνει απώλεια του ύψου Ο1 και Ο2 σπονδύλων µε αποτέλεσµα να απωλεσθεί το φυσιολογικό σχήµα της σπονδυλικής στήλης. Απώλεια της φυσιολογικής λόρδωσης µε αποτέλεσµα να παρουσιάζεται κύφωση. Επίσης παρουσιάζει οσφυαλγία στην περιοχή της σπονδυλικής στήλης µε περιστασιακή επέκταση του πόνου και στα κάτω άκρα, πρωϊνη δυσκαψία στην περιοχή της οσφύος, η οποία τον ταλαιπωρεί και η οποία υποχωρεί σταδιακά µε την πάροδο της ηµέρας. Περαιτέρω παρουσιάζει προβλήµατα πόνου και δυσκαμψίας ιδίως σε αυξηµένο φόρτο εργασίας και σε ορισµένες κινήσεις. Τα πιο πάνω θεωρούνται πλέον µόνιµα και θα παρουσιάζονται υπό µορφή εξάρσεων και υφέσεων. Όσον αφορά τις ειδικές ζημιές ο Ενάγοντας αξιώνει συνολικά το ποσό των €7.528,09 το οποίο συνίσταται στα ακόλουθα: (α) το ποσό των €6.834,41 για απώλεια ηµεροµισθίων από 14.3.06 µέχρι 31.8.06, (β) το ποσό των €598 για την αναλογία 13ου µισθού και (γ) το ποσό των €95.68 για ιατρικά πιστοποιητικά του Γεν. Νοσοκοµείου. Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους τους ισχυρισµούς που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης εκτός όπου προβαίνουν σε ρητή παραδοχή. Παραδέχονται δε ότι σε όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους ο Ενάγοντας εργοδοτείτο από αυτούς ως αποθηκάριος. Αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος αρνούνται τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και ισχυρίζονται ότι τα πραγµατικά γεγονότα έχουν ως εξής: Οι Εναγόµενοι αµέσως πριν το ατύχηµα και για την ασφάλεια των υπαλλήλων τους είχαν προβεί σε εγκατάσταση στις αποθήκες τους ειδικών στάντς (stands) και/η ραφιών για την τοποθέτηση βαρέων υλικών και/ή υλικών των οποίων η µεταφορά και/ή αποθήκευση ήταν δύσκολη και/ή επικίνδυνη και είχαν δώσει ρητές αυστηρές οδηγίες στους υπαλλήλους και/η εργοδοτουµένους τους όπως τα χρησιµοποιούν για φόρτωση και/ή τοποθέτηση υλικών και/ή όπως χρησιµοποιούν συγκεκριµένο σύστηµα φορτοεκφόρτωσης των εν λόγω υλικών σε και/ή µε αυτά. Ο Ενάγοντας, κατά η περί την 14.3.06, ενώ βρισκόταν στο ηµιπάτωµα αποθήκης των Εναγοµένων που βρίσκεται στην βιοµηχανική περιοχή του Αγίου Σίλα στην Λεµεσό, πήρε από µόνος του πρωτοβουλία να τοποθετήσει µαζί µε ένα άλλο υπάλληλο και/ή εργοδοτούµενο των Εναγοµένων, κάποιον Μιχάλη Φωτίου, σε ράφια ύψους 4 µέτρων ασφαλτικό-µονωτικό υλικό, χωρίς να λάβει προηγουµένως την έγκριση και/ή τις οδηγίες των Εναγοµένων και/ή των υπαλλήλων και/ή των εργοδοτουµένων και/ή των αντιπροσώπων τους και/ή χωρίς καµία εντολή προς τούτο από αυτούς και/ή κατά παράβαση και/ή σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες οδηγίες. Συγκεκριµένα ο Μιχάλης Φωτίου, οδήγησε περονοφόρο ανυψωτικό όχηµα και αφού παρέλαβε πρώτα το ασφαλτικό-µονωτικό υλικό που ήταν τοποθετηµένο σε παλέτα φορτωµένα µε 40 ρολά στις περόνες του εν λόγω οχήµατος, ο Ενάγοντας πάτησε και/ή ανέβηκε στις περόνες που εξείχαν κατά 20 εκατοστά των παλέτων. Στη συνέχεια ο Φωτίου, ανέβασε το φορτίο και τον Ενάγοντα στο ύψος των ραφιών, σταµάτησε το περονοφόρο όχηµα και ο Ενάγοντας όντας ανεβασµένος σε ύψος 4 µέτρων άρχισε να εκφορτώνει τα ρολά από το παλέτο και να τα τοποθετεί στα ράφια ενώ ο Φωτίου εγκατέλειψε την σκηνή. Όταν ο Ενάγοντας ξεφόρτωσε το µεγαλύτερο µέρος των ρολών τα παλέτα ανατράπηκαν και έπεσαν στο έδαφος µαζί µε το υπόλοιπο του φορτίου και τον Ενάγοντα. Τα παλέτα, όπως γνώριζε ο Ενάγοντας ή όπως λογικά όφειλε υπό τις περιστάσεις να γνωρίζει, δεν ήταν αγκιστρωµένα στις περόνες και/ή ήταν ελαφριάς κατασκευής, "µιας χρήσης" και ανοικτού τύπου και εποµένως δεν υπήρχε δυνατότητα αγκίστρωσης των περόνων στα παλέτα ώστε να αποτρέπεται η ανατροπή τους, κάτι που καθιστούσε ακόµη πιο επικίνδυνο το εγχείρηµα του Ενάγοντα να ανέβει στις περόνες του οχήµατος και από εκεί να ξεφορτώσει το ασφαλτικό-µονωτικό υλικό. Οι Εναγόµενοι συντηρούσαν κανονικά και/ή όπως λογικά όφειλαν το εν λόγω περονοφόρο όχηµα σε τακτά χρονικά διαστήµατα και επιπρόσθετα σε αυτό υπήρχε σε περίοπτη θέση ευδιάκριτη απαγορευτική πινακίδα χρήσης του για σκοπούς ανύψωσης προσώπων και εποµένως οι πιο πάνω αναφερόµενες πράξεις και/ή ενέργειες του Ενάγοντα ήταν κατά παράβαση αυτής της απαγόρευσης. Ως εκ των άνω οι Εναγόµενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο συµβάν δεν επισυνέβηκε στα πλαίσια των καθηκόντων του Ενάγοντα και ότι οφείλεται στην αποκλειστική ή σε µεγάλο βαθµό συντρέχουσα αµέλεια του Ενάγοντα και/ή στην παράβαση των νοµικών και/ή συµβατικών του καθηκόντων (οι σχετικές λεπτομέρειες παρατίθενται αναλυτικά στο δικόγραφο). Οι Εναγόµενοι περαιτέρω ή διαζευκτικά των πιο πάνω λέγουν ότι στην παρούσα υπόθεση τυγχάνει εφαρµογής η υπεράσπιση volenti nοn fit injuria. Περαιτέρω αρνούνται τις σωματικές βλάβες και τις ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας ότι υπέστη. Ισχυρίζονται δε ότι οι σωµατικές βλάβες είναι υπερβολικές και/ή διογκωµένες. Τέλος αρνούνται ότι κατηγορήθηκαν και παραδέχθηκαν σε κατηγορίες στα πλαίσια της αναφερομένης στην έκθεση απαίτησης ποινικής υπόθεσης. Ως εκ των άνω ζητούν απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ τους. Στην απάντηση του στην υπεράσπιση ο Ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισµούς των Εναγοµένων εφόσον αυτοί δεν συνάδουν και/ή είναι αντίθετοι µε το περιεχόµενο της έκθεσης απαιτήσεως του και επαναλαμβάνει τους δικούς του ισχυρισμούς. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και κλήθηκε άλλος ένας μάρτυρας. Από την πλευρά τους οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν κανένα μάρτυρα. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 17 τεκμήρια. Όσον αφορά τα τεκμήρια 1-5, οι διάδικοι δήλωσαν ότι αυτά είναι παραδεκτά και για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Συνεπώς το περιεχόμενο τους αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Ενάγοντας του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν 45 περίπου ετών, καθόλα υγιής και αρτιµελής, παντρεµένος µε δύο µικρά παιδιά. Οι Εναγόµενοι είναι εταιρεία που ασχολείται µεταξύ άλλων µε την κατασκευή ξύλινων στεγών και άλλων κατασκευών σε οικοδοµές. Κατά την 1.3.06 ο Ενάγοντας προσλήφθηκε από τους Εναγόμενους ως αποθηκάριος. Η έδρα των Εναγομένων ήταν στη Λευκωσία και λίγες µέρες πριν την εργοδότηση του Ενάγοντα, άνοιξαν αποθήκη στην Βιοµηχανική Περιοχή Αγίου Σιλά στη Λεµεσό. Εκεί εργαζόταν ο Ενάγοντας ως ο μοναδικός αποθηκάριος και ο Μιχάλης Φωτίου, ο οποίος ήταν οδηγός φορτηγού και µετέφερε οικοδοµικά υλικά από την αποθήκη προς τα συνεργεία και επίσης οδηγούσε ανυψωτικό περονοφόρο όχηµα για την φορτοεκφόρτωση υλικών. Στην αποθήκη, η οποία ήταν επίπεδη και δεν υπήρχε ηµιπάτωµα, υπήρχαν ράφια όπου αποθηκεύονταν τα διάφορα οικοδοµικά υλικά και άλλος εξοπλισµός για κατασκευή στεγών όπως κεραµίδια, κατρόχαρτα, ξυλεία κ.λ.π. Η µετακίνηση, µεταφορά και τοποθέτηση των διαφόρων υλικών στα ράφια γινόταν µε την χρήση ανυψωτικών περονοφόρων οχηµάτων. Κατά την συµφωνία για πρόσληψη του ο Ενάγοντας συνοµίλησε µε τους Πάµπο Μαµµαρίτη και τον Χρίστο Χριστοφίδη, διευθυντές των Εναγομένων, οι οποίοι του ανέφεραν ότι τα καθήκοντα του θα ήταν, ανάµεσα στα άλλα, η ετοιµασία παραγγελιών προς τα συνεργεία, η φορτοεκφόρτωση υλικών από και προς τα ράφια της αποθήκης και γενικά η διατήρηση της τάξης και καθαριότητας στην αποθήκη και όπως του ανάφεραν, τα υλικά θα έπρεπε να τοποθετούνται στα ράφια τους τόσο για την εύκολη καταµέτρηση και έλεγχο των αποθεµάτων όσο και για την εύκολη διακίνηση και τάξη µέσα στην αποθήκη. Επίσης του ανέφεραν ότι λόγω του ότι οι ίδιοι εργάζονται στα γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία και στην Λεµεσό έρχονται µερικές µόνο φορές, για τη διεκπεραίωση των εργασιών του, θα τον καθοδηγεί και θα του δίδει οδηγίες ο Μιχάλης Φωτίου που είναι παλιός υπάλληλος τους και γνωρίζει καλά τη δουλειά. Στις 14.3.06 ο Ενάγοντας βρισκόταν στην πιο πάνω αποθήκη, όπου ακολουθώντας τις οδηγίες του Φωτίου, ασχολείτο µε την ετοιµασία παραγγελίας που του ανέθεσε την προηγούµενη µέρα. Λίγο αργότερα στην αποθήκη πήγε και ο Φωτίου και µε τη βοήθεια ενός ανυψωτικού περονοφόρου οχήματος ξεφόρτωνε παλέτα µε κεραµίδια. Στο πάτωµα υπήρχαν και δύο παλέτα που περιείχαν, το κάθε ένα, 40 ρολά από ασφαλτικό-µονωτικό υλικό, κατρόχαρτο. Ο Φωτίου οδηγώντας το εν λόγω όχημα πήρε το ένα παλέτο από το έδαφος µε τις περόνες του ανυψωτικού και φώναξε στον Ενάγοντα να ανέβει και αυτός πάνω στις περόνες που προεξείχαν από το παλέτο, µε σκοπό να τον ανεβάσει στο κατάλληλο ύψος για να τοποθετήσει και να τακτοποιήσει τα ρολά από κατρόχαρτο στη θέση τους πάνω στα ράφια και συγκεκριμένα στο πάνω πάνω ράφι, όπου τοποθετούνται τα εν λόγω υλικά. Ανέφερε δε ουσιαστικά για τα ράφια ότι στις τρεις πρώτες σειρές από ράφια, από κάτω προς τα πάνω, μπορούσαν να μπουν τα παλέτα απευθείας από το ανυψωτικό πάνω στα ράφια αλλά αυτό δεν μπορούσε να γίνει για το τελευταίο πάνω πάνω ράφι, για το οποίο έπρεπε να χρησιμοποιείς τα χέρια για να πάρεις τα ρολά από το παλέτο και να τα βάλεις στο ράφι. Όταν του υποβλήθηκε ουσιαστικά ότι ο χώρος αυτός στα ράφια δεν είναι χώρος αποθήκευσης των ρολών αλλά η οροφή των ραφιών είπε ότι στο χώρο αυτό, πριν βάλει ο ίδιος ρολά από κατρόχαρτο υπήρχαν και άλλα τέτοια, και ότι όταν προσλήφθηκε κανένας δεν τον ξενάγησε για να του πει τι να βάλει και που και ως συνήθως οι οδηγίες για το τι έκανε ο ίδιος έρχονταν από τον Φωτίου. Το εν λόγω παλέτο ήταν ελαφριάς κατασκευής και ανοιχτού τύπου και γενικά η συσκευασία του ήταν τέτοια που δεν υπήρχε δυνατότητα να αγκιστρωθεί πάνω στις περόνες. Αυτό ο Ενάγοντας δεν το αντιλήφθηκε πριν το ατύχημα αλλά το πληροφορήθηκε αργότερα. Στις λίγες µέρες της εργοδότησης του στην αποθήκη ο Ενάγοντας δεν θυµάται να είχε παρατηρήσει ή να είχε συνηδειτοποιήσει την ύπαρξη οποιασδήποτε απαγορευτικής πινακίδα πάνω στο ανυψωτικό όχημα. Ήταν δε η πρώτη φορά που ο Ενάγοντας έπρεπε να τοποθετήσει κατρόχαρτα στα ράφια τους. Όσον αφορά τον τρόπο που στάθηκε στις περόνες εξήγησε ότι εξείχαν από το παλέτο μπροστά, κατά είκοσι εκατοστά, μέρος των δύο περόνων και ο ίδιος στάθηκε με ανοιχτά τα πόδια πάνω στο μέρος αυτό. Ο χώρος όπου θα τοποθετούσε τα ρολά, βρισκόταν σε ύψος 4 περίπου µέτρων από το έδαφος και όταν οι περόνες στις οποίες βρισκόταν, σταµάτησαν σε ύψος 2.50 περίπου µέτρων από το έδαφος, ο Ενάγοντας άρχισε να παίρνει τα ρολά από το παλέτο και να τα τακτοποιει ένα ένα στον συγκεκριµένο χώρο. Εν τω µεταξύ ο Φωτίου αφού τον ανέβασε πάνω, εγκατέλειψε το όχημα και αποµακρύνθηκε από τον χώρο. Καθώς συνέχιζε ο Ενάγοντας την εργασία του, σε κάποια στιγµή το παλέτο που βρισκόταν στις περόνες του οχήματος, από το οποίο έπαιρνε τα ρολά, ανατράπηκε και ο Ενάγοντας µαζί µε το παλέτο και τα κατρόχαρτα που υπήρχαν σ' αυτό, έπεσε στο έδαφος και τραυµατίστηκε. