Κώστα Κωνσταντίνου κ.α. ν. Ευδοκία Χρίστου Ιωάννου, Συν. Αγωγές: 5315/07 και 5314/07, 12/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A206 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/2/2012 Συν. Αγωγές: 5315/07 και 5314/07 Αρ. Αγωγής : 5315/07 Μεταξύ: Κώστα Κωνσταντίνου Ενάγοντα και Ευδοκία Χρίστου Ιωάννου Eναγομένης Αρ. Αγωγής׃ 5314/07 Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/5/2008 Μεταξύ: Bonantza Car Dealers Ltd Εναγόντων Και Ευδοκία Χρίστου Ιωάννου Εναγομένης Μεταξύ: Bonantza Investments Ltd Εναγόντων και Ευδοκία Χρίστου Ιωάννου Εναγομένης Ημερομηνία: 12/05/2014 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Ιωάννου (για να ακούσει την απόφαση κα Ε. Ιωάννου) Για Εναγόμενη: κ. Π. Κωσταντίνου ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε το τροχαίο ατύχημα που επισυνέβη στις 4/10/2006 με εμπλεκόμενους οδηγούς τον ενάγοντα και την εναγόμενη στην αγωγή 5315/07 και ενόσω ο πρώτος, ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο ενάγοντας, οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KNQ 022 ιδιοκτησίας των εναγόντων στην αγωγή 5314/07 και η δεύτερη το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΑ
- Ότι παρέμεινε να αποφασισθεί είναι το θέμα των αποζημιώσεων που αξιώνονται με τις δύο αυτές αγωγές αφού πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας συμφωνήθηκε ότι την πλήρη ευθύνη για το τροχαίο αυτό ατύχημα φέρει η εναγόμενη. Ως αποτέλεσμα της δήλωσης αυτής ως προς την ευθύνη η εναγόμενη ζήτησε άδεια και απέσυρε την Ανταπαίτηση που είχε εγείρει στα πλαίσια της αγωγής 5315/
- Προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων μαρτύρησε ο ίδιος ο ενάγοντας, οι ιατροί Σίμος Ιωάννου, Μάρκος Μάρκαρης, ο Κωνσταντίνος Νεοκλέους, ο Ιωάννης Κωνσταντίνου, ο Ηρόδοτος Σάββα, ο Νίκος Μαρκουλής, ο Παντελής Σεριέ, ο Κωνσταντίνος Χ΄ Κώστας, ο Γιάννης Ιωάννου και ο Στέφανος Κουτσίδης (Μ.Ε. 1-11 αντίστοιχα). Για τον εναγόμενο κλήθηκαν και μαρτύρησαν δύο μόνο πρόσωπα ο Δρ Ηλίας Γεωργίου και ο Δάφνης Γεωργίου (Μ.Υ.1 και 2). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, τα ακόλουθα γεγονότα δηλώθηκαν ως παραδεκτά. Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KNQ 022 ήταν εγγεγραμμένη και ότι η αξία της όταν αγοράστηκε στις 8/8/2006 από την ενάγουσα εταιρεία στην αγωγή 5314/07 ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.4.500=. Τέλος και μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της υπόθεσης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατάθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Στο σημείο αυτό και πριν την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας πρέπει εξετασθεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων ότι η προσκομισθείσα εκ μέρους της εναγόμενης μαρτυρία δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη καθότι σύμφωνα με την εισήγηση του οι υπερασπίσεις που καταχωρήθηκαν και στις δύο συνενωμένες αγωγές είναι πολύ γενικές. Προς ενίσχυση της θέσης του ο κ. Ιωάννου επικαλέσθηκε τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Αθηνά Βαριάνου v. Δρ Ανδρέα Βορκά
(2010)1Γ ΑΑΔ 1541. Όπως προκύπτει από την Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στην αγωγή 5315/07, η εναγόμενη αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και εκθέτει λεπτομέρειες δικής του αμέλειας, κάτι που μετά τη δήλωση ως παραδεκτού γεγονότος ότι την πλήρη ευθύνη για το ατύχημα φέρει η εναγόμενη δεν ενδιαφέρει. Ως προς τα λοιπά η εναγόμενη στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης της αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που εκτίθενται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία δικογραφούνται οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές προβάλλοντας περαιτέρω ότι οι ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες είναι διογκωμένες και/ή υπερβολικές και/ή άσχετες με το ατύχημα. Παρόμοια άρνηση δικογραφείται και στην αγωγή 5314/07 στην οποία η εναγόμενη αρνείται τις ισχυριζόμενες ειδικές ζημιές που εκτίθενται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης όπως τροποποιήθηκε και θέτει τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Όπως καθορίζεται στη Δ.19 Θ.15 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (σε ελεύθερη μετάφραση) «Δεν θα είναι ορθό για ένα εναγόμενο να αρνείται με την Υπεράσπιση του γενικά τα γεγονότα που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης ή για ένα ενάγοντα στην Υπεράσπιση του σε Ανταπαίτηση να αρνείται γενικά τα γεγονότα που προβάλλονται στην Υπεράσπιση υπό τύπο Ανταπαίτησης αλλά κάθε διάδικος πρέπει να ασχολείται ειδικά με κάθε ισχυρισμό γεγονότος που δεν παραδέχεται την ορθότητα του, εκτός από αποζημιώσεις» (η υπογράμμιση είναι δική μου). (βλ. επίσης το σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12 έκδοση, σελίδα 90, κάτω από τον τίτλο Denial of Damages). Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνήγορου δεν μπορεί να ευσταθήσει γιατί στη συγκεκριμένη υπόθεση η άρνηση της εναγομένης σχετίζεται με αξιώσεις για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και συνεπώς τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση την οποία επικαλέσθηκε δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή. Θα προχωρήσω λοιπόν σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. EυγενίαKhoreva 2002 (1Α) 454), ξεκινώντας πρώτα με την αξιολόγηση της ιατρικής μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί και ήταν των ιατρών Σίμου Ιωάννου και Μάρκου Μάρκαρη για τον ενάγοντα (Μ.Ε. 2 και 3 αντίστοιχα), του Ηλία Γεωργίου για την εναγόμενη (Μ.Υ. 1) καθώς και την βαρύτητα που πρέπει να αποδοθεί στο ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου (Τεκμήριο 1). Από το σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι η ιατρική μαρτυρία που προσκόμισε ο ενάγοντας για το θέμα των σωματικών του βλαβών, δεν ήταν ομοιόμορφη και σταθερή. Και αυτό γιατί οι σωματικές βλάβες που καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου (Τεκμήριο 1) που παρουσίασε ο ενάγοντας χωρίς να κλητεύσει το γιατρό που το εξέδωσε είναι πολύ πιο ασήμαντες από αυτές που εντόπισε ο Δρ Ιωάννου, ενώ αυτές που διαπίστωσε ο Δρ Μάρκαρης πολύ πιο σοβαρές από αυτές που εντόπισε ο Δρ Ιωάννου. Πιο συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται μόνο ότι ο ενάγοντας παραπονιόταν για κεφαλαλγία και έφερε εκδορές στα κάτω άκρα, ενώ ακτινολογικός έλεγχος και αξονική τομογραφία στα οποία υποβλήθηκε ήταν κατά φύση. Όμως ο ιατρός Δρ Ιωάννου αναφέρθηκε σε άλλους σοβαρότερους τραυματισμούς, ο δε Δρ Μάρκαρης παρουσίασε ως πολύ σοβαρότερες τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα από τον Δρ Ιωάννου, προσθέτοντας ακόμα ότι ο ενάγοντας υπέστη και κάποιες άλλες όπως κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ρήξη συνδέσμων ποδοκνημικής. Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Θα πρέπει από το σημείο αυτό να λεχθεί ότι από τα όσα όλοι οι ιατροί/μάρτυρες κατάθεσαν, συμπεριλαμβανομένου και του Δρ Η. Γεωργίου, επιλέγω ως πλέον ορθή επιστημονικά και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια τη μαρτυρία του Δρ Σίμου Ιωάννου. Ο ιατρός αυτός μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μαρτύρησε για τους τραυματισμούς του ενάγοντα και τα όσα διαπίστωσε μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του, χωρίς να διακρίνω καμία υπερβολή. Πέραν όμως από αυτό, θεωρώ ότι ήταν εκ των πραγμάτων σε καλύτερη θέση να διαπιστώσει ποια τραύματα είχε υποστεί ο ενάγοντας και ποια ήταν η σοβαρότητα τους από οποιοδήποτε άλλο ιατρό που τον εξέτασε μεταγενέστερα, αφού τον εξέτασε τρεις μέρες μετά το ατύχημα και τον παρακολούθησε στη συνέχεια για κάποιο χρονικό διάστημα. Και τούτο χωρίς να μου διαφεύγει ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου (Τεκμήριο 1) που κατατέθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα δεν περιγράφονται οι σωματικές βλάβες στις οποίες αναφέρθηκε ο Δρ Ιωάννου. Ο γιατρός έδωσε επίσης τα στοιχεία που τον οδήγησαν στα ευρήματα του, καθώς και τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που ήταν απαραίτητα για να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων αφού ο ίδιος διαπίστωσε ότι ο ενάγοντας παρουσίαζε έντονο μυϊκό σπασμό αυχένα, επώδυνη και μειωμένη κινητικότητα στο δεξιό αγκώνα και μετρίου βαθμού οίδημα στην περιοχή του αριστερού αστραγάλου και μεταταρσίου. Γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του εκτός μόνο των πιο κάτω σημείων. Ότι στο νοσοκομείο διαπίστωσαν δυσκαμψία αγκώνα και αστραγάλου και θλάση αυχένα. Και αυτό γιατί δεν αναφέρθηκε από που άντλησε την γνώση του αυτή, ενώ πουθενά στο Τεκμήριο 1 τέτοια ευρήματα δεν καταγράφονται. Δεν αποδέχομαι επίσης ότι ο ενάγοντας ήταν γνωστός ποδοσφαιριστής γιατί τέτοιοι ισχυρισμοί βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων θέσεων αυτού. Για τον ίδιο λόγο δεν αποδέχομαι ότι δύο μήνες μετά το ατύχημα ο ενάγοντας παρουσίαζε πρώτου βαθμού αστάθεια ποδοκνημικής. Δεν μπορώ να αποδεχθώ ακόμα τα όσα ανάφερε ο ιατρός ότι δηλαδή ο ενάγοντας υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία. Και αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά απλώς γιατί τα όσα προέβαλε επί του θέματος, είναι μόνα ότι του είπε ο ενάγοντας του οποίου η μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Δεν αποδέχομαι επίσης την πρόγνωση του γιατρού σε σχέση με την εξέλιξη της υγείας του ενάγοντα. Σύμφωνα με το γιατρό ο αυχένας μετά από έντονο σκύψιμο και βαριά οδήγηση ενδέχεται να παρουσιάζει κάποιες οξείες κρίσεις οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη χρήση κολάρου και φαρμακευτική αγωγή. Ο αστράγαλος με την αλλαγή των καιρικών συνθηκών και μετά από έντονη πεζοπορία, άθληση, βάδιση σε ανώμαλο έδαφος μπορεί να παρουσιάζει πόνο και οίδημα ανάλογα με τον βαθμό της κούρασης. Επίσης στην περίπτωση άθλησης θα πρέπει να τοποθετείται επίδεσμος στον αστράγαλο για σταθερότητα. Η απόρριψη της πρόγνωσης του αυτής γίνεται γιατί όπως διαφάνηκε με μαρτυρία που παρουσίασε ο ίδιος ο ενάγοντας με τη μαρτυρία του Μ.