← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μάριος Κωνσταντινίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22379/2012, 2/5/2014

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Μάριος Κωνσταντινίδης, Αρ. Υπόθεσης: 22379/2012, 2/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22379/2012 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού Κατηγορούσας Αρχής - και - Μάριος Κωνσταντινίδης, από την Λεμεσό Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 2 Μαΐου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μάρκου Για τον κατηγορούμενο: κα Ε. Κουδουνάρη Κατηγορούμενος: παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, μετά πού ζήτησε άδεια να αλλάξει απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3, και 5 επί του κατηγορητηρίου. Συγκεκριμένα βρέθηκε ένοχος στα ακόλουθα αδικήματα:

(1)Στην 1η κατηγορία στο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας την 14.4.2009, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος κατείχε ποσότητα φυτού κάνναβης βάρους 339,2506 γραμμαρίων από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη και ένα φυτό κάνναβης, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας.
(2)Στην 2η κατηγορία στο αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας την 14.4.2009 στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κατείχε ποσότητα φυτού κάνναβης βάρους 336,2506 γραμμαρίων από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα.
(3)Στην 3η κατηγορία στο αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 12η Απριλίου 2009, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα προμήθευσε άγνωστο πρόσωπο ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή, 56 γραμμάρια φυτού κάνναβης
(4)Στην 5η κατηγορία στο αδίκημα του καπνίσματος φυτού κάνναβης κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Περί Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν. 27/77. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 14η Απριλίου 2009, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, κάπνισε φυτό κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Επισημαίνω ότι η κατηγορία 4 που αρχικά αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος, διακόπηκε από την κατηγορούσα αρχή με επακόλουθο αυτός να απαλλαγεί από ταύτην. Για σκοπούς επιβολή ποινής στην παρούσα υπόθεση, λαμβάνονται επίσης υπόψη, με τη σύμφωνη γνώμη της κατηγορούσας αρχής και τα γεγονότα των αδικημάτων της υπόθεσης του Ε. Δ. Λεμεσού με αριθμό 19190/13 στα οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση ο κατηγορούμενος, παραδέχθηκε ενοχή και βρέθηκε ένοχος στα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3, 5, 6 και 7, που αντιμετωπίζει στο κατηγορητήριο, ήτοι: Στην 2η κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)(α) και 51, Πρώτο Παράρτημα, του Περί Πυροβόλων Όπλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113
(1)/04 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 28ην Οκτωβρίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, κατείχε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ, δηλαδή, το ΔΟΚΟ με αρ. εγγραφής L5564 χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Στην 3η κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5
(1)(α) και 51, Πρώτο Παράρτημα, του Περί Πυροβόλων Όπλων και μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου, Ν.113
(1)/04 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 28ην Οκτωβρίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, κατείχε πυροβόλο όπλο κατηγορίας Δ, δηλαδή, το ΔΟΚΟ με αρ. εγγραφής L133775 χωρίς άδεια απόκτησης και κατοχής πυροβόλου όπλου κατηγορίας Δ από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Στην 5η κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής φονευθέντος θηράματος κατά τη διάρκεια της κλειστής περιόδου κυνηγίου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 49 και 88 του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου 152
(1)/03 ως αυτός έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 256
(1)/04, 81(Ι)/2005, 151(Ι)/2006, 15(Ι)/2008 και 5(Ι)/2009. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 28ην Οκτωβρίου 2011, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, κατείχε θήραμα, δηλαδή δύο πέρδικες και μία φάσσα κατά τη διάρκεια της κλειστής περιόδου κυνηγίου. Στην 6η κατηγορία για το αδίκημα της κατοχής μέσων θήρας που απαγορεύονται κατά παράβαση των άρθρων 2, 44
(1)(α) και 45 του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου, 152(Ι)/03 ως αυτός έχει τροποποιηθεί από τους Νόμους 256
(1)/2004, 81(Ι)/2005, 151(Ι)/2006, 15(Ι)/2008 και 5(Ι)/2009. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 28ην Οκτωβρίου 2011 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, είχε στην κατοχή του απαγορευμένα μέσα θήρας, δηλαδή, 41 ξόβεργα χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας που εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών. Στην 7η κατηγορία στο αδίκημα της κατοχής είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος, κατά παράβαση των άρθρων 2, 28 και 88 Παράρτημα V του Περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου 152
(1)/03 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 256
(1)/04, 81(Ι)/2005, 151(Ι)/2006, 15(Ι)/2008 και 5(Ι)/
  1. Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 7ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 28ην Οκτωβρίου 2011 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, κατείχε είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος, δηλαδή, 156 αμπελοπούλια και 33 κεφάλια αμπελοπουλιών χωρίς να είναι κάτοχος ειδικής άδειας που εκδίδεται από τον Υπουργό Εσωτερικών. Στην εν λόγω υπόθεση επισημαίνω ότι οι κατηγορίες 1 και 4, διακόπηκαν από την κατηγορούσα αρχή με επακόλουθο ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί από αυτές. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή Έκθεση Γεγονότων, που κατατέθηκε μαζί με επισυνημμένο κατάλογο τεκμηρίων και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Α και διαβάστηκε, έχουν ως ακολούθως: Στις 14/4/2009 και μεταξύ των ωρών 20:40 - 21:50 κατόπιν πληροφορίας και σχετικής παρακολούθησης οι Α/Αστ. 1999 (Μ1), Αστ. 2544 (Μ2), Αστ. 4820 (Μ3), Αστ. 1828 (Μ10) και Αστ. 360, 193, 2758, 2996 ερεύνησαν δυνάμει δικαστικού εντάλματος το περίπτερο με την ονομασία «ΕΥΑΝΘΙΑ» καθώς και την οικία του κατηγορούμενου στην παρουσία του. Κατά τη διάρκεια της έρευνας η ώρα 20:55 ο Μ10 στην παρουσία του Μ1, βρήκε πίσω από τον πάγκο που καθόταν ο κατηγορούμενος, μέσα σε κιβώτιο που υπήρχαν σοκολάτες, ένα νάιλον διαφανές σακούλι (τεκμήριο επί του καταλόγου 1) που περιείχε εφτά ξεχωριστές νάιλον διαφανές συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (τεκμήριο επί του καταλόγου 2), ένα πλαστικό μπλε σπαστήρα που περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (τεκμήριο 3), ένα πλαστικό κυλινδρικό δοχείο χρώματος γαλάζιου που περιείχε ποσότητα ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (τεκμήριο 4) καθώς και μία ηλεκτρονική ζυγαριά ακριβείας χρώματος ασημί (τεκμήριο 5). Όλα τα πιο πάνω ο Μ10 τα παρέλαβε ως τεκμήρια, τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη στα πιο πάνω τεκμήρια είναι κάνναβης της οποίας η κατοχή απαγορεύεται, ενώ η ζυγαριά πιθανόν να χρησιμοποιήθηκε για ζύγισμα ναρκωτικών ουσιών, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «Ε φίλε μου το χόρτο εν για δική μου χρήση, τζιαι την ζυαρκά εν για να ζυγίζω την δόση μου». Στη συνέχεια ο Μ10 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Καλά». Επίσης ο Μ10 του εξήγησε τα δικαιώματα του ως κρατούμενος. Στη συνέχεια της ίδιας ημέρας και μεταξύ των ωρών 22:15 - 23:00 οι Μ1, Μ10 και Αστ. 193 και Αστ. 2758 ερεύνησαν την εξοχική κατοικία του κατηγορούμενου στο χωριό Γεράσα στη Λεμεσό. Η ώρα 22:25 ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο όπως ανοίξει πόρτα κλειδωμένου υπνοδωματίου αλλά αυτός όπως ανάφερε δεν είχε το κλειδί μαζί του. Η ώρα 22:40 ο Μ10 βρήκε μέσα σε ερμάρι του ίδιου υπνοδωματίου ένα νάιλον σακούλι χρώματος μπλε με την επιγραφή YIANNOPLAST (τεκμήριο 10) εντός του οποίου υπήρχαν 12 ξεχωριστές συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (τεκμήρια 11 - 22). Ο Μ10 αφού τις παρέλαβε, τις υπέδειξε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη στα πιο πάνω τεκμήρια είναι κάνναβης της οποίας η κατοχή απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «Εν το λάθος το μεάλο μου τούτο». Μετά το τέλος της έρευνας ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε πίσω στο περίπτερο του όπου η ώρα 23:20 παρέδωσε στον Μ10 το κλειδί (τεκμήριο 23) της κλειδωμένης πόρτας που παραβίασε και ακολούθως οδηγήθηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού για διερεύνηση της υπόθεσης την οποία ανέλαβε ο Μ
  2. Την ίδια ημέρα και ώρα 23:30 ο Μ10 πληροφόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του ως κρατούμενος. Την 15/4/2009 και ώρα 00:10 ο Μ10 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος τον κατηγορούμενο για όλα τα υπό διερεύνηση αδικήματα εναντίον του. Αφού τον πληροφόρησε τους λόγους σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Τι να σου πω; Έκαμα λάθος, πρέπει να πληρώσω». Στη συνέχεια ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος εξέφρασε την επιθυμία να προβεί σε θεληματική κατάθεση. Κατόπιν τούτου ο Μ10 αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο, κατέγραψε τη θεληματική του κατάθεση την 15/4/2009 και μεταξύ των ωρών 00:20 - 01:
  3. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι η ανευρεθείσα ποσότητα κάνναβης είναι δική του και την κατείχε για να προμηθεύσει άλλα άτομα και ότι αποτελεί μέρος μεγαλύτερης ποσότητας από την οποία την 12/4/2009 προμήθευσε δύο ουγγίες δηλαδή 56 γραμμάρια περίπου, σε άγνωστα πρόσωπα. Επίσης ομολόγησε ότι την 14/4/2009 έκαμε χρήση κάνναβης. Την 15/4/2009 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και εναντίον του εκδόθηκε διάταγμα οκταήμερης προσωποκράτησης. Την 22/4/2009 και περί ώρα 17:00 οι Μ6 και Μ10 μετέφεραν τον κατηγορούμενο στην εξοχική κατοικία του και από εξετάσεις που έκαμε ο Μ10 διαπίστωσε ότι το κλειδί (τεκμήριο 23) που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος την 14/4/2009, είναι το κλειδί της πόρτας που παραβίασε ο ίδιος την νύχτα της έρευνας. Την 23/4/2009 και ώρα 12:40, ο κατηγορούμενος απολύθηκε χωρίς να κατηγορηθεί γραπτώς, εν αναμονή των αποτελεσμάτων των επιστημονικών εξετάσεων. Την 4/6/2010 παραλήφθηκε με αλληλογραφία η εργαστηριακή έκθεση του Μ
  4. Στην εν λόγω έκθεση ο Μ5 αναφέρει ότι στις τέσσερις από τις επτά συσκευασίες του τεκμηρίου 2, απομονώθηκε γενετικό υλικό το οποίο ταυτίζεται με το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου. Επίσης αναφέρει ότι στο τεκμήριο 1 απομονώθηκε μικρή ποσότητα γενετικού υλικού, η οποία παρουσιάζει ομοιότητες με το γενετικό προφίλ του κατηγορουμένου. Την 11/6/2009 παραλήφθηκε με αλληλογραφία η εργαστηριακή έκθεση της Μ