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του κατά πόσο σκέφτηκε ότι ο τρόπος που στάθηκε στο μέρος αυτό των περόνων για να ανέβει σε ύψος 4 μέτρων ήταν επικίνδυνος είπε ότι δεν το σκέφτηκε εκείνη την ώρα και ότι αν γνώριζε ότι θα έπεφτε δεν θα ανέβαινε αλλά είχε καθημερινά την πίεση από τον Φωτίου ότι αν δεν έκανε αυτό που του έλεγε θα το έλεγε στους μαστόρους και θα τον απέλυαν. Κατά την ώρα του ατυχήματος στο χώρο δεν βρισκόταν κανένας από τους διευθυντές των Εναγομένων. Αυτοί βρίσκονταν ως συνήθως στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Τόσο κατά τη πρόσληψη του όσο και κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στους Εναγόμενους ο Ενάγοντας δεν έτυχε καµιάς εκπαίδευσης ή πληροφόρησης ή οδηγίας ή καθοδήγησης ή επιτήρησης πάνω σε θέµατα ασφάλειας και υγείας, ούτε του παρείχαν άλλα ασφαλή µέσα και εφόδια για την ασφαλή διεξαγωγή της εργασίας του ή άλλο σύστηµα εργασίας ούτε οποιαδήποτε µέσα ατοµικής προστασίας. Για την εργασία αυτή δεν υπήρχαν σταντς ή πλατφόρµα ή οτιδήποτε άλλο ασφαλισµένο µέσο ή µέρος ώστε να στέκεται σε αυτό και να παίρνει τα κατρόχαρτα από τις περόνες του οχήματος και να τα τοποθετεί στα ράφια. Όταν αργότερα εργοδοτήθηκε στην αποθήκη άλλης εταιρείας, για παρόµοιες εργασίες υπήρχε ειδικό κλουβί ασφαλείας µε κάγκελο στον περίγυρο, µέσα στο οποίο βρισκόταν εκείνος που ήθελε να τοποθετήσει εµπορεύµατα σε ψηλά ράφια και έτσι δεν υπήρχε κίνδυνος πτώσης. Τις λίγες µέρες που εργάστηκε στην αποθήκη των Εναγοµένων, οι διευθυντές αυτών πήγαν στην αποθήκη δύο ή τρείς φορές και ασχολήθηκαν µε άλλες εργασίες και όχι µε την εργασία του. Η παρουσία τους εκεί δεν διαρκούσε πάνω από δύο- τρείς ώρες. Σε κάποια από τις εν λόγω επισκέψεις των διευθυντών, υπάλληλοι των Εναγομένων έτυχε να κάνουν παρόµοια εργασία στην αυλή της αποθήκης. Συγκεκριµένα ενώ το ανυψωτικό όχημα µετέφερε δέσµη ξύλων για να τα βουτήξει σε δεξαµενή µε ειδική µπογιά, κάποιος υπάλληλος βρισκόταν και αυτός σκαρφαλωµένος πάνω στα ξύλα που µετέφερε το όχημα και τα βουτούσε στη δεξαµενή µε το υγρό για να βεβαιώνεται ότι όλη η επιφάνεια των ξύλων έµπαινε στο νερό. Ούτε σ' αυτή την περίπτωση οι διευθυντές είπαν οτιδήποτε σε σχέση µε την επικινδυνότητα της εργασίας ή για µέτρα ασφάλειας ή να δώσουν κάποιες άλλες οδηγίες για ασφαλή διεξαγωγή της εργασίας. Ο δε Φωτίου κατά την διάρκεια της εργοδότησης του Ενάγοντα του υπέβαλλε συνεχώς ότι θα χάσει τη δουλειά του αν δεν τηρούσε και αν δεν έκανε αυτά που του έλεγε ή αν έκανε ζηµιά σε εµπορεύµατα της εταιρείας. Μάλιστα σε κάποια περίπτωση που δεν έκανε ότι του ζήτησε, του είπε ότι θα το αναφέρει στους µαστόρους για να απολυθεί. Ο Ενάγοντας είναι ένας φτωχός οικογενειάρχης και κατά τον χρόνο που έγινε το ατύχηµα είχε δύο µικρά παιδιά χωρίς άλλα εισοδήµατα και δεν ήθελε να χάσει τη δουλειά του. Όταν του ζήτησε ο Φωτίου να κάνει τη συγκεκριµένη δουλειά µε τα κατρόχαρτα ο Ενάγοντας ήθελε να κάνει τη δουλειά του και να τακτοποιήσει την αποθήκη όπως εξ αρχής του είχαν πει οι διευθυντές της εταιρείας. Από την πτώση του τραυµατίστηκε και µεταφέρθηκε µε ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκοµείο Λεµεσού µε δυνατούς πόνους στη µέση και το σπόνδυλο. Κρατήθηκε στο Ορθοπεδικό Τµήµα του Νοσοκοµείου για θεραπεία και βγήκε από το Νοσοκοµείο στις 21.3.
  4. Παρέµεινε σχεδόν κλινήρης για πέντε περίπου µήνες µε φρικτούς πόνους στο σπόνδυλο. Από το Γενικό Νοσοκοµείο του δόθηκε αναρρωτική άδεια µέχρι 31.8.
  5. Άρχισε σταδιακά να κινείται αλλά για πολλούς µήνες ακόµα φορούσε ειδική ζώνη και παράλληλα έκανε φυσιοθεραπεία. Παρακολουθείτο δε στο Νοσοκοµείο σαν εξωτερικός ασθενής. Ο τραυµατισµός του στην οσφυϊκή µοίρα της σπονδυλικής στήλης, τον ταλαιπώρησε και του προκάλεσε φοβερούς πόνους και του προκαλεί πόνο και τον ταλαιπωρεί µέχρι σήµερα. Κατά περιόδους έχει πόνους στην µέση και µερικές φορές ο πόνος επεκτείνεται και στα πόδια του. Επίσης κάποια πρωινά έχει πόνο και δυσκαµψία στο σπόνδυλο και τη µέση του. Οι ενοχλήσεις αυτές άλλοτε υποχωρούν και άλλοτε επιδεινώνονται ιδίως µε την αλλαγή του καιρού και όταν κουραστεί ή όταν σηκώνει βαριά αντικείµενα ή στέκεται ή κάθεται για πολύ ώρα και σε ορισµένες κινήσεις. Όταν σκύβει ή ακόµα και όταν γέρνει ελαφριά µπροστά για παράδειγµα για να ξυριστεί, νοιώθει πόνο στη µέση. Μέχρι σήµερα κάποιες φορές από τον πόνο που του προκαλείται όταν ξυρίζεται αναγκάζεται να κάνει διαλείµµατα. Συνεπεία των τραυµατισµών του, παρέµεινε µακριά από την εργασία του µε αναρρωτική άδεια από του ιατρούς του Γενικού Νοσοκοµείου Λεµεσού, για την περίοδο από 14.3.06 µέχρι 31.8.06 που αντιστοιχεί σε 24 εβδοµάδες (κατέθεσε ως τεκμήριο 9 τα πρωτότυπα των εν λόγω πιστοποιητικών - αδειών). Πριν το επίδικο ατύχημα δεν πληρώθηκε από τους Εναγόμενους. Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο μισθός του ήταν Λ.Κ.160 ήτοι το ισόποσο των €273.38 εβδοµαδιαίως. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 10 αντίγραφο βεβαίωσης ημερ. 28.3.06, η οποία αναφέρει ότι δούλευε στους Εναγόμενους και ότι ο μισθός του ήταν Λ.Κ.694 μηνιαίως ακαθάριστος. Αυτή υπογράφεται από τον Χρίστο Χριστοφίδη που είναι ένας εκ των διευθυντών των Εναγομένων. Περαιτέρω ανέφερε ότι απώλεσε και τον ανάλογο συμφωνημένο 13ο µισθό για το εν λόγω έτος, δηλαδή €
  6. Για την έκδοση ιατρικών πιστοποιητικών του Γενικού Νοσοκοµείου κατέβαλε €
  7. Σήµερα εργάζεται ως διευθυντής αποθήκης σε διεθνή εταιρεία στην Αίγυπτο και καθήκοντα του είναι ο έλεγχος και η επoπτεία αποθήκης καθώς και γραφειακή εργασία. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η Μαρία Σιάμαρου, Επιθεωρήτρια στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας στο Επαρχιακό Γραφείο στη Λεμεσό, η οποία προέβηκε στη διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος. Κατά τη μαρτυρία της ανέφερε τα ακόλουθα: Για το επίδικο ατύχημα που έγινε στην αποθήκη των Εναγομένων στην Βιοτεχνική Ζώνη Αγίου Σιλά ενημερώθηκε από συγγενή του Ενάγοντα την επομένη του ατυχήματος. Στις 16.3.06 επισκέφθηκε τον χώρο, τον οποίο εξέτασε, έκανε μετρήσεις, έλαβε φωτογραφίες και μίλησε και πήρε πληροφορίες από τους διευθυντές των Εναγομένων, Πάμπο Μαμμαρίτη και Χρίστο Χριστοφίδη. Την επόμενη μέρα πήρε καταθέσεις από τον Ενάγοντα (τεκμήριο 12) και τον Φωτίου (τεκμήριο 14) και στη συνέχεια ετοίμασε έκθεση διερεύνησης εργατικού ατυχήματος (το πρωτότυπο της έκθεσης με τις φωτογραφίες που επισυνάπτονται σε αυτό καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 11 - δηλώθηκε επίσης ότι αυτό είναι το πρωτότυπο του τεκμηρίου προς αναγνώριση Α και ό,τι μαρτυρία που δόθηκε για το τελευταίο ισχύει για το τεκμήριο 11), η οποία περιλαμβάνει τις εξετάσεις που έκανε, τα στοιχεία και πληροφορίες που συνέλεξε για το ατύχημα, περιγραφή του χώρου και του επίδικου οχήματος, γεγονότα του ατυχήματος και τέλος τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε. Μετά την ετοιμασία της έκθεσης και αφού διαφάνηκε ότι υπήρχε παράβαση της νομοθεσίας για την ασφάλεια και υγεία στην εργασία, εισηγήθηκε τη λήψη δικαστικών ποινικών μέτρων εναντίον των εργοδοτών-Εναγομένων για παραβάσεις που αφορούσαν ανασφαλές δάπεδο εργασίας με χρήση περονοφόρου οχήματος, μη παροχή επαρκών οδηγιών, πληροφοριών, εκπαίδευσης και επαρκούς επίβλεψης και επιτήρησης από τους εργοδότες και παράλειψη τους να διαθέτουν γραπτή εκτίμηση των κινδύνων στο χώρο εργασίας ώστε να παρέχονται προληπτικά μέτρα για αποφυγή αυτών. Καταχωρήθηκε σχετικά στις 3.3.08, εναντίον των Εναγομένων, η ποινική υπόθεση 19885/07 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (αντίγραφο του κατηγορητηρίου κατατέθηκε ως τεκμήριο 13), στην οποία αυτοί παραδέχθηκαν ενοχή στις κατηγορίες και τους επιβλήθηκε συνολικά και στις τρεις κατηγορίες, χρηματική ποινή περί τα €1,
  8. Κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο εξήγησε τι δείχνουν οι φωτογραφίες που επισυνάπτονται στην έκθεση (τα επίδικα ράφια και υλικά που τοποθετούνταν σε αυτά, τα παλέτα, το επίδικο περονοφόρο ανυψωτικό όχημα, τις απαγορευτικές σημάνσεις-πινακίδες σε αυτό καθώς και αναπαράσταση της μεθόδου εργασίας που χρησιμοποιήθηκε για να τοποθετηθούν τα ασφαλτικά-κατρόχαρτα στα ράφια). Ανέφερε δε ότι το ανώτατο ύψος που μπορούσε το ανυψωτικό όχημα να ανεβάσει τις περόνες του είναι περίπου μισό μέτρο κάτω από το ψηλότερο σημείο των ραφιών και ότι με βάση αυτό οι περόνες δεν μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το σημείο που τελειώνει το τρίτο ράφι. Εξήγησε δε ότι το παλετο-ξύλινη βάση που υπήρχε στο χώρο και πάνω στο οποίο υπήρχαν τα ίδια κατρόχαρτα-ασφαλτικά υλικά που τοποθετήθηκαν κατά το ατύχημα, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στο χώρο πάνω από το τελευταίο ράφι ως είχε γιατί εκτός του ότι η δυνατότητα ανύψωσης του περονοφόρου δεν έφτανε ως εκεί, ο εν λόγω χώρος ήταν περιορισμένος σε σχέση με το ύψος και δεν χωρούσε το παλέτο μαζί με τα κατρόχαρτα. Είπε επίσης ότι τα κατρόχαρτα που φαίνονται στο χώρο (φωτογραφία 1) πάνω από το τελευταίο ράφι, τοποθετήθηκαν εκεί σε οριζόντια θέση σε ύψος περίπου 4 μέτρων. Τα κατρόχαρτα ήταν γύρω στα 40 ανά παλέτο και απ' ότι φαίνεται στη φωτογραφία 1 εκεί υπήρχαν περισσότερα από 40, κάτι που δείχνει ότι πιθανότατα να είχαν τοποθετηθεί εκεί τις προηγούμενες μέρες γύρω στα 10 κατρόχαρτα. Σε σχέση με το ποια θα ήταν η ασφαλής μέθοδος για την επίδικη εργασία είπε ότι η ανύψωση εργαζομένων σε ύψος επιτρέπεται μόνο με εξοπλισμό που είναι σχεδιασμένος για το σκοπό αυτό. Σε αντίθετη περίπτωση και κατ' εξαίρεση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανυψωτικός εξοπλισμός μόνο αν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας ώστε να αποτρέπεται η πτώση από ύψος και κατ' επέκταση ο τραυματισμός. Ανέφερε ουσιαστικά ότι το ανυψωτικό όχημα χρησιμοποιείται κυρίως για τη μεταφορά και εναπόθεση φορτίων και δεν συνιστά κατάλληλο εξοπλισμό για ανύψωση προσώπων. Ήταν δε ουσιαστικά η γνώμη της ότι παρά ταύτα εφόσον δεν υπήρχε κατάλληλος εξοπλισμός εάν τελικά δεν υπήρχε άλλος τρόπος και θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το συγκεκριμένο όχημα, θα έπρεπε τουλάχιστον να υπάρχει κατάλληλος κλωβός, δηλαδή κατάλληλη πλατφόρμα με κιγκλιδώματα ώστε να αποτρέπεται η πτώση και κατάλληλη αγκύρωση δηλαδή στήριξη των περόνων στον κλωβό, ώστε να αποτρέπεται η πτώση του κλωβού, κάτι που όμως δεν υπήρχε στον επίδικο χώρο. Οι παρατηρήσεις - διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε η μάρτυρας μετά από τη διερεύνηση του ατυχήματος, ως καταγράφονται στο τεκμήριο 11, είναι οι ακόλουθες:
  9. Το ράφι όπου τοποθετήθηκαν τα ρολά µονωτικού υλικού ήταν σε ύψος 4 µέτρων περίπου από το δάπεδο.
  10. Τα ξύλινα πλαίσια «παλέτα» είχαν διαστάσεις 96 εκατοστά Χ 113 εκατοστά και ήταν «ανοικτού τύπου», δηλαδή έφεραν σανίδες µόνο στο πάνω µέρος. Οι περόνες του οχήµατος είχαν µήκος 117 εκατοστά, άρα εξείχαν κατά 20 περίπου εκατοστά από το παλέτο και το άνοιγµα µεταξύ των περόνων ήταν 70 εκατοστά.