Ε.4, μετά το ατύχημα και για την περίοδο μέχρι και το τέλος του 2008, αρχές του 2009 ο ενάγοντας συμμετείχε στους αγώνες ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου της ομάδας και μέχρι το 2008, κατείχε δελτίο υγείας και μπορούσε να αγωνίζεται στην ομάδα. Συνεπώς με τη μαρτυρία που ο ίδιος ο ενάγοντας παρουσίασε στο Δικαστήριο αποδείχθηκε ότι παρά τους τραυματισμούς που ο ενάγοντας υπέστη η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε σε τέτοιο βαθμό που του επέτρεψε τη συμμετοχή του στους ποδοσφαιρικούς αγώνες. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η πρόγνωση αυτή έγινε πολλά χρόνια προηγουμένως, χωρίς όμως ο γιατρός να έχει την ευκαιρία να επανεξετάσει τον ενάγοντα, να δει την κατάσταση της υγείας του όπως αυτή είχε εξελιχθεί και να την επανεκτιμήσει για να μπορεί έτσι να έχει ολοκληρωμένη άποψη για το τι ακολούθησε. Εν πάση περιπτώσει η πρόγνωση του γιατρού είναι ότι όπως και ο ίδιος καταγράφει στο ιατρικό του πιστοποιητικό ο ενάγοντας «ενδέχεται να παρουσιάζει κάποιες οξείες κρίσεις» ενώ και στον αστράγαλο «μπορεί να παρουσιάζει πόνο και οίδημα ανάλογα με τον βαθμό της κούρασης». Αποδέχομαι όμως ότι ο ίδιος συνέστησε στον ενάγοντα να υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία καθώς και την άποψη που εξέφρασε σε σχέση με το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου (Τεκμήριο 1), ότι δηλαδή παρόλη τη γενικότητα του δεν είναι δυνατό ο ενάγοντας να κρατήθηκε στο νοσοκομείο για δύο μέρες, χωρίς να υπάρχουν στοιχεία που να επιβάλλουν την εκεί παραμονή του. Δέχομαι επίσης την άποψη που εξέφρασε ότι για να υποβάλουν τον ενάγοντα σε αξονική τομογραφία μετά τις ακτινολογικές εξετάσεις τα συμπτώματα πρέπει να ήταν σοβαρά και επίμονα. Και αυτό γιατί τα όσα επί των θεμάτων αυτών ανάφερε βασίζονται στις γνώσεις και στην μακρά εμπειρία του ως ιατρού. Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδόθηκε από την υπεράσπιση στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που είναι το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου που κατατέθηκε από τον ενάγοντα και του οποίου το περιεχόμενο δεν έγινε παραδεκτό ως προς την αλήθεια του όπως ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης προέβαλε στη γραπτή του αγόρευση αλλά αυτό απλώς κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Αποτελεί συνεπώς εξ' ακοής μαρτυρία η οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο. Στη μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να προσδοθεί καμία σημαντική βαρύτητα, λαμβανομένων υπόψη των πιο κάτω παραγόντων. Ο γιατρός που το εξέδωσε δεν κλήθηκε και δεν κατάθεσε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο για να εξηγήσει το περιεχόμενο του, αν είχε προσωπική γνώση για τα όσα κατέγραψε και αν όχι από που άντλησε τη γνώση για όσα καταγράφονται σε αυτό, έτσι ώστε να ελεχθεί η ακρίβεια του περιεχομένου του. Από τη στιγμή αυτή και αφού ο Δρ Ιωάννου που τον εξέτασε την επόμενη μέρα που ο ενάγοντας εξήλθε του νοσοκομείου κατέληξε σε διαφορετικά ευρήματα, θεωρώ ασφαλέστερο όπως μη προσδώσω βαρύτητα στο περιεχόμενο του σε σχέση με τους τραυματισμούς που υπέστη ο ενάγοντας. Περαιτέρω όμως και άλλα στοιχεία αποδυναμώνουν την βαρύτητα που θα μπορούσε να του αποδοθεί. Καταγράφεται ότι ο ενάγοντας εξετάσθηκε από ορθοπεδικό χωρίς όμως να αναφέρονται τα ευρήματα του. Περαιτέρω και σύμφωνα με το περιεχόμενο του ο ενάγοντας κρατήθηκε για νοσηλεία στο νοσοκομείο για δύο μέρες, χωρίς όμως και πάλι να καταγράφεται ο λόγος που κατέστησε αναγκαία την παραμονή του ενάγοντα στο νοσοκομείο από το οποίο μάλιστα εξήλθε με δική του πρωτοβουλία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το μόνο που μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 είναι ότι ο ενάγοντας παραπονιόταν κατά την παραμονή του στο νοσοκομείο για κεφαλαλγία, εξετάσθηκε από ορθοπεδικό, ενώ ακτινολογικός έλεγχος και αξονική τομογραφία στα οποία υποβλήθηκε ήταν κατά φύση και ότι αυτός κρατήθηκε για νοσηλεία στο νοσοκομείο για δύο μέρες και ότι εξήλθε του νοσοκομείου με δική του πρωτοβουλία. Η μαρτυρία του Δρ Μάρκαρη δεν γίνεται αποδεκτή για τους ακόλουθους λόγους. Κατ' αρχή γιατί αυτός εξέτασε τον ενάγοντα έξη ολόκληρα χρόνια μετά το ατύχημα και βεβαίως δεν ήταν στην καταλληλότερη θέση να εκφράσει άποψη για το τι αυτός είχε υποστεί κατά το ατύχημα, κάτι όμως που έπραξε χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό και χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη. Παρά την παρέλευση τόσου μακρού χρονικού διαστήματος δεν δίστασε να το πράξει και δεν περιορίστηκε να αναφερθεί μόνο στα όσα διαπίστωσε να αντιμετωπίζει ο ενάγοντας όταν ο ίδιος τον εξέτασε. Αντίθετα επέμενε να εκφράζει απόψεις με έντονο μάλιστα ύφος αμφισβητώντας κατά τρόπο απόλυτο σε κάποιες περιπτώσεις τους άλλους συναδέλφους του οι οποίοι πολύ πριν από τον ίδιο και αμέσως μετά το ατύχημα είχαν εξετάσει τον ενάγοντα. Στη μαρτυρία του ήταν διάχυτη η υπερβολή, στοιχείο που κλόνισε μαζί με όλα όσα άλλα πιο κάτω αναφέρονται την αξιοπιστία του. Όπως προαναφέρεται παρουσιάσθηκε να είναι υπεροπτικός έναντι των άλλων ιατρών, για τα πρόσωπα των οποίων μιλούσε σε κάποιες περιπτώσεις με τρόπο υποτιμητικό. Θα αναφέρω ενδεικτικά κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα. Προέβαλε ότι ο ενάγοντας τον επισκέφθηκε γιατί εξακολουθούσε να παρουσιάζει προβλήματα λέγοντας «όταν πονείται και πάτε σε διάφορους γιατρούς και διάφορα γιατροσόφια τότε ψάχνεστε». Σε ερώτηση που ακολούθησε ποιος έδωσε τα γιατροσόφια στον ενάγοντα δεν δίστασε καθόλου να απαντήσει λέγοντας «το νοσοκομείο και ο Σίμος ο Ιωάννου». Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του απάντησε αντεξεταζόμενος με έντονο και ειρωνικό ύφος, το οποίο βεβαίως δεν προκύπτει από τα στυγνά πρακτικά στον δικηγόρο του εναγομένου «Μόνο ότι πει ο Ηλίας ο Γεωργίου είναι σωστό». Αντεξεταζόμενος επί του ιατρικού πιστοποιητικού το οποίο ετοίμασε (Τεκμήριο 3), απάντησε κατά λέξη «Να ρωτήσετε τον κύριο Κάκα εις τον οποίο αναφέρεστε ότι είναι αξιόπιστο το πιστοποιητικό του νοσοκομείου ο οποίος για μια τέτοια υπόθεση έγραψε έξη γραμμές. .». Μειωτικός επίσης ήταν ο τρόπος του έναντι του Δρ Ιωάννου όταν διαφώνησε με την επιλογή του τελευταίου να μην χορηγήσει στον ενάγοντα άδεια ασθενείας, καταλήγοντας σε απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος ότι « .... αυτό δεν είναι σοβαρή τοποθέτηση». Με ειρωνικό τρόπο δεν δίστασε να απαντήσει και στον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης κατά το στάδιο της αντεξέτασης σε υποβολή που του έγινε λέγοντας του συγκεκριμένα ότι «εφόσον είστε γιατρός ξέρετε καλύτερα». Περαιτέρω αρνητική εντύπωση μου δημιουργήθηκε γιατί ενώ ετοίμασε ιατρικό πιστοποιητικό για την κατάσταση του ενάγοντα (Τεκμήριο 3), στην προφορική του ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία πρόσθεσε και άλλες σωματικές βλάβες τις οποίες όμως δεν κατέγραψε στο πιστοποιητικό. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν ισχυρίσθηκε ότι διαπίστωσε ότι ο ενάγοντας «παρουσίαζε εξωτερική αστάθεια της ποδοκνημικής άρθρωσης με όλα τα συνεπεκάλουθα», την οποία όμως δεν καταγράφει στο Τεκμήριο 3, κάτι που θεωρώ ότι θα ήταν όχι μόνο εύλογα αναμενόμενο αλλά και επιβεβλημένο. Και αυτό παρά το ότι στο πιστοποιητικό του, αναφέρεται στην ποδοκνημική άρθρωση καταγράφοντας ως εύρημα, «κάκωση των οστών και συνδέσμων της αριστερής ποδοκνημικής», καθώς και ότι ο ενάγοντας παραπονείτο για πόνο στην αριστερή ποδοκνημική μετά από βάδιση σε ανώμαλο έδαφος και κατά την χρήση σκαλοπατιών. Ενώ αναφέρεται δηλαδή στην ποδοκνημική άρθρωση δεν καταγράφει ότι σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του παρουσίαζε και εξωτερική αστάθεια. Πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι στο πιστοποιητικό του καταγράφει την ύπαρξη συμπτωμάτων αστάθειας, στην αυχενική όμως μοίρα της σπονδυλικής στήλης. Εάν λοιπόν υπήρχε αστάθεια και στην ποδοκνημική άρθρωση γιατί δεν την κατέγραψε; Θα πρέπει ακόμα να λεχθεί ότι καταθέτοντας ενόρκως υποστήριξε ότι ο ενάγοντας είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση και ρήξη συνδέσμων ποδοκνημικής, σωματικές βλάβες που όπως και η αστάθεια δεν δικογραφούνται και συνεπώς η μαρτυρία αυτή θα έπρεπε ακόμα και στην περίπτωση που ο μάρτυρας αυτός γινόταν πιστευτός να αγνοηθεί. Σημαντικό επίσης είναι να λεχθεί ότι ο ίδιος ο ενάγοντας όχι μόνο δεν υποστήριξε ότι υπέστη κρανιογκεφαλική κάκωση, αλλά αντεξεταζόμενος είπε κατά λέξη «εγκεφαλική διάσειση και κρανιοεγκεφαλική κάκωση δεν έπαθα». Για κάποια ζητήματα προχωρούσε και έδιδε δικές του ερμηνείες χωρίς όμως να τις βασίζει σε στέρεο υπόβαθρο. Βασιζόμενος π.