  5. Σε αυτή η Μ7 αναφέρει ότι στα τεκμήρια 2, 4, 11 - 22 ανιχνεύτηκε κάνναβη συνολικού βάρους 339,2506 γρ., στο τεκμήριο 3 ανιχνεύτηκαν ίχνη κάνναβης και ότι το τεκμήριο 9 είναι φυτό κάνναβης ύψους 18 εκατοστών. Την 16/11/2010 και μεταξύ των ωρών 18:25 - 18:35 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο Μ10 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα
  6. Παράνομης Κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή κάνναβη βάρους 339,2506 γρ.,
  7. Παράνομη Κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή κάνναβη βάρους 339,2506 γρ. με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο,
  8. Παράνομης Προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή κάνναβη βάρους 56 γρ., περίπου,
  9. Παράνομης καλλιέργειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή 1 φυτό κάνναβης ύψους 18 εκ. και
  10. Παράνομης Χρήσης ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή κάνναβη, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Τα γεγονότα δε της υπόθεσης Ε. Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 19190/13, σύμφωνα με τα όσα έχουν εκτεθεί από την κατηγορούσα αρχή και είναι καταγεγραμμένα στη γραπτή Έκθεση Γεγονότων, που κατατέθηκε μαζί με κατάλογο Τεκμήριων και σημειώθηκαν σαν Έγγραφο Β και σαν Έγγραφο Γ, αντίστοιχα και διαβάστηκε, έχουν ως ακολούθως: Στις 28/10/2011 και μεταξύ των ωρών 08:30 - 08:50 ο Αστ. 2815 (Μ9) μαζί με τον ΑΣτ. 1905 (Μ5) και τον Ε/Α 6132 (Μ1) Θυροφύλακας στο ταμείο Θύρας Λεμεσού, δυνάμει Δικαστικού εντάλματος έρευνας ερεύνησαν την οικία του κατηγορούμενου στο χωριό Γεράσα της επαρχίας Λεμεσού. Κατά την έρευνα και ώρα 08:30 ο Μ9 εντόπισε εντός του ψυγείου που βρισκόταν στην κουζίνα του σπιτιού δύο πλαστικά μπουκάλια (φίζες) που περιείχαν μικρά πουλιά σε ξύδι τα οποία ο Μ9 παρέλαβε και τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε «Εν αμπελοπούλια». Ακολούθως και ώρα 08:35 εντός του θαλάμου του ίδιου ψυγείου ο Μ9 βρήκε και παρέλαβε πέντε σακούλια με μικρά πουλιά, δύο σακούλια με δύο μεγάλα πουλιά και ένα σακούλι με ένα μεγάλο πουλί τα οποία και υπέδειξε στον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε «Εν αμπελοπούλια θκιό πέρτιτζιοι τζιαι μια φάσσα». Στην συνέχεια και ώρα 08:40 ο Μ9 εντόπισε και παρέλαβε στο υπνοδωμάτιο του κατηγορούμενου τα ακόλουθα: ένα ΔΟΚΟ μάρκας REMINGTON με αριθμό κατασκευής 44910 σε δερμάτινη θήκη χρώματος μπεζ, ένα ΦΛΟΠΕΡ μάρκας TRENDS με αριθμό κατασκευής 447132, ένα αεροβόλο μάρκας DIANA με αριθμό κατασκευής 01283081 με μεγενθυντικό φακό μάρκας HAWKE ENDURANCE και ένα ΔΟΚΟ μάρκας LAURONA με αρ. κατασκευής 258394, τα οποία υπέδειξε στον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Τα θκύο πρώτα εν του μακαρίτη του πατέρα μου τζιαι τα άλλα θκύο εν της γυναίκας μου». Επίσης εντός του υπνοδωματίου του κατηγορούμενου η ώρα 08:45 ο Μ9 βρήκε και παρέλαβε μία θήκη καλαμωτή εντός της οποίας υπήρχαν δύο δέσμες με 21 ξόβεργα στην κάθε δέσμη, τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Εν δικά μου. Εγόρασα τα που το παναίρι του Αρακαπά». Την ίδια μέρα 28/10/2011 και ώρα 08:55 ο Μ9 συνέλαβε τον κατηγορούμενο για τα πιο πάνω αυτόφωρα αδικήματα και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο απάντησε «Μα εν τζαι εκάμαμεν κανένα φόνο». Την ίδια μέρα 28/10/2011 και μεταξύ των ωρών 10:50 - 11:55 στον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού ο Μ9 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία μεταξύ άλλων ανάφερε ότι τα πουλιά που βρέθηκαν στην οικία του είναι αμπελοπούλια, δύο περδίκια και μία φάσσα. Όσον αφορά το Τεκμήρια 11 και 12 ήταν ιδιοκτησίας του πατέρα του ο οποίος και απεβίωσε στις 22/11/2010, τα παρέλαβε με σκοπό να τα προφυλάξει αλλά αμέλησε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για να τα κατέχει νόμιμα. Επίσης ανάφερε ότι το Τεκμήριο 14 ο κατηγορούμενος το αγόρασε από την πανήγυριν στο χωριό Αρακαπάς από άγνωστο του πρόσωπο. Σύμφωνα με την Γ.Ε/Αστ. 5155 (Μ10) του Αρχείου Π.Ο. Λεμεσού, τα ΔΟΚΟ τεκμήρια με α/α 11 και 12 είναι εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι του Άγγελου Κωνσταντινίδη, πατέρα του κατηγορουμένου, χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει άδεια κατοχής για τα εν λόγω ΔΟΚΟ. Ακολούθως της ίδιας ημέρας 28/10/2011 και μεταξύ των ωρών 12:00 - 12:15 στον Αστυνομικό Σταθμό Καλού Χωριού ο Μ9 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για παράνομη κατοχή ΔΟΚΟ, κατοχή άγριων πτηνών η σύλληψη των οποίων απαγορεύεται, παράνομη κατοχή θηράματος σε κλειστή περίοδο για το κυνήγι και παράνομη κατοχή ξόβεργων και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο απάντησε «Παραδέχομαι και απολογούμαι». Ακολούθως και ώρα 12:20 ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος. Την 2/11/2011 και ώρα 21:15 στην ΑΔΕ Λεμεσού ο Μ9 παρέδωσε στην Εσμεράγδα Κωνσταντινίδη τα Τεκμήρια 10 και 13 αφού διαπιστώθηκε ότι τα κατείχε νόμιμα έναντι απόδειξης. Την 7/11/2011 και ώρα 08:10 ο Μ5 παρέλαβε από τον Μ9 τα Τεκμήρια 19 και αφού τα μετάφερε στην ΑΔΕ Λεμεσού ο Μηνάς Σταυρινίδης (Μ3) βιολόγος του Ταμείου Θήρας Λεμεσού τα εξέτασε στην παρουσία του Μ5 και διαπίστωσε ότι τα Τεκμήρια 1 - 7 πρόκειται για αμπελοπούλια, το Τεκμήριο 8 πρόκειται για δύο περδίκια και το Τεκμήριο 9 για μία φάσσα. Στη συνέχεια ο Μ5 τοποθέτησε τα Τεκμήρια 1 - 9 για φύλαξη στην αποθήκη της ΑΔΕ Λεμεσού. Εκ των όσων αναφέρθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής επισημαίνω ότι κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες και ότι όταν κατηγορήθηκε από την Αστυνομία για τα αδικήματα της παρούσας, ενώ αρχικά συνεργάστηκε πλήρως και βοήθησε στην εξιχνίαση και των αδικημάτων των κατηγοριών 3 και 5, δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες. Στην δε υπόθεση Ε. Δ Λεμεσού με αριθμ.19190/13, όταν κατηγορήθηκε από την Αστυνομία για τα αδικήματα της, παραδέχθηκε άμεσα όλες τις κατηγορίες. O συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ζήτησε επίσης όπως τα τεκμήρια που αφορούν την παρούσα υπόθεση και είναι καταγεγραμμένα στον επισυνημμένο στο Έγγραφο Α κατάλογο τεκμηρίων, με αύξοντες αριθμούς από 1 μέχρι και 27, συμπεριλαμβανομένων, δημευθούν και καταστραφούν. Επίσης ζήτησε όπως τα τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση Ε. Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 19190/13, τα οποία είναι καταγεγραμμένα στον Κατάλογο Τεκμηρίων Έγγραφο Γ, διατεθούν ως ακολούθως: · Τα τεκμήρια με αύξοντες αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 14 και 15, να δημευθούν και να καταστραφούν. · Τα τεκμήρια με αύξοντες αριθμούς 11 και 12, να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους νοουμένου ότι θα παρουσιάσει τις απαιτούμενες από την νομοθεσία και κανονισμούς άδειες. Στην έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων δεν έφερε ένσταση η συνήγορος του κατηγορούμενου. Η συνήγορος του κατηγορούμενου είχε την ευγενή καλοσύνη να παρουσιάσει την αγόρευση της γραπτώς η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Γ.Α.
  11. Λόγω της αναφοράς σε αυτήν αχρείαστων, ασχέτων και σε υπέρμετρα μεγάλη έκταση θέσεων και εισηγήσεων, κατόπιν της επισήμανσης αυτής από το Δικαστήριο, η ευπαίδευτη συνήγορος εκ της αγόρευσης της Έγγραφο Γ.Α.1 ανέγνωσε μέχρι και την παράγραφο 32.
  12. Εν συνεχεία ζήτησε να της δοθεί μία νέα ημερομηνία έτσι ώστε να μελετήσει το λοιπό περιεχόμενο της γραπτής της αγόρευσης και εκεί που όντως θα διαπίστωνε ότι γίνονται αναφορές που δεν εμπίπτουν στα πλαίσια και τις ανάγκες των μετριαστικών παραγόντων αλλά και εκ του περισσού αναφορές σε νομολογία, να την διαφοροποιήσει. Μετά που ενεκρίθη το αίτημα της και στην νέα ημερομηνία που εδόθη για τον σκοπό αυτό, η ευπαίδευτη συνήγορος ζήτησε όπως το λοιπό περιεχόμενο της γραπτής της αγόρευσης, Έγγραφο Γ.Α.1 μετά την παράγραφο 32.9, ήτοι από την παράγραφο 32.10 συμπεριλαμβανομένης μέχρι τέλους, αγνοηθεί. Ακολούθως κατέθεσε συμπληρωματική γραπτή της αγόρευση η οποία σημειώθηκε σαν Έγγραφο Γ.Α.2, της οποίας το περιεχόμενο από την παράγραφο 32.10 μέχρι τέλους ανέγνωσε για σκοπούς ολοκλήρωσης της αγόρευσης της. Τα όσα ανέφερε η συνήγορος του κατηγορούμενου στην αγόρευση της είναι καταγεγραμμένα στα Έγγραφα Γ.Α.1 και Γ.Α.2, αλλά και στα πρακτικά του Δικαστηρίου και έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους, λόγω όμως του μεγάλου όγκου αυτής θα παραθέσω κατωτέρω όσο επιγραμματικά κρίνω αναγκαίο, τους μετριαστικούς παράγοντες που έχει επικαλεστεί και με λεπτομέρεια αναλύει, παραθέτοντας και σχετική επί τούτων νομολογία: (α) Σε αυτήν επισημαίνει κατ' αρχάς την αναγνώριση από μέρους του κατηγορούμενου της σοβαρότητας των αδικημάτων τα οποία διέπραξε. (β) Επικαλείται επίσης το μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, επισημαίνοντας πώς ουδείς λόγος συνέτρεχε προς τούτο. Αυτό διότι ο κατηγορούμενος και στη παρούσα αλλά και στην υπόθεση 19190/13, που λαμβάνεται υπόψη, παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες, συνεργάστηκε πλήρως και από την αρχή με την αστυνομία, μία συνεργασία που οδήγησε και στην πλήρη και ταχεία εξιχνίαση όλων των αδικημάτων και άμεσα εξέφρασε την μεταμέλεια και απολογία του. Συνακόλουθα επί τη βάση των αρχών της Κυπριακής νομολογίας, της Νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αλλά και άλλων χωρών, της οποίας παραθέτει αριθμό αποφάσεων και εκτενή εξ αυτών αποσπασμάτων, εισηγείται πώς ο παράγοντας αυτός θα πρέπει να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη, τόσο όσον αφορά το είδος όσο και το εύρος της ποινής που το Δικαστήριο θα κρίνει ως αρμόζουσα στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. (γ) Το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας δεν διέπραξε άλλο αδίκημα. (δ) Άλλος παράγοντας που επικαλέστηκε η συνήγορος του κατηγορούμενου είναι η συνεργασία που αυτός επέδειξε με την αστυνομία, τόσο στην παρούσα όσο και στην υπόθεση 19190/13 Ε.Δ. Λεμεσού, που είχε σαν επακόλουθο την άμεση και χωρίς καμία καθυστέρηση εξιχνίαση των αδικημάτων τα οποία διέπραξε. Ακόμη το γεγονός ότι μετά την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης επέδειξε πλήρη συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές, αφού σε άλλες δύο περιπτώσεις συγκατατέθηκε να γίνουν έρευνες στο σπίτι και στο μέρος εργασίας του, χωρίς να ανευρεθεί τίποτα το επιλήψιμο, στοιχείο που δείχνει πώς η παράνομη συμπεριφορά του και η διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας αποτελούν ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του. (ε) Το είδος των ναρκωτικών που ανεβρέθηκαν στην κατοχή του που ήταν Τάξεως Β, ήτοι δεν ήταν εκ των κατηγοριών που χαρακτηρίζονται σκληρά και επικίνδυνα. (στ) Αναφορικά δε με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του κατηγορουμένου υιοθέτησε πλήρως την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο και βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης ημερομηνίας 7.4.