  11. Το παλέτο ήταν ελαφριάς κατασκευής του τύπου «µιας χρήσης». Επιπρόσθετα, έχοντας υπόψη ότι ήταν ανοικτού τύπου, δεν υπήρχε δυνατότητα αγκίστρωσης των περονών στο παλέτο ώστε να αποτρέπεται η ανατροπή του.
  12. Ο παθόντας προσλήφθηκε στην εταιρεία µία βδοµάδα πριν από το ατύχηµα. Στις λίγες µέρες που εργαζόταν στην εταιρεία δεν έτυχε καµίας εκπαίδευσης, ούτε του δόθηκαν άλλες πληροφορίες ή οδηγίες πάνω σε θέµατα ασφάλειας και υγείας.
  13. Στον αποθηκευτικό χώρο στη Βιοτεχνική Ζώνη Αγ. Σιλά η εταιρεία µετακόµισε 15 µέρες πριν από το ατύχηµα.
  14. Το ανυψωτικό περονοφόρο όχηµα παρουσίαζε καλή εικόνα από απόψεως συντήρησης, κατασκευής, κλπ. Επιπρόσθετα πάνω στο όχηµα υπήρχε ευδιάκριτη απαγορευτική πινακίδα χρήσης του οχήµατος για σκοπούς ανύψωσης προσώπων. Τέλος η Μ.Ε.2 εξήγησε ουσιαστικά, σε σχέση με την παρατήρηση αρ. 2, ότι χαρακτήρισε το παλέτο ως «ανοικτού τύπου» για να περιγράψει πως ήταν και συγκεκριμένα ότι έφερε σανίδες μόνο στο πάνω και όχι και στο κάτω μέρος. Συμφώνησε ότι υπάρχουν και «κλειστού τύπου» παλέτα (αυτά που φέρουν σανίδες και το στο κάτω μέρος) και ήταν η θέση της ότι εάν το επίδικο παλέτο ήταν τέτοιο δεν θα ανατρεπόταν από τις περόνες του ανυψωτικού οχήματος. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ξεκινώντας από το τεκμήριο 14 δηλ. την κατάθεση που έλαβε από τον Μιχάλη Φωτίου, στα πλαίσια διερεύνησης του ατυχήματος η Μ.Ε.2, το περιεχόμενο αυτής αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Αναφορικά δε με τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Ενάγοντας ανέβηκε στις περόνες του ανυψωτικού οχήματος, που είναι και ουσιώδεις για την παρούσα, ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του έδωσε διαφορετική εκδοχή από αυτήν που αναφέρεται στο εν λόγω τεκμήριο. Η εν λόγω κατάθεση έγινε τεκμήριο κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.
  15. Το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση δηλ. ο Μιχάλης Φωτίου δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει, χωρίς να εξηγηθεί το γιατί. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να κρίνει το αξιόπιστο ή όχι των όσων αναφέρονται στο τεκμήριο 14 και ιδιαίτερα εκείνων τα οποία έρχονται σε αντίθεση με τη μαρτυρία που δόθηκε στην παρούσα (βλ. Κολάνη ν. Ταμπούρα

(2010)1Β Α.Α.Δ 1108). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και το ότι η μαρτυρία αυτή αφορά ουσιώδη θέματα, κρίνω με βάση και το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ότι δεν μπορεί να δοθεί στο τεκμήριο 14 οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο Ενάγοντας γενικά μου έκανε καλή εντύπωση. Όσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν το ατύχημα απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, οι θέσεις του ήταν σταθερές και συνεπείς καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Όσον όμως αφορά τις συνέπειες των τραυματισμών του θα πρέπει να λεχθεί ότι η σχετική μαρτυρία του ήταν εμφανώς υπερβολική και μη πειστική. Ακολουθεί περαιτέρω σχολιασμός της μαρτυρίας του. Όσον αφορά το ότι «διαφώνησε» με κάποια σημεία στην έκθεση διερεύνησης που ετοίμασε η Μ.Ε.2 (τεκμήριο 11) και συγκεκριμένα για το ότι «κάποια στιγμή αποφάσισαν να τα τακτοποιήσουν στα ράφια σε ύψος 4 περίπου μέτρων» (στα «Γεγονότα») και για το πως ήταν κατασκευασμένο το επίδικο παλέτο (παρατηρήσεις 2 και 3) πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν η κατάθεση της εν λόγω έκθεσης ως τεκμηρίου δεν την καθιστά αυτόματα αποδεκτή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της αλλά αυτή θα αξιολογηθεί όπως και η λοιπή μαρτυρία ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει στα απαραίτητα ευρήματα γεγονότων. Για το πρώτο θέμα ο Ενάγοντας ανέφερε στην αντεξέταση του ότι διαφωνεί με το σχετικό σημείο της έκθεσης και ότι δεν αποφάσισαν μαζί με τον Φωτίου αλλά ότι ο Φωτίου πήρε το παλέτο με το ανυψωτικό όχημα και του φώναξε να ανέβει πάνω για να τον ανεβάσει να το ξεφορτώσει, κάτι που έπραξε γιατί δεν μπορούσε να αρνηθεί εφόσον οι «μαστόροι» του είπαν ότι θα παίρνει διαταγές από τον εν λόγω πρόσωπο. Ως δε προκύπτει από την μαρτυρία της Μ.Ε.2 το μέρος «Γεγονότα» στην έκθεση αποτελεί σύνοψη των ουσιωδών γεγονότων του ατυχήματος, η οποία έγινε από την ίδια με βάση όχι γεγονότα που αυτή γνώριζε από προσωπική της γνώση αλλά από τις πληροφορίες που έλαβε από τον Ενάγοντα και τον Φωτίου. Ο Ενάγοντας στην κατάθεση που έδωσε στην Μ.Ε.2 (τεκμήριο 12) δεν ανέφερε ότι αποφάσισαν με τον Φωτίου να πράξουν τα πιο πάνω. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του Ενάγοντα βλ. (Ευαγγελίδης ν. Κοσμά κ.α.
(1998)1Β Α.Α.Δ 932). Κάτι τέτοιο αναφέρεται από τον Φωτίου στο τεκμήριο
  1. Ως έχει όμως αναφερθεί το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην. Άλλωστε η ίδια η Μ.Ε.2 κατά την μαρτυρία της διευκρίνισε ότι στο εν λόγω σημείο αναφέρεται στην απόφαση τους ή την εκτίμηση τους ότι τα ασφαλτικά υλικά έπρεπε να τοποθετηθούν στα συγκεκριμένα ράφια δηλ. στην απόφαση τους για το σημείο που θεώρησαν σωστό να τα τοποθετήσουν και όχι για τη μέθοδο εργασίας που ακολούθησαν στη συνέχεια. Όσον αφορά το πως ήταν κατασκευασμένο το επίδικο παλέτο, ο Ενάγοντας στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αυτό ήταν ελαφριάς κατασκευής και ανοιχτού τύπου και γενικά η συσκευασία του ήταν τέτοια που δεν υπήρχε δυνατότητα να αγκιστρωθεί πάνω στις περόνες. Στην αντεξέταση του πρόσθεσε ουσιαστικά ότι όταν το παλέτο είναι στο έδαφος φορτωμένο δεν μπορείς να το καταλάβεις αλλά πρέπει να πάεις κοντά και να το παρατηρήσεις για να δεις τι τύπου είναι και ότι ο ίδιος έμαθε ότι είναι ανοικτού τύπου μετά το ατύχημα. Όσον αφορά το κατά πόσο διαφώνησε σχετικά με τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 11 πρέπει να λεχθεί ότι αυτό στην ουσία δεν ισχύει και εξηγώ. Η θέση του για το πως ήταν κατασκευασμένο το παλέτο δεν είναι διαφορετική από τα όσα αναφέρει σχετικά στο τεκμήριο 11 και στη μαρτυρία της η Μ.Ε.
  2. Προκύπτει σαφώς από τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι όταν είπε ότι το εν λόγω παλέτο έχει ξύλο και από κάτω προφανώς αναφερόταν στα τρία παράλληλα ξύλα στα οποία ήταν καρφωμένη η επιφάνεια του παλέτου, η οποία αποτελείτο από περισσότερα ξύλα στη σειρά. Για αυτό και ουσιαστικά ανέφερε ότι εάν δεν υπήρχαν τα εν λόγω ξύλα το παλέτο θα ήταν επίπεδο δηλ. θα καθόταν στο πάτωμα και δεν θα υπήρχε κενό κάτω από την επιφάνεια του ώστε να μπορούν να το πιάσουν οι περόνες του ανυψωτικού. Παρέμπεμψε δε στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 11 όπου πράγματι στη φωτογραφία 3 φαίνεται το είδος του συγκεκριμένου παλέτου και ουσιαστικά είναι το ίδιο που περιγράφει τόσο ο ίδιος όσο και η Μ.Ε.
  3. Η αναφορά του δε στην κυρίως εξέταση του για παρόμοια εργασία που έγινε με τον ίδιο τρόπο (άλλος υπάλληλος βρισκόταν πάνω στα ξύλα που μετέφερε το ανυψωτικό όχημα) στην παρουσία των διευθυντών των Εναγομένων, σε κάποια από τις επισκέψεις του στην αποθήκη πριν το ατύχημα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε αντίφαση αλλά ούτε και ως εκ των υστέρων σκέψη του (ως ισχυρίζονται στις αγορεύσεις τους οι Εναγόμενοι) μόνο εκ του λόγου ότι δεν αναφέρθηκε και στην κατάθεση του τεκμήριο
  4. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί ότι ισχύει και για την αναφορά του στην κυρίως εξέταση του ότι στην επίδικη εργασία δεν υπήρχαν σταντς ή πλατφόρµα ή οτιδήποτε άλλο ασφαλισµένο µέσο ή µέρος ώστε να στέκεται πάνω και να παίρνει τα κατρόχαρτα από τις περόνες του ανυψωτικού και να τα τοποθετεί στα ράφια. Άλλωστε από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει το αντίθετο. Όσον αφορά το κατά πόσο είχε δει τις πινακίδες που υπήρχαν πάνω στο ανυψωτικό όχημα και στις δύο πλευρές αυτού, μια εκ των οποίων έδειχνε ότι απαγορεύεται κάποιος να πατά πάνω στις περόνες αυτού, δεν ήταν η θέση του ότι αυτές δεν υπήρχαν αλλά ότι στις λίγες µέρες της εργοδότησης του στην αποθήκη, δεν θυµάται, πριν το ατύχηµα, να είχε παρατηρήσει ή να είχε συνειδητοποιήσει την ύπαρξη αυτών και πρόσθεσε ότι την ημέρα του ατυχήματος ήταν η πρώτη φορά που έπρεπε να τοποθετήσει κατρόχαρτο στα ράφια. Εν πάση δε περιπτώσει δεν τις πρόσεξε πριν ανέβει στις περόνες. Στην αντεξέταση του συμφώνησε δε ότι το σήμα στην πινακίδα είναι απαγορευτικό και είπε ουσιαστικά ότι συνειδητοποίησε την ύπαρξη της πινακίδας μετά το ατύχημα όταν του έδειξαν σχετική φωτογραφία οι δικηγόροι του. Αναφορικά με τον μισθό του στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι αυτός ήταν Λ.Κ.160 ήτοι το ισόποσο των €273.38 εβδοµαδιαίως. Στην αντεξέταση του όμως δήλωσε ότι δεν θυμάται εάν το ποσό αυτό ήταν ο καθαρός ή ακάθαρτος μισθός. Κατέθεσε όμως το τεκμήριο 10 το οποίο αποτελεί βεβαίωση που έγινε από ένα εκ των διευθυντών των Εναγομένων όπου αναφέρεται ότι ο μισθός του Ενάγοντα ήταν Λ.Κ.694 μηνιαίως ακαθάριστος. Το εν λόγω τεκμήριο και το περιεχόμενο αυτού δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Συνεπώς το περιεχόμενο του γίνεται δεκτό. Ερχόμενος τώρα στις συνέπειες των τραυματισμών του πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Ανέφερε ότι εξήλθε του Νοσοκομείου στις 21.3.06 και ότι παρέµεινε σχεδόν κλινήρης για πέντε περίπου µήνες µε φρικτούς πόνους στο σπόνδυλο. Άρχισε σταδιακά να κινείται αλλά για πολλούς µήνες ακόµα φορούσε ειδική ζώνη και παράλληλα έκανε φυσιοθεραπεία. Θα πρέπει σχετικά να σημειωθεί ότι στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 1 (ημερ. 4.9.06) και 2 (ημερ. 28.5.08) δεν αναφέρεται ότι του δόθηκαν οδηγίες να μείνει κλινήρης ή ότι έστω ανέφερε κάτι τέτοιο, το οποίο θα ήταν λογικό να πράξει. Εξήγησε δε στην αντεξέταση του ότι «σχεδόν κλινήρης» εννοεί ότι δεν εκινείτο πολύ και τις περισσότερες ώρες ήταν στο κρεβάτι. Οι δικαιολογίες όμως που έδωσε σε σχέση με το γιατί αυτό δεν αναφέρεται στα ιατρικά πιστοποιητικά δεν είναι πειστικές ενώ σε άλλο σημείο για να πείσει σχετικά είπε για πρώτη φορά ότι ο γιατρός του είπε να μην κινείται πολύ, να μην φορεί ζώνη και να μην μπαίνει σε αυτοκίνητο, κάτι που επίσης δεν προκύπτει από τα ιατρικά πιστοποιητικά. Όσον δε αφορά το θέμα της ειδικής ζώνης στην αντεξέταση του σε αντίθεση με την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι την φορούσε για κάποια χρόνια, τα οποία δεν θυμόταν ακριβώς και όχι για μερικούς μήνες. Είπε επίσης ότι είναι ο γιατρός που του είπε να χρησιμοποιεί τη ζώνη για όσο χρειαστεί και ότι ο γιατρός γνωρίζει ότι την χρησιμοποιούσε για χρόνια. Αυτό όμως δεν επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια 1 και
  5. Στο τεκμήριο 1 αναφέρεται συγκεκριμένα ότι κινητοποιήθηκε µε ζώνη οσφύος και εξήλθε του νοσοκοµείου µε οδηγίες να παρακολουθεί φυσιοθεραπευτικό πρόγραµµα και να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία και ότι σταδιακά η κατάσταση του βελτιώθηκε και άρχισε να επανέρχεται στα προ του τραυµατισµού του επίπεδα. Δεν αναφέρεται δε για ποιο χρονικό διάστημα φορούσε τη ζώνη. Του υποβλήθηκε όμως από την υπεράσπιση ότι την φορούσε για 2-3 μήνες. Όσον αφορά τη φυσιοθεραπεία όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του πόσες τέτοιες έκανε υπεκφεύγοντας απάντησε ότι τέτοιες έκανε και στη θάλασσα και όταν χειμώνιαζε στην πισίνα. Σε υποβολή ότι οι φυσιοθεραπείες διήρκησαν μόνο μερικές εβδομάδες, ήταν ενάμιση ώρα η κάθε μία κάτι που δείχνει ότι πήγε 4 με 5 φορές, απάντησε ότι δεν το θυμάται αυτό και αυτό που ξέρει είναι ότι από μόνος του συνέχισε να κάνει φυσιοθεραπεία στη θάλασσα και μετά στην πισίνα. Ως εκ των άνω οι συνέπειες εκείνες των τραυματισμών του καθώς και τα όσα είπε σχετικά, στο μέτρο που δεν αναφέρονται και δεν συνάδουν με τα ιατρικά πιστοποιητικά, τεκμήρια 1 και 2, δεν γίνονται δεκτά. Γίνεται όμως δεκτό εφόσον ουσιαστικά ήταν και θέση των Εναγομένων ότι φορούσε ζώνη για 2-3 μήνες και έκανε φυσιοθεραπεία για μερικές εβδομάδες. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256. Καταληκτικά η μαρτυρία του Ενάγοντα, με τις διευκρινίσεις που έγιναν ανωτέρω, γίνεται δεκτή. Η Μ.Ε.2 πέραν των δεδομένων και στοιχείων που διαπίστωσε η ίδια κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος κατέθεσε ουσιαστικά και ως ειδικός και συγκεκριμένα ως εμπειρογνώμονας σε θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία και διερεύνησης εργατικών ατυχημάτων. Είναι παγίως νομολογημένο ότι η ιδιότητα του εμπειρογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (βλ. Constantinides (Akinita) Ltd. ν Mavrogenis