χ. στο γεγονός ότι το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου (Τεκμήριο 1) το εξέδωσε ο Δρ Κάκας ο οποίος σύμφωνα με το πιστοποιητικό αυτό είναι γενικός χειρούργος, ο μάρτυρας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγοντας είχε υποστεί κατά το ατύχημα κρανιοεγκεφαλική κάκωση και για το λόγο αυτό είχε νοσηλευθεί στο χειρουργικό τμήμα του νοσοκομείου Λεμεσού. Και αυτό παρά το ότι στο ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου δεν καταγράφεται ότι ο ενάγοντας παρουσίαζε αυτή την σωματική βλάβη (πέραν του ότι αυτή δεν είναι δικογραφημένη). Άλλη τέτοια περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία ανάφερε ότι η αξονική τομογραφία που ο Δρ Κάκας καταγράφει στο Τεκμήριο 1 ότι έγινε στον ενάγοντα, ήταν αξονική τομογραφία εγκεφάλου γιατί σύμφωνα με τα όσα προέβαλε η αυχενική μοίρα δεν είναι στην αρμοδιότητα του Δρ Κάκα. Και αυτό παρά το ότι σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του προέβαλε ότι ο ενάγοντας δεν υποβλήθηκε σε τέτοια αξονική τομογραφία γιατί το μηχάνημα ήταν χαλασμένο για το λόγο μάλιστα αυτό ό ίδιος συνέστησε στον ενάγοντα να υποβληθεί σε αξονική τομογραφία. Τέτοια δικά του συμπεράσματα εξήγαγε και σε θέματα που δεν άπτονταν της ιατρικής του γνώσης, όπως π.χ., για τον τρόπο που έγινε το τροχαίο ατύχημα. Περιγράφοντας τον τρόπο που έγινε η σύγκρουση είπε « . του έκοψαν το δρόμο, άρα είχε μια μετωπική σύγκρουση ο ασθενής με τη μοτοσυκλέττα και εκσφενδονίστηκε στο γυαλί του αυτοκινήτου και βρέθηκε στην απέναντι πλευρά του αυτοκινήτου». Πέρα από τα πιο πάνω, εξέφρασε και διάφορες άλλες απόψεις οι οποίες όμως δεν διαφάνηκε να στηρίζονται σε στέρεα δεδομένα. Τέτοιες περιπτώσεις παρατηρούνται όταν εξέφραζε άποψη για φυσιοθεραπείες στις οποίες όπως υποστήριξε υποβλήθηκε ο ενάγοντας. Ισχυρίσθηκε αρχικά ότι όπως ο ενάγοντας του είχε αναφέρει, είχε υποβληθεί σε φυσιοθεραπεία πολλές φορές. Όταν ρωτήθηκε πόσες συγκεκριμένα απάντησε ότι δεν τις μέτρησε. Ακολούθως, ερωτώμενος αν μόνο ο ίδιος δεν τις μέτρησε ή και ο ενάγοντας, απάντησε ότι κανένας από τους δύο δεν το έπραξε. Ενώ επέμενε ότι έλαβε το ιστορικό από τον ίδιο τον ενάγοντα δεν ήταν σταθερός επί διαφόρων θεμάτων που ερωτάτο ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Όταν ανάφερε ότι ο ενάγοντας και σύμφωνα με τα όσα ο τελευταίος του είχε αναφέρει είχε υποβληθεί σε διάφορες θεραπείες, όπως φυσιοθεραπεία, χρήση ελαστικών επιδέσμων για την ποδοκνημική όπως και τοπικά επιθέματα, σε ερώτηση ποιος του συνέστησε τη θεραπεία αυτή απάντησε κατά λέξη «φαντάζομαι ο Σίμος ο Ιωάννου». Σε ερώτηση που ακολούθησε αν ο ενάγοντας ακολούθησε τη θεραπεία αυτή τα προηγούμενα 6 χρόνια, απάντησε και πάλι «φαντάζομαι ναι». Ερωτώμενος αμέσως στη συνέχεια εάν αυτά που είχε αναφέρει ήταν υποθέσεις απάντησε θετικά, λέγοντας «Ναι, διότι συνέχιζε να παρουσιάζει τακτικά προβλήματα». Σε άλλη ερώτηση εάν ο Δρ Ιωάννου αναφέρθηκε σε θλαστικό τραύμα απάντησε και πάλι «φαντάζομαι ναι», δεχόμενος στη συνέχεια ότι ο Δρ Ιωάννου δεν καταγράφει στο πιστοποιητικό του τέτοια σωματική βλάβη. Όλες αυτές οι απαντήσεις του μάρτυρα δημιουργούν το ερώτημα ποια ήταν τα δεδομένα στα οποία βασίσθηκε για να μπορέσει να σχηματίσει τις απόψεις που εξέφρασε στο Δικαστήριο τόσα χρόνια μετά το ατύχημα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω. Για την υπεράσπιση κλήθηκε και κατάθεσε ο Δρ Ηλίας Γεωργίου του οποίου η μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους ακόλουθους λόγους. Αυτός εξέτασε τον ενάγοντα είκοσι μήνες μετά το ατύχημα και συγκεκριμένα στις 19/5/2008 και συνεπώς δεν ήταν στην καλύτερη θέση να διαπιστώσει τι πράγματι αυτός είχε υποστεί. Όπως και ο ίδιος ανάφερε τόσο στην κύρια εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση, κατέληξε στα ευρήματα του, στηριζόμενος στα όσα ο ίδιος ο ενάγοντας του ανάφερε, στο ιστορικό του όπως αυτό καταγράφεται στα ιατρικά πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από το νοσοκομείο και το Δρ Ιωάννου (Τεκμήρια 1 και 3). Συνεπώς η βάση που χρησιμοποίησε δεν ήταν άμεση αφού δεν εξέτασε τον ενάγοντα αμέσως μετά το ατύχημα αλλά πολύ καιρό αργότερα, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι από αυτήν μπορούσαν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Ήταν συνεπώς ο Δρ Ιωάννου σε καλύτερη θέση από τον Δρ Γεωργίου να διαπιστώσει τους τραυματισμούς που υπέστη ο ενάγοντας κάτι που δέχθηκε και ο ίδιος ο Δρ Γεωργίου αντεξεταζόμενος επί του διαστρέμματος της ποδοκνημικής. Ο γιατρός αυτός μαρτύρησε περισσότερο επί θεωρητικής βάσης και όχι επί των συγκεκριμένων γεγονότων της υπόθεσης. Ανέπτυξε π.χ. και εξήγησε τι συνιστά διάστρεμμα, τους βαθμούς που αυτό μπορεί να παρουσιάζει, ποια η θεραπεία διαστρέμματος 3ου βαθμού κ.λ.π.. Για να κλονίσει τα ευρήματα του Δρ Ιωάννου και να μειώσει τη σοβαρότητα των τραυματισμών και ειδικότερα αυτού στον αυχένα υποστήριξε ότι αν ο γιατρός αυτός θεωρούσε σοβαρό το διάστρεμμα του αυχένα τότε θα υπέβαλλε τον ενάγοντα σε ακτινολογικό έλεγχο και στη συνέχεια σε αξονική τομογραφία. Όμως η θέση αυτή του Δρ Γεωργίου παραγνωρίζει το γεγονός ότι ο ενάγοντας πριν επισκεφθεί τον ιατρό Δρ Ιωάννου είχε υποβληθεί σε τέτοιες εξετάσεις στο νοσοκομείο, τα αποτελέσματα των οποίων ήταν κατά φύση. Ο ίδιος ο ενάγοντας κατάθεσε ως πρώτος μάρτυρας στη διαδικασία. Η μαρτυρία του, χαρακτηριζόταν από υπερβολή, στοιχείο που ήταν διάχυτο στα λεγόμενα του και που αποσκοπούσε στην εξασφάλιση όσο το δυνατό μεγαλύτερου ποσού αποζημιώσεων. Χαρακτηριστική της υπερβολής αυτής, είναι απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος λέγοντας «Εγώ είπα ότι δεν μπορώ να εργαστώ; Μπορώ να κάνω οτιδήποτε. Και παράλυτος μπορεί να μείνω όμως». Αυτή και μόνο η απάντηση του, δείχνει το μέγεθος της υπερβολής του αφού κανένας από τους ιατρούς που κλήθηκαν και κατέθεσαν εκ μέρους του δεν υποστήριξαν, ούτε καν ανάφεραν ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε έστω και ως απομακρυσμένη πιθανότητα να επέλθει. Δείγμα της υπερβολής του ενάγοντα είναι και τα όσα ανάφερε σχετικά με ερασιτεχνική ενασχόληση του με το ποδόσφαιρο, αφού προσπάθεια εισαγωγής μαρτυρίας για τέτοια επαγγελματική ενασχόληση, απορρίφθηκε καθότι κρίθηκε ότι βρισκόταν εκτός των δικογραφημένων του θέσεων. Ενώ ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι μετά το ατύχημα δεν μπορεί να ασχοληθεί ερασιτεχνικά με το ποδόσφαιρο, ο Μ.Ε.4 ο οποίος κλήθηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα και του οποίου η μαρτυρία γίνεται για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας πλήρως αποδεκτή, ανάφερε ότι ο ενάγοντας σταμάτησε να συμμετέχει στους αγώνες ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου πολύ μετά το ατύχημα που επισυνέβη στις 4/10/2006 και συγκεκριμένα περί το τέλος του 2008, αρχές του
- Ακόμα ένα δείγμα της υπερβολής του είναι ότι ενώ ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι δεν μπορούσε να εργαστεί για μεγάλο μάλιστα χρονικό διάστημα μετά το ατύχημα, ο θεράπων ιατρός του που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Δρ Ιωάννου δεν έκρινε αναγκαίο να του χορηγήσει ούτε αναρρωτική άδεια. Στην προσπάθεια του να μεγιστοποιήσει τα προβλήματα που παρουσίαζε και να παρουσιάσει πιο έντονη την ανάγκη για συχνές επισκέψεις στο γιατρό, ανάφερε ότι μετά το ατύχημα επισκεπτόταν τον Δρ Σ. Ιωάννου πολύ συχνά. Όπως είπε «στην αρχή, για δύο μήνες, πήγαινα συστηματικά δύο με τρεις φορές τη βδομάδα μέχρι τον Δεκέμβριο του 2006 και μετά μία φορά τη βδομάδα ή δύο φορές τη βδομάδα πήγαινα για τέσσερεις μήνες», προσδιορίζοντας στη συνέχεια ότι για περίοδο δύο μηνών επισκέφθηκε τον γιατρό είκοσι φορές περίπου. Όμως όπως ο ίδιος ο γιατρός ανάφερε ο ενάγοντας μέχρι τις 4/12/2006, τον επισκέφθηκε μόνο έξη φορές και μετά την έκδοση του πιστοποιητικού μία με δύο φορές. Ενώ ο ενάγοντας αναφέρει στο Τεκμήριο Α ότι επισκέφθηκε τον γιατρό Μάρκαρη γιατί δεν μπορούσε να εργαστεί ως συλλέκτης παλιοσιδέρων, ο ίδιος ο γιατρός καταγράφει στο ιατρική έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 3) ότι ο ενάγοντας παρουσίαζε δυσκολίες στην εκτέλεση της εργασίας του ως κηπουρός. Ο ενάγοντας αντεξεταζόμενος είπε ότι όπως «νόμιζε» ο Δρ Σ. Ιωάννου του χορήγησε αναρρωτική άδεια για ένα μήνα, ισχυρισμό που δεν προέβαλε στην κυρίως εξέταση του. Θεωρώ όμως ότι εάν πράγματι του είχε χορηγηθεί τέτοια αναρρωτική άδεια θα έπρεπε να ξέρει πολύ καλά τι είχε συμβεί, να θυμάται και να είναι βέβαιος αφού αυτό είναι ένα σημαντικό γεγονός που έχει άμεση σχέση με τους τραυματισμούς που υπέστη, τον πόνο και την ταλαιπωρία του. Άξιο επίσης είναι να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Δρ Σ. Ιωάννου είπε ρητά ότι δεν του χορήγησε τέτοια άδεια, στοιχείο μάλιστα που σχολιάσθηκε αρνητικά από το Δρ Μάρκαρη. Ενώ ο Δρ Σ. Ιωάννου ανάφερε ότι κανένα απολύτως πρόβλημα δεν παρέμεινε στον αγκώνα του ενάγοντα, ο ίδιος αναφέροντας τα μέρη του σώματος του στα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του νοιώθει πόνους, συμπεριέλαβε και το χέρι του. Είπε συγκεκριμένα «πονώ το πόδι μου, τον αυχένα μου, το χέρι μου». Απορίες αλλά και ερωτηματικά δημιουργούνται από κάποιους ισχυρισμούς που προέβαλε. Τέτοια περίπτωση ήταν όταν ισχυρίσθηκε ότι σταμάτησε να εργάζεται ως μπογιατζής και ως κηπουρός γιατί ένοιωθε πόνους και είχε προβλήματα. Ο ισχυρισμός του αυτός δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά και απορίες αφού θεωρώ ότι δεν είναι λογικό και αναμενόμενο ένας νέος άνθρωπος να μην μπορεί να ασκήσει το επάγγελμα του λόγω προβλημάτων υγείας, αλλά να μην επισκέπτεται ιατρό για να ζητήσει βοήθεια και αυτό να το πράττει λίγο μόνο χρόνο πριν την ακροαματική διαδικασία, όπως συνέβηκε στην παρούσα περίπτωση όταν ο ενάγοντας επισκέφθηκε το Δρ Μάρκαρη. Άλλη τέτοια περίπτωση παρουσιάζεται σε σχέση με τον ισχυρισμό του που εκτίθεται στο Τεκμήριο Α ότι ένας από τους λόγους που άλλαξε δικηγόρο ήταν γιατί ο προηγούμενος δικηγόρος που τον εκπροσωπούσε δεν «ζήτησε», προφανώς δεν συμπεριέλαβε ως αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης το ποσό των Λ.Κ.600= ως έξοδα φυσιοθεραπείας αλλά μόνο το ποσό των Λ.