  13. Σε σχέση όμως με αυτές, επεσήμανε ότι το ύψος του μηνιαίου ενοικίου που λαμβάνει ο κατηγορούμενος, ανέρχεται σε €750,00 κι όχι σε €550,00 ως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση. Ακόμη σε σχέση με αυτές, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μετά τον γάμο του που τέλεσε σε ηλικία 21 ετών, λόγω διαφόρων οικογενειακών και προσωπικών προβλημάτων, τα οποία τον έκαναν ένα δυστυχισμένο άτομο, οδηγήθηκε από πρόσωπα τα οποία θεωρούσε φίλους και των οποίων την συμπαράσταση επεζήτησε, αλλά συμπεριφερόμενος και ο ίδιος ανώριμα, στην χρήση ναρκωτικών ουσιών στα οποία και εθίστηκε. Παρά όμως το γεγονός ότι σιγά - σιγά κατέστει χρόνιος χρήστης ναρκωτικών ουσιών και παρά τα ψυχολογικά προβλήματα υγείας που πλέον άρχισε να αντιμετωπίζει και τα οποία τον οδηγούσαν στο να καταφεύγει στην χρήση τέτοιων ουσιών, κατάφερε μετά από την νοσηλεία του στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας λόγω ψυχοσωματικών προβλημάτων, με την δική του βούληση και τεράστια προσπάθεια να αποκοπεί παντελώς από την τοιαύτη χρήση. Προς επίρρωση δε της θέσης της αυτής κατέθεσε την ιατρική έκθεση του ιατρού Δρ. Καραβία, η οποία έχει επισυναφτεί στην αγόρευση της Έγγραφο Γ.Α.2, ως συνημμένο 1 και το ιατρικό πιστοποιητικό του Ψυχιάτρου Δρος Παναγιώτη Παπά ο οποίος παρακολουθεί τον κατηγορούμενο από τις 9.10.2009, το οποίο έχει επισυναφτεί στην αγόρευση της Έγγραφο Γ.Α.2, ως συνημμένο
  14. (ζ) Την παραδοχή του, την μεταμέλεια του και την παράκληση από μέρους του να του δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει στην οικογένεια του αλλά και στους τρίτους, πώς παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, μπορεί να ενταχθεί και να αποτελεί ένα υγιές μέλος της κοινωνίας. (η) Ότι στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, παρά το ότι κατόρθωσε να απαλλαγεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας δεν μπορεί πλέον να εργαστεί με επακόλουθο να κριθεί ως πρόσωπο δικαιούμενο σύνταξη αναπηρίας η οποία ανέρχεται στο μηνιαίο ποσό των €656,
  15. Προς τούτο δε επεσύναψε στην αγόρευση της Έγγραφο Γ.Α.2, σχετικές βεβαιώσεις που σημειώνονται ως συνημμένα 3(Α) και 3(Β) αντίστοιχα. (θ) Αναφορικά δε με τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 της υπόθεσης 19190/13, απέδωσε την διάπραξη τους στο γεγονός ότι τα αναφερόμενα σε αυτές πυροβόλα όπλα ανήκαν στον πατέρα του κατηγορούμενου, ο οποίος απεβίωσε στις 22.11.2010 και στην καθυστέρηση της έκδοσης των σχετικών εντύπων φοροαπαλλαγής στην Αίτηση Διαχείρισης που κατεχώρησε ο κατηγορούμενος στις 26.10.2011, ήτοι 2 ημέρες πρίν την διάπραξη των αδικημάτων. Ακόμη επισυνάπτοντας στην γραπτή της αγόρευση Έγγραφο Γ.Α.2, φωτοτυπίες της σχετικής προς τούτο Αίτησης Διαχείρισης - Απογραφής Περιουσίας και των εκδοθέντων πιστοποιητικών εγγραφής και αδειών κατοχής πυροβόλων όπλων, ως συνημμένα 4(Α), 4(Β) και 4(Γ) αντίστοιχα, επικαλέστηκε σαν πρόσθετο μετριαστικό παράγοντα την πλήρη συμμόρφωση του κατηγορούμενου. Αναφορικά δε με την διάπραξη του αδικήματος της κατηγορίας 6 της εν λόγω υπόθεσης, επικαλέστηκε σαν μετριαστικό παράγοντα το γεγονός ότι τα απαγορευμένα μέσα θήρας που ανευρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου, ήτοι 41 ξόβεργα, δεν χρησιμοποιήθηκαν καθόλου. (ι) Επικαλούμενη δε τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου, τις σοβαρές δυσκολίες που αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με την αλλοδαπή σύζυγο του και στην ανατροφή των παιδιών του, που ουσιαστικά ανέλαβε αυτός, τους λοιπούς ελαφρυντικούς παράγοντες που ανέφερε και την καθυστέρηση που έχει προκύψει στην διάγνωση της ποινικής του ευθύνης, αλλά αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι οι ποινές που επιβάλλονται για τέτοιας φύσεως αδικήματα πρέπει να είναι αποτρεπτικές, κάλεσε το Δικαστήριο να επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκεια στο πρόσωπό του. (κ) Ακόμη παραπέμποντας σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου σε αριθμό άλλων υποθέσεων με παρόμοιας φύσεως αδικήματα, εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις έτσι ώστε αυτή να ανασταλεί. Ιδιαίτερη μνεία προς τούτο έκανε στην συμπεριφορά του κατηγορούμενου και τη συνεργασία που επέδειξε με την Αστυνομία όταν συνελήφθηκε, ότι είναι το μόνο πρόσωπο που συμβάλλει όχι μόνο στην οικονομική αλλά και την εν γένει στήριξη της οικογένειας και ιδιαίτερα των δύο του παιδιών, στην μετά την σύλληψη του επιτυχή προσπάθεια απεξάρτησης του από την χρήση ναρκωτικών ουσιών που μόνος του κατέβαλε και στα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Τέλος επικαλέστηκε τις αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου στις υποθέσεις 20095/10 και 28798/12 Ε. Δ. Λεμεσού, καθ' ότι σε αδικήματα που επίσης αφορούσαν ναρκωτικά, λόγω της καθυστέρησης, των προσωπικών συνθηκών και της προσπάθειας απεξάρτησης των κατηγορουμένων, οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης αναστάληκαν. Μετά την αγόρευση της συνηγόρου υπεράσπισης ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί τα όσα αναφέρθηκαν από την συνήγορο του κατηγορουμένου. Σε σχέση δε με το ζήτημα της καθυστέρησης που παρατηρείται από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας, αποδέχτηκε με πάσαν ειλικρίνεια ότι ουδεμίαν ευθύνη φέρει ο κατηγορούμενος μέχρι και την καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Τούτο διότι, όπως ανέφερε, παρά το γεγονός της καταχώρησης της υπόθεσης Ε. Δ. Λεμεσού υπ΄αριθμό 9728/11 για τα ίδια αδικήματα, η οποία διακόπηκε στις 22.12.2011 λόγω μη επίδοσης, ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε συμπεριφορά με την οποία μπορεί να του αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη για την μη επίδοση του κατηγορητηρίου στην εν λόγω υπόθεση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχτηκε και βρέθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος και στις δύο υποθέσεις είναι πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο (Βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264), Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Συγκεκριμένα για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης προβλέπονται οι εξής ποινές: (
  1. i)για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης B' (ήτοι αυτού της 1ης κατηγορίας) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, (
  2. ii)για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως B με σκοπό την προμήθεια προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, (iii) για το αδίκημα της προμήθειας ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως B προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές, (
  3. iv)για την κατηγορία καπνίσματος - χρήσης, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως B' προβλέπεται ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και οι δύο ποινές. Για δε τα αδικήματα της υπόθεσης Ε.Δ Λεμεσού υπ' αριθμό 19190/13, προβλέπονται οι εξής ποινές: (
  4. i)Για τα αδικήματα της δεύτερης και τρίτης εκ των κατηγοριών, η ποινή που προβλέπεται από τον Περί Πυροβόλων και μη Πυροβόλων όπλων Νόμο, Ν.113(Ι)/2004, άρθρο 51, είναι αυτή της ποινής της φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 15 χρόνια ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ. 25.000.00 ή και στις δύο ποινές και οποιαδήποτε όπλα σχετικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα κατάσχονται και δημεύονται η καταστρέφονται με την συγκατάθεση του προσώπου που διέπραξε το αδίκημα. (
  5. ii)Για τα αδικήματα της πέμπτης, έκτης και έβδομης εκ των κατηγοριών, η ποινή που προβλέπεται από τον Περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμο, Ν.152(Ι)/2004, άρθρο 88, είναι αυτή της ποινής της φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.10.000.00 ή και στις δύο αυτές ποινές. Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον Νόμο είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή» Βέβαια δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά, οπότε σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης, αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, αυτό όμως το γεγονός, σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα των αδικημάτων όπως προδιαγράφεται μέσα από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Θα πρέπει στο σημείο αυτό επίσης να λεχθεί ότι όπως είναι και σαφώς νομολογημένο, κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται συνοπτικά ύστερα από γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως είναι και η παρούσα, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη ως ανώτατη ποινή, την ποινή που προβλέπεται από το νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει με αποτέλεσμα να μπορεί, αν τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν να επιβάλει ακόμα και το ανώτατο όριο ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία (βλ. Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Chikh v. Police
(1984)2 CLR, Attorney General of the Repuplic v. Vasiliotis Alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20). Όμως, όπως λέχθηκε στην Ποιν. Εφ. 207/08 Α. Αχτάρ v. Αστυνομίας, ημερομ. 16/7/2010: «Τέλος, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η εκδίκαση της υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο, ενώ κατά κανόνα, δεν είναι στοιχείο ελαφρυντικό υπέρ ενός κατηγορούμενου προσώπου, (Kolev v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 197), δεν μπορεί παρά να έχει τη δική της σημασία .......................... .......................................». Σοβαρά είναι τα αδικήματα τα οποία διέπραξε ο κατηγορούμενος, όπως και όλα τα αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά και ως εκ της φύσεως τους. Η χρήση δε και η εμπορία ναρκωτικών έχει χαρακτηριστεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας. Τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και την κοινωνική ευημερία του κοινού. Η έξαρση δε που παρατηρείται στη χρήση των ναρκωτικών καθιστά την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο της ποινής, γεγονός που καθιστά την φυλάκιση εμφανή επιλογή. Στην υπόθεση Μάρκος Brayan Berne v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 437, έχουν τονιστεί τα πιο κάτω, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Youssef Nehmed Allah Sikaf ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 467׃ « Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τονίσει επανειλημμένα την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών σε υποθέσεις αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά, σε μια προσπάθεια περιορισμού ή εξάλειψης παρόμοιων αδικημάτων και προστασίας του κοινού. Μάλιστα έχει τονιστεί ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της Δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για την καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας ναρκωτικών (βλ. Kablawi & others v. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 494). Το είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται είναι όπως φαίνεται από την σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με την πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. μεταξύ άλλων Hassan ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 210, Abdullah ν. Δημοκρατίας
(1971)2 CLR 323, Esper v. Δημοκρατίας
(1972)2 CLR 73 και Moussa ν. Δημοκρατίας
(1992)2 ΑΑΔ 320). Η χρήση και διάδοση των ναρκωτικών έχει επανειλημμένα χαρακτηρισθεί ως κοινωνική μάστιγα που υπονομεύει το θεμέλιο της κοινωνίας. Η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη των αδικημάτων αυτής της κατηγορίας δεν μπορεί παρά να καταστήσει το στοιχείο αποτροπής στον καθορισμό της τιμωρίας των παραβατών πιο έντονο.» Στην υπόθεση Mahrad Mohamad Reza Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 60, λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι΄ αυτό οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους την διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς.» Στην υπόθεση Κύπρος Μ. Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 124, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την απόφαση του εκδικάσαντος Κακουργιοδικείου υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν από αυτό σε σχέση με την σοβαρότητα των αδικημάτων και ανέφερε τα ακόλουθα : «Βέβαια, η αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης αδικημάτων που έχουν σχέση με ναρκωτικά, δυστυχώς δε συγκρατήθηκε παρά τις προειδοποιήσεις και τις αυστηρές ποινές που επιβλήθηκαν. Όμως, τα Δικαστήρια σταθερά συνέχισαν να προειδοποιούν για την ανοικτή πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας και για την ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλείται στην υλική και ηθική ευημερία του ανθρώπου (Βλ. Σίμκαση ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 22, Zahra Ali Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30). Στη Hussein Hassan v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 356 και στην Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, διαπιστώθηκε ότι η αυξητική τάση στη διάπραξη τέτοιας φύσεως αδικημάτων τελικά δεν απετράπη, επειδή αδίστακτοι εγκληματίες με μόνο κίνητρο το οικονομικό όφελος, γίνονται συνεργοί στη διάδοση των ναρκωτικών. Με αυτό το φόντο, αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα ελαφρυντικά του εφεσείοντα, τονίζοντας όμως ότι αυτά δεν μπορούν και δεν πρέπει να αφεθούν να εξουδετερώσουν την ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από τη διάδοση του αργού θανάτου, η οποία δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. ...........................................................................». Η ανάγκη αυτή, επιβεβαιώθηκε επίσης στις συνεκδικασθείσες ποινικές εφέσεις με αριθμούς 25/2007, 26/2007 και 27/2007. Στην εξ αυτών 27/2007, Γενικός Εισαγγελέας ν. Mahmoud Gate Elgathi κ.α.