(1983)1 C.L.R. 662). Ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση και συμπεράσματα με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (βλ. Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Vassilico Cement Works Ltd v. Σταύρου
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 A.A.Δ. 1193). Αφού έλαβα λοιπόν υπόψη μου τα προσόντα της εν λόγω μάρτυρα, τις γνώσεις αλλά και την πολύχρονη εμπειρία της, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας, είναι η κατάληξη μου ότι αυτή είναι εμπειρογνώμονας σε θέματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία και στη διερεύνηση εργατικών ατυχημάτων. Συνεπώς η μαρτυρία της θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί και με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων (βλ. Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Η Μ.Ε.2 πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Επεξήγησε με σαφήνεια και με την απαιτούμενη λεπτομέρεια τις εξετάσεις που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης του ατυχήματος, τα στοιχεία και τις πληροφορίες που συνέλεξε και τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις της στην έκθεση της. Άλλωστε της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της ότι οι Εναγόμενοι συμφωνούν με την έκθεση της. Εξήγησε επίσης επαρκώς τα δεδομένα που έλαβε υπόψην και τους λόγους που την οδήγησαν να εισηγηθεί την ποινική δίωξη των Εναγομένων. Όσον αφορά τις τοποθετήσεις της σε σχέση με γεγονότα για τα οποία δεν είχε άμεση γνώση, όπως τα γεγονότα του ατυχήματος, παρέθεσε ποια ήταν η πληροφόρηση της και οι σχετικές με αυτά θέσεις της καθώς και η γνώμη και τα συμπεράσματα της γενικά θα ληφθούν υπόψη και θα αξιολογηθούν με βάση και ανάλογα με τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα. Εδώ να σημειωθεί ότι η γνώμη της αναφορικά με το κατά πόσο η μέθοδος εργασίας που ακολουθήθηκε στην επίδικη περίπτωση και ο εξοπλισμός ήταν ασφαλής καθώς και το ποιά θα ήταν ασφαλής μέθοδος εργασίας, η οποία ήταν επαρκώς τεκμηριωμένη και χαρακτηριζόταν από λογική και σταθερότητα, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε. Η θέση δε των Εναγομένων ότι η μάρτυρας αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία της σε πράγματα εκτός της έκθεσης, τα οποία αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της για να βοηθήσει τον Ενάγοντα, κρίνεται ότι δεν ευσταθεί. Δεν έχω καμιά αμφιβολία, λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας, ότι η Μ.Ε.2 κατέθεσε ως ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας. Για την αναφορά της στα «Γεγονότα» της έκθεσης ότι «κάποια στιγμή αποφάσισαν να τα τακτοποιήσουν στα ράφια σε ύψος 4 περίπου μέτρων» ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για το ίδιο θέμα σε σχέση με τον Ενάγοντα και συνεπώς δεν τίθεται θέμα ασυνέπειας στη μαρτυρία της Μ.Ε.2, η οποία επεξήγησε σχετικά. Έχει ήδη εξηγηθεί ανωτέρω ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην έκθεση τεκμήριο 11 δεν αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, το οποίο θα καταλήξει καθηκόντως στα δικά του με βάση τη μαρτυρία που θα κάνει δεκτή. Σε σχέση με τις πληροφορίες που πήρε από τους διευθυντές των Εναγομένων ήταν εξ αρχής η θέση της ότι δεν έλαβε καταθέσεις από αυτούς. Ανέφερε ότι μίλησε μαζί τους και συνέλεξε πληροφορίες τόσο για το ατύχημα όσο και για την ημερομηνία πρόσληψης του Ενάγοντα και για άλλα θέματα που είχαν να κάνουν με την ασφάλεια και υγεία στην αποθήκη αφού επρόκειτο για ένα νέο χώρο όπου είχαν μετακομίσει περίπου 15 μέρες πριν. Εξήγησε σχετικά ότι δεν έλαβε καταθέσεις γιατί πήρε προφορικά πληροφορίες και περαιτέρω τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος, δεν ήταν καν στο χώρο και με το τέλος της διερεύνησης δεν φάνηκε να υπάρχει προσωπική αμέλεια αυτών για να δικαιολογηθεί ποινική δίωξη και εναντίον τους. Είπε επίσης ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν υποστήριξαν την αντίθετη άποψη ότι δηλ. ο Ενάγοντας ενήργησε εκτός των πλαισίων των καθηκόντων του και ότι παράκουσε οδηγίες ώστε να δικαιολογείται η λήψη κατάθεσης από αυτούς. Αναφορικά δε με το κατά πόσο κατέγραψε αυτά που της είπαν οι διευθυντές των Εναγομένων προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας της ότι δεν κατέγραψε αυτά με λεπτομέρειες αλλά τα ενσωμάτωσε στα τεκμήρια 15 και 16 (Υπηρεσιακό Σημείωμα Διερεύνησης Εργατικού Ατυχήματος και Επιθεώρηση Υποστατικού). Αυτά δε δεν αφορούσαν μόνο θέματα που σχετίζονταν με το επίδικο ατύχημα αλλά και άλλα θέματα για την βελτίωση των συνθηκών ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων στην επίδικη αποθήκη. Σε ερώτηση δε στην αντεξέταση της πώς θυμάται μετά από 7 χρόνια τα όσα της είπαν οι διευθυντές με δεδομένη την απουσία καταγραφής των πληροφοριών στην έκθεση και με δεδομένο το φόρτο εργασίας είπε ότι η ετοιμασία της έκθεσης έγινε τις επόμενες μέρες μετά το ατύχημα και όλα έχουν καταγραφεί σ' αυτήν. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν προκύπτει από την μαρτυρία της Μ.Ε.2 να έχει προσθέσει κάτι πέραν των θεμάτων που αναφέρει στην έκθεση της. Η έκφραση γνώμης για κάποια θέματα που της τέθηκαν δεν συνιστά κατά την κρίση μου διαφοροποίηση στη μαρτυρία της. Συγκεκριμένα: Της υποβλήθηκε ότι οι διευθυντές των Εναγομένων της ανέφεραν ρητά ότι ό,τι έγινε δεν ήταν μόνο χωρίς τις οδηγίες τους και εκτός των καθηκόντων του Ενάγοντα αλλά και κατά παράβαση των οδηγιών και του συστήματος εργασίας που είχε καθιερωθεί, κάτι που δεν δέχτηκε και πρόσθεσε ότι όχι μόνο δεν της είπαν κάτι τέτοιο αλλά ούτε της παρουσίασαν μέθοδο εργασίας που όφειλαν να έχουν γραπτώς στον χώρο εργασίας για μείωση των κινδύνων πρόκλησης ατυχήματος. Εξήγησε σχετικά ότι ο εργοδότης οφείλει να εκτιμήσει τους κινδύνους και να τους καταγράψει (στη συγκεκριμένη περίπτωση για πτώση από ύψος), να τους αξιολογήσει και να καταγράψει τα προστατευτικά μέτρα που υπάρχουν στο χώρο. Στα πλαίσια της εκτίμησης κινδύνων θα έπρεπε να έχει και γραπτή μέθοδο εργασίας κάτι που δεν υπήρχε στην προκειμένη, ούτε της παρουσιάστηκε. Σε ερώτηση εάν οι διευθυντές της ανέφεραν ότι έδωσαν οδηγίες να τοποθετηθούν τα συγκεκριμένα υλικά στο συγκεκριμένο σημείο του ατυχήματος είπε ότι το γεγονός ότι στο χώρο υπήρχαν ράφια κατασκευασμένα μετά από εντολές των εργοδοτών και από το ότι υπήρχε δάπεδο στα τέσσερα μέτρα των ραφιών που επέτρεπε την τοποθέτηση υλικών, την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι τα ράφια είχαν κατασκευαστεί ακριβώς ώστε να τοποθετούνται υλικά πάνω σ' αυτά. Ανέφερε επίσης σχετικά ότι ακόμα και να υποτεθεί ότι οι διευθυντές δεν έδωσαν οδηγίες για τοποθέτηση υλικών στο συγκεκριμένο σημείο με το συγκεκριμένο τρόπο που έγινε, δεν υπήρχε στο χώρο κατάλληλος και ασφαλής εξοπλισμός για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και επίσης ο χώρος στα ράφια με την παρουσία δαπέδου στο τέταρτο επίπεδο επέτρεπε στους εργαζόμενους να τοποθετήσουν σ' αυτό υλικά. Δεν της ανέφεραν οι διευθυντές ότι δόθηκαν ρητές εξηγήσεις και στους δύο εργοδοτούμενους ότι ο χώρος αποθήκευσης στα ράφια δεν ήταν και στο τέταρτο επίπεδο. Δεν δέχτηκε επίσης υποβολή ότι της αναφέρθηκε από τους διευθυντές ότι το σύστημα εργασίας δηλαδή φορτοεκφόρτωση απευθείας από το ανυψωτικό όχημα στα ράφια είχε εξηγηθεί στον Ενάγοντα. Σε υποβολή δε ότι δεν ήταν στα καθήκοντα του Ενάγοντα να εκφορτώνει ή να κάθεται ή να στέκεται στις περόνες είπε ότι αυτό θα έπρεπε να το αξιολογήσουν οι εργοδότες δηλαδή να δώσουν τον κατάλληλο εξοπλισμό και οδηγίες ώστε να μην αυτοσχεδιάζει κάποιος στο χώρο. Είναι καθήκον του εργοδότη, ανέφερε, οι μέθοδοι εργασίας και η παροχή κατάλληλου εξοπλισμού και σίγουρα δεν είναι καθήκον ενός υπαλλήλου μιας εβδομάδας. Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι πέραν από τις υποβολές που έγιναν στην μάρτυρα όπως και στο Ενάγοντα, ότι δόθηκαν στον τελευταίο ρητές οδηγίες και του εξηγήθηκε ασφαλές σύστημα εργασίας, δεν προσκομίσθηκε από πλευράς Εναγομένων οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει κάτι τέτοιο και να αντικρούει την ενώπιον του Δικαστηρίου δοθείσα μαρτυρία. Ενόψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.2, με τις διευκρινίσεις που έγιναν ανωτέρω, γίνεται δεκτή και η γνώμη της επί θεμάτων της εμπειρογνωμοσύνη της θα ληφθεί υπόψην πάντα ανάλογα με τα ευρήματα γεγονότων στα οποία το Δικαστήριο θα καταλήξει. Ευρήματα Λαμβάνοντας υπόψην την μαρτυρία που έγινε δεκτή, πέραν του περιεχομένου των τεκμηρίων 1-5, το οποίο αποτελεί και ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω στα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο ο Ενάγοντας ήταν 45 περίπου ετών, παντρεμένος και πατέρας δύο μικρών παιδιών. Οι Εναγόµενοι κατά τον ίδιο χρόνο ήταν εταιρεία με έδρα στη Λευκωσία που ασχολούνταν µεταξύ άλλων µε την κατασκευή ξύλινων στεγών και άλλων κατασκευών σε οικοδοµές. Κατά την 1.3.06 ο Ενάγοντας προσλήφθηκε από τους Εναγόμενους ως ο μοναδικός αποθηκάριος, σε αποθήκη που οι τελευταίοι άνοιξαν λίγες μέρες πριν στην Βιομηχανική Περιοχή Αγίου Σιλά στη Λεμεσό. Ο μισθός που θα ελάμβανε ο Ενάγοντας είχε συμφωνηθεί να είναι Λ.Κ.694 μηνιαίως, ακάθαρτος και επίσης θα λάμβανε και 13ον μισθό. Στον πιο πάνω χώρο πέραν του Εναγόμενου εργοδοτείτο από τους Εναγόμενους και ο Μιχάλης Φωτίου, ο οποίος ήταν οδηγός φορτηγού και µετέφερε οικοδοµικά υλικά από την αποθήκη προς τα συνεργεία και επίσης οδηγούσε ανυψωτικό περονοφόρο όχηµα για την φορτοεκφόρτωση υλικών. Στην αποθήκη, η οποία ήταν επίπεδη, υπήρχαν ράφια όπου αποθηκεύονταν διάφορα οικοδοµικά υλικά και άλλος εξοπλισµός για κατασκευή στεγών όπως κεραµίδια, κατρόχαρτα, ξυλεία κ.λ.π. Η µετακίνηση, µεταφορά και τοποθέτηση των διαφόρων υλικών στα ράφια γινόταν µε την χρήση ανυψωτικών περονοφόρων οχηµάτων. Κατά την πρόσληψη του Ενάγοντα οι Πάµπος Μαµµαρίτης και Χρίστος Χριστοφίδης, διευθυντές των Εναγομένων, του ανέφεραν ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του θα ήταν και η ετοιµασία παραγγελιών προς τα συνεργεία, η φορτοεκφόρτωση υλικών από και προς τα ράφια της αποθήκης και γενικά η διατήρηση της τάξης και καθαριότητας στην αποθήκη. Επίσης του ανέφεραν ότι τα υλικά θα έπρεπε να τοποθετούνται στα ράφια τόσο για την εύκολη καταµέτρηση και έλεγχο των αποθεµάτων όσο και για την εύκολη διακίνηση και τάξη µέσα στην αποθήκη. Δεν του εξήγησαν ποια υλικά να τοποθετεί που. Του ανέφεραν όμως ότι λόγω του ότι οι ίδιοι εργάζονται στα γραφεία της εταιρείας στη Λευκωσία και στην Λεµεσό έρχονται µόνο µερικές φορές, για τη διεκπεραίωση των εργασιών του θα τον καθοδηγεί και θα του δίδει οδηγίες ο Μιχάλης Φωτίου, ο οποίος ήταν πιο παλιός υπάλληλος τους και γνώριζε καλά τη δουλειά. Στις 14.3.06 ο Ενάγοντας βρισκόταν στην αποθήκη, όπου ακολουθώντας τις οδηγίες του Φωτίου, ασχολείτο µε την ετοιµασία παραγγελίας που του ανέθεσε την προηγούµενη µέρα. Λίγο αργότερα στην αποθήκη πήγε και ο Φωτίου και µε τη χρήση ενός ανυψωτικού περονοφόρου οχήματος ξεφόρτωνε παλέτα µε κεραµίδια. Στο πάτωµα υπήρχαν και δύο ξύλινα παλέτα που περιείχαν, το κάθε ένα, 40 ρολά από ασφαλτικό-µονωτικό υλικό δηλ. κατρόχαρτο. Ο Φωτίου οδηγώντας το εν λόγω όχημα πήρε το ένα από αυτά τα παλέτα από το έδαφος µε τις περόνες του ανυψωτικού και φώναξε στον Ενάγοντα να ανέβει και αυτός πάνω στις περόνες που προεξείχαν από το παλέτο, µε σκοπό να τον ανεβάσει στο κατάλληλο ύψος για να τοποθετήσει και να τακτοποιήσει τα ρολά από κατρόχαρτο πάνω στα ράφια και συγκεκριμένα στο χώρο πάνω από το τελευταίο ράφι, ο οποίος ήταν σε ύψος 4 µέτρων περίπου από το δάπεδο. Εκεί υπήρχαν ήδη τοποθετημένα ρολά από κατρόχαρτο. Στις τρεις πρώτες σειρές από ράφια, από κάτω προς τα πάνω, μπορούσαν να μπούν τα παλέτα απευθείας με τη χρήση του ανυψωτικού οχήματος. Αυτό όμως δεν μπορούσε να γίνει σε σχέση με τον χώρο πάνω από το τελευταίο ράφι, λόγω του ότι η δυνατότητα ανύψωσης των περόνων δεν έφτανε ως εκεί και ο χώρος ήταν περιορισμένος σε σχέση με το ύψος και δεν χωρούσε να τοποθετηθεί το παλέτο μαζί με τα κατρόχαρτα. Έτσι για το σκοπό αυτό έπρεπε να πάρει κάποιος τα ρολά με τα χέρια από το παλέτο και να τα τοποθετήσει εκεί. Όσον δε αφορά το παλέτο στο οποίο βρίσκονταν τα ρολά αυτό ήταν ένα πλαίσιο ελαφριάς κατασκευής, από ξύλο, διαστάσεων 96 εκατοστά Χ 113 εκατοστά και έφερε σανίδες μόνο στο πάνω µέρος, γεγονός που δεν παρείχε δυνατότητα στις περόνες να αγκιστρωθούν σε αυτό, ώστε να αποτρέπεται η ανατροπή του. Οι περόνες του οχήµατος είχαν µήκος 117 εκατοστά και το άνοιγμα τους ήταν 70 εκατοστά. Με την φόρτωση του παλέτου στις περόνες, αυτές εξείχαν του παλέτου κατά 20 περίπου εκατοστά. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες ο Ενάγοντας πάτησε και στάθηκε με ανοικτά τα πόδια στο μέρος των περόνων που εξείχαν του παλέτου και ο Φωτίου ανέβασε τις περόνες με τον Ενάγοντα στο ανώτατο ύψος που μπορούσαν να ανεβούν δηλ. 2.50 περίπου µέτρα από το έδαφος. Στη συνέχεια ο Ενάγοντας άρχισε να παίρνει με τα χέρια τα ρολά από το παλέτο και να τα τακτοποιεί στον χώρο πάνω από το τελευταίο ράφι. Εν τω µεταξύ ο Φωτίου αφού ανέβασε τον Ενάγοντα πάνω, εγκατέλειψε το όχημα και αποµακρύνθηκε από τον χώρο. Καθώς ο Ενάγοντας συνέχιζε την εργασία του, σε κάποια στιγµή το παλέτο από το οποίο έπαιρνε τα ρολά, ανατράπηκε και ο Ενάγοντας µαζί µε το παλέτο και τα κατρόχαρτα που υπήρχαν σ' αυτό, έπεσε στο έδαφος και τραυµατίστηκε. Το ότι το εν λόγω παλέτο έφερε σανίδες μόνο στο πάνω μέρος ο Ενάγοντας δεν το αντιλήφθηκε πριν το ατύχημα αλλά το πληροφορήθηκε αργότερα. Το επίδικο ανυψωτικό όχηµα παρουσίαζε καλή εικόνα από απόψη συντήρησης και κατασκευής. Επιπρόσθετα στο όχηµα υπήρχαν, σε κάθε πλευρά του συστήματος των περόνων, ευδιάκριτες πινακίδες, οι οποίες έδειχναν ότι απαγορεύεται κάποιος να ανεβαίνει στις περόνες ή να βρίσκεται κάτω από αυτές. Στις λίγες µέρες της εργοδότησης του στην αποθήκη ο Ενάγοντας δεν είχε παρατηρήσει την ύπαρξη των εν λόγω πινακίδων. Ήταν δε η πρώτη φορά που έπρεπε να τοποθετήσει ρολά από κατρόχαρτο στον συγκεκριμένο χώρο. Κατά την ώρα του ατυχήματος στο χώρο δεν βρισκόταν κανένας από τους διευθυντές των Εναγομένων. Αυτοί βρίσκονταν στα κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Τόσο κατά τη πρόσληψη του όσο και κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στους Εναγόμενους ο Ενάγοντας δεν έτυχε καµιάς εκπαίδευσης ή πληροφόρησης ή οδηγίας ή καθοδήγησης ή επιτήρησης πάνω σε θέµατα ασφάλειας και υγείας, ούτε του παρείχαν άλλα µέσα για την διεξαγωγή της εργασίας του. Προς εκτέλεση δε την εργασία στα πλαίσια της οποίας τραυματίσθηκε, δεν υπήρχαν στο χώρο της αποθήκης άλλα μέσα ώστε να μπορεί ο Ενάγοντας να έχει πρόσβαση στο συγκεκριμένο σημείο. Ο Φωτίου κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Ενάγοντα του υπέβαλλε συνεχώς ότι θα χάσει τη δουλειά του αν δεν τηρούσε και αν δεν έκανε αυτά που του έλεγε ή αν έκανε ζηµιά σε εµπορεύµατα της εταιρείας. Σε κάποια δε περίπτωση που δεν έκανε ότι του ζήτησε, του είπε ότι θα το αναφέρει στους «µαστόρους» για να απολυθεί. Τις λίγες µέρες που ο Ενάγοντας εργάστηκε στην αποθήκη των Εναγοµένων, οι διευθυντές αυτών πήγαν στην αποθήκη δύο ή τρεις φορές και ασχολήθηκαν µε άλλες εργασίες και όχι µε την εργασία του. Σε μια από τις επισκέψεις αυτών εκεί ο Ενάγοντας είδε άλλο υπάλληλο των Εναγομένων να βρίσκεται πάνω σε δέσμη ξύλων που μετέφερε περονοφόρο ανυψωτικό όχημα, και τα βουτούσε σε δεξαµενή µε ειδική µπογιά για να βεβαιώνεται ότι όλη η επιφάνεια των ξύλων έµπαινε στο νερό. Ούτε τότε οι διευθυντές των Εναγομένων είπαν οτιδήποτε σε σχέση µε την επικινδυνότητα της εργασίας ή για µέτρα ασφάλειας ή να δώσουν κάποιες άλλες οδηγίες για τη διεξαγωγή της. Για το επίδικο ατύχημα καταχωρήθηκε εναντίον των Εναγομένων η ποινική υπόθεση 19885/07 Ε.Δ. Λεμεσού για κατηγορίες κατά παράβαση της περί Ασφάλειας και Υγείας στη Εργασία Νομοθεσίας. Συγκεκριμένα κατηγορήθηκαν για ανύψωση εργοδοτουμένου επί της εξέδρας περονοφόρου οχήματος χωρίς την λήψη κατάλληλων μέτρων, για παράλειψη ικανοποιητικής καθοδήγησης, εκπαίδευσης και επιτήρησης σε νεο-προσληφθέντα εργοδοτούμενο για τη διασφάλιση της ασφάλειας και της υγείας του και για παράλειψη να έχει στη διάθεσή του γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων του. Οι Εναγόμενοι παραδέχθηκαν και τις τρεις κατηγορίες και στις 3.3.08 τους επιβλήθηκαν χρηματικές ποινές €1,300, €200 και €150 αντίστοιχα. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων που παραδέχθηκαν οι Εναγόμενοι αυτοί ενώ ήταν εργοδότες, στις αποθήκες τους στη Βιοτεχνική Ζώνη Αγ. Σιλό, στη Λεμεσό, από τις 7.3.06 μέχρι τις 14.3.06, παρέλειψαν να καθοδηγήσουν, να εκπαιδεύσουν και να επιτηρήσουν ικανοποιητικά τον Ενάγοντα (κατηγορία 2) και στις 14.3.06, δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψουν ή και επέτρεψαν την ανύψωση του εν λόγω προσώπου επί της εξέδρας περονοφόρου οχήματος, που δεν ήταν κατασκευασμένη για ανύψωση ατόμων ή να λάβουν άλλα κατάλληλα μέτρα, με αποτέλεσμα την πτώση του Ενάγοντα από ύψος 2,5 μέτρων και τον τραυματισμό του (κατηγορία 1). Νομική Πτυχή Όσον αφορά τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργοδοτουμένων του σε σχέση με την ασφάλεια αυτών κατά την εργασία τους πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148. Οι υποχρεώσεις όμως αυτές πηγάζουν από το άρθρο 51 του πιο πάνω Νόμου, το οποίο και κωδικοποίησε τις αρχές του κοινοδικαίου σε σχέση με την αμέλεια. Στη Στρατμάρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1 Α.Α.Δ. 453 αφού εξηγείται λοιπόν τι συνιστά αμέλεια κατά το άρθρο 51 αναφέρεται ότι το καθήκον της προσήκουσας προσοχής, η έλλειψη της οποίας είναι βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας περιλαμβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τους εκθέτει σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους. Λέχθηκε δε περαιτέρω ότι συστατικός όρος της έννοιας του μη αναγκαίου ή περιττού κινδύνου είναι η έλλειψη πρόβλεψης ή ακόμα σωστής πρόβλεψης για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που όφειλε ή μπορούσε ο εργοδότης με τη χρήση σωστών μέσων που είχε στη διάθεσή του, να αποφύγει, χωρίς να παραγνωρίζει κανείς ότι ο υπάλληλος δεν έχει ουσιαστικό λόγο στις διευθετήσεις του εργοδότη στο υπό συζήτηση θέμα. Στην Αναγνού ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 918 λέχθηκε ότι κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα. Αποτελεί καθήκον του εργοδότη να μην εκθέτει τον εργοδοτούμενο του σε «περιττούς» κινδύνους στην εργασία του. Αχρείαστος (unnecessary) είναι ο κίνδυνος, ο οποίος είναι, αφενός, προβλεπτός και, αφετέρου, αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι, με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωσή τους. Αποτελεί λοιπόν ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα του εργοδότη, το οποίο είναι απόλυτο, απέναντι στους υπαλλήλους του, να τους παρέχει ασφαλή τόπο ή ασφαλές σύστημα εργασίας. Η τάση δε της νομολογίας τα τελευταία χρόνια είναι η πλήρης εμπέδωση αυτής της προστασίας των εργαζομένων (βλ. Κυριάκου ν. Caramondani Bros Limited
(2001)1(A) A.A.Δ. 219). Η ευθύνη για τη διασφάλιση ασφαλών συνθηκών εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τον εργοδότη και δεν μπορεί να μετατεθεί στους ώμους του εργοδοτούμενου (βλ. Αγγελή v. Κάρκα κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1118). Στην Αλεξάνδρου ν. Κυριάκου & Υιών Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 506 με αναφορά στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence 8η έκδοση λέχθηκαν τα εξής: «Έννοια του συστήματος εργασίας. Ένα σύστημα εργασίας είναι ο όρος που χρησιμοποιείται για την περιγραφή: (
  1. i)της οργάνωσης της εργασίας, (
  2. ii)του τρόπου με τον οποίο σκοπείται η εκτέλεση της εργασίας, (iii) της σειράς παροχής οδηγιών (ειδικώς σε άπειρους εργάτες), (
  3. iv)της σειράς των γεγονότων, (
  4. v)της λήψης προφυλάξεων για την ασφάλεια των εργατών και σε ποια στάδια, (
  5. vi)του αριθμού των προσώπων που χρειάζονται για την εκτέλεση της εργασίας, (vii) του ρόλου που θα αναλάβει ο καθένας από τους εργοδοτουμένους, (viii) και της στιγμής κατά την οποία θα εκτελέσουν τους αντίστοιχους ρόλους τους. Καθήκον υπόδειξης ασφαλούς συστήματος εργασίας. Αποτελεί ζήτημα πραγματικό το κατά πόσο είναι απαραίτητο να προδιαγραφεί σύστημα εργασίας κάτω από οποιεσδήποτε δοσμένες περιστάσεις. Όταν εξετάζεται ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φύση της εργασίας, δηλαδή το κατά πόσο αυτή χρειάζεται προσεκτική οργάνωση και επίβλεψη, προς το συμφέρον της ασφάλειας εκείνων που την εκτελούν, ή μπορεί να αφεθεί πειστικά από ένα συνετό εργοδότη στην φροντίδα των επί τόπου υπαλλήλων να την εκτελέσουν με τρόπο λογικά ασφαλή. Ακολουθεί ότι ένας εργοδότης υπέχει καθήκον να υποδείξει σύστημα εργασίας έστω και εάν πρόκειται για ένα και μόνο εγχείρημα, εάν κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της ασφάλειας.» Στην ίδια υπόθεση με αναφορά στην υπόθεση General Cleaning Contractors Ltd ν. Christmas [1952] 2 All E.R. 1110 λέχθηκε περαιτέρω ότι είναι καλά γνωστό στους εργοδότες ότι οι εργάτες πολύ συχνά, αν όχι συστηματικά, δεν λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγεται η εργασία τους. Είναι δε γι' αυτό το λόγο που το κοινοδίκαιο απαιτεί ότι οι εργοδότες πρέπει να καταβάλλουν λογική φροντίδα να καθορίζουν ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργοδότες δεν εξαιρούνται από αυτό το καθήκον από το γεγονός ότι οι εργάτες τους είναι έμπειροι και θα μπορούσαν, αν ήταν στη θέση των εργοδοτών, να εφαρμόσουν-επινοήσουν οι ίδιοι ένα λογικά ασφαλές σύστημα εργασίας. Οι εργάτες δεν βρίσκονται στη θέση των εργοδοτών. Τα καθήκοντα τους δεν εκτελούνται μέσα στην ήρεμη ατμόσφαιρα του γραφείου με τις συμβουλές των ειδικών. Περαιτέρω με αναφορά στην ίδια αυτή υπόθεση λέχθηκε ότι ακόμη και αν υποτεθεί ότι άλλα συστήματα διεξαγωγής της εργασίας δεν ήταν πρακτικώς εφαρμόσιμα, οι εργοδότες είχαν υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι το σύστημα το οποίο είχε υιοθετηθεί ήταν, όσο μπορούσε αυτό να επιτευχθεί, ασφαλές και ότι οι υπάλληλοί τους είχαν καθοδηγηθεί ως προς τα μέτρα που θα ελάμβαναν για να αποφύγουν τα ατυχήματα. Ένα σύστημα εργασίας δεν είναι ασφαλές αν δεν προστατεύει ικανοποιητικά τους εργαζόμενους από κάποιο συγκεκριμένο κίνδυνο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί και ο οποίος μπορεί να αντιμετωπιστεί με τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα, των οποίων η λύση είναι αφενός πραγματικά εφικτή και αφετέρου η δαπάνη που συνεπάγεται δεν είναι εντελώς δυσανάλογη προς το είδος και το μέγεθος του κινδύνου που στοχεύουν να αποφύγουν. Τι ακριβώς πρέπει να περιλαμβάνει το σύστημα εργασίας στην κάθε περίπτωση εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. και Δήμος Λεμεσού v. Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 423). Η λογική φροντίδα που πρέπει να λαμβάνει ο εργοδότης στην κάθε περίπτωση είναι λοιπόν ζήτημα πραγματικό το οποίο προσδιορίζεται με κριτήριο την κοινή λογική σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Λαμπής ν. Shiptrans Shipping & Trading Agency Ltd
(2004)1Α Α.Α.Δ 370). Είναι καθήκον του εργοδότη να εξετάσει την κατάσταση, να επινοήσει ένα κατάλληλο σύστημα, να δώσει οδηγίες στους εργοδοτούμενους του ως προς το τί πρέπει να κάμουν και να τους προμηθεύσει με οποιαδήποτε μέσα που θα χρειαστούν (βλ. Αλεξάνδρου ανωτέρω). Στην Tziellas v. The Ship "Nadalena H" and others