Κ.75=. Αντεξεταζόμενος επί του ισχυρισμού του αυτού, ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος αυτός ήταν ο πιο σοβαρός για την παύση του προηγούμενου του δικηγόρου. Όμως τα πιο πάνω, σε συνάρτηση με την παράλειψη του να προσκομίσει επαρκή μαρτυρία για απόδειξη των εξόδων φυσιοθεραπείας, δημιουργεί εύλογες κατά την κρίση μου απορίες. Γιατί πως είναι δυνατό να έχει παύσει το δικηγόρο του, κυρίως για το λόγο αυτό, αλλά από την άλλη να μην προσπαθεί να αποδείξει με επάρκεια το ποσό αυτό και να μην προσκομίζει καμία απολύτως απόδειξη ή άλλη μαρτυρία εκτός της δικής του για να αποδείξει ότι πράγματι υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία και το αξιούμενο αυτό κονδύλι; Περαιτέρω απορίες δημιουργούνται και από το γεγονός ότι παρά το ότι μετά την αλλαγή του δικηγόρου του και παρόλο που έγινε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, εν τούτοις δεν ζητήθηκε τροποποίηση ώστε το ποσό αυτό να συμπεριληφθεί στο ποσό των αξιούμενων εξόδων για φυσιοθεραπεία. Γιατί αυτό δεν έγινε αφού ήταν τόσο σημαντικό για τον ενάγοντα; Να σημειωθεί περαιτέρω ότι τα όσα ο ενάγοντας προέβαλε σε σχέση με τη φυσιοθεραπεία στην οποία όπως ισχυρίζεται υποβλήθηκε ήταν εντελώς γενικά και αόριστα. Και αυτό γιατί εκτός του ότι καμία απόδειξη δεν παρουσίασε για απόδειξη του ποσού που αξιώνει για τις φυσιοθεραπείες, ούτε καν ανάφερε το όνομα του φυσιοθεραπευτή, ούτε έδωσε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς του αυτούς. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η εξήγηση που έδωσε σε σχέση με τις αποδείξεις λέγοντας ότι αυτές τις κρατούσε ο προηγούμενος του δικηγόρος και ότι αυτές «εξαφανίσθηκαν», ενόψει μάλιστα και της απάντησης που έδωσε λέγοντας ότι «στον φυσιοθεραπευτή που πήγαινα δεν πήγα να του ζητήσω αντίγραφο απόδειξης», κάτι που δεν αναφέρθηκε να ήταν είτε δύσκολο, είτε αδύνατο να γίνει. Ενδεικτικό είναι ότι δεν κάλεσε τον φυσιοθεραπευτή ως μάρτυρα στη διαδικασία. Ερωτηματικά επίσης προκαλούν οι ισχυρισμοί του ότι παρόλο που όπως ισχυρίσθηκε εργάσθηκε σε διάφορες εργασίες, αρχικά στην εταιρεία Bonanza ως πωλητής, στη συνέχεια ως κηπουρός και μπογιατζής και στη συνέχεια ως ιδιοκτήτης επιχείρησης pub, εν τούτοις ουδέποτε κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις, ούτε ως εργοδοτούμενος, ούτε ως εργοδότης ακόμα και για τους υπαλλήλους του όταν διατηρούσε την επιχείρηση pub. Κάποιες αντιφάσεις που εντοπίζονται στη μαρτυρία του ενέτειναν τη μη θετική εντύπωση που σχημάτισα για τον ενάγοντα. Αντίφαση παρατηρείται να υπάρχει σε σχέση με τους λόγους που δεν επέστρεψε στην εργασία του στην εταιρεία Bonanza η οποία είναι εταιρεία που ελέγχεται από τον αδελφό του ενάγοντα Ιωάννη Κωνσταντίνου (Μ.Ε.5). Σε σχέση με το λόγο αυτό ο ενάγοντας δεν ήταν σταθερός αλλά ανάφερε τρεις διαφορετικές εκδοχές. Στη γραπτή δήλωση που ετοίμασε και κατάθεσε ως Τεκμήριο Α ως μέρος της κύριας του εξέτασης προέβαλε ότι ο εργοδότης του δεν αποδέχθηκε να συνεχίσει να εργάζεται στην εταιρεία του. Αντεξεταζόμενος όμως ισχυρίσθηκε ότι εργάστηκε για δύο βδομάδες αλλά επειδή δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει εγκατέλειψε την εργασία του. Παρά τα πιο πάνω σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίσθηκε ότι τσακώθηκαν με τον αδελφό του για τη μοτοσυκλέτα και γι' αυτό έφυγε από την εταιρεία. Στο Τεκμήριο Α αναφέρει ότι όταν προσπάθησε να εργαστεί ως συλλέκτης παλιοσιδέρων ένοιωθε πόνο και παρουσίαζε πρήξιμο στον αριστερό αστράγαλο και γι' αυτό αναγκαζόταν να χρησιμοποιεί ειδικό επίδεσμο. Είπε επίσης ότι συνέχιζε να έχει πόνους στον αυχένα και επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί επισκέφθηκε το Δρ Μάρκαρη. Αντεξεταζόμενος όμως ισχυρίσθηκε ότι επισκέφθηκε το Δρ Μάρκαρη μόνο όταν πέρυσι άρχισε να έχει πονοκεφάλους γιατί πριν και ενόσω εργαζόταν σε μια pub δεν παρουσίαζε προβλήματα. Πέραν όλων των πιο πάνω θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η γενικότερη στάση και συμπεριφορά του ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και η οποία δεν προκύπτει από τα στυγνά πρακτικά δεν μου επέτρεψαν να σχηματίσω γι' αυτόν καλή και θετική εντύπωση αφού σε πολλές περιπτώσεις ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης μιλούσε σε έντονο και μερικές φορές εριστικό τρόπο. Δεν δίστασε να μιλήσει με τρόπο απρεπή τόσο για τους γιατρούς του νοσοκομείου όσο και για το Δρ Ηλία Γεωργίου για τους οποίους σε απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενος αν τους θεωρεί όλους «άχρηστους» απάντησε θετικά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους σχημάτισα αρνητική εντύπωση για τον ενάγοντα ως μάρτυρα της αλήθειας και δεν αισθάνομαι καθόλου ασφαλής να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Γι' αυτό και την απορρίπτω εκτός μόνο ότι ενεπλάκη στο τροχαίο αυτό ατύχημα από το οποίο υπέστη τραυματισμούς καθώς και του μέρους εκείνου που συνάδει με τη μαρτυρία του Δρ Σ. Ιωάννου και την οποία έχω ήδη αποδεχθεί για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Ως Μ.Ε. 4 κατάθεσε ο Κωνσταντίνος Νεοκλέους, δικηγόρος από τη Λεμεσό και πρόεδρος του σωματείου Σωκράτης & Πανίκος Ζακακίου το οποίο διαθέτει ερασιτεχνική ποδοσφαιρική ομάδα η οποία στελεχώνεται από ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές και αγωνίζεται στο αγροτικό ποδόσφαιρο στην οποία ο ενάγοντας είχε δελτίο ως ποδοσφαιριστής από τις 14/10/2001 μέχρι το
- Ο μάρτυρας αυτός και παρά το ότι σαφέστατα δήλωσε ότι συνδέεται φιλικά με την οικογένεια του ενάγοντα ως συγχωριανοί που είναι, μαρτύρησε με θετικότητα, σταθερότητα και ειλικρίνεια χωρίς σε καμία στιγμή να διακρίνω ότι η σχέση αυτή που διατηρεί με την οικογένεια του ενάγοντα ή οτιδήποτε άλλο επέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο στη μαρτυρία του, γι' αυτό και την αποδέχομαι πλήρως. Σε σχέση με τη ζημιά που υπέστη η μοτοσυκλέττα, αντικρουόμενες ήταν οι θέσεις των διαδίκων. Από τη μια οι ενάγοντες οι οποίοι υποστήριξαν ότι αυτή καταστράφηκε ολοσχερώς και από την άλλη η πλευρά της εναγόμενης η οποία απέρριψε τη θέση αυτή υποστηρίζοντας ότι η ζημιά που υπέστη η μοτοσυκλέτα μπορούσε να επιδιορθωθεί και ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ. 2.300= ή το αντίστοιχο σε Ε3.928.78=. Η αντίστοιχη μαρτυρία προωθήθηκε με τις μαρτυρίες των Ιωάννη Κωνσταντίνου, Ηρόδοτου Σάββα, Νίκου Μαρκουλή, Παντελή Σεριέ, Κωνσταντίνου Χ΄ Κώστα (Μ.Ε.5-9) και Δάφνη Γεωργίου (Μ.Υ.2). Από το σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των αντικρουόμενων εκδοχών επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη τη μαρτυρία του Δάφνη Γεωργίου (Μ.Υ.2) για τους λόγους που θα διαφανούν αμέσως στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του καθενός ξεχωριστά. Κατ' αρχήν η μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες δεν ήταν ομοιόμορφη και σταθερή αλλά αντίθετα σε αυτήν παρατηρούνται πολλές αντιφάσεις σε σημαντικά ζητήματα, στοιχείο που καταδεικνύει την έλλειψη γνησιότητας στην υπόθεση τους. Μερικές τέτοιες αντιφάσεις είναι οι ακόλουθες. Ενώ ο Μ.Ε.5 τόσο στο Τεκμήριο Β που αποτελεί τη γραπτή του δήλωση όσο και προφορικά προέβαλε ότι η μοτοσυκλέτα μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε αρχικά στα γραφεία της εταιρείας Bonantza όπου την ήλεγξε ο εκτιμητής Δάφνης Γεωργίου (Μ.Υ.2) ο οποίος έβγαλε και κάποιες φωτογραφίες που ο μάρτυρας αυτός κατάθεσε ως Τεκμήριο 11, ο Μ.Ε. 8 επέμενε ότι οι φωτογραφίες αυτές λήφθηκαν στο δικό του συνεργείο. Αναφέρει ο Μ.Ε.5 στο Τεκμήριο Β, ότι η μοτοσυκλέτα αποσυναρμολογήθηκε και παρέμεινε στο συνεργείο των Ηρόδοτου και Παντελή (Μ.Ε. 6 και 8) για 4 μήνες για να μεταβεί εκεί ο Μ.Υ.2 και να ολοκληρώσει την εκτίμηση του κάτι όμως που δεν έγινε αφού ο Μ.Υ.2 δεν επισκέφθηκε το συνεργείο τους. Σε αντίθεση όμως με τους ισχυρισμούς αυτούς ο Μ.Ε.8, ισχυρίσθηκε ότι ο Μ.Υ.2 επισκέφθηκε το συνεργείο τους, είδε τη μοτοσυκλέτα αλλά επειδή η ζημιά ήταν τόσο μεγάλη, ούτε καν του ζήτησε να την αποσυναρμολογήσει. Ένα άλλο σημείο στο οποίο υπάρχει αντίφαση είναι σε σχέση με την ανάγκη για αποσυναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας. Ενώ ο Μ.Ε.7 είπε ότι δεν ήταν αναγκαία η αποσυναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας για να διαπιστωθούν οι ζημιές της, ο Μ.Ε.5 ο οποίος όπως ανάφερε είναι χρόνια μοτοσυκλετιστής και γνωρίζει πολύ καλά για μοτοσυκλέτες είπε αντεξεταζόμενος ότι «... τις εσωτερικές ζημιές δεν τις κατέγραψαν και οι εσωτερικές για να φαίνονταν έπρεπε η μοτόρα να ξηλωθεί». Αντίφαση παρατηρείται και ως προς το εάν έγινε τελικά ή όχι αποσυναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας. Αυτό υποστήριξε ο Μ.Ε. 5 σε αντίθεση με τον Μ.Ε. 8 ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι «ο εκτιμητής από την ασφάλεια» πήγε και είδε τη μοτοσυκλέτα αλλά επειδή είχε τόση πολλή ζημιά ούτε καν του ζήτησε να την ξηλώσει. Επί του σημείου δε αυτού ο Μ.Ε.6 υπήρξε ασαφής όπως πιο κάτω αναφέρεται κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας. Τέλος ο Μ.Ε.7 που είναι ο εκτιμητής που προέβη σε εκτίμηση της ζημιάς της μοτοσυκλέτας εκ μέρους των εναγόντων δέχθηκε ότι έκαμε την εκτίμηση του χωρίς να την αποσυναρμολογήσει. Εκτός των πιο πάνω και άλλα περαιτέρω στοιχεία στη μαρτυρία του καθενός των μαρτύρων των εναγόντων κλονίζουν την αξιοπιστία τους. Ο Μ.Ε.5 δεν με έπεισε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει την αλήθεια. Αντίθετα σχημάτισα την άποψη ότι και αυτός είχε ως μοναδικό στόχο την εξασφάλιση όσο το δυνατό μεγαλύτερου ποσού αποζημιώσεων για τη μοτοσυκλέτα και για επίτευξη του σκοπού του αυτού δεν είχε ενδοιασμούς να παραποιήσει ή να αλλοιώσει την αλήθεια. Ο μάρτυρας αυτός δεν ήταν σταθερός στη μαρτυρία του. Στο τεκμήριο Β αναφέρει ότι τελικά και μετά την παράλειψη του Μ.Υ.2 να προχωρήσει σε εκτίμηση της ζημιάς της μοτοσυκλέτας την πούλησε για Λ.