(2007)ΑΑΔ 199, στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που υπεστήριξε πώς οι ποινές που επιβλήθηκαν πρωτόδικα στα αδικήματα της κατοχής ποσότητας ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄ και συγκεκριμένα ρητίνης καννάβεως με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα άτομα (1η κατηγορία), για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή 179,1817 γρ. ρητίνης καννάβεως χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας (2η κατηγορία), για το αδίκημα κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή της προαναφερόμενης ποσότητος ρητίνης καννάβεως, συσκευασμένο με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (3η κατηγορία), και για το αδίκημα της προμήθειας της προαναφερόμενης ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου σε τρίτο πρόσωπο (4η κατηγορία), ήταν ανεπαρκείς, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές των 8, 8, 15 και 15 μηνών αντίστοιχα σε ποινές αμέσου φυλάκισης 15, 15, 30 και 30 μηνών αντίστοιχα. Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε από τον Δικαστή Νικολάτο στη σελίδα 204: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων κατοχής και εμπορίας ελεγχομένων φαρμάκων τάξεως Β΄ έχει τονιστεί πάρα πολλές φορές και δεν προτιθέμεθα να επαναλάβουμε τα ίδια. Αφού λάβαμε υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, την ποσότητα και τη φύση των ναρκωτικών, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις και την προαναφερόμενη παραδοχή των εφεσειόντων, κρίνουμε πως οι ποινές που επιβλήθηκαν στους δύο εφεσείοντες στις πρώτες 4 κατηγορίες είναι όντως έκδηλα ανεπαρκείς και δεν αντικατοπτρίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τη συνακόλουθη ανάγκη προστασίας της κοινωνίας. Ως εκ τούτου αυξάνομε τις ποινές των δύο εφεσειόντων στις πρώτες δύο κατηγορίες από 8 μήνες φυλάκιση για τον καθένα σε 15 μήνες φυλάκιση για τον καθένα και αυξάνομε τις ποινές στην 3η και 4η κατηγορία από 15 μήνες φυλάκιση στον καθένα σε 30 μήνες φυλάκιση στον καθένα.» (παραπέμπω επίσης στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 ΑΑΔ 377, Victor Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 211, Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας Π.Ε 45/07, 10.4.2008, Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos
(2005)2 ΑΑΔ 297,). Όπως λοιπόν συνάγεται από τα πιο πάνω, στον καθορισμό του είδους και του εύρους της ποινής που θα επιβληθεί σε υποθέσεις με αδικήματα ναρκωτικών, λαμβάνεται υπόψη και συνυπολογίζεται, με δεδομένη την σοβαρότητα των αδικημάτων αυτού του είδους, η ποσότητα των ναρκωτικών, το είδος των ναρκωτικών και κυρίως ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται. Ως προς το είδος της ποινής δεν χωρεί αμφιβολία ότι ειδικά για τις υποθέσεις που αφορούν κατοχή με σκοπό την προμήθεια και την προμήθεια, η μόνη επιλογή αλλά και κατάλληλη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Περαιτέρω για σκοπούς επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και η έκταση της εγκληματικής συμπεριφοράς ενός κατηγορούμενου αλλά και ο προσχεδιασμός (Βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. ΖανέττουΤσαπατσάρη
(2000)2 ΑΑΔ 304) . Στην ενώπιον μου δε υπόθεση όπως συνάγεται από τα γεγονότα, ο κατηγορούμενος μετά τη σύλληψη του για τα αδικήματα των κατηγοριών της παρούσας υπόθεσης και την παραδοχή και συνεργασία του με την Αστυνομία, που υποτίθεται ότι δείχνει μεταμέλεια, δεν δίστασε να διαπράξει, περιφρονώντας τους νόμους και αδιαφορώντας παντελώς για τις συνέπειες από την έκνομη αυτή συμπεριφορά του και τα αδικήματα της υπόθεσης 19190/13. Σε σχέση δε με το στοιχείο αυτό στη Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1 επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της εγκληματικής δράσης ενός κατηγορούμενου μετά την παραδοχή του σε κατηγορίες που αντιμετώπιζε, καθιστά την παραδοχή του άνευ σημασίας επειδή κάτω από αυτές τις συνθήκες η παραδοχή δεν υποδηλώνει μεταμέλεια. Ακόμα ο κατηγορούμενος όπως συνάγεται από τις απαντήσεις που έδωσε στην Αστυνομία αλλά και από το σύνολο των γεγονότων, είναι πρόδηλο πώς είχε προσχεδιάσει τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2 και 3, της παρούσας υπόθεσης, αφού ο σκοπός που κατείχε τα ναρκωτικά ήταν η προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, σχέδιο μάλιστα που έθεσε και σε εφαρμογή. Ακόμη αν ο κατηγορούμενος δεν συλλαμβανόταν από την αστυνομία θα είχε διοχετεύσει στην αγορά όλη την ποσότητα των ναρκωτικών πού είχε στην κατοχή του, ενσπείροντας έτσι την δυστυχία και συμβάλλοντας στην πρόκληση όλων εκείνων των τραγικών συνεπειών από την χρήση ναρκωτικών ουσιών σε τρίτα πρόσωπα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων βεβαίως, όπως άνωθι περιγράφεται, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσης της. Παράλληλα διατηρώ κατά νου, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Έχει επίσης νομολογηθεί ότι οι συνήθεις μετριαστικοί παράγοντες έχουν μόνο οριακή σημασία σε αδικήματα παρόμοιας φύσεως με αυτά που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Αυτό εν όψει των σοβαρών συνεπειών που προκύπτουν από την κατοχή και εμπορία των ναρκωτικών οι οποίες είναι πλέον ορατές. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Gholi ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30, οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων καθώς και η εξατομίκευση έχουν τη θέση τους, αλλά δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν την μέριμνα για προστασία της κοινωνίας. Συνακόλουθα από τα όσα επικαλέστηκε η συνήγορος του κατηγορούμενου επισημαίνω τα εξής: Εξετάζοντας αρχικά τα γεγονότα της υπόθεσης, λαμβάνω υπόψη μου την συνολική ποσότητα των ναρκωτικών που κατείχε ο κατηγορούμενος σε συνάρτηση και με τον σκοπό τον οποίο τα κατείχε, καθώς επίσης ότι εκπλήρωσε τον σκοπό αυτό, αφού προμήθευσε τρίτα πρόσωπα με μέρος από την αρχική ποσότητα που κατείχε. Παρά το ότι ο κατηγορούμενος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο χρήστης ναρκωτικών ουσιών, η κατοχή της συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικών, ο σκοπός ο οποίος την κατείχε αλλά και η πραγμάτωση του, δείχνουν πλήρη αδιαφορία τόσο για τον εαυτό του αλλά και για τους συνανθρώπους του, δηλαδή τα πρόσωπα που είχε σκοπό να προμηθεύσει αλλά και αυτούς που ήδη προμήθευσε. Συνακόλουθα το στοιχείο που επικαλέστηκε η συνήγορος του για σκοπούς μετριασμού, ήτοι ότι ήταν χρήστης και ο ίδιος, ουδόλως διαφοροποιεί την σοβαρότητα των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2 και 3 που αφορούν αδικήματα που έχουν σχέση με την εμπορία και όχι την ανάγκη για χρήση ναρκωτικών ουσιών λόγω εθισμού. Σε ότι αφορά την θέση, ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να επιβραβευθεί ως προς την προσπάθεια του να απαλλαγεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, με την ανάλογη ποινική μεταχείριση καθ' ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο ίδιος χρήστης κάνναβης λαμβάνεται υπόψη, όμως δεν παραγνωρίζω ότι μέσα από τις πράξεις του και ο ίδιος εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία άλλων προσώπων που βρίσκονται στην ίδια θέση με αυτόν και ότι η προσπάθεια του ήταν να αποκομίσει, ως είναι και ζήτημα κοινής λογικής, οικονομικό όφελος από την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα των ναρκωτικών ουσιών. Η δε επιθυμία του να απαλλαχτεί από την χρήση, δεν εκδηλώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο πριν από την σύλληψη του παρά μετά από αυτήν. Έστω όμως και υπό τας πιο πάνω συνθήκας δεν μπορώ να αγνοήσω παντελώς ότι ο κατηγορούμενος έχει κατορθώσει οικειοθελώς να απαλλαγεί από την χρήση των ναρκωτικών ουσιών, στοιχείο που θα ληφθεί υπόψη στο βαθμό που επιβάλλεται, διότι η απεξάρτηση του, ως και δια της νομολογίας έχει αναγνωριστεί, συνέβαλε και συμβάλλει σημαντικά και στην εξάλειψη της δια της εμπορίας εξασφάλισης της δόσης του. Εισηγήθηκε επίσης η ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ότι ο πελάτης της διέπραξε τα αδικήματα λόγω των διαφόρων προσωπικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε που είχαν σαν επακόλουθο να οδηγηθεί στην χρήση ναρκωτικών και τον εν συνεχεία εθισμό του σε αυτά. Σε σχέση με την εισήγηση της αυτή επισημαίνω ότι πώς έστω και έτσι να ήταν οι συνθήκες του κατηγορούμενου, δεν μπορεί το στοιχείο αυτό να γίνει δεκτό ως μετριαστικός παράγοντας. Είναι εντελώς απαράδεκτο με μία τέτοια δικαιολογία να ενσπείρεται ο θάνατος και η δυστυχία και δεί από πρόσωπο που και το ίδιο απετέλεσε θύμα ναρκωτικών ουσιών και των εξ αυτών σοβαρότατων δυσμενών συνεπειών. Όπως δε αποφασίσθηκε στην υπόθεση Zoran Jovanovic v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 635,ούτε και η οικονομική ανάγκη μπορεί να γίνει αποδεκτός μετριαστικός παράγοντας σε τέτοιας φύσεως αδικήματα. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά από τη νομολογία σε σχέση με τη μεγάλη σοβαρότητα των αδικημάτων και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών και, σ' αυτό το πλαίσιο, στο καθήκον να μη οδηγεί η οφειλόμενη εξατομίκευση σε αναποτελεσματικότητα ή σε εξουδετέρωση της προσπάθειας για την προστασία της κοινωνίας. Με την παράλληλη υπενθύμιση προς τον εφεσείοντα πως είναι απαράδεκτο να ενσπείρεται ο θάνατος κατ' επίκληση οικονομικών προβλημάτων». Επίσης δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο του κατηγορουμένου ότι αυτός μετά την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, δεν διέπραξε άλλο αδίκημα. Τούτο διότι ως είναι πρόδηλο από τα γεγονότα της υπόθεσης 19190/13, στις 28.10.2011, ήτοι 2 και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας, διέπραξε τα αδικήματα της εν λόγω υπόθεσης. Έχοντας λοιπόν κατά νού τις πιο πάνω επισημάνσεις, στα πλαίσια της αρχής της εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου από τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του έχει επικαλεστεί, ως ελαφρυντικά και προς όφελος του κατηγορούμενου στην παρούσα υπόθεση: Το λευκό ποινικό του μητρώο, στοιχείο που του δίνει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου. Την παραδοχή του στις αστυνομικές αρχές και την συνεργασία του με αυτές. Ειδικότερα δε, πως χωρίς την δική του παραδοχή δεν θα μπορούσαν να εξιχνιαστούν άμεσα η και καθόλου κάποια εκ των αδικημάτων, όπως το αδίκημα της προμήθειας σε άλλα πρόσωπα (τρίτη κατηγορία) και το αδίκημα της χρήσης - καπνίσματος, φυτού κάνναβης (πέμπτη κατηγορία). Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 582, αναφορικά με την αξία που προσλαμβάνει κατά το στάδιο της επιμέτρησης της ποινής η ομολογία διάπραξης του αδικήματος, με αναφορά στο σύγγραμμα «Sentencing in Cyprys» του Γ. Πική, σελ. 28: « Η ενθάρρυνση προσώπων που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματικές πράξεις να προβαίνουν σε ομολογίες βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση εγκλημάτων, εμπίπτει μέσα στα πλαίσια του δημόσιου συμφέροντος. Έτσι μπορεί να λεχθεί ότι η επίδειξη επιείκειας αποτελεί μια πρακτική αμοιβή για την ενθάρρυνση αποκάλυψης πληροφοριών που οδηγούν στην εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων.» Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ σελ.28, στην οποία ανφέρθηκαν τα εξής: «Τονίζουμε συναφώς ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μη σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Επίσης η αποζημίωση του θύματος της εγκληματικής συμπεριφοράς λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο μετάνοιας. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα του θύματος. Πρέπει να ενθαρρύνεται μέσα από την μείωση της ποινής.» Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη. Στην απόφαση δε του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας,
(2001)2 A.A.Δ 442, επί του συγκεκριμένου ζητήματος λέχθηκαν τα εξής: «Η νομολογία έχει βέβαια αναγνωρίσει ότι η παραδοχή ενοχής και η μεταμέλεια αποτελούν ελαφρυντικούς παράγοντες. Ωστόσο ο κανόνας αυτός δεν είναι απόλυτος. Πρέπει να εξετάζεται υπό το φως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης. .......................................................................... Αναφορικά με την βοήθεια προς τις αστυνομικές αρχές αυτή έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία σαν ελαφρυντικός παράγοντας (Attorney-General of the Republic v. Trattou
(1978)2 C.L.R. 69). Ωστόσο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο όπου η βοήθεια προσφέρεται αρκετά έγκαιρα για να είναι δυνητικά χρήσιμη (R. v. Debbag and Izett, 12 Cr. App. R. (S) 733 C.A.)*. Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσείων έδωσε κάποιες πληροφορίες στην αστυνομία αλλά η χρησιμότητά τους είναι άγνωστη.» Έχοντας λοιπόν υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου στις ανακριτικές αρχές ήταν ουσιαστικά αναπόφευκτη αναφορικά με τα αδικήματα των 1ης και 2ης κατηγοριών, όμως συνέβαλε ουσιαστικά, όπως και πιό πάνω αναφέρεται, στην εξιχνίαση των λοιπών αδικημάτων. Επίσης και επειδή με την παραδοχή του κατηγορούμενου και ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και στο στάδιο στο οποίο έγινε, έχει εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος και δείχνει την μεταμέλεια του (βλέπε υπόθεση Σόλωνας Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 A.A.Δ 50), αποδέχομαι ότι θα πρέπει να δοθεί σε αυτήν η δέουσα βαρύτητα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει κατορθώσει αυτοβούλως να απεξαρτηθεί από την χρήση ναρκωτικών. Ως έχει νομολογηθεί, οι προσπάθειες αυτές θα πρέπει να ανταμείβονται με ανάλογη έκπτωση στην ποινή, δεδομένου ότι με την ενδεχόμενη απεξάρτηση θα εκλείψει και η ανάγκη διάπραξης αδικημάτων προς εξασφάλιση της δόσης των κατηγορουμένων (βλ. Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας,
(2204)2 Α.Α.Δ. 148και Καρακάννας ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 463). Ότι ναι μέν η ποσότητα των ναρκωτικών η οποία ανευρέθηκε στην κατοχή του ήταν μεγάλη, όμως αυτή ήταν κάνναβης, ήτοι Τάξης Β, κι όχι από τις ουσίες πού εμπίπτουν στην κατηγορία των σκληρών ναρκωτικών. Αυτό βεβαίως ως στοιχείο που διαφοροποιεί την παρούσαν με άλλες υποθέσεις που αφορούσαν κατοχή σκληρών ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια. Λαμβάνω ακόμα υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του κατηγορούμενου ως αυτές περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, που υιοθετήθηκαν πλήρως από την συνήγορο του, αλλά και όσα πρόσθετα ανέφερε γι αυτές και δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου׃ · Ότι είναι 41 χρονών και διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία στο χωριό Γεράσα. · Έχει εισοδήματα €650,00 από σύνταξη ανικανότητας του ιδίου και €750,00 από ενοίκιο ιδιόκτητης κατοικίας στον Άγιο Νικόλαο, το οποίο όμως από τον Φεβρουάριο 2012 δεν του καταβάλλεται. · Η κατοικία στην οποία διαμένει η οικογένεια του είναι αξίας €170.000, η δεύτερη κατοικία που επίσης είναι ιδιοκτήτης στην περιοχή Αγίου Νικολάου στη Λεμεσό, είναι αξίας €200.000 περίπου. Το δε 1½ οικόπεδο του οποίου είναι ιδιοκτήτης στο χωριό Γεράσα είναι αξίας €20.000,00 περίπου. Ο κατηγορούμενος δε έχει χρέη αλλά ούτε και αποταμιεύσεις. · Κατάγεται από τη Λεμεσό και είναι το μοναδικό παιδί της οικογένειας του. Αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή στον κλάδο τορναδόρων και στη συνέχεια ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία κανονικά, σύμφωνα με τον ίδιο. Εργάστηκε ως εργάτης στις οικοδομές για μικρό χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια και μέχρι το 2009 διατηρούσε περίπτερο όπου ο ίδιος εργαζόταν ως υπάλληλος. · Στη συνέχεια σύμφωνα με ιατρικά πιστοποιητικά ήταν ανίκανος για εργασία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. Λόγω της ανικανότητας του για εργασία λάμβανε Δημόσιο Βοήθημα από τον Νοέμβριο του 2009 και μέχρι τον Μάρτιο του 2013. · Στο παρόν στάδιο λόγω των προβλημάτων υγείας τα οποία παρουσιάζει λαμβάνει σύνταξη ανικανότητας από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων. · Το 1995 σύναψε γάμο με γυναίκα από τις Φιλιππίνες με την οποία απέκτησε δύο παιδιά ηλικίας 19 και 17 χρονών σήμερα. · Ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών για 10 χρόνια περίπου. Στο παρόν στάδιο, έχει απεξαρτηθεί και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για τα προβλήματα ψυχικής υγείας που παρουσιάζει. · Τα τελευταία χρόνια έχει μετακομίσει με την οικογένεια του σε ιδιόκτητη κατοικία στο χωριό Γεράσα. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, τον έχει βοηθήσει σημαντικά και έχει ξεφύγει από άτομα με τα οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις στο παρελθόν. · Ότι αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στον γάμο του ιδιαίτερα λόγω του γεγονότος ότι η σύζυγος του είναι αλλοδαπή και παρά την μακρά παραμονή της στην Κύπρο δεν έχει ακόμη αφομοιώσει τον Κυπριακό τρόπο ζωής. · Ότι και τα δύο παιδιά του εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τον ίδιο, τόσο οικονομικά όσο και στις άλλες εκφάνσεις της ζωής τους, αφού αυτός είναι το πρόσωπο που έχει αναλάβει την φροντίδα και ανατροφή τους. · Ότι και τα δύο παιδιά του αντιμετωπίζουν προβλήματα προσαρμογής και σωστής συμπεριφοράς, στο στρατό όπου υπηρετεί ο γιός του και στο σχολείο που φοιτά η θυγατέρα του. Αυτά δε τα προβλήματα οδήγησαν αρχικά στην προσωρινή αναστολή της θητείας του γιού του και στο να παρακολουθείται η θυγατέρα του από τις υπηρεσίες του Γραφείου Ευημερίας. Αναφορικά όμως με τις προσωπικές αυτές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, επισημαίνω ότι λαμβάνονται μεν υπόψη, δεν είναι όμως ικανές να υπερφαλαγγίσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας από την διάδοση του αργού θανάτου σε νέους κυρίως ανθρώπους (βλ. Κ. Χριστοδούλου v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 124, Παυλίδης κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 220, Chucri Saliba v. Δημοκρατία Π.Ε 216/07, 10.6.2008). Κάλεσε επίσης, όπως άνωθι αναφέρεται, η συνήγορος του κατηγορούμενου το Δικαστήριο, να λάβει υπόψη του τα σοβαρά ψυχικά προβλήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει για τους λόγους που εκτενώς αναλύει στην αγόρευση της. Προς επίρρωση δε της θέσης της αυτής, αλλά και της πορείας της υγείας του κατηγορούμενου, κατέθεσε στο Δικαστήριο τις ιατρικές ως άνωθι αναφέρεται, τις εκθέσεις των ιατρών - ψυχιάτρων Δρος. Γ. Καραβία και Δρος Π. Παπά με ημερομηνίες 1.6.2009 και 19.3.2014, αντίστοιχα, οι οποίες επισυνάπτονται στην γραπτή της αγόρευση Έγγραφο Γ.Α.2, ως συνημμένα 1 και 2 αντίστοιχα. Κρίνω λοιπόν εν όψει των όσων έχει αναφέρει η συνήγορος τoυ κατηγορούμενου ότι θα πρέπει να εξετασθεί ποια βαρύτητα θα πρέπει να δοθεί στην ψυχική υγεία του κατηγορουμένου κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά και σήμερα. Στην υπόθεση Σταύρος Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α Α Δ 478, το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση εναντίον της 14χρονης ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον εφεσείοντα στις κατηγορίες εισαγωγής 6.453,34 κιλών ναρκωτικών, ήτοι κάνναβης, και κατοχής τους με σκοπό την προμήθεια ως υπέρμετρα αυστηρής, για τον λόγο ότι δεν ελήφθησαν δεόντως οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου και ιδιαίτερα τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, στην απόφαση του αναφέρει τα εξής: «Έχει διατυπωθεί πρόσφατα στην Victor Abe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 211, ότι παρά την αυστηρότητα με την οποία πρέπει να αντιμετωπίζονται οι υποθέσεις ναρκωτικών και παρά τη διαχρονική νομολογιακή αναφορά ότι οι προσωπικές συνθήκες σε αυτού του είδους τις υποθέσεις έχουν μειωμένη αξία, δεν πρέπει να δίνεται η εντύπωση ότι στην ουσία δεν λαμβάνονται καθόλου υπόψη, εξουδετερώνοντας έτσι την ενασχόληση του Δικαστηρίου με τη διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής. Στην επιβληθείσα εδώ ποινή, θα μπορούσαν να είχαν προσμετρήσει στη σκέψη του Κακουργιοδικείου έτι περισσότερο τα ψυχολογικά του προβλήματα, για τους λόγους που καταγράφηκαν προηγουμένως, ώστε να αντανακλούνται αυτά στο καθορισθέν ποινικό μέτρο κατά δικαιότερο τρόπο. Ως εκ των άνω, κρίνεται