(1982)1 CLR 807 λέχθηκε ότι ανάμεσα στα πρώτα καθήκοντα του εργοδότη είναι να διασφαλίσει ασφάλεια στην εργασία ώστε ο χώρος εργασίας να καταστεί όσο πιο ασφαλής εύλογα γίνεται. Αυτό με τη σειρά του περιλαμβάνει ασφαλή πρόσβαση από και προς τον πραγματικό χώρο εργασίας. Το καθήκον δε αυτό επεκτείνεται σε κάθε σύστημα το οποίο υιοθετείται για εκτέλεση της εργασίας. Δεν περιορίζεται στις καθιερωμένες - συνήθεις μεθόδους εκτέλεσης μιας εργασίας. Περαιτέρω επεκτείνεται στην προμήθεια ή παροχή ασφαλών μέσων πρόσβασης στο σημείο εργασίας μέσα στον χώρο εργασίας. Στην Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718 αναφέρεται ότι στην υποχρέωση του εργοδότη για επίδειξη εύλογης φροντίδας περιλαμβάνεται και η υποχρέωση για ασφαλή τόπο εργασίας αλλά και για ασφαλή πρόσβαση σε αυτόν. Για να καταλήξουμε δε κατά πόσο ο τόπος εργασίας είναι ασφαλής θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν τη φύση του χώρου. Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή κατάλληλων οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη των εργοδοτουμένων του και του συστήματος εργασίας (βλ. L.P.Transbetton Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ 304). Κάθε εργοδότης έχει λοιπόν ευθύνη να παράσχει και ορθή επιτήρηση του χώρου όπου διεξάγονται οι εργασίες (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Laser Plastics Industry Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 556). Όπου ο κίνδυνος είναι ορατός, δεν είναι αρκετό ο εργοδότης να παρέχει τα μέσα προφύλαξης αλλά πρέπει να βεβαιώνεται ότι οι εργάτες του τα χρησιμοποιούν. (Για τα ανωτέρω βλέπε επίσης σύγγραμμα Αρτέμη - Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Τόμος 2, σελ. 32). Ως προς την εκτέλεση της εργασίας, η ευθύνη του εργοδότη δεν περιορίζεται σε οδηγίες που ο ίδιος εκδίδει, αλλά επεκτείνεται και σε οδηγίες που εκδίδουν οι υφιστάμενοί του με φαινόμενη εξουσία (ostensible authority) να προβούν στην έκδοση τέτοιων οδηγιών (βλ. United Brickworks Ltd v. Ευαγγέλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 123, Λαμπής ανωτέρω και Tsopanis ν. Avraam
(1978)1 C.L.R. 27). Στα πλαίσια θεμελίωσης ευθύνης του εργοδότη θα πρέπει δε να αποδεικνύεται αμέλεια ή παράβαση νομικού καθήκοντος καθώς επίσης και ότι η παράβαση αυτή επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Δηλ. η αιτιώδης συνάφεια πρέπει να συνδέεται με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος της απόδειξης και των δυο αυτών στοιχείων βαρύνει τον Ενάγοντα και δεν μετατοπίζεται κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες (βλ. Κωνσταντίνου ν. Τhe Cyprus Phassouri Plantations Co Ltd
(1992)1Α Α.Α.Δ 720 και Κυριάκου ανωτέρω). Αναφορικά με την υπεράσπιση του volenti non fit injuria αυτή εφαρμόζεται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 59 του Κεφ. 148. Επιτυχής επίκληση της και συναφώς απαλλαγή του εργοδότη από την ευθύνη, προϋποθέτει να αποδειχθεί ότι ο εργοδοτούμενος όχι απλώς γνώριζε την ύπαρξη του κινδύνου αλλά και τον αποδέχτηκε ρητά ή έστω με τη συμπεριφορά του, με την έννοια ότι συμφώνησε να τον υποστεί παραιτούμενος του δικαιώματος του να αξιώσει αποζημιώσεις. Σε κάθε περίπτωση η αποδοχή του κινδύνου πρέπει να αποδεικνύεται πως ήταν το προϊόν της ελεύθερης θέλησης του εργοδοτουμένου κάτι που εξυπακούει δυνατότητα εκλογής. Τέτοια δυνατότητα δεν θεωρείται ότι υπάρχει στις περιπτώσεις εργοδοτουμένων που απλώς ανταποκρίνονται στην υποχρέωσή τους για εκτέλεση της εργασίας τους, χωρίς οτιδήποτε άλλο. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο εργοδοτούμενος γενικά δεν είναι σε θέση να επιλέγει ελεύθερα μεταξύ της αποδοχής και της απόρριψης του κινδύνου λόγω του ότι υπακούει και εκτελεί διαταγές από τον εργοδότη του προς τον οποίον είναι υπόλογος και από τον οποίον εξαρτάται η συνέχιση ή μη της εργασίας του (βλ. Fysco Constructing Co Ltd v. Χριστάκης Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Κωνσταντίνου v. Χατζηκυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 864). Η υπεράσπισης του volenti non fit injuria διακρίνεται από την συντρέχουσα αμέλεια. Η τελευταία έχει ως λόγο τη συμβολή του τραυματισθέντα, με πράξεις ή παραλείψεις του ιδίου, στην πρόκληση της βλάβης την οποία υπέστη ή τη σοβαρότητά της. Εφόσον αποδεικνύεται τέτοια επιμερίζεται η ευθύνη μεταξύ του Ενάγοντα και του αμελούς Εναγομένου, ανάλογα με την υπαιτιότητα ενός εκάστου και την αιτιώδη σχέση μεταξύ των υπαίτιων πράξεων ή παραλείψεων τους και της επελθούσας βλάβης. Με άλλα λόγια η συντρέχουσα αμέλεια επενεργεί ως παράγοντας μετριασμού των αποζημιώσεων, τις οποίες μπορεί να κληθεί να καταβάλει το πρόσωπο το οποίο ευθύνεται για αμελή πράξη ή παράλειψη ενώ αντίθετα, η αρχή volenti non fit injuria παρέχει υπεράσπιση, η οποία απαλλάσσει τον προκαλέσαντα τη ζημία από κάθε ευθύνη (βλ. Ευαγγέλου ν. Ναυτιλιακής Εταιρείας Αμαθούς Λτδ κ.α.
(1997)1Α Α.Α.Δ 187). Όσον αφορά τον καταμερισμό της ευθύνης, στην Αλεξάνδρου ανωτέρω, λέχθηκε ότι αυτός γίνεται κατά ευρεία σκοπιά με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία. Για να συζητηθεί η ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας του εργοδοτούμενου θα πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτός προέβη σε ενέργειες που συνέβαλαν στον τραυματισμό του (βλ. Στυλιανού ανωτέρω). Με πιο απλά λόγια ότι επέδειξε αμέλειας να προφυλάξει επαρκώς τον εαυτό του. Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο Εναγόμενος και δεν εναπόκειται στον Ενάγοντα να το αποσείσει (βλ. Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ κ.α.
(2011)1Β Α.Α.Δ 1325). Ως δε λέχθηκε στην United Brickworks ανωτέρω, στην απόδοση συντρέχουσας αμέλειας στον εργοδοτούμενο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι έχει περιορισμένη επιλογή ως προς τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία εκτελεί την εργασία η οποία του ανατίθεται. Η επιλογή να αποχωρήσει από την εργασία του, δεν είναι ενδεχόμενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος του οποίου η υλική, η οικογενειακή και κοινωνική ευημερία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τα οικονομικά μέσα που του παρέχει η εργασία του. Τέλος όσον αφορά την παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση στην Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256 λέχθηκε ότι τέτοια παραδοχή αποτιμάται σε συνάρτηση με τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα για να αξιολογηθεί η αποδεικτική σημασία της στην αστική υπόθεση (βλ. επίσης Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Μαυροβέλη κ.α., Πολ. Έφεση 319/07, ημερ. 18.7.11). Περαιτέρω στην Αγησιλάου ν. Χρίστου
(1989)1 Α.Α.Δ. 713 αποφασίστηκε ότι μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία το Δικαστήριο έχει καθήκον να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τη μαρτυρία για την παραδοχή του Εναγόμενου για σκοπούς εξαγωγής ορθών συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως λέχθηκε δε στην Μεταξά ν. Ιωάννου
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1814 τυχόν παραδοχή σε ποινική υπόθεση δεν καθορίζει και το βαθμό αμέλειας του προσώπου που παραδέχεται την ευθύνη του για κάποιο δυστύχημα εφόσον ποινική ευθύνη για αμέλεια ενυπάρχει έστω και αν το ποσοστό της είναι ελάχιστο. Αντίθετα στις αστικές υποθέσεις η ευθύνη του καθενός μπορεί να επιμεριστεί και να καθοριστεί σε ποσοστά, χωρίς να αποκλείεται ο Ενάγοντας να φέρει συντρέχουσα αμέλεια. Με άλλα λόγια η παραδοχή σε ποινική υπόθεση δεν αποκλείει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από την άλλη πλευρά. Ευθύνη Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην παρούσα προκύπτει ότι τα επίδικα ράφια στην αποθήκη χρησιμοποιούνταν για την φύλαξη διαφόρων υλικών. Οι ίδιοι οι διευθυντές των Εναγομένων κατά την πρόσληψη του Ενάγοντα του ανέφεραν ότι τα υλικά θα έπρεπε να τοποθετούνται στα ράφια τόσο για την εύκολη καταµέτρηση και έλεγχο των αποθεµάτων όσο και για την εύκολη διακίνηση και τάξη µέσα στην αποθήκη και ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του θα ήταν η φορτοεκφόρτωση των υλικών από και προς τα ράφια αυτά. Δεν του εξήγησαν ποια υλικά να τοποθετεί που. Του ανέφεραν όμως ρητά ότι για τη διεκπεραίωση των εργασιών του θα τον καθοδηγεί και θα του δίδει οδηγίες ο παλαιότερος υπάλληλος τους, Μιχάλης Φωτίου. Στον χώρο πάνω από το τελευταίο ράφι υπήρχαν κατά την ημέρα του ατυχήματος και πριν αυτό επισυμβεί, τοποθετημένα ρολά με κατρόχαρτα. Ο χώρος εκείνος βρισκόταν σε ύψος περίπου 4 μέτρων από το δάπεδο της αποθήκης και εκεί δεν μπορούσαν να τοποθετηθούν κατευθείαν με τη χρήση του ανυψωτικού οχήματος, τα κατρόχαρτα ως ήταν πάνω στο παλέτο, εφόσον κατά πρώτον λόγο οι περόνες του ανυψωτικού δεν έφταναν μέχρι εκεί αλλά μόνο μέχρι τα 2.50 μέτρα ύψος ενώ κατά δεύτερον λόγο ακόμη και εάν έφταναν, λόγω του διαθέσιμου ύψους εκεί δεν χωρούσε να τοποθετηθεί απευθείας το παλέτο, ως ήταν, με τα κατρόχαρτα τοποθετημένα πάνω. Ο Ενάγοντας προχώρησε στην εκτέλεση της εν λόγω εργασίας τοποθέτησης των ρολών στο συγκεκριμένο χώρο με τα χέρια, πατώντας στις περόνες του οχήματος που εξείχαν από το παλέτο, με βάση συγκεκριμένη εντολή-οδηγία που του έδωσε ο Φωτίου. Επρόκειτο λοιπόν για οδηγία-εντολή που βάρυνε τους Εναγόμενους. Ήταν δε η πρώτη φορά που ο Ενάγοντας θα τοποθετούσε τέτοια υλικά σε εκείνο το χώρο. Περαιτέρω το συγκεκριμένο παλέτο δεν έφερε σανίδες και στο κάτω μέρος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αγκυρωθεί στις περόνες του οχήματος και να υπάρχει κίνδυνος να ανατραπεί και να πέσει από τις περόνες. Προκύπτει λοιπόν με βάση τα πιο πάνω δεδομένα ότι οι Εναγόμενοι όφειλαν στα πλαίσια των καθηκόντων τους για ασφαλές σύστημα και τόπο εργασίας να εξασφαλίσουν στον Ενάγοντα ασφαλές μέσο πρόσβασης στον εν λόγω χώρο και να τον προστατεύσουν από τον, όχι μόνο προβλεπτό αλλά ευκρινώς ορατό, κίνδυνο πτώσης και τραυματισμού του λόγω του συγκεκριμένου ύψους αλλά και του επίσης προβλεπτού κινδύνου ανατροπής του παλέτου. Άλλωστε αποτελεί ρητή νομική υποχρέωση του εργοδότη, σε περίπτωση που ο εργοδοτούμενος βρίσκεται στην εργασία σε τόπο από όπου είναι δυνατό να πέσει από ύψος πέραν των δύο μέτρων, να παρέχει μέσα για την προστασία του έναντι πτώσεως, με την τοποθέτηση περίφραξης ή με άλλο κατάλληλο τρόπο, εφόσον η περίφραξη δεν είναι πρακτικώς εφικτή (βλ. άρθρο 34
(2)του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου 89(Ι)/1996). Πέραν όμως του περονοφόρου ανυψωτικού οχήματος, ως είχε, δεν υπήρχε στην επίδικη αποθήκη άλλο μέσο πρόσβασης στον χώρο όπου θα τοποθετούνταν τα ρολά. Ως δε αναφέρθηκε από την Μ.Ε.2 ένα ανυψωτικό όχημα χρησιμοποιείται κυρίως για τη μεταφορά και εναπόθεση φορτίων και δεν συνιστά κατάλληλο εξοπλισμό για ανύψωση προσώπων. Ακόμη όμως και υπό αυτές τις περιστάσεις εφόσον δηλ. δεν υπήρχε ο κατάλληλος εξοπλισμός και θα χρησιμοποιείτο το συγκεκριμένο όχημα, θα μπορούσε να τοποθετηθεί κατάλληλος κλωβός, δηλαδή κατάλληλη πλατφόρμα με κιγκλιδώματα ώστε να αποτρέπεται η πτώση καθώς και κατάλληλη αγκύρωση δηλαδή στήριξη των περόνων στον κλωβό, ώστε να αποτρέπεται και η πτώση του κλωβού. Ούτε όμως κάτι τέτοιο υπήρχε στην επίδικη περίπτωση. Περαιτέρω προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι δεν παρείχαν την αναγκαία επίβλεψη ή επιτήρηση του Ενάγοντα κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Τέτοια επίβλεψη κρίνεται, με δεδομένο ότι ο Ενάγοντας ήταν νεοπροσληφθείς και θα έκανε τη συγκεκριμένη εργασία για πρώτη φορά, ότι ήταν αναγκαία. Ο ίδιος ο Φωτίου που έδωσε τις οδηγίες στον Ενάγοντα να ανέβει και να εκτελέσει την εν λόγω εργασία, μετά την ανύψωση του Ενάγοντα, έφυγε από τον χώρο αφήνοντας τον τελευταίο εντελώς μόνο του. Ως άλλωστε έχει προαναφερθεί οι Εναγόμενοι στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης υπ' αρ. 19885/07 Ε.