Κ.300=. Στην κυρίως εξέταση όμως είπε ότι την πούλησε για εξαρτήματα γύρω στις Λ.Κ. 400= με 500=. Στην αντεξέταση δε, επανέλαβε ότι την πώλησε για Λ.Κ.300= ενώ στη συνέχεια διαφάνηκε ότι δεν ήταν απόλυτα βέβαιος καθώς δεν μπορούσε όπως είπε να θυμηθεί μετά την πάροδο τόσων χρόνων. Ένα στοιχείο που δεικνύει την υπερβολή του στην προσπάθεια του να εξασφαλίσει το μεγαλύτερο δυνατό ποσό αποζημίωσης είναι τα όσα προέβαλε σε σχέση με τα χρήματα που κατέβαλε για αγορά της μοτοσυκλέτας. Ενώ έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η αξία της μοτοσυκλέττας κατά το χρόνο της αγοράς της ήταν Λ.Κ.4.500=, ο μάρτυρας ισχυρίσθηκε ότι την αγόρασε Λ.Κ.4.800=, διορθώνοντας στη συνέχεια ότι ήταν μεταξύ Λ.Κ.4.500 με 4.700=, προσθέτοντας ακόμα ότι είχε δώσει και άλλη μοτοσυκλέτα έναντι του τιμήματος, η οποία όμως αξίζει να σημειωθεί δεν εμφαίνεται στο τιμολόγιο που εκδόθηκε για την αγορά της μοτοσυκλέτας (Τεκμήριο 9). Άλλο ενδεικτικό επίσης στοιχείο του τρόπου που μαρτύρησε είναι ότι ενώ ο Μ.Ε.7 είπε ότι η αξία της μοτοσυκλέτας πριν το ατύχημα ήταν Λ.Κ.4.500= και μετά από αυτό Λ.Κ.500=, ενώ και ο ίδιος ο μάρτυρας αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο Β) ότι οι ενάγοντες πώλησαν τη μοτοσυκλέτα και εισέπραξαν το ποσό των Λ.Κ.300=, εν τούτοις απαιτεί όπως είπε ολόκληρο το ποσό που είχε αξία η μοτοσυκλέτα δηλαδή αυτό των Λ.Κ. 4.500= χωρίς να αφαιρέσει δηλαδή το ποσό που δέχθηκε ότι εισέπραξε από την πώληση της. Ενδεικτικό επίσης του τρόπου με τον οποίο μαρτύρησε είναι η αρνητική απάντηση που έδωσε σε υποβολή που του έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης για επικοινωνίες που είχε ο Μ.Υ.2 μαζί με κάποιο Κώστα, ιδιοκτήτη του γκαράζ στο οποίο αρχικά μεταφέρθηκε η επίδικη μοτοσυκλέτα. Με την απάντηση του αρνήθηκε κατηγορηματικά την υποβολή που του έγινε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης για το τι ήταν αυτό που είχε διαμοιφθεί μεταξύ τους, κάτι που θεωρώ ότι δεν θα έπρεπε να πράξει αφού επρόκειτο για συνομιλίες και συνεννοήσεις που έγιναν μεταξύ τρίτων προσώπων χωρίς ο ίδιος να έχει καμία απολύτως εμπλοκή και άμεση γνώση για το τι είχε συζητηθεί. Ισχυρίσθηκε ακόμα στο Τεκμήριο Β ότι η εταιρεία για 10 μέρες και μέχρι να αγοράσει άλλη μοτοσυκλέτα για την διεκπεραίωση των εργασιών της, πλήρωνε Λ.Κ.15= ημερησίως και για αυτό αξιώνει ποσό Λ.Κ.150=. Παρέλειψε όμως να αναφέρει για ποιο σκοπό πλήρωνε το ποσό αυτό, σε ποιον κ.λ.π. ενώ παρέλειψε περαιτέρω να προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη για την καταβολή τέτοιου ποσού. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση εάν έχει αποδείξεις για πληρωμή του ποσού αυτού, απάντησε ότι δεν γνωρίζει γιατί πρόκειται για παλιά υπόθεση. Παρόμοια απάντηση έδωσε και όταν ρωτήθηκε εάν κατέχει απόδειξη για άλλο αξιούμενο ποσό, αυτό των Λ.Κ.50= και την οποία δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο παρόλο που όπως ο ίδιος ανάφερε πρέπει να υπάρχει απόδειξη αφού ποτέ δεν δίδει χρήματα χωρίς να λάβει σχετική απόδειξη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω. Ως Μ.Ε.6 και 8 μαρτύρησαν ο Ηρόδοτος Σάββα και ο Παντελής Σεριέ οι οποίοι διατηρούν συνεργείο μοτοσυκλετών. Αυτοί ισχυρίσθηκαν ότι είδαν την επίδικη μοτοσυκλέτα η οποία σε κάποιο στάδιο μεταφέρθηκε στο συνεργείο τους. Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξετασθεί είναι κατά πόσον τα δύο αυτά πρόσωπα πρέπει να θεωρηθούν εμπειρογνώμονες εκτιμητές και η μαρτυρία τους να αξιολογηθεί ανάλογα και σύμφωνα με τις αρχές που καθορίσθηκαν στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους πιο πάνω. Ο Μ.Ε.6 σπούδασε όπως είπε μηχανολογία και παρακολούθησε κάποιο «course» σχετικό με εκτιμήσεις. Ασχολείται με μοτοσυκλέττες εδώ και οκτώ περίπου χρόνια. Θυμόταν τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα η οποία μεταφέρθηκε στο συνεργείο τους και ήταν όπως ανάφερε καταστραμμένη ολοσχερώς. Σε αρχικό στάδιο της κύριας του εξέτασης και ερωτώμενος εάν είναι εκτιμητής απάντησε θετικά. Σε κατοπινό στάδιο και σχολιάζοντας την έκθεση γεγονότων που ετοίμασε ο Μ.Υ.2 (Τεκμήριο 18), είπε προς το τέλος της κύριας του εξέτασης «δεν είμαι ειδικός στην εκτίμηση, δεν είμαι εκτιμητής απλώς έχω τη δυνατότητα να εκτιμώ. Πιστεύω ότι είναι πολύ λάθος ο κύριος». Αντεξεταζόμενος δε, επανέλαβε και πάλι ότι δεν είναι εκτιμητής. Εφόσον λοιπόν αφού ακόμα και ο ίδιος δεν θεωρεί τον εαυτό του εκτιμητή αφού απλώς παρακολούθησε κάποιο «course» για το οποίο δεν έδωσε καμία απολύτως λεπτομέρεια τι δηλαδή μαθήματα περιελάμβανε, πόσο χρόνο διήρκησε κ.λ.π, χωρίς να αναφέρει ότι ασχολείται και προβαίνει σε εκτιμήσεις, ούτε το Δικαστήριο μπορεί να τον θεωρήσει ως τέτοιο. Ο Μ.Ε.8 είπε ότι ειδικεύτηκε στην Αμερική σε επιδιορθώσεις, διάγνωση και εκτίμηση ζημιών σε μοτοσυκλέτες. Παρά ταύτα είπε ότι δεν είναι εκτιμητής παρά μόνο ειδικεύτηκε στις εκτιμήσεις χωρίς και αυτός να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες τι ακριβώς περιελάμβανε η ειδίκευση αυτή. Ως εκ τούτου ούτε και αυτός μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας/εκτιμητής. Ο Μ.Ε.6 ασχολείται με μοτοσυκλέττες εδώ και οκτώ περίπου χρόνια. Θυμόταν τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα η οποία μεταφέρθηκε στο συνεργείο τους και ήταν όπως ανάφερε καταστραμμένη ολοσχερώς. Αυτός ισχυρίσθηκε ότι την αποσυναρμολόγησε μετά από συνεννόηση που είχε με τον Μ.Υ.2 ώστε μετά την αποσυναρμολόγηση της ο Μ.Υ.2 να περάσει να την ελέγξει, κάτι όμως που ο τελευταίος παρέλειψε να πράξει. Μετά την πάροδο δύο μηνών ο Μ.Υ.2 του τηλεφώνησε ζητώντας να μάθει τι απέγινε η μοτοσυκλέτα οπόταν και ο ίδιος του ανάφερε ότι ο ιδιοκτήτης της την είχε μετακινήσει από το συνεργείο του. Παρά το ότι αρχικά υποστήριξε ότι αποσυναρμολόγησε τη μοτοσυκλέτα στη συνέχεια και ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης απαντούσε με ασάφεια και συγκεχυμένα. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε αν την αποσυναρμολόγησε απάντησε «είδα τη μοτόρα». Όταν του επαναλήφθηκε η ίδια ερώτηση απάντησε κατά λέξη «μπορεί να μην την αποσυναρμολόγησα εντελώς αλλά έβγαλα τα εξαρτήματα τα οποία χρειάζετουν για να δω αν ήταν καταστραμμένη ολοσχερώς». Δεν μπορούσε ακόμα να θυμηθεί αν χρειάστηκε να «κατέβει» ή όχι η μηχανή της μοτοσυκλέτας, κάτι που όπως είπε δεν είναι απαραίτητο, για να γίνει αποσυναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας. Σε ερώτηση δε που ακολούθησε ότι είναι απαραίτητο να «κατεβεί» η μηχανή για να διαφανεί η ζημιά της μηχανής απάντησε πολύ αόριστα, λέγοντας «υπάρχουν ειδικά τεστ τα οποία μπορεί να ελέγχουν τις εκτιμήσεις». Εκτός του ζητήματος της αποσυναρμολόγησης της μοτοσυκλέτας και το οποίο αναδείχθηκε σε ουσιώδες σημείο της υπόθεσης δεν ήταν βέβαιος για πολλά άλλα ζητήματα. Δεν ήταν σταθερός στο κατά πόσον ο Μ.Υ.2 επισκέφθηκε σε οποιοδήποτε προηγούμενο χρόνο πριν την αποσυναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας το συνεργείο τους, αλλά προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς. Ισχυρίσθηκε αρχικά ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τη συγκεκριμένη περίπτωση και εάν ο Μ.Υ.2 είχε επισκεφθεί το συνεργείο τους. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι όπως «νόμιζε» ο Μ.Υ. 2 πήγε στο μέρος και είχαν μάλιστα και μια συζήτηση για τον σκελετό της μοτοσυκλέτας. Κατέληξε δε, με θετικότητα μάλιστα, να ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε. Ένα ακόμα σημείο στο οποίο δεν ήταν θετικός είναι αυτό σε σχέση με τη ζημιά που παρουσίαζε η μηχανή της μοτοσυκλέττας. Είπε αρχικά «από όσο θυμούμαι η μηχανή έλειπαν κάποια κομμάτια από πάνω της». Σε ερώτηση που ακολούθησε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης εάν αυτά μπορούσαν να προστεθούν και να αλλαχθούν απάντησε ότι «Αυτό δεν μπορώ να σου το πω αυτή τη στιγμή. Από όσο θυμούμαι πάλι δεν είμαι σίγουρος, νομίζω δεν μπορούσαν να αλλαχτούν αλλά δεν είμαι σίγουρος πάλι». Αναφέρθηκε σε κάποια εξαρτήματα που παρουσίαζαν ζημιά και ήταν όπως ο ίδιος είπε μόνο όσα είχαν τρομερή ζημιά και του «έμειναν» στο μυαλό ενώ οι αξίες που ανάφερε ήταν όπως και πάλι ο ίδιος είπε «στο περίπου». Θα πρέπει να λεχθεί ότι η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα αυτό παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνάρτηση με όσα επιπρόσθετα αναφέρονται πιο κάτω, δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω στο σύνολο της, εκτός μόνο από το ότι σε κάποια χρονική στιγμή η επίδικη μοτοσυκλέτα μεταφέρθηκε στο συνεργείο τους. Και για τον Μ.Ε. 8 σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τους ενάγοντες στην υπόθεση τους. Την εντύπωση αυτή τη σχημάτισα από το ύφος και τον τρόπο που απαντούσε και ο οποίος δεν ήταν άμεσος και ευθύς. Αυτός σε αντίθεση με τον Μ.Ε.6 ισχυρίσθηκε ότι ο εκτιμητής της ασφάλειας επισκέφθηκε το συνεργείο τους, είδε ότι η ζημιά στη μοτοσυκλέτα ήταν πολύ μεγάλη και γι' αυτό δεν του ζήτησε να την «ξηλώσει για να δούμε πόση ζημιά έχει μέσα». Σύγχυση και ασάφεια προκύπτουν από τις απαντήσεις που έδωσε ο μάρτυρας ως προς τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 11). Τέτοια περίπτωση εντοπίζεται σε απάντηση που έδωσε ο μάρτυρας ως προς το πρόσωπο που έλαβε τις φωτογραφίες αυτές. Όπως ισχυρίσθηκε η μοτοσυκλέτα παρέμεινε στο συνεργείο τους για πολλή καιρό και μία ημέρα τους επισκέφθηκε ο ιδιοκτήτης της μοτοσυκλέτας ο οποίος και τους είπε ότι θα κινηθούν νομικά. «Ο.Κ. τους λέω δικαίωμα σας. Εφέραν εκτιμητή δικό τους, ήρτε ο άνθρωπος, βγάλαμε κάποιες φωτογραφίες ....». Όπως συνάγεται από την απάντηση του αυτή, τις φωτογραφίες τις έλαβε ο εκτιμητής των ιδιοκτητών της μοτοσυκλέτας, ίσως μαζί με τον ίδιο. Σε άλλο όμως σημείο ανάφερε ότι τις φωτογραφίες τις έλαβε ο Μ.Υ.