ότι η ορθότερη υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή των 12 ετών φυλάκισης στις κατηγορίες 2 και 4, που παραμένει μεν μια αυστηρή ποινή, αλλά πλέον εξατομικευμένη.» Τέλος σε σχέση με το ίδιο ζήτημα το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Κωνσταντίνος Μαυραντωνίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 204/11, ημερομηνίας 20.6.2012, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Περαιτέρω, τα Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ότι, ανάλογα με το βαθμό ψυχολογικής ή ψυχιατρικής ανισορροπίας, είναι υποχρεωμένα επιβάλλοντας την ποινή να ισοζυγίσουν από τη μια την αναγκαιότητα της επιβολής αποτρεπτικής ποινής, αλλά και από την άλλη να ασκήσουν το εξίσου σοβαρό καθήκον τους να εξατομικεύσουν την ποινή, όχι μόνο σε σχέση με τα προσωπικά δεδομένα του ιδίου του κατηγορουμένου, αλλά ιδιαίτερα και σε σχέση με αυτά που συναρτώνται προς τις όποιες ψυχικές διαταραχές. Για τους αδικοπραγούντες ψυχασθενείς έχει σημασία για το Δικαστήριο να προσπαθήσει να στοχεύσει σε εκείνη την ποινή που θα διασφαλίσει, κατά το δυνατό, στην απομάκρυνση της πιθανότητας ο αδικοπραγών να υποστεί υποτροπή ώστε να εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα τόσο για τον εαυτό του, όσο και για τους συνανθρώπους τους. Αποτελεί πάγια αρχή ότι οι αδικοπραγούντες ψυχασθενείς πρέπει να τυγχάνουν μιας ιδιαίτερης μεταχείρισης, όχι κατ΄ ανάγκη αυτής που οριοθετούν συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες, όπως αυτές που εισήχθησαν με τον περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμο αρ. 77(Ι)/97, όπως τροποποιήθηκε μέχρι το 2007. Η περίπτωση του εφεσείοντος δεν εμπίπτει βέβαια στις σοβαρότερες περιπτώσεις ψυχικών ασθενειών που θα έπρεπε να τύχουν μεταχείρισης δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω Νόμου. Όμως, η διαταραγμένη ψυχική υγεία λαμβάνεται υπόψη προς επιμέτρηση της ποινής. Η συνήθης αντιμετώπιση είναι να μειώνεται η ποινή φυλάκισης λογίζοντας υπέρ του κατηγορουμένου την επιβάρυνση της ψυχικής υγείας, όπως συνέβη στη Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2001)2 Α.Α.Δ. 299. Πιο πρόσφατα στην Κύπρου Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 155/2010, ημερ. 20.2.2012, το Εφετείο έλαβε υπόψη την ψυχική κατάσταση του εφεσείοντος, ο οποίος παρά το γεγονός ότι είχε αντίληψη των πράξεων και επίγνωση των επιπτώσεων τους, παρέμενε ένα ψυχικά ασθενές άτομο παρακολουθούμενο από ιατρούς στη βάση του ότι ήταν «άτομο με μειωμένη ψυχική αντοχή σε στρεσσογόνες και ψυχοπιεστικές καταστάσεις». Μαζί με τα υπόλοιπα μετριαστικά στοιχεία, θεωρήθηκε ορθό να μειωθεί η ποινή των 8 ετών σε 6 έτη, σε κατηγορίες βιασμού, άσεμνης επίθεσης και επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη. .. ............................................................................ Ενώ η επιλογή της ποινής φυλάκισης ήταν ορθή και δεν ενδείκνυτο διαφορετική μεταχείριση του εφεσείοντος, κρίνεται ότι το Κακουργιοδικείο όπως αναφέρθηκε και στη Σταύρος Ιωάννου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω -, αναφέρθηκε μεν σε έκαστο μετριαστικό παράγοντα λεκτικώς, αλλά απέτυχε να προσδώσει σ΄ αυτούς τη συνολική μετριαστική επίπτωση τους προς όφελος του εφεσείοντος. ........................................................................... Το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντος, οι λόγοι που τον ώθησαν να εφοδιαστεί με τα πιστόλια και τα πυρομαχικά, το γεγονός της διαταραγμένης ψυχικής υγείας του, η γενικότερη πιστοποιημένη καλή προσωπικότητα και ήθος του, η μεταγενέστερη τέλεση γάμου, δικαιολογούν την επίδειξη επιείκειας ώστε η ποινή να ταιριάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δράστη. ..........................................................................» Στην παρούσα υπόθεση, όπως αναφέρεται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αλλά και στις ιατρικές εκθέσεις των ιατρών - ψυχιάτρων Δρος. Γ. Καραβία και Δρος Π. Παπά, ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, αλλά μέχρι και σήμερα έπασχε και πάσχει από σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα. Συγκεκριμένα πάσχει από ψυχωτική συνδρομή (μανιοκαταθλιπτική ψύχωση). Επίσης είναι άτομο με χρόνιες και σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής με έντονα παρορμητικά στοιχεία στην προσωπικότητα του. Συνεπεία αυτών των προβλημάτων ο κατηγορούμενος νοσηλεύθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομεία Αθαλάσσας από τις 17.5.09 μέχρι και τις 9.6.09 λόγω σοβαρής υποτροπής της νόσου του (μανιακό επεισόδιο με ψυχωτικά στοιχεία). Όσον αφορά τη νόσο του κατηγορούμενου αυτή χαρακτηρίζεται κατά τη διάρκεια υποτροπής, από περιόδους καταθλιπτικής συμπτωματολογίας ή περιόδους συναισθηματικής έξαρσης και υπερδιέγερσης. Κατά τη διάρκεια μάλιστα των επεισοδίων υπερδιέγερσης, η κρίση του ασθενούς και η ικανότητα του να κυριαρχεί στις παρορμήσεις του επηρεάζεται, με αποτέλεσμα ενδεχόμενα να προβαίνει σε απερίσκεπτες ενέργειες. Βρίσκεται υπό συνεχή ψυχιατρική παρακολούθηση από τις 9.10.09 μέχρι και σήμερα πλην όμως σημειώνεται πως η ψυχική του υγεία παρά τη σταθεροποίηση που επιτεύχθηκε τα τελευταία χρόνια ως αποτέλεσμα της εντατικής θεραπευτικής προσπάθειας, παραμένει ευάλωτη και εύθραυστη, ειδικά σε καταστάσεις ψυχολογικής πίεσης ή διακοπής της εντατικής θεραπευτικής παρέμβασης. Πρέπει βεβαίως να επισημάνω ότι από τις δύο ιατρικές εκθέσεις δεν συνάγεται ότι υπάρχει σύνδεση με οποιοδήποτε τρόπο της ψυχικής διαταραχής του κατηγορούμενου με τα αδικήματα στα οποία έχει βρεθεί ένοχος στην παρούσα υπόθεση και ούτε αποδίδεται η διάπραξή τους λόγω αυτών των προβλημάτων υγείας. Ακόμη συνεπεία του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει έχει κριθεί ακατάλληλο πρόσωπο για εργασία εξ ού και λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας. Ακόμη αναφορικά δε με τον τρόπο που τα Δικαστήρια στην Κύπρο δύνανται να αντιμετωπίζουν άτομα με διαταραγμένη ψυχικά προσωπικότητα, ενώνω και την φωνή του παρόντος Δικαστηρίου στα όσα με αρκετές αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επισημάνει. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Μιχαλάκης Αρέστη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α Α Δ 613: «Σε περιπτώσεις επιβολής ποινής σε άτομα που έχουν διαταραγμένη προσωπικότητα, τα Δικαστήρια ακολουθώντας τις αρχές που διατυπώθηκαν στην αγγλική υπόθεση R. ν. Chambers [1983] Crim. L. R. 688, προσπαθούν να καθορίσουν το βαθμό ευθύνης του αδικοπραγούντος, το πόσο επικίνδυνος μπορεί να είναι στην κοινωνία και για πόση χρονική περίοδο μπορεί να είναι επικίνδυνος. Με βάση τα κριτήρια αυτά το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διαμορφώσει την ποινή του, επιβάλλοντας από διάταγμα κηδεμονίας μέχρι διά βίου φυλάκιση. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές έχουν υιοθετηθεί και από τη δική μας νομολογία (βλ. Λεμής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 340). .......................................................................... Προτού εγκαταλείψουμε το θέμα, θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι τα δικαστήρια επανειλημμένως διαπίστωσαν την ανεπάρκεια της νομοθεσίας ως προς τα μέσα που παρέχονται στο δικαστήριο για το χειρισμό ατόμων με ψυχικά προβλήματα. Ως αποτέλεσμα της έλλειψης αυτής, τα δικαστήρια αρκούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ψυχικές διαταραχές ατόμων ψυχικά ασθενών ως παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής ενώ θα μπορούσαν να είχαν, όπως έχουν τα δικαστήρια άλλων χωρών, την ευχέρεια να εκδώσουν διάταγμα κράτησης σε νοσοκομείο. Το 1989 το Εφετείο στην υπόθεση Λεμής ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Πριν καταλήξουμε, θέλουμε να επισημάνουμε ότι η μεταχείριση παραβατών με ψυχολογικά προβλήματα ή διαταραγμένη προσωπικότητα, πρέπει και στην Κύπρο να απασχολήσει τις αρχές προς το σκοπό διεύρυνσης των μέσων τα οποία παρέχονται στο Ποινικό Δικαστήριο για την τιμωρία και αναμόρφωση των παραβατών.» Τα ίδια επαναλήφθηκαν και σε άλλες υποθέσεις και πρόσφατα στην Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ.
  1. Τα ίδια επανατονίζουμε και εμείς, με την ελπίδα ότι μετά την πάροδο τόσων χρόνων αδράνειας, θα δημιουργηθεί το ορθό νομοθετικό πλαίσιο για το χειρισμό αυτών των παραβατών. ............................................................................» Κρίνω λοιπόν πως τα προβλήματα στην ψυχική υγεία του κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση είναι ένας παράγοντας που επίσης θα ληφθεί υπόψη σαν μετριαστικός κατά την επιμέτρηση της ποινής και θα τους δοθεί η δέουσα υπό τας περιστάσεις βαρύτητα, όμως μπορούν να επηρεάσουν το εύρος κι όχι το είδος της ποινής. Τέλος ένα πρόσθετο μετριαστικό παράγοντα που επικαλέστηκε η συνήγορος του κατηγορούμενου είναι η καθυστέρηση που παρατηρείται, τόσο μέχρι την καταχώρηση της παρούσας όσο και μετά από αυτήν. Κρίνω λοιπόν ότι προς τούτο θα πρέπει να εξετάσω την πορεία της υπόθεσης από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που επιβάλλεται η ποινή στον κατηγορούμενο, σε συνάρτηση βεβαίως με τις παραμέτρους που η νομολογία αναγνωρίζει ότι επηρεάζουν το συγκεκριμένο ζήτημα. Όσον αφορά την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου, δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω οτιδήποτε πέραν της σαφέστατης δήλωσης του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής με την οποία αποδέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη σε αυτή. Όμως από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου που έγινε στις 24.9.2012 μέρος της καθυστέρησης οφείλεται και στον ίδιο τον κατηγορούμενο, αφού: · Ο κατηγορούμενος και αφού η επίδοση του κατηγορητηρίου αναβλήθηκε σε δύο περιπτώσεις ήτοι από την 29.10.12 για την 8.1.2013 και από την 8.1.2013 για την 1.3.2013, οδήγησε αρχικά την υπόθεση σε άλλη ημερομηνία για να απαντήσει, ήτοι για την 3.4.
  2. · Την 3.4.2013 ο κατηγορούμενος ζήτησε και πάλιν αναβολή για να απαντήσει με επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για απάντηση ξανά για την 30.4.