Δ. Λεμεσού παραδέχθηκαν, ως προς τα γεγονότα, την από μέρους τους ανύψωση του Ενάγοντα από το περονοφόρο οχήμα χωρίς την λήψη κατάλληλων μέτρων και συγκεκριμένα ότι στις 14.3.06 δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα για να αποτρέψουν ή και επέτρεψαν την ανύψωση του επί της εξέδρας του εν λόγω οχήματος, που δεν ήταν κατασκευασμένη για ανύψωση ατόμων ή να λάβουν άλλα κατάλληλα μέτρα, με αποτέλεσμα την πτώση του Ενάγοντα από ύψος 2,5m και τον τραυματισμό του. Επίσης παραδέχθηκαν την παράλειψη τους, ως εργοδότες του Ενάγοντα, να καθοδηγήσουν, να εκπαιδεύσουν και να επιτηρήσουν ικανοποιητικά αυτόν από τις 7.3.06 μέχρι τις 14.3.06. Σε σχέση τώρα με την εκ μέρους των Εναγομένων εγειρόμενη υπεράσπιση του volenti non fit injuria θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν στοιχειοθετείται στην παρούσα και εξηγώ. Ο κίνδυνος πτώσης του Ενάγοντα ήταν, ενόψει των όσων τέθηκαν ανωτέρω, εύλογα προβλεπτός. Για σκοπούς όμως της συγκεκριμένης υπεράσπισης ακόμη και η γνώση της ύπαρξης του κινδύνου από τον Ενάγοντα δεν είναι αρκετή. Θα πρέπει να αποδειχθεί περαιτέρω ότι αυτός τον αποδέχτηκε ρητά ή έστω με τη συμπεριφορά του με την έννοια ότι, έχοντας δυνατότητα εκλογής, συμφώνησε να τον υποστεί παραιτούμενος του δικαιώματος του να αξιώσει αποζημιώσεις. Δεν προκύπτει όμως τέτοια αποδοχή εκ μέρους του Ενάγοντα, ο οποίος άλλωστε δεν είχε και δυνατότητα εκλογής αλλά απλά ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση του για εκτέλεση της εργασίας του στα πλαίσια και των οδηγιών που του δόθηκαν σχετικά από τους διευθυντές των Εναγομένων. Υπενθυμίζεται ότι ο Ενάγοντας ήταν νεοπροσληφθείς, παντρεμένος και πατέρας δύο μικρών παιδιών, χωρίς άλλα εισοδήματα, θα εκτελούσε την εργασία αυτή, που ήταν ανάμεσα στα καθήκοντα του ως του εξηγήθηκε ρητά, για πρώτη φορά και του δόθηκαν συγκεκριμένες οδηγίες πως να εκτελέσει την εργασία αυτή, από το πρόσωπο που του υποδείχθηκε ότι θα του έδινε τέτοιες και ο οποίος τις προηγούμενες μέρες του έλεγε ότι θα χάσει τη δουλειά του αν δεν τηρούσε και αν δεν έκανε αυτά που του έλεγε και ότι θα ενημέρωνε για το σκοπό αυτό τους «μαστόρους». Δεν είχε δε ο Ενάγοντας στη διάθεση του άλλο μέσο πρόσβασης στο συγκεκριμένο χώρο των ραφιών ούτε άλλο μέσο εκτέλεσης αυτής της εργασίας. Δεν είχε επίσης αντιληφθεί ότι το παλέτο από τα κατρόχαρτα που ήταν πάνω στις περόνες ήταν τέτοιο που μπορούσε να ανατραπεί (λόγω του ότι δεν μπορούσε να αγκυρωθεί στις περόνες αφού δεν έφερε σανίδες και στο κάτω μέρος). Όσον δε αφορά τις πινακίδες στο περονοφόρο, οι οποίες έδειχναν ότι απαγορεύεται κάποιος να ανεβαίνει στις περόνες, αυτές δεν τις είχε προσέξει ο Ενάγοντας εφόσον πρόσφατα είχε προσληφθεί και πρώτη φορά θα εκτελούσε τη συγκεκριμένη εργασία. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμη και εάν τις είχε αντιληφθεί δεν φαίνεται ο ίδιος, υπό τις περιστάσεις που εξηγήθηκαν ανωτέρω, να είχε άλλη εκλογή ενώ οι ίδιοι οι Εναγόμενοι που γνώριζαν σαφώς την ύπαρξη αυτών μέσω του Φωτίου και είχαν υποχρέωση να υποδείξουν τον κίνδυνο δεν το έκαναν και μάλιστα όχι μόνο δεν απαγόρευσαν στον Ενάγοντα να ανέβει στις περόνες αλλά αντίθετα του έδωσαν ρητή εντολή να το πράξει. Πέραν τούτου ο Ενάγοντας είχε δει τις προηγούμενες μέρες, στην παρουσία των διευθυντών των Εναγομένων, να εκτελείται εργασία με άλλο υπάλληλο να βρίσκεται επί των περόνων οχήματος, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε μνεία για το επικίνδυνο της εργασίας ή για µέτρα ασφάλειας ή να δοθούν κάποιες άλλες οδηγίες για ασφαλή διεξαγωγή της εργασίας. Η ζημιά λοιπόν του Ενάγοντα προκύπτει ότι προήλθε από την παράλειψη των Εναγομένων-εργοδοτών του να του υποδείξουν και να του παράσχουν ασφαλές σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τον εκθέσουν σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους και ειδικότερα στο ότι δεν εξασφάλισαν ένα σύστημα εργασίας, το οποίο να περιλαμβάνει κατάλληλο και ασφαλές μέσο πρόσβασης στον συγκεκριμένο χώρο των ραφιών όπου θα τοποθετούνταν τα ρολά καθώς και το οποίο να προστατεύει τον Ενάγοντα από τον εύλογα προβλεπτό κίνδυνο πτώσης του από ύψος. Περαιτέρω η ζημιά προκύπτει και από το ότι οι Εναγόμενοι δεν παρείχαν στον Ενάγοντα την αναγκαία επίβλεψη ή επιτήρηση κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Αποδεικνύεται ως εκ των άνω αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης των Εναγομένων να εκτελέσουν το οφειλόμενο καθήκον τους έναντι του Ενάγοντα - εργοδοτούμενου τους και του ζημιογόνου αποτελέσματος ήτοι του τραυματισμού αυτού. Εξετάζοντας τέλος το κατά πόσο μπορεί να αποδοθεί στον Ενάγοντα συντρέχουσα αμέλεια θα πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνοντας υπόψην όλα τα δεδομένα και τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Ενάγοντας εκτέλεσε την επίδικη εργασία με τον συγκεκριμένο τρόπο (τέθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω στα πλαίσια εξέτασης στοιχειοθέτησης της υπεράσπισης του volenti non fit injuria) δεν προκύπτει κάποια προφύλαξη που εύλογα θα μπορούσε να πάρει και δεν πήρε για την δική του ασφάλεια όσο και αν ο κίνδυνος πτώσης ήταν ορατός. Εξάλλου ως λέχθηκε στην Fysko Constructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ 1014 ακόμη και γνώση αναφορικά με το δυνητικά επικίνδυνο του τρόπου εκτέλεσης της εργασίας δεν είναι στοιχείο που, από μόνο του, μπορεί να στοιχειοθετήσει συντρέχουσα αμέλεια όταν το ζημιογόνο αποτέλεσμα επέρχεται επειδή ο εργοδοτούμενος απλώς εκτέλεσε την εργασία του, όπως όφειλε να κάμει. Ως έχει προαναφερθεί και ισχύει και για την παρούσα η επιλογή να αποχωρούσε ο Ενάγοντας από την εργασία του, δεν είναι ενδεχόμενο το οποίο εύκολα αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος του οποίου η υλική, η οικογενειακή και κοινωνική ευημερία εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τα οικονομικά μέσα που του παρέχει η εργασία του. Δεν τίθεται δε θέμα ότι θα έπρεπε να μεριμνήσει ο ίδιος για να δημιουργήσει προϋποθέσεις ασφάλειας καθότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με μεταφορά της ευθύνης για την ύπαρξη ασφαλών συνθηκών εργασίας από τους ώμους των εργοδοτών του σε αυτόν. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο Ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια για το ατύχημα αλλά αποκλειστική ευθύνη για αυτό φέρουν οι Εναγόμενοι. Ειδικές Αποζημιώσεις Σύμφωνα με τη νομολογία οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται αυστηρότατα (βλ. Τηλεμάχου ν. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705 και Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Μιχαηλίδη ν. Κακουλλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 673 αναφέρθηκε ότι είναι πρωτίστως καθήκον του Ενάγοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι για τον Εναγόμενο να την αντικρούσει. Από την έκθεση απαίτησης προκύπτει ότι ο Ενάγων αξιώνει τα ακόλουθα: (α) ποσό €6.834,41 για απώλεια ηµεροµισθίων από 14.3.06 µέχρι 31.8.06, (β) ποσό των €598 για την αναλογία 13ου µισθού και (γ) ποσό των €95.68 για ιατρικά πιστοποιητικά Γεν. Νοσοκοµείου. Όσον αφορά το ποσό των ιατρικών πιστοποιητικών τεκμηρίων 1 και 2, ουσιαστικά είναι παραδεκτό ότι το υπέστη ο Ενάγοντας εφόσον έχουν γίνει παραδεκτές για την αλήθεια του περιεχομένου τους οι σχετικές αποδείξεις τεκμήρια 4 και 5. Σε σχέση με την απώλεια ημερομισθίων αποτελεί κατ' αρχήν εύρημα του Δικαστηρίου εφόσον προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1 (το περιεχόμενο του οποίου είναι επίσης παραδεκτό) και από το τεκμήριο 9 ότι ο Εναγόμενος συνεπεία του ατυχήματος έλαβε αναρρωτική άδεια από τις 14.3.06 μέχρι τις 31.8.06 δηλ. για περίοδο 24 εβδομάδων. Είχε δε προσληφθεί περίπου μια εβδομάδα πριν το ατύχημα και δεν είχε πληρωθεί. Όσον αφορά το μισθό του Ενάγοντα έχει αποδειχθεί ότι αυτός ήταν Λ.Κ.694 (€1,185.77) μηνιαίως, ακάθαρτος. Στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 ΑΑΔ 980 λέχθηκε ότι ο Ενάγοντας-ζημιωθείς έχει καθήκον να αποδείξει την πραγματική ζημιά που υπέστη, αφαιρουμένων των φορολογικών του επιβαρύνσεων. Αν δεν το πράξει το Δικαστήριο πρέπει να προβεί το ίδιο σε ένα υπολογισμό, όχι κατ' ανάγκη ακριβή, με βάση τους σχετικούς νόμους που αφορούν την πληρωμή φόρου εισοδήματος, της έκτακτης εισφοράς, έκτακτης εισφοράς για την άμυνα και κοινωνικών ασφαλίσεων και να καταλήξει στο καθαρό ποσό των εισοδημάτων του. Έτσι παρά την απουσία επακριβών στοιχείων, στην Συκοπετρίτης ν. Αθηνάκη
(2005)1 ΑΑΔ 844, το ίδιο το Εφετείο, προχώρησε στο γενικό υπολογισμό ενός ποσού για φόρο εισοδήματος και για εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, το οποίο και αφαίρεσε από το αποδειχθέν ακάθαρτο εισόδημα του θύματος ατυχήματος για σκοπούς υπολογισμού απώλειας απολαβών (βλ. και Χαραλάμπους ν. Χριστοφόρου, Πολιτική Έφεση αρ. 177/2009, ημερ. 21.12.12). Στην παρούσα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν γίνει δεκτά δεν επιτρέπουν τον ακριβή υπολογισμό των φορολογικών υποχρεώσεων του Ενάγοντα. Έχει γίνει δεκτό ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 45 ετών, παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Με δεδομένο όμως το μηνιαίο εισόδημα του Ενάγοντα και ότι αυτός ήταν εργοδοτούμενος και λαμβάνοντας υπόψην τους σχετικούς νόμους που αφορούν την πληρωμή φόρου εισοδήματος, της έκτακτης εισφοράς, έκτακτης εισφοράς για την άμυνα και κοινωνικών ασφαλίσεων, στη βάση γενικού υπολογισμού, κρίνεται ότι ποσό των €150 το μήνα είναι αρκετό για να καλύψει τις φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις του. Με την αφαίρεση λοιπόν αυτή, το καθαρό εισόδημα του Ενάγοντα καθορίζεται στα €1,035.77 το μήνα ήτοι €258.94 την εβδομάδα. Συνεπώς ο Ενάγοντας απώλεσε μισθούς, οι οποίοι ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €6,473.56. Όσον δε αφορά το 13ο μισθό του Ενάγοντα, με δεδομένο ότι ο καθαρός μηνιαίος μισθός αυτού ήταν €1,035.77 και η απώλεια της αναλογίας ήταν για 25 εβδομάδες, κρίνεται ότι η απώλεια αυτή ανέρχεται στα €497.96 (€1,035.77 ÷ 52 Χ 25). Βάσει των πιο πάνω έχει αποδειχθεί ότι το συνολικό ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που δικαιούται ο Ενάγοντας ανέρχεται στα €7,067.20. Γενικές Αποζημιώσεις Σε σχέση με τις αρχές που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων και καθοδηγούν το Δικαστήριο ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στην υπόθεση Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1Γ Α.Α.Δ 1460, όπου συνοψίζεται η σχετική νομολογία, αναφέρεται ότι «στόχος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά του διαδίκου που τραυματίστηκε χωρίς να εναποτίθεται υπέρμετρο βάρος πάνω στον αδικοπραγούντα. Το ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό και συνεπώς η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο του Δικαστηρίου ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας, σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία του αδικοπραγούντα αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. Η νομολογία δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επιδείξει μια σταθερή αύξηση του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων. Έχει τονίσει την ανάγκη για μια πιο δίκαιη και φιλελεύθερη αποτίμηση του ανθρώπινου πόνου και των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξία του χρήματος. (Βλ. επίσης Κουμπαρή κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1 Α.Α.Δ. 921, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789, Xenophontos and another v. Anastasiou
(1981)1 C.L.R. 521), Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66, Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049 και Ταμπούρα ν. Κολάνη
(2008)1Α Α.Α.Δ. 384). Από την άλλη έχει επίσης ειπωθεί μέσα από τη νομολογία ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση. Η τάση της ακολουθούμενης ανοδικής πορείας στην επιδίκαση αποζημιώσεων πρέπει να περιορίζεται εντός των σωστών πλαισίων της λογικής και δίκαιης αποζημίωσης (βλ. Μερακλή κ.α. ν. Ταλιώτη
(1997)1 ΑΑΔ 1148). Τέλος η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Από τη σχετική νομολογία προκύπτει επίσης ότι δεν υπάρχει ξεκαθαρισμένο και επακριβές κονδύλι για κάθε τραύμα ξεχωριστά. Περαιτέρω για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων στη Νικολάου ανωτέρω λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση να αναφέρεται σε οποιανδήποτε νομολογία για παρόμοια τραύματα ώστε να καθοδηγηθεί επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Σε ορισμένες περιπτώσεις όπου υπάρχουν ιδιάζουσες περιστάσεις ή τραύματα, το Δικαστήριο ενδεχομένως να ανατρέξει σε νομολογία για να αντλήσει καθοδήγηση. Σε σχέση με σωματικές βλάβες παρόμοιας φύσης όπως αυτές που υπέστη ο Ενάγοντας έχω εντοπίσει τις ακόλουθες αποφάσεις: · Στην Χατζηθεοδοσίου ν. Διονυσίου