- Στη συνέχεια και ερωτώμενος πάλι ποιος έβγαλε τις φωτογραφίες είπε «μάλλον ο εκτιμητής, εν έφκαλα εγώ φωτογραφίες» Σημαντικό στοιχείο που δεν προκύπτει όμως από τα στυγνά πρακτικά είναι ότι όταν οι φωτογραφίες αυτές του επιδείχθηκαν κατά την κυρίως εξέταση, τις αναγνώρισε αμέσως χωρίς καν να παρεμβληθεί έστω και ο ελάχιστος χρόνος να τις παρατηρήσει για να βεβαιωθεί ότι πράγματι τις αναγνωρίζει, ενώ αμέσως και πάλι και χωρίς καμία χρονοτριβή, άρχισε να τις επεξηγεί. Και αυτό παρά το ότι στη συνέχεια αντεξεταζόμενος είπε ότι ήταν μόνο κατά 85% βέβαιος ότι απεικόνιζαν τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα. Ασαφής επίσης υπήρξε όταν ρωτήθηκε εάν ο ίδιος ήλεγξε τη μοτοσυκλέτα όταν μεταφέρθηκε στο συνεργείο τους και στην οποία έδωσε την εξής απάντηση. «Στο κατάστημα δουλεύκουμε 2-3 άτομα, δε θυμούμαι ακριβώς αν την έλεγξα εγώ, αλλά σίγουρα είδα την γιατί ως συνήθως τις τιμές για τα εξαρτήματα παραλαμβάνω τα εγώ, αλλά μπορεί να τα είδε και ο συνέταιρος μου ο Σάββας Ηροδότου, νομίζω ξαναήρτε». Η ασάφεια στην απάντηση του αυτή είναι χαρακτηριστική. Από τη μια είπε ότι δεν θυμόταν αν ήλεγξε τη μοτοσυκλέτα αλλά από την άλλη ήταν σίγουρος ότι την είδε. Και αυτό γιατί όπως είπε, συνήθως τις τιμές για τα εξαρτήματα τα «παραλαμβάνει» ο ίδιος. Όμως δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να τα «είδε» ο συνέταιρος του. Για τους πιο πάνω λόγους επίσης δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω εκτός μόνο από το σημείο ότι σε κάποιο στάδιο η επίδικη μοτοσυκλέτα μεταφέρθηκε στο συνεργείο τους. Ο Μ.Ε.7 Νίκος Μαρκουλής κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας ατυχημάτων και τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Ο εκτιμητής αυτός υποστήριξε τη θέση ότι η μοτοσυκλέτα καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Και αυτό γιατί το κόστος της επιδιόρθωσης ήταν ουσιαστικά πιο ψηλό από την αξία της μοτοσυκλέτας. 2 Είπε συγκεκριμένα «.. η διαφορά της αξίας την οποία είχε τότε (η μοτοσυκλέτα) 4.500= με το τι απέμεινε 500=, άφηνε μας μια καθαρή ζημιά 4.000= λίρες. Η επιδιόρθωση για να γίνει ξεπερνούσε τις 4.000= γι' αυτό θεωρήθηκε ολοκληρωτική απώλεια». Όμως παρόλο που μέχρι τέλους υποστήριξε την άποψη του αυτή δεν με έπεισε ότι η θέση που προέβαλε ήταν η ορθή γιατί τα δεδομένα και τα κριτήρια στα οποία επέλεξε να στηριχθεί δεν διαφάνηκε να είναι στέρεα και ορθά και γι' αυτό δεν γίνεται αποδεκτή. Δέχθηκε ότι προχώρησε στην εκτίμηση του χωρίς να προχωρήσει σε αποσυναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας γιατί σύμφωνα με τη θέση του αυτό δεν ήταν αναγκαίο γιατί «τα πράγματα ήταν εμφανή» και όλες οι ζημιές που παρουσίαζε ήταν εξωτερικές. Σε ερώτηση όμως που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση εάν η μηχανή ήταν καταστραμμένη, δεν απάντησε ευθέως αλλά περιορίστηκε να πει ότι «τα καπάκια της μηχανής ήταν καταστραμμένα». Διευκρίνησε δε σε ερώτηση που ακολούθησε ότι τα «καπάκια» αυτά αποτελούν μέρος της μηχανής για την οποία γίνεται αναφορά στην εκτίμηση του ότι έχει καταστραφεί. Δημιουργείται όμως η απορία από την απάντηση του αυτή τι άλλα εξαρτήματα μπορεί να περιλαμβάνονται στη μηχανή και εάν η καταστροφή των καπακιών που είναι μέρος μόνο όπως ο ίδιος είπε της μηχανής, συνεπάγεται την καταστροφή ολόκληρης της μηχανής. Σημαντικό επίσης είναι να λεχθεί ότι και άλλος μάρτυρας των εναγόντων, ο Μ.Ε.9 ανάφερε ότι το καπάκι είναι μέρος της μηχανής. Αξίζει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.2 λέχθηκε στον τελευταίο από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων ότι « .. . η μοτοσυκλέτα ξηλώθηκε την επόμενη μέρα που την επιθεωρήσατε εσείς και την έλεγχε ο κ. Μαρκουλής», κάτι που σε συνάρτηση με όλα τα πιο πάνω υποδηλοί την αντιφατικότητα των θέσεων των εναγόντων. Ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο που σε συνάρτηση με τα πιο πάνω κλονίζει την ορθότητα της διεξαχθείσας από αυτόν εκτίμησης, σχετίζεται με την αξία που θεώρησε ότι είχε η μοτοσυκλέτα κατά το χρόνο του ατυχήματος. Ενώ ανάφερε ότι με την εγγραφή κάποιου οχήματος η αξία του μειώνεται κατά 10%, υποστήριξε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό δεν είχε συμβεί γιατί η μοτοσυκλέτα είχε αγορασθεί δύο μόλις μήνες πριν το ατύχημα και «φαινόταν ότι δεν είχε χρησιμοποιηθεί καθόλου». Όταν ρωτήθηκε αμέσως μετά αντεξεταζόμενος, γιατί αφού όπως και ο ίδιος είχε πει με την εγγραφή ενός οχήματος η αξία του μειώνεται κατά 10%, δεν αφαίρεσε το ποσοστό αυτό από την αξία της μοτοσυκλέτας, απάντησε ότι δεν το έπραξε γιατί «ήταν τελείως αχρησιμοποίητο», κάτι με το οποίο δεν διευκρίνησε τι ακριβώς εννοούσε, αν δηλαδή η μοτοσυκλέτα ποτέ δεν είχε χρησιμοποιηθεί πριν την ημέρα του ατυχήματος και που βάσισε την άποψη του αυτή, ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει κανένας από τους μάρτυρες των εναγόντων δεν προέβαλε. Η προηγούμενη απάντηση που έδωσε ο μάρτυρας ότι δηλαδή «φαινόταν» ότι η μοτοσυκλέτα δεν είχε χρησιμοποιηθεί καθόλου, δημιουργεί περαιτέρω έντονες αμφιβολίες για το που βασίσθηκε και σχημάτισε την άποψη του. Αρκέσθηκε δηλαδή σε ότι φαινόταν μόνο και σε τίποτε περισσότερο; Η παράλειψη του μάρτυρα να αφαιρέσει αυτό το 10% από την αξία της μοτοσυκλέτας σε συνδυασμό επίσης με την παράλειψη του να δικαιολογήσει επαρκώς τους λόγους που το έπραξε, κλονίζει καίρια την αξία της εκτίμησης στην οποία προέβη. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι η εκτίμηση την οποία ετοίμασε χαρακτηρίζεται από γενικότητα αφού σε αυτήν δεν καταγράφονται ξεχωριστά και με λεπτομέρεια οι ζημιές που παρουσίαζε η μοτοσυκλέτα και το ποσό που χρειαζόταν για επιδιόρθωση τους αλλά γίνεται μόνο μια γενική αναφορά. Στην εκτίμηση του καταγράφει ότι «όπως φαίνεται και από τις φωτογραφίες η μοτοσυκλέτα υπέστη σοβαρές ζημιές από βίαιο κτύπημα». Σε αυτές τις φωτογραφίες όμως δεν έκαμε καμία απολύτως αναφορά ούτε και τις παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μόνη σχετική με το θέμα των φωτογραφιών ερώτηση τέθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης όταν ο μάρτυρας ερωτήθηκε εάν μαζί με την εκτίμηση του έστειλε στην εταιρεία τις φωτογραφίες και την απόδειξη του, στην οποία η απάντηση ήταν καταφατική. Ο Δάφνης Γεωργίου (Μ.Υ.2) κατάθεσε επίσης ως εμπειρογνώμονας. Παρά το ότι έγινε προσπάθεια από τους ενάγοντες να αμφισβητήσουν την εμπειρογνωμοσύνη του, κρίνεται ότι αυτός είναι ειδικός εκτιμητής αφού όπως και ο ίδιος ανάφερε στην Κύπρο οι ασκούντες το επάγγελμα αυτό δεν είναι εγγεγραμμένοι και ο ίδιος είναι αναγνωρισμένος από τις ασφαλιστικές εταιρείες εκτιμητής και ασκεί το επάγγελμα αυτό εδώ και είκοσι δύο χρόνια. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 841 «Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να προτιμά τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα που έχει και πείρα και ακαδημαϊκά προσόντα από τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα που έχει μόνο πείρα». Συνεπώς η προσπάθεια της πλευράς των εναγόντων να αμφισβητήσει την εμπειρογνωμοσύνη του, παρέμεινε ανεπιτυχής αφού το ποια μαθήματα παρακολούθησε κατά τη διάρκεια των σπουδών του και με ποιο τρόπο, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την εμπειρία του στην άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος και την εμπειρογνωμοσύνη του. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η αποσυναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας είναι απαραίτητη, αλλά και ουσιαστικής σημασίας για σκοπούς ορθής εκτίμησης της όλης ζημιάς και για να διαπιστωθεί με βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει στράβωμα του σκελετού. Εξήγησε για ποιο λόγο είναι απαραίτητη η αποσυναρμολόγηση, επεξηγώντας τι αποτελεί τον σκελετό της και προσδιορίζοντας ότι σε αυτόν στηρίζεται η μηχανή και από την τελευταία άλλα εξαρτήματα τα οποία απαρίθμησε και ότι για το λόγο αυτό και για να διαφανεί αν πραγματικά υπήρξε ή όχι στράβωμα έπρεπε να αποσυναρμολογηθεί και να παραμείνει μόνο ο σκελετός. Διευκρίνησε ότι ο ορθός τρόπος εκτίμησης δεν μπορεί να γίνει με την οπτική μόνο εξέταση της μοτοσυκλέτας, αλλά η αποσυναρμολόγηση της για να μετρηθεί ο σκελετός με βάση τις διαστάσεις που δίδει το εργοστάσιο είναι απαραίτητη για να διαφανεί με βεβαιότητα αν υπήρξε ή όχι στράβωμα του σκελετού. Ο ίδιος επιθεώρησε τη μοτοσυκλέτα και κατέγραψε μόνο τις ζημιές που φαίνονταν οπτικά, αφού παρόλο που ζήτησε επανειλημμένα να γίνει αποσυναρμολόγηση της για να μπορέσει να καταλήξει με βεβαιότητα εάν υπήρξε ή όχι και στράβωμα του σκελετού και να ολοκληρώσει έτσι την εκτίμηση του με τον ενδεδειγμένο τρόπο, κάτι τέτοιο δεν έγινε και έτσι η εργασία του παρέμεινε ημιτελής. Δήλωσε πάντως ότι σύμφωνα με τη δική του άποψη και που ήταν όπως είπε ορθή κατά 90%, δεν υπήρξε στράβωμα του σκελετού, διότι όταν υπάρχει τέτοιο πρόβλημα, υπάρχουν και κάποιες οπτικές ενδείξεις που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρουσιάζονταν. Όμως επειδή οπτικά και μόνο, δεν μπορεί να διακριβωθεί με πλήρη ακρίβεια εάν υπήρξε ή όχι στράβωμα του σκελετού και για να είναι βέβαιος εάν κάτι τέτοιο συνέβη ή όχι, ζήτησε την αποσυναρμολόγηση της μοτοσυκλέτας για να μετρηθεί ο σκελετός με βάση τις διαστάσεις που δίδει το εργοστάσιο και έτσι να διαφανεί με βεβαιότητα αν υπήρξε ή όχι τέτοιο στράβωμα. Επεξήγησε τις φωτογραφίες που ο ίδιος έλαβε (Τεκμήριο 11) και επέδειξε στη φωτογραφία 12 τον σκελετό της μοτοσυκλέτας. Υπέδειξε ακόμα και το σημείο το οποίο εντόπισε και ήταν μια μικρή σκουριά στην κόλληση και λόγω της ύπαρξης του οποίου ζήτησε την αποσυναρμολόγηση. Αυτό όπως ανάφερε ήταν το μοναδικό σημείο που του κίνησε την περιέργεια το οποίο όμως μπορεί να προκλήθηκε και από «τσάκρισμα στη μπογιά». Ο μάρτυρας ήταν σαφής ότι λόγω της μη αποσυναρμολόγησης της μοτοσυκλέτας, δεν μπόρεσε να προβεί σε ολοκληρωμένη εκτίμηση των ζημιών αλλά περιορίστηκε μόνο στα δεδομένα που είχε μπροστά του. Για το λόγο αυτό δεν ετοίμασε εκτίμηση αλλά μόνο έκθεση γεγονότων για να ενημερώσει την ασφαλιστική εταιρεία που τον είχε εργοδοτήσει. Δέχθηκε επίσης αντεξεταζόμενος ότι το ποσό των Λ.