  3. · Την 30.4.2013 με την μη παραδοχή του η υπόθεση οδηγήθηκε για ακρόαση για την 15.11.
  4. · Στις 15.11.2013 κατόπιν αιτήματος της κατηγορούσας αρχής η υπόθεση αναβλήθηκε για ακρόαση για την 13.3.
  5. · Κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου ο φάκελος της υπόθεσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4.2.2014 οπόταν ο κατηγορούμενος μετά που ζήτησε να αλλάξει απάντηση παραδέχτηκε τις κατηγορίες 1, 2, 3, και
  6. Την ίδια ημερομηνία διακόπηκε η κατηγορία 4, με επακόλουθο αυτός να απαλλαγεί από αυτήν αλλά και να ακυρωθεί η ημερομηνία ακρόασης. Επίσης κατόπιν αιτήματος του κατηγορούμενου η υπόθεση αναβλήθηκε για την 12.3.2014 για γεγονότα και ποινή και για ετοιμαζόταν έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για τον κατηγορούμενο. · Την 12.3.2014 και επειδή η έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για τον κατηγορούμενο δεν είχε ετοιμαστεί η υπόθεση αναβλήθηκε ξανά για γεγονότα και ποινή για την 8.4.
  7. · Στις 8.4.2014 για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, η υπόθεση αναβλήθηκε για να ολοκληρώσει την αγόρευση της η συνήγορος του κατηγορούμενου για την 14.4.
  8. · Την 14.4.2014 μετά την ολοκλήρωση της αγόρευσης της συνηγόρου του κατηγορούμενου λόγω διευκρινήσεων που ζητήθηκαν από το Δικαστήριο από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, η υπόθεση αναβλήθηκε για περαιτέρω γεγονότα και επιβολή ποινής για την 25.4.2014, οπόταν και επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου για την ποινή για σήμερα. Όπως λοιπόν συνάγεται από τα πιο πάνω, το μέγιστο μέρος της συνολικής καθυστέρησης βαρύνει την κατηγορούσα αρχή. Συνακόλουθα το στοιχείο αυτό θα ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής αφού όπως η πλούσια Κυπριακή νομολογία, αλλά και η Ευρωπαϊκή και άλλων χωρών στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος του κατηγορούμενου σε αχρείαστα θα έλεγα μεγάλο βαθμό, έχει αναγνωρίσει ότι η καθυστέρηση στην έναρξη της ποινικής δίωξης - με την καταχώρηση της υπόθεσης - λειτουργεί υπέρ του μετριασμού της ποινής (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623). Στην υπόθεση δε, M & M Loizou Ltd κ.α. ν. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 ΑΑΔ 717 υποδείχθηκε, ότι η δίωξη του παραβάτη ευθύς ως έρχεται σε φως η αξιόποινη πράξη αποτελεί αρχή συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης και αυτή τούτη τη δίκαιη δίκη. Eπίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε, ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Περαιτέρω, οι προσωπικές και λοιπές συνθήκες ενός κατηγορούμενου στο διάστημα αυτό μπορεί να αλλάξουν, κάτι που διαπιστώνω ότι έχει συμβεί και στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα όπως διαπιστούται από την έκθεση του γραφείου Ευημερίας αλλά και τα συνημμένα πιστοποιητικά 1, 2, 3(Α) και 3(Β), στην αγόρευση της συνηγόρου του Έγγραφο Γ.Α.2, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και σήμερα: · ο κατηγορούμενος έχει απεξαρτηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, · έχει απωλέσει και τους δύο γονείς του, · έχει νοσηλευθεί για σοβαρά προβλήματα ψυχικής του υγείας στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας, ήτοι για σχιζοσυναισθηματική ψύχωση με χρήση τοξικών ουσιών (κάνναβης), · έχει καταστεί ανίκανος για εργασία, · αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα ψυχικής υγείας (μανιοκαταθλιπτική ψύχωση) για το οποίο παρακολουθείται από ειδικό ψυχίατρο με εντατική θεραπευτική παρέμβαση αλλά και φαρμακευτική αγωγή, Όπως δε πρόσφατα αναφέρθηκε στην υπόθεση Haris Memic v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 197/11, από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του που εξεδόθη στις 16.4.2014, στην έφεση κατά της επιβληθείσας πρωτόδικα ποινής των 8 χρόνων για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 915,27 γραμμαρίων κοκαΐνης, στην οποία έγινε επίκληση και της καθυστέρησης τριών χρόνων που διέρρευσε από την διάπραξη του αδικήματος, ήτοι από την 17.9.2008 μέχρι την επιβολή ποινής: «Εντούτοις, όπως διαπιστώνεται, το Κακουργιοδικείο προσέδωσε στην καθυστέρηση η οποία υπήρξε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής σχετική σημασία, αναγνωρίζοντας ότι αυτή αφορούσε, ούτως ή άλλως, σε «ένα αντικειμενικό δεδομένο», όπως ορθά την χαρακτήρισε. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη την πάγια, πλέον, θέση της νομολογίας ότι, κατά την εξέταση του υπό αναφορά παράγοντα, συνεκτιμάται ο χρόνος που παρέρχεται από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής, ώστε το ύψος της επιβληθησομένης ποινής να αντανακλά την ωφελιμότητα της τιμωρίας, ως μέτρου αποτροπής ή/και αναμόρφωσης του παραβάτη, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Παύλου Αραμπίδη, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 110/2011, 5.12.2013). Συγχρόνως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, όπως εδώ, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104). Σε σχέση με την τελευταία αυτήν πτυχή, δεν τέθηκε θέμα.» Ακόμα σε σχέση με τον πιο πάνω παράγοντα για αδικήματα που αφορούσαν ναρκωτικά, το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Σταύρος Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2011)2 AAΔ 513, επικροτώντας την επιλογή του πρωτόδικου Δικαστηρίου στη επιβολή ποινής φυλάκισης για αδικήματα που αφορούσαν κατοχή και χρήση ναρκωτικών ουσιών, διέταξε μέν την άμεση αποφυλάκιση του εφεσείοντος καθ' ότι έκρινε πώς οι ποινές άμεσης φυλάκισης των 12 μηνών για την κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου τάξεως Α' βάρους 3,6422 και της φυλάκισης των 6 μηνών για χρήση ελεγχομένου φαρμάκου ήταν υπό τας περιστάσεις υπερβολικές, επικρότησε όμως το είδος της επιβληθείσας ποινής. Προς τούτο έκανε ιδιαίτερη μνεία ότι ο παράγοντας της καθυστέρησης στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου κατά 22 μήνες ορθά λήφθηκε υπόψη όμως μαζί με τους λοιπούς παράγοντες θα έπρεπε να επενεργήσει στην επιβολή ποινής φυλάκισης μικρότερης διάρκειας. Το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Κραμβή είναι χαρακτηριστικό׃ «Στην προκείμενη περίπτωση το πρωτόδικο δικαστήριο μολονότι ταξινόμησε σωστά όλους τους μετριαστικούς παράγοντες εντούτοις φαίνεται πως δεν απέδωσε τη βαρύτητα που άξιζε στον καθένα ξεχωριστά αλλά και σε όλους ως σύνολο, παρά την περί του αντιθέτου λεκτική διατύπωση, με αποτέλεσμα η επιβληθείσα ποινή, αντικειμενικώς κρινόμενη, να θεωρείται εκδήλως υπερβολική. Βεβαίως η σοβαρότητα των αδικημάτων, όπως ορθά επισημαίνεται στην εκκαλούμενη απόφαση, είναι δεδομένη έστω και αν η ποσότητα των ναρκωτικών ήταν μικρή. Ωστόσο, η μεγάλη καθυστέρηση των 22 περίπου μηνών στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου, η επιτυχής προσπάθεια του εφεσείοντα για απεξάρτηση από τα ναρκωτικά σε συνάρτηση προς τους λοιπούς παράγοντες μετριασμού της ποινής θα δικαιολογούσαν την επιβολή ποινής φυλάκισης μικρότερου ύψους.» Επισημαίνω βεβαίως ότι η παρούσα διαφοροποιείται ως προς την σοβαρότητα των αδικημάτων αλλά και τα γεγονότα και συνθήκες διάπραξης τους από την εν λόγω υπόθεση, αφού τα αδικήματα των κατηγοριών 2 και 3 αφορούν κατοχή με σκοπό την προμήθεια και την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών. Δεν μπορώ όμως να αγνοήσω την αρχή που σε αυτήν την υπόθεση επαναλαμβάνεται σε σχέση με την καθυστέρηση στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου. Στην υπόθεση δε Ιωάννης Γεωργίου Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, για το αδίκημα του βιασμού ο οποίος έλαβε χώρα στις 2.4.94, η ποινική δίωξη εναντίον του εφεσείοντα άρχισε τρία χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος 1997, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 5 ετών. Κρίθηκε κατ' έφεση, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο συνυπολόγισε με ορθότητα όλα τα δεδομένα ως προς το θέμα της ποινής συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης και επομένως, δεν συνέτρεχε λόγος για επέμβαση. Αποφασιστικοί παράγοντες στην επιμέτρηση της ποινής ήταν, σύμφωνα με το Εφετείο, η σοβαρότητα του αδικήματος εν' όψει της προβλεπόμενης από τον Νόμο ποινής, οι συνθήκες διάπραξής του και η ανάγκη όπως η ποινή έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Έχοντας λοιπόν κατά νού όλα τα πιο πάνω αλλά και όλες τις παραμέτρους σε σχέση με τα γεγονότα και συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας, δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει παρέλθει σε συνάρτηση με όλους τους πιο πάνω ελαφρυντικούς παράγοντες, εν όψει της εξαιρετικής σοβαρότητας των αδικημάτων στην παρούσα υπόθεση, είναι ικανός να καταστήσει ανεπιθύμητη την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο. Η πιο πάνω παράμετρος θα έχει και αυτή επομένως, το αντίκρισμα της στην ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα όσα εκτίθενται ανωτέρω, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα για τον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση ποινή, είναι αυτή της φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής, θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής, το οποίο θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα και με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, οι ελαφρυντικοί παράγοντες που εκτίθενται ανωτέρω και έχω αποδεχτεί ότι θα ληφθούν υπόψη, ιδιαίτερα ο παράγοντας της καθυστέρησης, κρίνω ότι μπορούν και θα επηρεάσουν το εύρος της ποινής που θα επιβάλω στον κατηγορούμενο. Ακόμη αναφορικά με το εύρος της ποινής που θα επιβάλω στον κατηγορούμενο λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα λέχθηκαν και αποφασίστηκαν στις πιο κάτω υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου: Προσεκτική μελέτη της Νομολογίας, καταδεικνύει ότι στις περιπτώσεις αδικημάτων κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια, επιβάλλονται κατά κανόνα αυστηρές ποινές φυλάκισης. Σχετική είναι μεταξύ άλλων η υπόθεση Akbar Azizi Soleimani, ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ 476, όπου αλλοδαπός 26 ετών παραδέχθηκε την κατοχή σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια του σε τρίτο. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και συνεργάστηκε με την αστυνομία. Η ποινή οκταετούς φυλάκισης που του επιβλήθηκε από το κακουργιοδικείο δεν κρίθηκε υπερβολική κατ' Έφεση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην δε υπόθεση Λούκας Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ σελ 577, στην οποία τονίστηκε ότι η αυξητική τάση των συγκεκριμένων εγκλημάτων θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια με την ανύψωση των ποινών, επικυρώθηκαν οι πρωτόδικα επιβληθείσες ποινές στον εφεσείοντα για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων και για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια, ποινή φυλάκισης 5½ χρόνων. Στην υπόθεση Kayvandokht v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 359 τονίσθηκε ότι είναι καιρός όπως οι επιβαλλόμενες ποινές καταστούν αυστηρότερες για να δείχνουν τόσο την αποδοκιμασία όσο και την ενεργό συμμετοχή της δικαιοσύνης στον αγώνα που διεξάγεται σε παγκόσμια κλίμακα για τη καταπολέμηση της χρήσης και εμπορίας των ναρκωτικών. Στην εν λόγω υπόθεση επιβλήθηκε πρωτόδικα στον εφεσείοντα για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια, ποινή φυλάκισης 6½ χρόνων. Η ποινή επικυρώθηκε από το Εφετείο. Στην υπόθεση Χ΄ Πέτρου v. Δημοκρατίας, 1998