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1121, ο Ενάγοντας είχε υποστεί διάφορα τραύματα σ΄ όλο του το σώμα, με σοβαρότερο το κάταγμα του 6ου θωρακικού σπονδύλου. Παρέμεινε στο νοσοκομείο για διάστημα 19-20 ημερών και του δόθηκε συντηρητική θεραπεία. Ακολούθως, του έγινε φυσιοθεραπεία, του δόθηκε αναρρωτική άδεια ενός χρόνου και λόγω των συνεπειών του τραύματος στο σπόνδυλο δεν ήταν σε θέση να εργαστεί και τον επόμενο χρόνο. Τελικά παρατηρήθηκε ελαφριά μπρόσθια καθίζηση του 6ου θωρακικού σπονδύλου γύρω στο 30%. Τα μόνιμα κατάλοιπα του τραύματος του ήταν η κύφωση της θωρακικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης ανάλογη με την απώλεια ύψους του σπόνδυλου η οποία προκαλεί πόνο ανάλογα με τις δραστηριότητες του ατόμου. Κρίθηκε επίσης ότι η ορθοστασία, το ανεβοκατέβασμα σκαλών, η μεταφορά βάρους στο χέρι, το γονάτισμα, το βαθύ κάθισμα, το σκύψιμο εάν έχουν διάρκεια προκαλούσαν πόνο στην περιοχή του κατάγματος. Επίσης πόνο προκαλούσε το οδήγημα για διάστημα πέραν της μισής ώρας, οι αθλοπαιδιές, ακόμη και η κατάκλιση στην ίδια θέση για διάστημα μισής ώρας θα προκαλούν πόνο. Στην περιοχή του κατάγματος θα αναπτύσσονταν οστεοαρθρικές αλλοιώσεις. Το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των Λ.Κ.10,000 αυξήθηκε κατ' έφεση σε Λ.Κ.15,000. · Στην Αντωνίου ν. Νικολάου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 136, ο εφεσείων είχε υποστεί κάταγμα της εγκάρσιας απόφυσης του τρίτου αυχενικού σπονδύλου με πάρεση των άνω άκρων, χειρότερη αριστερά. Διαπιστώθηκε μυελοπάθεια στο επίπεδο Α3-Α
  1. Υποβλήθηκε σε συντηρητική αγωγή και φυσιοθεραπεία και απολύθηκε από το Νοσοκομείο μετά από 16 μέρες. Βάδιζε με εμφανές σπαστικό βάδισμα, οι κινήσεις του αυχένα ήταν περιορισμένες, οι δε κινήσεις του ώμου επώδυνες, λόγω ανάπτυξης αρθρίτιδας. Άν και σημειώθηκε σημαντική βελτίωση της μυϊκής ισχύος των άνω άκρων, παρουσιάζε αδυναμία στα άνω άκρα, περισσότερο εμφανή αριστερά. Ο μυϊκός τόνος και τα αντανακλαστικά ήταν αυξημένα. Ήταν σε θέση να ανυψώσει τον αριστερό ώμο και να επιτελέσει τις κινήσεις του μέχρι το επίπεδο της κεφαλής και να ανασηκώσει το άνω άκρο μέχρι τις 150 - 160 μοίρες (φυσιολογικό 180). Παρουσίαζε βαθμό αδυναμίας της συσφιγκτικής δύναμης και ευαισθησία στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού και αριστερού ώμου, καθώς και σοβαρή δυσκολία στις λεπτές κινήσεις των χεριών, με αποτέλεσμα την αδεξιότητα στις κινήσεις. Στα κάτω άκρα υπήρχε πολύ αυξημένος μυϊκός τόνος, ενώ η μυϊκή ισχύς ήταν μειωμένη, ιδίως αριστερά. Υποβλήθηκε σε εντατική φυσιοθεραπευτική-κινησιοθεραπευτική αγωγή, η οποία βελτίωσε σημαντικά την κατάστασή του. Η κατάσταση του όμως δεν αναμενόταν να παρουσιάσει περαιτέρω βελτίωση. Ειδικότερα, παρέμεινε η σπαστικότητα των άκρων, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη δυσκολία στο περπάτημα, στο τρέξιμο και στις λεπτές κινήσεις των χεριών. Μόνιμη ήταν επίσης και η μείωση της ικανότητάς του για εργασία. Το ποσό των €25.629 που του επιδικάσε το πρωτόδικο Δικαστήριο αυξήθηκε στις €42.715,
  2. · Στην Novichkova v. Βλαβή, Πολιτική Έφεση αρ. 83/2009, ημερ. 31.5.12, επιδικάσθηκαν πρωτόδικα ως γενικές αποζημιώσεις το ποσό των €25,
  3. Σύμφωνα με τα πρωτόδικα ευρήματα αναφορικά με τις σωματικές βλάβες της εφεσείουσας, αυτή κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, έφερε κακώσεις στο πρόσωπο, με θλαστικό τραύμα στη δεξιά υπερόφρυα χώρα και περιοθλαμικό δεξιό αιμάτωμα, κάκωση κοιλίας με εκχυμώσεις και αριστερή λαγόνια ακρολοφία, με έντονη ευαισθησία. Είχε επίσης κάταγμα της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης,
  4. Αξονική τομογραφία της οσφύος κατέδειξε συντριπτικό κάταγμα εντός του σπονδυλικού σωλήνα, προκαλώντας μεγάλη στένωση και πίεση στο μηνιγγικό σάκο. Η εφεσείουσα παρέμεινε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας για 6 μέρες, η δε νοσηλεία της συνεχίστηκε στο Ορθοπεδικό Τμήμα του Νοσοκομείου, παρουσίασε όμως υγροθώρακα στο δεξιό ημιθωράκιο και τοποθετήθηκε χειρουργικά σωλήνας κλειστής παροχέτευσης για 3 μέρες. Η εφεσείουσα ήταν σε αυστηρό κλινοστατισμό σε έκταση οσφύος σε τρομερά άβολη στάση, με μαξιλάρι κάτω από τη μέση και με πλήρη απαγόρευση κίνησης, ακόμη και για φυσικές ανάγκες για περίοδο 60 ημερών, ενώ είχε και κάταγμα σφηνοειδούς ταρσού το οποίο τοποθετήθηκε σε γύψινο κνημοποδικό νάρθηκα. Εξήλθε του Νοσοκομείου με ζώνη οσφύος. Τον Ιούλιο του 2005, η Εφεσείουσα ορθοστατούσε με τη χρήση ειδικού κηδεμόνα κορμού για λίγα μόνο λεπτά και βάδιζε με δυσκολία και υποσταταζόμενη. Υπήρχε τότε μυϊκή αδυναμία των μυών και των κάτω άκρων, δυσκαμψία στους μύες της ράχης και οσφύος, έντονη οσφυαλγία και επώδυνη δυσκαμψία της δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης. Εννέα μήνες μετά τον τραυματισμό της, η εφεσείουσα είχε ικανοποιητική αποκατάσταση της μυϊκής ισχύος της, βαδίζουσα άνετα χωρίς υποστήριξη. Υπεχώρησαν οι διάφορες δυσκαμψίες, ως προηγουμένως καταγράφηκαν, με επάνοδο των κινήσεων της δεξιά ποδοκνημικής εντός φυσιολογικών ορίων. Κατά καιρούς θα εμφανίζεται οσφυϊκό άλγος, και δυσκαμψία ιδιαιτέρως μετά από κόπωση και αλλαγή του καιρού. Το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το ποσό στις €40,000 λαμβάνοντας υπόψην και το ότι στα μόνιμα κατάλοιπα της εφεσείουσας κρίθηκαν ότι περιλάμβαναν και κατά καιρούς νευραλγικό πόνο. · Στην Χαραλάμπους ν. Χριστοφόρου, Πολιτική Έφεση αρ. 177/2009, ημερ. 21.12.12, ο Ενάγοντας, ηλικίας 26 ετών, είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση, θλάση αυχενικής και οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης και συμπιεστικό κάταγμα του σώματος του 4ου οσφυϊκού σπονδύλου. Εξήλθε του Νοσοκομείου μετά από 9 μέρες φέροντας αυχενικό κολάρο και συνέχισε να παρακολουθείται ως εξωτερικός ασθενής. Δύο μήνες μετά τον τραυματισμό άρχισε σταδιακή αφαίρεση του αυχενικού κολάρου μέχρι την πλήρη αφαίρεση του. Οι κακώσεις που υπέστη υπήρξαν λίαν επώδυνες και υπέφερε από αυτές για πέντε περίπου μήνες. Παραπονείτο δε για ελαφρό άλγος αυχενικής ή οσφυϊκής μοίρας, σπονδυλικής στήλης μετά από κόπωση και παρατεταμένη ορθοστασία ενώ παρουσίαζε περιοδικά κεφαλαλγία και ζάλη σημεία μεταδιασεισικού σύνδρομου. 18 μήνες μετά τον τραυματισμό του εξακολουθούσε να παρουσιάζει περιοδικά επεισόδια άλγους και δυσκαμψίας στην κάτω χώρα οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Οι ενοχλήσεις που παρουσιάζε αναμενόταν με την πάροδο του χρόνου να βελτιωθούν και να υποχωρήσουν. Το Εφετείο έκρινε ότι το ποσό των Λ.Κ.25,000 που του επιδικάσθηκε πρωτόδικα, μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως κάπως υψηλό υπό τις περιστάσεις αλλά δεν ήταν ούτε λανθασμένο ούτε υπερβολικό. Είναι προφανές ότι οι πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις δεν αντιστοιχούν πλήρως ως προς τα τραύματα και τις συνέπειες αυτών με την παρούσα. Στα πλαίσια υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων λαμβάνω υπόψη το είδος και την έκταση των βλαβών, τον πόνο και την ταλαιπωρία που έχει υποστεί ο Ενάγοντας καθώς και τις επιπτώσεις αυτών στην υγεία και ζωή του εν γένει. Συγκεκριμένα μεταφέρθηκε αμέσως μετά το ατύχημα (14.3.06) στο ΤΕΠΑ του Γενικού Νοσοκοµείου Λεµεσού. Διαπιστώθηκε κάκωση οσφυϊκής µοίρας σπονδυλικής στήλης και συμπιεστικό κάταγμα στο σώμα τόσο του Ο1 όσο και του Ο2 σπονδύλου. Εισήχθηκε την ίδια ημέρα στο Ορθοπεδικό Τµήµα για παρακολούθηση. Η ανάρρωση του ήταν οµαλή χωρίς προβλήµατα. Σταδιακά κινητοποιήθηκε µε ζώνη οσφύος και εξήλθε του νοσοκοµείου στις 21.3.06 µε οδηγίες να παρακολουθεί φυσιοθεραπευτικό πρόγραµµα και να παρακολουθείται στα εξωτερικά ιατρεία. Του δόθηκε αναρρωτική άδεια µέχρι 31.8.
  5. Φορούσε ζώνη οσφύος για 2-3 μήνες και έκανε φυσιοθεραπεία για μερικές εβδομάδες. Σταδιακά η γενική του κατάσταση βελτιώθηκε και άρχισε να επανέρχεται στα προ του τραυµατισµού του επίπεδα. Σύμφωνα με ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 4.9.06 (τεκμήριο 1) παρουσίαζε ελαφριά δυσκαµψία της οσφυϊκής µοίρας και πόνο µετά από αρκετή σωµατική κόπωση, ενοχλήµατα τα οποία θα εµφανίζονται υπό µορφή κρίσεων στο µέλλον. Μετά από εξέταση του στις 28.5.08 διαπιστώθηκε απώλεια του ύψους Ο1 και Ο2 σπονδύλων κατά 15 και 20 αντίστοιχα µε αποτέλεσµα να απωλεσθεί το φυσιολογικό σχήµα της σπονδυλικής στήλης στην περιοχή (απώλεια της φυσιολογικής λόρδωσης προς κύφωση). Παρουσίαζε οσφυαλγία στην περιοχή µε περιστασιακή επέκταση του πόνου και στα κάτω άκρα κατά καιρούς καθώς και πρωινή δυσκαµψία στην περιοχή της οσφύος, η οποία υποχωρεί σταδιακά µε την πάροδο της ηµέρας. Η πρωινή δυσκαµψία τον ενοχλεί σε ενέργειες όπως το να ντυθεί ή να ξυριστεί. Είχε επανέλθει στην εργασία του σαν αποθηκάριος όµως αντιµετωπίζει προβλήµατα πόνου σε αυξηµένο φόρτο εργασίας. Τα προαναφερόμενα ενοχλήµατα θεωρούνται πλέον µόνιµα και θα παρουσιάζονται υπό την µορφή εξάρσεων και υφέσεων. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα όσα προανέφερα για τον πόνο, την ταλαιπωρία, τις βλάβες που ο Ενάγοντας υπέστη καθώς και την έκταση, τις συνέπειες και τη διάρκεια αυτών, κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των €30,000 θα ήταν δίκαιο και εύλογο για να τον αποζημιώσει για τις σωματικές βλάβες που υπέστη. Τόκος Όσον αφορά το θέμα του τόκου στη βάση του άρθρου 58(Α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπεται η επιδίκαση του τόκου επί ολόκληρου ή μέρους των επιδικασθεισών αποζημιώσεων για ολόκληρη ή μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος και της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης, εκτός εάν το Δικαστήριο «... είναι ικανοποιημένο ότι συντρέχουν ειδικοί περί του αντιθέτου λόγοι ...». Η απόφαση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991), 1 Α.Α.Δ. 475 προέβη σε εκτεταμένη αναθεώρηση του θέματος αυτού, με τελική τοποθέτηση ότι ο προσδιορισμός του επιτοκίου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με δεδομένο ότι ο τόκος δεν επιδικάζεται ως αποζημίωση για τη ζημιά που προκλήθηκε, αλλά για την αποστέρηση χρημάτων που θα έπρεπε να αποδοθούν στον παθόντα. Σημειώνεται δε στην εν λόγω απόφαση με αναφορά σε αντίστοιχη αγγλική νομολογία ότι «ο τραυματισμός δεν προκαλεί διά μιας τον πόνο, την ταλαιπωρία και τα υπόλοιπα για τα οποία τελικά αποζημιώνεται ο ενάγων». Επομένως εκεί όπου παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής, ο Ενάγων θα πρέπει να στερείται των χρημάτων στα οποία δικαιούται, από την άποψη βέβαια της επιδίκασης τόκου επ΄ αυτών, εφόσον η καθυστέρηση προέρχεται από δικό του σφάλμα. Στην παρούσα το ατύχημα έγινε στις 14.3.06, το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε στις 16.7.07 και η έκθεση απαίτησης στις 26.6.08. Για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής δεν δόθηκε κάποια δικαιολογία. Με γνώμονα λοιπόν τα πιο πάνω δεδομένα της υπόθεσης και τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας (βλ. και Miller v. Petek
(1999), 1 Α.Α.Δ. 2091, Θεοδούλου ν. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 2134) θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως επιδικάσω νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, ήτοι από 16.7.07, τόσο επί των γενικών όσο και επί των ειδικών αποζημιώσεων. Όπως είναι γνωστό ο νόµιµος τόκος µέχρι την τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόµου (Τροποποιητικός Νόµος (Αρ. 2) Ν.81(Ι)/2008)ήταν 8%. Από την ηµέρα δηµοσίευσης του Ν.81(Ι)/2008 δηλαδή την 15.10.08 ο νόµιµος τόκος µειώθηκε σε 5.5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο τροποποιητικός 82(Ι)/2008 στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικηµάτων Νόµου, Κεφ. 148. Κατάληξη Καταληκτικά εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων για τα ποσά των: €7,067.20, ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από τις 16.7.07 μέχρι εξοφλήσεως, και €30,000, ως γενικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο από τις 16.7.07 μέχρι εξοφλήσεως. Τέλος τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και σε βάρος των Εναγομένων. (Υπ.)............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αστικό - Τελική - Εργατικό ατύχημα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.