Κ.2.300= ή Ε 3.929.78= που καταγράφει στην έκθεση του είναι ενδεικτικό, κατά 90%, αφού όπως ανάφερε «μπορεί να είναι και πιο λίγο και περισσότερο». Είπε ακόμα ότι στο ποσό αυτό κατέληξε με τα δεδομένα που είχε στη διάθεση του και με βάση τις τιμές των εξαρτημάτων που εξασφάλισε από την εταιρεία Στεφανίδης. Η θέση αυτή του μάρτυρα ότι δεν έγινε λεπτομερής κοστολόγηση της ζημιάς, καταγράφεται και στην έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 18). Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι στο τέλος της ίδιας έκθεσης, καταγράφει ότι η κοστολόγηση «είναι πολύ ακριβής». Από τη στιγμή που στην προφορική ένορκο του μαρτυρία έδωσε πλήρεις εξηγήσεις για το θέμα και γιατί το έπραξε το στοιχείο αυτό δεν κρίνεται αρκετό να κλονίσει την αξιοπιστία του. Η αξιοπιστία του μάρτυρα επιχειρήθηκε επίσης να κλονισθεί από την πλευρά των εναγόντων υποβάλλοντας σε αυτόν ότι σκοπός της μαρτυρίας του ήταν η προστασία των συμφερόντων της ασφαλιστικής εταιρείας, επειδή πληρώθηκε από αυτήν το ποσό των Ε100=. Τούτο όμως δεν έγινε και πάλι κατορθωτό γιατί εκτός της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα παρακολουθώντας τον προσεκτικά καθόλη τη διάρκεια της ένορκης του μαρτυρίας ως μάρτυρα της αλήθειας, αποστομωτική ήταν και η απάντηση που έδωσε στη συγκεκριμένη υποβολή λέγοντας «Δεν έχω κανένα προσωπικό όφελος και σας λέω ότι από το 2008 και μετά δεν κάνω εκτιμήσεις και δεν συνεργάζομαι με την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία την Κόσμος Ασφαλιστική. Δεν έχω κανένα προσωπικό όφελος και αντιθέτως δεν θέλω να επιφέρω οποιαδήποτε οικονομική ζημιά στους ιδιοκτήτες και ότι τυγχάνει να τους γνωρίζω και προσωπικά τον πατέρα του ιδιοκτήτη, τον κ. Ανδρέα, είναι γνωστός μου και φίλος μου. Τα παιδιά του είναι φίλοι με το γιο μου, δηλαδή συνδεόμαστε και αντιθέτως δεν θέλω να επιφέρω οικονομική ζημιά σε αυτούς τους ανθρώπους». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής μαρτυρίας την οποία προσήγαγε ότι εξασφάλισε τις τιμές των εξαρτημάτων από την εταιρεία Στεφανίδης και η οποία γίνεται αποδεκτή λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για τον μάρτυρα ως μάρτυρα της αλήθειας. Η αποδοχή της θέσης του γίνεται χωρίς να μου διαφεύγει ότι όπως και ο ίδιος είπε ήταν μόνο κατά 90% ακριβής. Και τούτο προφανώς λόγω της μη αποσυναρμολόγησης της μοτοσυκλέτας. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι και οι δύο εκτιμήσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις δύο πλευρές βασίσθηκαν στην οπτική μόνο εξέταση της μοτοσυκλέτας και των ζημιών που αυτή υπέστη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εκτίμηση του Μ.Υ.2 μειονεκτεί έναντι αυτής του Μ.Ε.
- Ως Μ.Ε. 9 κατάθεσε ο Κωνσταντίνος Χ΄ Κώστας ο οποίος όπως ανάφερε εργάζεται στην εταιρεία Αναστάσιος Στεφανίδης. Όπως είπε, αντέγραψε από τον τιμοκατάλογο των εξαρτημάτων του 2006 που αφορούσαν τη συγκεκριμένη μοτοσυκλέτα, την αξία των εξαρτημάτων που εμφαίνονταν στην κλήση που του επιδόθηκε. Κατάθεσε δε την σημείωση που ετοίμασε ως Τεκμήριο
- Παρόλο που ο μάρτυρας αυτός μαρτύρησε τα όσα γνώριζε μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή ότι δηλαδή στον τιμοκατάλογο του 2006 που η εταιρεία Στεφανίδης διατηρούσε το 2006 για το συγκεκριμένο μοντέλο μοτοσυκλέτας αναγράφονταν οι τιμές των εξαρτημάτων όπως τις κατέγραψε στο Τεκμήριο 13, η μαρτυρία του δεν μπορεί να προσθέσει οτιδήποτε στην υπόθεση των εναγόντων. Και αυτό γιατί από τη στιγμή που η μαρτυρία του εκτιμητή Μαρκουλή έχει απορριφθεί, η οποιαδήποτε αξία είχαν τα εξαρτήματα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 13 ένα προς ένα, δεν προσθέτει τίποτε στην υπόθεση των εναγόντων. Αξίζει πρόσθετα να επισημανθεί ότι και στην περίπτωση που η μαρτυρία του Μαρκουλή γινόταν αποδεκτή θα έπρεπε να εξετασθούν οι συνέπειες που θα μπορούσε να έχει το γεγονός ότι κάποια από τα εξαρτήματα στα οποία γίνεται αναφορά στην εκτίμηση του Μαρκουλή (Τεκμήριο 7), δεν είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά που κατέγραψε στο Τεκμήριο 13 ο Μ.Ε.
- Πιο σημαντική είναι η διαφορά που παρατηρείται και αφορά τη μηχανή η οποία όπως καταγράφεται στο Τεκμήριο 7 έχει καταστραφεί, ενώ ο Μ.Ε.9 στο Τεκμήριο 13 καταγράφει την αξία των καπακιών της μηχανής και όχι ολόκληρης της μηχανής δεδομένου μάλιστα του ότι όπως εξήγησε το καπάκι είναι μέρος της μηχανής. Ως Μ.Ε.10 κλήθηκε ο Γιαννάκης Ιωάννου ο οποίος ανάφερε ότι πώλησε στην εταιρεία Bonantza την μοτοσυκλέτα και ότι πληρώθηκε την αξία της. Ο μάρτυρας αυτός καθόλου δεν αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης αφού η αξία της μοτοσυκλέτας είχε γίνει σε προηγούμενο στάδιο παραδεκτό γεγονός. Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με τον Μ.Ε 11 που ήταν ο Στέφανος Κουτσίδης, υπάλληλος στη Τράπεζα Κύπρου και ο οποίος παρουσίασε ως Τεκμήριο 14 το συμβόλαιο ενοικιαγοράς που υπογράφηκε σε σχέση με τη μοτοσυκλέτα. Δεδομένων των παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Στις 4/10/2006 και ενώ ο ενάγοντας στην αγωγή 5315/07 οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KNQ 022, ιδιοκτησίας της εταιρείας Bonantza Investments Ltd, ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΚΑ 208 που οδηγούσε η εναγόμενη η οποία φέρει πλήρη ευθύνη για το ατύχημα. Ο ενάγοντας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Εισήχθη για νοσηλεία στον χειρουργικό θάλαμο και εξετάσθηκε από ορθοπεδικό. Υποβλήθηκε σε ακτινολογική εξέταση και αξονική τομογραφία οι οποίες ήταν κατά φύση. Στις 6/10/2006 εξήλθε του νοσοκομείου με δική του πρωτοβουλία και την επόμενη μέρα επισκέφθηκε το γιατρό Δρ Σίμο Ιωάννου. Από το ατύχημα ο ενάγοντας υπέστη διάστρεμμα αυχένα, διάστρεμμα δεξιού αγκώνα, διάστρεμμα αριστερής ποδοκνημικής και κάκωση αριστερού μεταταρσίου. Έφερε εκδορές στα κάτω άκρα και παραπονιόταν για κεφαλαλγία. Του συνεστήθη η χρήση αυχενικού κολλάρου καθώς και φυσιοθεραπεία και του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Του έγινε επίσης επίδεση του αγκώνα. Σε σχέση με τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγοντας από την στιγμή που η μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντα έχει απορριφθεί εκτός του μέρους που συνάδει με τη μαρτυρία του Δρ Ιωάννου, αυτή δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς και να αποτιμηθεί σε χρήμα. Εν πάση όμως περιπτώσει δέχομαι και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι όπως και ο Δρ Ιωάννου κατάθεσε, ο ενάγοντας αρχικά υπέφερε από έντονους πόνους, ζαλάδες και πονοκεφάλους που του προκαλούσαν ταλαιπωρία. Δύο μήνες μετά το ατύχημα και συγκεκριμένα στις 6/12/2006 ο ενάγοντας εξακολουθούσε να παρουσιάζει πόνο στις ακραίες κινήσεις του αυχένα, ελαφρύ οίδημα στην περιοχή του αριστερού αστραγάλου και μεταταρσίου και ελαφρύ οίδημα στον αγκώνα. Μετά τις 6/12/2006 ο ενάγοντας επισκέφθηκε τον Δρ Ιωάννου ακόμα μία με δύο φορές για το πρόβλημα στον αστράγαλο, χωρίς στη συνέχεια να τον επισκεφθεί ξανά. Ο ενάγοντας από τις 14/10/2001 μέχρι και το 2008 ανήκε και κατείχε δελτίο ποδοσφαιριστή στην ερασιτεχνική ποδοσφαιρική ομάδα Π. & Σ. Ζακακίου που λαμβάνει μέρος στο αγροτικό ποδόσφαιρο. Μέχρι το 2008, κατείχε επίσης δελτίο υγείας και μπορούσε να αγωνίζεται στην ομάδα. Το δελτίο αυτό αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή κάποιου ποδοσφαιριστή σε αγώνα της ομάδας και παρέχεται μετά από ιατρική εξέταση. Ο ενάγοντας σταμάτησε να συμμετέχει στους αγώνες ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου της ομάδας περί το τέλος του 2008, αρχές του
- Κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (βλ. Paraskevaides (Oversas) Ltd v. Aristoph
(1982)1CLR), τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία και την ταλαιπωρία (Μαυροπετρής v. Λούκα
(1995)1 ΑΑΔ 66). Όπως και όμως επαναλήφθηκε στην Γεώργιος Σωτηρίου v. Chapo (Investments) Ltd κ.α.