(2)ΑΑΔ 123, επικυρώθηκε η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης των 3 χρόνων για κατοχή ρητίνης κάνναβης 228,11γρ. Στην δε υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Παπαχαραλάμπους
(2007)2 ΑΑΔ 11, ο εφεσίβλητος ηλικίας 23 ετών παραδέχθηκε ενοχή και εξέφρασε μεταμέλεια στα αδικήματα της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 419,96 γραμμαρίων φυτού κάνναβης και της κατηγορίας για χρήση κάνναβης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του Περί Κηδεμονίας και άλλων τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμου του 1996, (Ν.46(Ι)/96), έθεσε τον εφεσίβλητο υπό κηδεμονία με όρους κοινοτικής εργασίας. Η ποινή κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο έκδηλα ανεπαρκής και αντικαταστάθηκε κατ' έφεση με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης ενός χρόνου στην 1η κατηγορία, 2 χρόνων στη 2η κατηγορία και 6 μηνών στη 3η. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου διαδραματίζουν μικρό μόνο ρόλο στην επιβολή ποινής. Και αυτό γιατί υπερισχύει η ανάγκη διαφύλαξης της κοινωνίας από τη μάστιγα των ναρκωτικών η οποία επιτυγχάνεται με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεωργίου
(2003)2 ΑΑΔ 511, στην οποία υπήρξε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και η οποία οφειλόταν στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου, να διαγνωσθεί 3 χρόνια μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 μηνών στην κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο και ποινής φυλάκισης 3 μηνών στην κάθε μια από τις κατηγορίες της καλλιέργειας 14 φυτών κάνναβης και της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως πρόδηλα ανεπαρκής. Όσον αφορά για το πώς επηρεάζεται η επιβαλλόμενη ποινή όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του άλλα αδικήματα, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194). Καταληκτικά και παρά το ότι σε αδικήματα ως αυτά των κατηγοριών 2 και 3, οι συνήθεις ποινές είναι αυτές των πολυετών ποινών αμέσου φυλάκισης, ο παράγοντας της καθυστέρησης που παρατηρείται, στην καταχώρηση του κατηγορητηρίου κατά 41 μήνες και 49 μήνες μέχρι σήμερα που του επιβάλλεται η ποινή, με έχει οδηγήσει στο να αποφασίσω πώς μπορώ να διαφοροποιήσω την κολάσιμη αντιμετώπιση του κατηγορουμένου σε σχέση με το εύρος της ποινής, από άλλες υποθέσεις. Συνακόλουθα επιβάλλω στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή καθότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της 2ης κατηγορίας. Στην 2η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην 3η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 μηνών. Στην 5η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Οι πιο πάνω επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και να ξεκινούν από τις 25.4.2014, ημερομηνία από την οποία ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Επιπλέον ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχονται από το άρθρο 31 του Νόμου 29/77, όπως τροποποιήθηκε και του άρθρου 32 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, διατάζω όπως τα ευρισκόμενα στην κατοχή της αστυνομίας τεκμήρια: Α. Της παρούσας υπόθεσης, ήτοι αυτά που είναι καταγεγραμμένα στον επισυνημμένο στο Έγγραφο Α κατάλογο τεκμηρίων με αύξοντες αριθμούς από 1 μέχρι και 27 συμπεριλαμβανομένων, να δημευθούν και να καταστραφούν. Β. Αυτά δε που αφορούν την υπόθεση Ε. Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 19190/13 και είναι καταγεγραμμένα στον κατάλογο Τεκμηρίων Έγγραφο Γ, διατεθούν ως ακολούθως: · Τα τεκμήρια με αύξοντες αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 14 και 15, να δημευθούν και να καταστραφούν. · Τα τεκμήρια με αύξοντες αριθμούς 11 και 12, να επιστραφούν στον νόμιμο δικαιούχο τους νοουμένου ότι θα παρουσιάσει τις απαιτούμενες από την νομοθεσία και κανονισμούς άδειες. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές φυλάκισης πού επέβαλα στον κατηγορούμενο θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του ή δύνανται να ανασταλούν, ως και η εισήγηση της συνηγόρου του. Στα πλαίσια της τοιαύτης εισήγησης της, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου με παρέπεμψε προς υποστήριξη του αιτήματος της πρόσθετα των λόγων που επικαλέστηκε και σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις αποφάσεις που εξέδωσε το παρόν Δικαστήριο στις υποθέσεις Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμούς 20095/10 και 28798/
  1. Δεν θα συμφωνήσω και δεν αποδέχομαι ότι οι εν λόγω υποθέσεις προσομοιάζουν στα γεγονότα, συνθήκες των κατηγορουμένων και αδικήματα, με την παρούσα υπόθεση. Κατ΄ αρχάς η υπόθεση 28798/12 αφορούσε αδικήματα κατοχής ναρκωτικών ουσιών και χρήσης ναρκωτικών ουσιών από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Συνακόλουθα διαφοροποιείται παντελώς από την παρούσα, αφού στα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην ενώπιον μου υπόθεση περιλαμβάνεται το αδίκημα της κατοχής της μεγάλης ποσότητας των 339,2506 γραμμαρίων φυτού κάνναβης, με σκοπό την προμήθεια (κατηγορία 2) και το αδίκημα της προμήθειας 56 περίπου γραμμαρίων σε τρίτο πρόσωπο ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, ήτοι κάνναβης (κατηγορία 3). Όσον αφορά την αναφορά και επίκληση της απόφασης μου στην υπόθεση 20095/10, στην οποία όντως η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο αναστάληκε, σε αυτήν λήφθηκε υπόψη το εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα που είχε μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης, που ήταν πέντε και πλέον χρόνια και οκτώ και πλέον χρόνια μέχρι την ημερομηνία που επιβλήθηκε ποινή στον κατηγορούμενο, καθώς επίσης ότι δεν επέδειξε στο μεσοδιάστημα αυτό άλλη παραβατική συμπεριφορά και ότι ήταν πατέρας δύο ανηλίκων παιδιών και ο μοναδικός προστάτης της οικογένειας του. Θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι ένα σημαντικό στοιχείο που λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα που την διαφοροποιεί από την 20095/10, είναι και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενώ είχε διαπράξει τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης συλλαμβανόμενος, τουλάχιστον σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας 1 επ΄ αυτοφώρω, αλλά και παραδεχόμενος τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3 και 5, αντί να αποφύγει τη διάπραξη άλλων αδικημάτων, διέπραξε στη συνέχεια τα αδικήματα των κατηγοριών της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα με αριθμό 19190/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Συνακόλουθα και αυτό το στοιχείο διαφοροποιεί την παρούσα από την 20095/10 στην οποία οκτώ και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων ο κατηγορούμενος σε εκείνη, δεν είχε επιδείξει άλλη παραβατική συμπεριφορά. Τέλος η παρούσα διαφοροποιείται με την 20095/10 και λόγω του ότι στην παρούσα ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε και βρέθηκε ένοχος και στο αδίκημα της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών σε τρίτα πρόσωπα, αδίκημα που δεν αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος στην εν λόγω υπόθεση. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/
  2. Με τον νόμο δε Ν.186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται στο άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Επισημαίνω ακόμη ότι στην παρούσα υπόθεση έχει ληφθεί υπόψη και η υπόθεση Ε. Δ. Λεμεσού με αριθμό 19190/13, που αφορά αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος την 28.10.2011, ήτοι σε μεταγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας. Αυτό το στοιχείο όπως και στην υπόθεση Νίκος Ανδρέα Νικολάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ 412, αναφέρθηκε, αναιρεί σε μεγάλο βαθμό την εκδηλωθείσαν μεταμέλεια του κατηγορούμενου με την παραδοχή του στην Αστυνομία, της διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας. Επίσης, χωρίς να μου διαφεύγει το γεγονός ότι τα αδικήματα της εν λόγω υπόθεσης είναι διαφορετικής φύσης από τα αδικήματα της παρούσης, η τοιαύτη συμπεριφορά του κατηγορούμενου καταδεικνύει πώς ακόμη και δύο χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας, αυτός δεν απέβαλε τα στοιχεία της επίδειξης εγκληματικών συμπεριφορών. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η επαναληπτική εγκληματική δράση του εφεσείοντα είναι αφ' εαυτής χαρακτηριστική της έξαρσης των εγκλημάτων διάρρηξης και κλοπής. Η προσαγωγή του στο Δικαστήριο δεν είχε οποιαδήποτε ανασχετική επίδραση, ενώ η εκδήλωση μεταμέλειας αναιρείται από τις ίδιες τις πράξεις του. ..................................... ..................................... Πρέπει όμως, στο βαθμό που είναι δυνατό, να προειδοποιήσουμε τον εφεσείοντα για τις συνέπειες που θα έχει μελλοντική εγκληματική του δράση και να του πούμε ότι δεν μπορεί να προσμένει ανάλογη επιείκεια στη μεταχείρισή του. Το μητρώο του έχει αμαυρωθεί και το ελαφρυντικό του νεαρού της ηλικίας του σε μεγάλο βαθμό εξανεμισθεί. Πρέπει να κατανοήσει και για το δικό του καλό, ότι σεβασμός προς το Νόμο αποτελεί προϋπόθεση για ομαλή ένταξη στην κοινωνία. Το αντίδοτο του σοβαρού εγκλήματος στα πλαίσια που διαγράφει ο νόμος είναι ο περιορισμός της ελευθερίας, που για τον άνθρωπο γενικά, και το νέο ιδιαίτερα συνιστά ύψιστη απώλεια. Το έγκλημα ως τρόπος ζωής είναι αντιπαραγωγικό και τελικά αυτοκαταστροφικό.» Καθοδηγούμενος λοιπόν από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, και έχοντας υπόψη όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, σε σχέση με τις συνθήκες, το κίνητρο διάπραξης αλλά και την σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, δεν ικανοποιούμαι ότι δικαιολογείται η αναστολή έκτισης των ποινών φυλάκισης που του έχω επιβάλει. Όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία και παράγοντες έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση των ποινών και έχουν διαδραματίσει ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο σε αυτές όσον αφορά το εύρος τους. Όσον αφορά τις όποιες συνέπειες στις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι τέτοιες που δικαιολογούν την εισήγηση της συνηγόρου του. Η φυσική δε απομάκρυνση προσώπου από την οικογένεια του και την κοινωνία, είναι βεβαίως το αυτονόητο επακόλουθο κατά το χρονικό διάστημα του εγκλεισμού του στη φυλακή. Αυτό όμως το στοιχείο από μόνο του δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο αναστολής της ποινής φυλάκισης, αφού αποδοχή τέτοιας θέσης θα συνεπάγει ουσιαστικά την εξουδετέρωση της ποινής της αμέσου φυλάκισης και των σκοπών που αυτή εξυπηρετεί. Όσον αφορά τα προβλήματα με τα δύο παιδιά του κατηγορούμενου, κρίνω πώς τόσο η μητέρα τους όσο και οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους δύνανται να τούς παράσχουν την όποια βοήθεια που ούτως η άλλως ακόμη και με την φυσική παρουσία του κατηγορούμενου, αυτή κρίθηκε αναγκαία και έχει προσφερθεί. Τέλος σε σχέση με τα ψυχικά και άλλα προβλήματα υγείας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, δύναται να αποταθεί και να λάβει την ενδεδειγμένη ιατρική φροντίδα και θεραπεία από τις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους στο χώρο κράτησης του. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες 2, 3 και 5 στην παρούσαν υπόθεση. Στην επιβολή ποινών στον κατηγορούμενο, στην παρούσα υπόθεση λήφθηκαν υπόψη και τα αδικήματα των κατηγοριών 2, 3, 5, 6 και 7, στα οποία βρέθηκε ένοχος στην υπόθεση 19190/13, του Ε. Δ. Λεμεσού. (Υπ.) ...................................... Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.