(2007)1Α ΑΑΔ 491, «Ο καθορισμός και η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά αποσκοπεί στην προσπάθεια επαναφοράς του θύματος στη κατάσταση του πριν από το ατύχημα». Όπως διαφάνηκε από την εξέλιξη και την πορεία των πραγμάτων μετά το δυστύχημα και μέχρι το τέλος του 2008, αρχές του 2009 ο ενάγοντας εξακολούθησε να ασχολείται ερασιτεχνικά με το ποδόσφαιρο. Ο ίδιος ο ενάγοντας παρουσίασε μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή ότι για δύο και πλέον χρόνια μετά το ατύχημα συμμετείχε σε αγώνες ερασιτεχνικού ποδοσφαίρου έχοντας μάλιστα εξασφαλίσει δελτίο υγείας. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι παρά τους τραυματισμούς που υπέστη από το ατύχημα η κατάσταση του είχε βελτιωθεί σε τέτοιο βαθμό που του επέτρεπε τη συμμετοχή του στους αγώνες αυτούς. Διαφάνηκε τελικά ότι οι τραυματισμοί που υπέστη δεν τον επηρέασαν και δεν τον απομάκρυναν από την ερασιτεχνική ενασχόληση του με το ποδόσφαιρο. Έχω μελετήσει διάφορες αποφάσεις που σχετίζονται με τραύματα παραπλήσια αυτών που υπέστη ο ενάγοντας (βλ. Μερακλή v. Ταλιώτη
(1997)1Β ΑΑΔ 1148, Χαραλάμπους v. Αβραάμ
(1999)1Β ΑΑΔ 1441, Παπαβασιλείου κ.α. v. Μιχαηλίδη,
(1999)1Α ΑΑΔ 252), Στ. Δημητρίου v. Μ. Ιωάννου κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 274, Β. Αδαμίδης v. Κ. Χ΄ Νικολάου
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1108, Γρ. Κεζαρίδης v. Κ. Κωνσταντίνου
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1373, Επίσης τις υποθέσεις Στυλιανού v. Μάτση κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1288 και Νεοκλέους v. Worley
(2001)1 (A) 652 που αφορούν σοβαρότερους τραυματισμούς από αυτού του ενάγοντα όπως και άλλες στις οποίες παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του. Λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς του ενάγοντα, τους πόνους και την ταλαιπωρία που υπέστη, θεωρώ ως δίκαιο ποσό γενικών αποζημιώσεων, αυτό των 12.000=. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι αξιούμενες ειδικές ζημιές ξεκινώντας πρώτα από αυτές που αξιώνονται στην αγωγή 5315/07. Η νομολογία είναι σαφέστατη ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους Πολ. Εφ.360/08/26.4.2012). Ο ενάγοντας στην αγωγή 5315/07 αξιώνει ως ειδικές αποζημιώσεις Λ.Κ.11= για το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου Λεμεσού, Λ.Κ.100= για το αντίστοιχο πιστοποιητικό του Δρ Σίμου Ιωάννου και Λ.Κ.75= για έξοδα φυσιοθεραπείας. Στο Τεκμήριο 1 που αποτελεί το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου καταγράφεται ότι έχει καταβληθεί το ποσό των Λ.Κ.11=. Για το λόγο αυτό και λαμβανομένου επίσης υπόψη ότι η καταβολή του ποσού αυτού δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση κρίνεται ότι η καταβολή του ποσού αυτού που αντιστοιχεί σε Ε 18.79= έχει αποδειχθεί. Αποδείχθηκε επίσης η καταβολή του ποσού των Λ.Κ.100=, δηλαδή Ε170.86= για έξοδα παρακολούθησης και έκδοσης ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ Ιωάννου αφού γι' αυτό μαρτύρησε και έγινε πιστευτός ο ίδιος ο γιατρός. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο για τα έξοδα φυσιοθεραπείας αφού ο ενάγοντας δεν κατάφερε να αποδείξει ότι όντως έχει υποβληθεί σε τέτοια φυσιοθεραπεία για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω τις ειδικές ζημιές που αξιώνονται στην αγωγή 5314/07, ξεκινώντας πρώτα από το αξιούμενο ποσό των Λ.Κ. 4.500= για τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής KNQ 022, η αξία της οποίας αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός και συνεπώς αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου ότι όταν αγοράστηκε στις 8/8/2006 από την ενάγουσα εταιρεία στην αγωγή 5314/07, είχε αξία Λ.Κ.4.500=. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας προωθήθηκε από τους ενάγοντες και δόθηκε μαρτυρία για ολοκληρωτική καταστροφή της μοτοσυκλέτας. Η μαρτυρία όμως που προσκόμισαν επί του θέματος, δεν έγινε αποδεκτή και απορρίφθηκε για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται. Αναμφίβολα οι ενάγοντες είχαν το βάρος απόδειξης της ολοκληρωτικής καταστροφής της μοτοσυκλέτας, βάρος που δεν πέτυχαν να αποσείσουν. Από την άλλη, η πλευρά της εναγόμενης δεν αμφισβήτησε ότι η μοτοσυκλέτα υπέστη ζημιά, απλώς ισχυρίσθηκε ότι ήταν επιδιορθώσιμη και την προσδιόρισε στο ποσό των Λ.Κ.2.300=. Η μαρτυρία αυτή προήλθε από τον Μ.Υ.2 και έγινε αποδεκτή. Από τη στιγμή αυτή που η μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η εναγόμενη έγινε αποδεκτή, κρίνεται ότι το ποσό αυτό θα πρέπει να επιδικασθεί υπέρ των εναγόντων. Διότι ναι μεν η απόδειξη ειδικής ζημιάς βαρύνει πάντοτε τους ώμους του διαδίκου που έχει το βάρος απόδειξης της η οποία και πρέπει να αποδεικνύεται με αυστηρότητα, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή και η οποία σημαντικό είναι να λεχθεί ότι προήλθε από την πλευρά της εναγομένης την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει. Από τη στιγμή που δεν αμφισβητήθηκε ότι η μοτοσυκλέτα υπέστη ζημιά την οποία η ίδια η υπεράσπιση προσδιόρισε στο ποσό των Λ.Κ.2.300=, ότι η υπόθεση είναι πολιτικής φύσης που κρίνεται μόνο με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, θεωρώ ότι το ποσό αυτό έχει αποδειχθεί και συνεπώς αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη μοτοσυκλέτα υπέστη από το ατύχημα ζημιά ύψους Λ.Κ.2.300=, δηλαδή Ε3.928.78=. Αξιώνουν περαιτέρω οι ενάγοντες στην αγωγή 5314/07 ποσό Λ.Κ.50= για την αστυνομική έκθεση και Λ.Κ.150= ως απώλεια χρήσης της μοτοσυκλέτας για περίοδο 10 ημερών. Όσον αφορά την απώλεια χρήσης της μοτοσυκλέτας μαρτυρία έδωσε ο Μ.Ε. 5 του οποίου όμως η μαρτυρία έχει απορριφθεί. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που αυτή γινόταν αποδεκτή δεν θα ήταν και πάλι ικανή να αποδείξει το αξιούμενο αυτό κονδύλι αφού και όπως προαναφέρεται κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας ήταν γενική και αόριστη και με αυτήν δεν έδωσε λεπτομέρειες και στοιχεία για την καταβολή του ποσού αυτού. Το ίδιο ισχύει και για το αξιούμενο ποσό των Λ.Κ.50= για την αστυνομική έκθεση για το οποίο επίσης δεν προσκομίσθηκε καμία μαρτυρία ούτε και κατατέθηκε οποιαδήποτε απόδειξη. Σε σχέση με τον τόκο που πρέπει να επιδικασθεί εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης ότι στην αγωγή 5315/07, αυτός πρέπει να ξεκινά από τις ημερομηνίες που έγινε τροποποίηση των Εκθέσεων Απαιτήσεων και στις δύο αγωγές δηλαδή στις 15/2/12 στην αγωγή 5315/07 και στην αγωγή 5314/07 από τις 22/5/2008 αφού τότε μόνο οι ενάγοντες ήταν έτοιμοι να προωθήσουν τις υποθέσεις τους. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου αφού το ότι έγιναν τροποποιήσεις δεν μπορεί να συνεπάγεται χωρίς άλλο τον περιορισμό του τόκου μετά από αυτές. Οι αρχές που αφορούν το θέμα του τόκου καθορίσθηκαν στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Miller Rosa Maria v. Ute Petek
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ
- Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ατύχημα επισυνέβη στις 4/10/
- Οι δύο αγωγές καταχωρήθηκαν στις 20/9/2007 ένα δηλαδή σχεδόν χρόνο μετά το ατύχημα. Παρόλο που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώρηση των υποθέσεων, εν τούτοις κρίνεται ότι αυτές θα μπορούσαν να καταχωρηθούν έξη μήνες ενωρίτερα αφού στην 5314/07 αξιώνονται μόνο ειδικές αποζημιώσεις, ενώ στην 5315/07 στην οποία αξιώνονται και γενικές αλλά και ειδικές αποζημιώσεις, οι τραυματισμοί που υπέστη ο ενάγοντας δεν ήταν ιδιαίτεροι σοβαροί. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι όντως υπήρξε μια καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης της τάξης περίπου των έξη μηνών λόγω των τροποποιήσεων στις οποίες προχώρησαν οι ενάγοντες και στις δύο αγωγές η οποία μαζί με την καθυστέρηση των έξη και πάλι μηνών στην καταχώρηση των δύο αγωγών απολήγει σε συνολική καθυστέρηση ενός χρόνου περίπου, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως οι γενικές αποζημιώσεις στην αγωγή 5315/07 φέρουν τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και όχι από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Αναφορικά με τις ειδικές αποζημιώσεις, στην ίδια αγωγή, στην απουσία μαρτυρίας αναφορικά με την ημερομηνία κατά την οποία πληρώθηκαν τα ποσά, αλλά και λαμβάνοντας επίσης υπόψη το πολύ χαμηλό ποσό αυτών και για σκοπούς αποφυγής πολυδιάσπασης των ποσών θεωρώ ορθό και δίκαιο να επιδικασθούν από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. Στην αγωγή 5314/07 από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μειωμένου όμως κατά το ήμισυ αφού δεν υπήρξε αποδεκτή μαρτυρία για τον ακριβή χρόνο που επήλθε η ζημιά αυτή. Συνακόλουθα στην αγωγή 5315/07 εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα Κώστα Κωνσταντίνου και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των Ε 12.000= ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον ποσό Ε 189.65 ως ειδικές αποζημιώσεις με νόμιμο τόκο και επί των δύο ποσών από 20/9/2007 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην αγωγή 5314/07 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων Bonantza Investments Ltd και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των Ε3.928.78=, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των Ε 1.964.39= από 20/9/2007 μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται πως για τις δικασίμους μετά την συνένωση των δύο αγωγών οι ενάγοντες θα δικαιούνται σε ένα μόνο σετ εξόδων στην κλίμακα του μεγαλύτερου επιδικασθέντος ποσού. Υπ...... ...... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil / final Subject : troheo atihima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο